Skip to main content

Συντάκτης: admin

Κόμμα, παρακολουθητής της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι αριστερό

Το δεύτερο συνέδριό μας πραγματοποιείται με τον ΣΥΡΙΖΑ δεκαοκτώ μήνες στην κυβέρνηση και με τρεις εκλογικές νίκες στο διάστημα αυτό, ενώ σήμερα καλείται να δει με κριτικό μάτι τη μέχρι τώρα πορεία του και να χαράξει τη μελλοντική του με βάση τα νέα δεδομένα.

Η νίκη του ’15 ήταν μια μεγάλη δημοκρατική νίκη του λαού μας σε βάρος του σάπιου, αντιδημοκρατικού και εκφυλισμένου συστήματος διαπλοκής συμφερόντων που οργανώθηκε σε σύστημα ληστείας της δημόσιας περιουσίας, με αποκορύφωμα το «μαζί τα φάγαμε». Η ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, για πρώτη φορά από ένα κόμμα της Αριστεράς, που δεν ήταν έτοιμο, αλλά ταυτόχρονα όφειλε να αναλάβει τις ευθύνες του έναντι του λαού, αποδυνάμωσε τον ΣΥΡΙΖΑ και από κυβερνητικό κόμμα στην ουσία το μετέβαλε σε παρακολούθημα της κυβέρνησης. Αυτή ήταν η πρώτη ροπή προς τον κυβερνητισμό. Η εμφανής αδυναμία του να διατηρήσει μια οργανική σχέση με το κίνημα των πλατειών, να εκτιμήσει τους συσχετισμούς δυνάμεων στη χώρα αλλά και στην Ευρώπη και με βάση αυτό να δώσει προτεραιότητες, να θέσει στόχους, να βάλει κόκκινες γραμμές που θα συσπείρωναν τις πιο πλατιές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου (κόκκινη γραμμή δεν είναι το ανέξοδο νταηλίκι, αλλά αυτό που μπορείς να υπερασπιστείς ή το σημείο εκείνο που λες «ή ταν ή επί τας») ουσιαστικά το οδήγησαν στην πλήρη αδράνεια και σιγά σιγά οδηγείται στην απομόνωση. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε σ’ αυτή την εξέλιξη η ακύρωση της αυτονομίας του.

Το κόμμα πλέον κινείται στους ρυθμούς της κυβέρνησης. Η αδυναμία του να υλοποιήσει αποφάσεις της Κ.Ε. όπως η απόφαση για το Συνέδριο αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Ιουλίου, που ακυρώθηκε με απόφαση άλλου κέντρου, και στη συνέχεια η μετατροπή του σε έκτακτο συνέδριο μαϊμού ήταν η αφορμή της διάσπασης, και μάλιστα χωρίς το κόμμα να έχει λόγο επί των εξελίξεων αυτών τόσο των πολιτικών όσο και των οργανωτικών. Η νίκη στις εκλογές του Σεπτεμβρίου έδωσε νέα ώθηση και ελπίδες για μια πιο συγκροτημένη πορεία. Και πάλι όμως το κόμμα μας δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στον ρόλο του εξαιτίας των βαθιών οργανωτικών τραυμάτων αλλά και της μεταφοράς του κέντρου βάρους στην κυβέρνηση. Από τότε μέχρι σήμερα καμία απόφαση δεν προέκυψε από το κόμμα. Όλες ήταν αποτέλεσμα της θέλησης κάποιου αόρατου κηδεμόνα.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, ν’ αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία στο κόμμα μας. Να διαμορφώσουμε ένα κέντρο πολιτικών αποφάσεων που δεν μπορεί να είναι εκτός κόμματος. Να ξεκαθαρίσουμε τη σχέση του κόμματος με την κυβέρνηση και τον ρόλο του καθενός. Από το «κόμμα αντάρτη» που ήθελε ο πρόεδρος στην αρχή της κυβερνητικής θητείας θα πρότεινα ένα κόμμα που να λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος που θα είναι εκφραστής των αναγκών της κοινωνίας των πολλών και ταυτόχρονα πρωταγωνιστής στον αγώνα για μια κοινωνία δίκαιη, αλληλέγγυα, δημοκρατική, ανθρώπινη. Μια κοινωνία σοσιαλιστική. Αυτό προϋποθέτει διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας. Σημαίνει συμμετοχικούς θεσμούς. Σημαίνει εκδημοκρατισμό του κράτους. Σημαίνει συνδικάτα μαζικά – ταξικά. Σημαίνει ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας στην Αυτοδιοίκηση. Σημαίνει κοινωνικά κινήματα.

Εδώ έρχεται ο ρόλος της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει και να διευκολύνει όλα τα παραπάνω. Κυβέρνηση της Αριστεράς χωρίς κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία με δεσμούς άρρηκτους μαζί της, χωρίς κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να υπάρξει. Και κόμμα, παρακολουθητής της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι αριστερό. Στην καλύτερη περίπτωση, είναι εκλογικός μηχανισμός. Στην πορεία προς το Συνέδριο ας μιλήσουμε ανοιχτά για το όραμά μας, τις σκέψεις μας και τις απόψεις μας, με σεβασμό στις διαφορετικές απόψεις, τάσεις και ρεύματα και με τα αυτιά και τον νου μας ανοιχτά. Ας μιλήσουμε στην κοινωνία χωρίς να κρύψουμε τις αδυναμίες και τα λάθη μας. Οι πολίτες που μας ψήφισαν μας παρακολουθούν, αν και απογοητευμένοι. Το κλίμα είναι αντιστρέψιμο, αρκεί να τους ακούσουμε και μαζί τους να σχεδιάσουμε το αύριο. Ας οργανώσουμε το κόμμα μας δημοκρατικά, ας δημιουργήσουμε όρους και προϋποθέσεις επαφής με την κοινωνία. Δεν κόβεις πρώτα το ΕΚΑΣ και μετά ψάχνεις ισοδύναμα. Η λογική γράφουμε μέλη για να έχουμε λίστες στα συρτάρια δεν βοηθάει σε τίποτα, μηχανισμούς εκκολάπτει. Η ανάδειξη των ριζοσπαστικών στοιχείων του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτό που θα μας κρατά στο προσκήνιο.

* Ο Πέτρος Ζούνης είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής

Ο ρόλος του κόμματος στη νέα εποχή

Η απέχθεια του λαού απέναντι σε όσους τον οδήγησαν στη χρεοκοπία και την εξαθλίωση των μνημονιακών χρόνων είναι έντονη και από τους λόγους της σιωπηρής ανοχής της πλειοψηφίας της κοινωνίας απέναντι στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Με κύρια αιτία τη βαθιά λαϊκή θέληση για αποδέσμευση από το παλιό πολιτικό κατεστημένο, τη διαπλοκή, τη διαφθορά και όλα όσα χαρακτήρισαν σε μεγάλο βαθμό τις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, περνάμε σε μια νέα εποχή.

Δικό μας χρέος είναι η αλλαγή σελίδας στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας να φέρει τη σφραγίδα της Αριστεράς, έτσι ώστε να βελτιωθεί η καθημερινότητα της πλειοψηφίας των πολιτών και να ξεπεραστούν οι παθογένειες δεκαετιών σε οικονομία, κοινωνία και πολιτικό σύστημα με τις απαραίτητες θεσμικές τομές που θα επιχειρηθούν. Το επερχόμενο συνέδριο είναι ευκαιρία για αναστοχασμό για όσα πετύχαμε και για όσα δεν καταφέραμε, για να επαναχαράξουμε τη στρατηγική μας, αλλά κυρίως για να φτιάξουμε ένα πραγματικά ενιαίο κόμμα, που θα γίνει εργαλείο στα χέρια της κοινωνίας για να περάσουμε στη νέα εποχή.

Οφείλουμε λοιπόν να κάνουμε ένα συνέδριο που θα εστιάζει κυρίως στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Η έκβασή του θα επηρεάσει σε καταλυτικό βαθμό την επιτυχία της κυβερνητικής προσπάθειας προοδευτικού και δημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας μας.

Ο ρόλος του κόμματος στη νέα φάση είναι πιο σημαντικός από ποτέ. Το οργανωτικό μας τέλμα πρέπει να ξεπεραστεί άμεσα, χρειαζόμαστε τη βοήθεια του λαϊκού παράγοντα. Οι αιτίες είναι πιο βαθιές από τις κλειστές πόρτες του κόμματος, όπως συνηθίσαμε να λέμε. Βασική αιτία είναι η απαξίωση του ίδιου του κόμματος και η αίσθηση στα κομματικά μέλη ότι διαδραματίζουν τον ρόλο του κομπάρσου και του αφισοκολλητή.

Χρειάζεται αναβάθμιση του ρόλου των μελών τού κόμματος και των πολιτικών διαδικασιών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων κομματικών οργάνων. Να δημιουργήσουμε ένα θελκτικό πλαίσιο λειτουργίας για πολλούς προοδευτικούς εξαιρετικά ικανούς συμπολίτες μας που σήμερα ιδιωτεύουν, ώστε να κάνουν το βήμα και να ενταχθούν στο κόμμα μας.

Παράλληλα, η εμπλοκή της συμμετοχής των μελών σε θέματα όπως η κατάρτιση των ψηφοδελτίων σε περιφερειακές, εθνικές εκλογές και ευρωεκλογές θα ενίσχυε τη συνοχή του κόμματος και το αίσθημα εσωκομματικής Δημοκρατίας. Για παράδειγμα, για τους κομματικούς υποψηφίους να γίνονται εσωκομματικές εκλογές σε κάθε νομό με καθολική ψηφοφορία όλων των μελών.

Να στείλουμε σαφές μήνυμα στην κοινωνία ότι διαφέρουμε ουσιαστικά από το παλιό πολιτικό σύστημα, να κερδίσουμε νέα μέλη και μαζί πνοή και πραγματική γείωση από σωματεία και συνδικάτα, μέχρι τους πολιτιστικούς και εξωραϊστικούς συλλόγους, ώστε να εδραιώσουμε την πολιτική μας ηγεμονία. Να φτιάξουμε ένα κόμμα καθρέφτη των αναγκών της κοινωνίας, πραγματικό εργαλείο στα χέρια των πολιτών, στήριγμα και καλοπροαίρετο κριτή της κυβέρνησης.

Η πρώτη μεγάλη θεσμική τομή που επιχειρήθηκε είναι η νομοθέτηση της απλής αναλογικής. Αποτελεί, θα έλεγα, πύλη για τη νέα εποχή. Βάζει τέλος στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις επίπλαστων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και ανοίγει τον δρόμο για κυβερνήσεις συνεργασίας. Είναι κεντρική πολιτική μας επιλογή να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες των προτάσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση. Είναι όχημα εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού του πολιτικού μας συστήματος και η ευκαιρία για λύσεις αυξημένης κοινωνικής αποδοχής στα μεγάλα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία, όπως η Παιδεία, η Υγεία και η κοινωνική ασφάλιση.

Ταυτόχρονα, διευρύνει την ιδεολογική και πολιτική μας ηγεμονία, αφού στο πλαίσιο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού πιθανόν θα βάλει και άλλα τμήματα της Αριστεράς στη διαδικασία συμμετοχής σε κυβερνητικά σχήματα, αλλά θα βοηθήσει και στον απεγκλωβισμό και άλλων δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας από τον εναγκαλισμό με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δρομολογώντας προοδευτικές εξελίξεις.

*Ο Πάνος Ροδάκης είναι συντονιστής της Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Ανατολικής Αττικής και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Το τέλος της μοναδικής πολιτικής των νεοφιλελεύθερων αποχρώσεων

Το κόμμα μας τον τελευταίο χρόνο, όπως διαμορφώνεται μετά τη διάσπαση και τη δεύτερη εκλογική μας νίκη, μας υποχρεώνει να προβληματιστούμε αρκετά. Η έλλειψη πολιτικού περιεχομένου που παρουσιάζει στις προτάσεις του, η ατονία στην υπεράσπιση των αρχών του, η αδυναμία στη σύνδεση των μελών, δίνει της εντύπωση ενός κόμματος που έχει περιέλθει σε αδράνεια, ενός κόμματος που έχει αναθέσει την πολιτική του ευθύνη εξολοκλήρου στην κυβέρνηση και στο έργο της.
Προσωπικά θεωρώ ότι η κυβέρνηση ακολουθεί το θεσμικό της έργο με επιτυχία και ανατρέφει σταθερά την αριστερή συνθήκη στην κοινωνία μας, κρατώντας ισορροπίες τόσο με το θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο έχει βρεθεί και σταδιακά διαμορφώνει, όσο και με τους εταίρους, με τους οποίους άλλωστε είναι υποχρεωμένη να συνομιλήσει, να συναντήσει.
Ο πρωθυπουργός και σύντροφος Αλέξης Τσίπρας υπηρετεί με εξαιρετική προσήλωση το θεσμικό του ρόλο, μπαίνει στη διαδικασία της επαφής με κάθε πολιτικό του αντίπαλο αλλά θεσμικό του εταίρο, τον γνωρίζει, τον μετράει, Στέκεται στο ύψος της θέσης του.
Το κόμμα οφείλει να εργαστεί για το ανάστημα που η κυβέρνηση μας και ο χώρος της αριστεράς μπορεί να ορθώσει.
Είμαστε σύμφωνοι ότι δε θέλουμε να κομματικοποιήσουμε το κράτος. Δε θέλουμε όμως να κρατικοποιήσουμε το κόμμα.
Θέλουμε το κόμμα μας ικανό και ελεύθερο να ακολουθεί και να υπερασπίζεται τις υπαρξιακές του αρχές, στελεχωμένο με συντρόφους που το υπερασπίζονται, το υπηρετούν πιστά και μπορούν να εκφράσουν την συλλογική συντροφική φωνή.
Δεν θέλουμε το κόμμα μας στην σκιά της κυβέρνησης μας. Θέλουμε να υπάρχει πλάι της, να την εμπνέει και να την εμψυχώνει με το πολιτικό και ιδεολογικό του έργο, να διεκδικεί και να υπερασπίζεται τα δικαιώματα όλων όσων αντιπροσωπεύει.
Ο πολιτικός λόγος δεν αφορά την ικανότητα μας να θεωρητικοποιήσουμε ένα συμβάν αλλά τη δυνατότητα που διαμορφώνουμε ώστε να το αντιμετωπίσουμε
αποτελεσματικά. Και η υπόθεση του να το αντιμετωπίσουμε σημαίνει μαζί με τους συντρόφους μας.
Το κόμμα μας τους συντρόφους του καλείται να συναντήσει στην Ευρώπη κι όχι τους θεσμικούς εταίρους, αυτή είναι δουλειά της κυβέρνησης.
Το προσφυγικό, για παράδειγμα, η κυβέρνηση το αντιμετωπίζει με επιτυχία δίνοντας μια όαση ασφάλειας στον κατατρεγμένο, τον διωκόμενο, τον εξαντλημένο.
Εμείς οφείλουμε να πολεμήσουμε την αιτία. Να αναδείξουμε την πραγματική διάσταση της αντίθεσής μας απέναντι στην επίθεση που δέχονται οι πολιτειακές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Να διαμορφώσουμε ξεκάθαρα την αντίθεση μας απέναντι στην πολεμική σύρραξη, στην συμμετοχή των χωρών στις πωλήσεις όπλων και οπλικών συστημάτων, στην επιβολή οικονομικής ρήτρας σε κάθε χώρα που συμμετέχει σε πολεμική σύρραξη και αποφέρει «παράπλευρες απώλειες» με άστοχους βομβαρδισμούς, γεγονός που μέχρι σήμερα παραμένει οικονομικά ατιμώρητο.
Παρουσιάζουμε μια έλλειψη μεθοδολογίας για την πόλωση απέναντι στο φασιστικό – ακροδεξιό ιδεόγραμμα και την επίτευξη του τελικού μας στόχου που είναι η αποδυνάμωση του αντιπάλου και η δική μας νίκη. Οφείλουμε να προστατεύσουμε τους συντρόφους μας, τους αγωνιστές μας, τους ανθρώπους μας.
Τα σημεία του χάρτη ειρήνευσης και της δράσης μας θα πρέπει να υπηρετηθούν συλλογικά από το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και την παγκόσμια αριστερή κοινότητα.
Αυτό άλλωστε αποτελεί για την ελληνική αριστερά την ευρωπαϊκή λύση σε ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα ή ακόμη την διεθνή λύση σε ένα διεθνικό πρόβλημα.
Δε θα κάνουμε έκπτωση σε κανένα μας χαρακτηριστικό, ούτε στο ριζοσπαστικό, ούτε στο αριστερό, ούτε σε αυτό της υπεράσπισης της κοινωνίας των ανθρώπων απέναντι στην ολιγαρχία των αγορών.
Δεν θα γίνουμε εμείς το άλλοθι της απόλυτα αποτυχημένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής και δε θα επιτρέψουμε στην κυβέρνησή μας να το κάνει.
Θα αγωνιστούμε για να διαμορφώσουμε στον κόσμο μας την αριστερή πραγματικότητα. Θα αγωνιστούμε για τον άλλο κόσμο που είναι εφικτός. Για το τέλος της μοναδικής πολιτικής των νεοφιλελεύθερων αποχρώσεων. Θα εργαστούμε για τη διαμόρφωση της άλλης πολιτικής, αυτής των ανθρώπων που έχουν δικαιώματα, των πολιτών – υποκειμένων δικαίου, και θα ενσταλάξουμε την επιθυμία για την πολιτική αυτή στον ίδιο το λαό.
Τέλος, αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να αποτελεί κομμάτι της ριζοσπαστικής αριστερής πρωτοπορίας οφείλει να υπηρετεί αυτή τη συγκεκριμένη ιδιότητα.
Αυτό σημαίνει ότι τα εργαλεία που είναι δοκιμασμένα και γνώριμα και δεν μας οδήγησαν πουθενά, δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να τα υπερασπιζόμαστε αέναα.
Δεν μπορούμε να εγκλωβιζόμαστε σε σκέψεις και πρακτικές που παραμένουν ανίκανες να διδαχθούν, να εξελιχθούν και να εξελίξουν τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπόρα δράση μας.
Προέχει να ανοίξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα σε αυτό που πιστεύουμε, που υπερασπιζόμαστε και θέλουμε να κατακτήσουμε.
Εάν θέλουμε να θεωρούμαστε ριζοσπαστική αριστερή πρωτοπορία θα πρέπει να αναλάβουμε το ρίσκο αυτής της θέσης και να μη φοβηθούμε να χρησιμοποιήσουμε εργαλεία νέα ή γνώριμα εργαλεία με νέο τρόπο.
Το άγνωστο και το μη δοκιμασμένο δεν πρέπει να μας φοβίζει.
Το γνωστό το ξέρουμε.
Το γνωρίζουμε.
Έχει αποδειχθεί συχνά τρομακτικό.
Έχει αποδειχθεί εξοντωτικό για όλους μας.
Γνωρίζουμε τα όρια του.
Γνωρίζουμε πότε δε μας οδηγεί πουθενά.
Το άγνωστο, ο αχαρτογράφητος χάρτης, είναι η νέα δυνατότητα που έχουμε μπροστά μας και αποτελεί για την αριστερά το νέο πεδίο δράσης της που θα εξυπηρετεί το σκοπό της και τον αγώνα της.

*Η Αγάπη Καραμανλή είναι μέλος της ΟΜ Θησείου – Άνω Πετραλώνων –Ερευνήτρια στην μακροοικονομία, την κοινή και αλληλέγγυα οικονομία, την εφαρμοσμένη φιλοσοφία

Για μια σύγχρονη Αριστερά του 21ου αιώνα

Βιώνοντας την πραγματικότητα της 20μηνης περίπου διακυβέρνησης του τόπου από την Αριστερά, συνειδητοποιώντας τα προβλήματα που συνάντησε, τις ματαιώσεις που αναγκάστηκε να αποδεχτεί, την προσγείωση εν τέλει σε έναν κόσμο διαφορετικό από το παλιότερο φαντασιακό πρότυπο, συνειδητοποιούμε ότι το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που έρχεται θα είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Και επιπλέον, θα έχει κομβική σημασία στην ιστορία των προβληματισμών για τη δυνατότητα ύπαρξης μιας κυβερνητικής Αριστεράς.

Η επικαιρότητα του συνεδρίου σχετίζεται με την ανάγκη για αποτίμηση της κυβερνητικής εμπειρίας, με το ξεκαθάρισμα του ιδεολογικού και πολιτικού πεδίου, με την απάντηση στα ερωτήματα για τη σημασία και το περιεχόμενο της Αριστεράς στον 21ο αιώνα και για τα πραγματικά περιθώρια που υπάρχουν στον αληθινό κόσμο των ανθρώπων.

Μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει σε βάθος συζήτηση για το τι σημαίνει Αριστερά σε μια σύγχρονη κοινωνία και το πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί πολιτικά συνθήκες κρίσης και οικονομικής κατάρρευσης σ’ έναν ασταθή χώρο που βρίσκεται στο σημείο που τέμνεται η Ανατολική Μεσόγειος και η Εγγύς Ανατολή, όπου ακόμα εκκρεμεί η χάραξη των τελικών συνόρων (Αιγαίο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη κ.λπ.) και κυριαρχούν εθνικισμοί, αλυτρωτισμοί και φονταμενταλισμοί. Επίσης, ουδέποτε συζητήθηκε το περιεχόμενο που θα μπορούσε να έχει ο μυθικός όρος «επανάσταση» σ’ ένα περιβάλλον ύστερης νεωτερικότητας (ή για κάποιους «μετανεωτερικότητα») και μεταεθνικής πολιτικο-οικονομικής συγκρότησης της Ευρώπης.

 
Μπορεί να κυβερνήσει η Αριστερά;

Ο προβληματισμός για τη δυνατότητά της Αριστεράς να κυβερνήσει τον τόπο δεν είναι νέος. Η συζήτηση έχει αρχίσει εδώ και 150 χρόνια, από την εποχή της Α’ Διεθνούς (περί το 1850) και της Παρισινής Κομμούνας (1871), έως το Μάη του ’68 και τη σοβιετική κατάρρευση (1991) και κατά καιρούς έχει γίνει ένα από τα σημαντικότερα θέματα του διαλόγου – και όχι μόνον εντός της Αριστεράς. Κορυφαίες στιγμές αυτού του διαλόγου, αλλά και των σφοδρών συγκρούσεων, υπήρξαν:

* Η μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση -που μπορεί να θεωρηθεί και η πρώτη σχετική- για το «κράτος» και τη συνωμοτική αντίληψη που έλαβε χώρα μεταξύ των αναρχικών υπό τον Μιχαήλ Μπακούνιν και των κομμουνιστών υπό τους Μαρξ και Ένγκελς.

* Η ιδεολογική σύγκρουση με τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες τύπου Μπερστάιν για τα όρια της μεταρρύθμισης.

* Η σύγκρουση της Λούξεμπουργκ, του Τρότσκι και του Πλεχάνοφ με τον Λένιν για το ζήτημα ή μη της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος.

* Η σύγκρουση εντός του επαναστατικού μετώπου μετά τον Οκτώβρη του ’17 για τα όρια του συμβιβασμού με τον γερμανικό (και νεοτουρκικό) ιμπεριαλισμό, όπου υπερίσχυσαν οι συμβιβαστικές απόψεις του Λένιν.

* Η ιδεολογική και ένοπλη σύγκρουση μεταξύ σταλινικών, τροτσκιστών και αναρχικών εντός του δημοκρατικού μετώπου κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939).

* Η συζήτηση για τον σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό, που έγινε κυρίως στη Δύση το επόμενο διάστημα από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), αλλά και η κριτική από τον Μάο για τον «ρεβιζιονισμό».

* Η αντιπαράθεση του Ενβέρ Χότζα με τις ιδέες της εργατικής αυτοδιαχείρισης των Τζίλας, Κορντέλι, Ράνκοβιτς.

* Οι αναζητήσεις στην εποχή της περεστρόικα (1985-1991), όταν Πολωνοί και Σοβιετικοί διανοούμενοι άρχισαν να συζητούν για τη δυνατότητα δημοκρατικής μετεξέλιξης του γραφειοκρατικού μοντέλου και δημιουργίας ενός σοσιαλισμού που θα χαρακτηριζόταν από ελευθερία, αληθινή κοινωνική ισότητα κ.ά.

* Εμείς βρισκόμαστε σε μια ιδιαιτέρως μοναδική ιστορική στιγμή. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας χώρας που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που ξεπερνά τα ταμπού του απομονωτισμού και ενός ξεπερασμένου εθνικισμού, που συναντά εντελώς νέες συνθήκες όσον αφορά την οικονομική δομή αλλά και την ποιότητα των σχέσεων παραγωγής. Οπότε τώρα πρέπει να συνεχιστεί η συζήτηση που ξεκίνησε από την εποχή της Α’ Διεθνούς με τόλμη και νέες ιδέες. Με προσπάθεια αποβολής της μεταφυσικής και θεολογικής αντίληψης που κυριάρχησε στο επαναστατικό κίνημα και οδήγησε στη σοβιετική τραγωδία του 20ού αιώνα.

Αυτή είναι η σύγχρονη πρόκληση! Λαμβάνοντας υπόψη ότι είμαστε οι κληρονόμοι ενός σημαντικού ρεύματος σκέψης που ανάπτυξε τις ιδέες του αντιολοκληρωτικού σοσιαλισμού. Προσωπικότητες που έβαλαν το στίγμα τους στον διεθνή χώρο, όπως ο Πουλαντζάς, ο Παπαϊωάννου, ο Καστοριάδης, δείχνουν τον δρόμο για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης αντίληψης. Δεν δικαιούμαστε να υστερήσουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Πόσο μάλλον, που αναπτύσσεται ήδη ένα σκληρό νέο-σταλινικό κόμμα που προέρχεται κατευθείαν από το μαύρο παρελθόν και επιχειρεί να εγκλωβίσει ένα μέρος του δημοκρατικού ελληνικού λαού.

Είναι στο χέρι μας να βγάλουμε την Ελλάδα από τη γκρίζα ιδεοληπτική ζώνη που δημιούργησαν οι παραδοσιακοί πουριτανοί, οι νεοφιλελεύθεροι της Δεξιάς και της «Κεντροαριστεράς» και οι νεοσταλινικοί του ΚΚΕ. Μια ζώνη γεμάτη σύγχυση, συντηρητισμό και παρανοήσεις, χωρίς δροσιά, ζωντάνια και φαντασία που είναι συστατικά στοιχεία του αγώνα για την κοινωνική αλλαγή.

Ακριβώς για όλα αυτά, το επόμενο συνέδριο πρέπει να κερδίσει το στοίχημα της:

* Αποσαφήνισης του ιδεολογικού στίγματος, χωρίς αντιπαραγωγικούς συμβιβασμούς με τον ανορθολογισμό,

* Ανάλυσης του παρελθόντος του επαναστατικού κινήματος, ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα και να αποκαλυφθεί η φύση και οι προθέσεις όσων ονειρεύονται κοινωνίες τύπου γκουλάγκ,

* Διασαφήνισης των ορίων και της ταυτότητας μιας σύγχρονης Αριστεράς του 21ου αιώνα, λαμβάνοντας υπόψη τις γιγάντιες αλλαγές που έχουν συμβεί στον χώρο της οικονομίας και της παγκόσμιας οργάνωσης και δομής.

*Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός

H κοινωνία και η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς

Σε μια προσπάθεια να παρακολουθήσει κανείς την έναρξη του εσωκομματικού διαλόγου στην πορεία προς το 2ο Συνέδριο δεν μπορεί να παραβλέψει τη συνεχή αναφορά στο όνομα της κοινωνίας με κάθε δυνατό συνδυασμό και παράγωγο της λέξης στα διάφορα κείμενα συμβολής. Αναφορά, ενίοτε απερίσκεπτη, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής αφού χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, ανάλογα με τις ανάγκες του κειμένου, άλλοτε προσδιορίζοντάς την με θετικό ή αρνητικό πρόσημο και άλλοτε προσδιορίζοντάς την ως το κυρίαρχο ή το καθοδηγούμενο υποκείμενο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Ευτυχώς υπάρχουν και εκείνες οι αναφορές που εμπεριέχουν στοιχεία ιστορικής ακολουθίας αναδεικνύοντας την πορεία της ελληνικής κοινωνίας έως και τις πρόσφατες εκλογικές της επιλογές και προσεγγίζουν τη δυνατότητα της δικής μας αριστερής παρέμβασης. Για την όποια παρέμβασή μας αποτελεί πλέον κομβικής σημασίας σημείο η κοινή μας αποδοχή ότι αυτή η ελληνική κοινωνία επέλεξε, υπό το φάσμα της οριστικής οικονομικής κατάρρευσης, να εμπιστευτεί στα χέρια της Αριστεράς τη διακυβέρνηση της χώρας και να μην κινηθεί σε άλλους συντηρητικότερους χώρους όπως συμβαίνει στο σύνολο σχεδόν της υπόλοιπης Ευρώπης. Όμως, η ξαφνική ετούτη «ωρίμανση» της κοινωνίας δεν σημαίνει ταυτόχρονα και τη ριζοσπαστικοποίησή της, αλλά, πολύ πιθανά, υποκρύπτει ορισμένα ιστορικά ενοχικά σύνδρομα που τη διαπερνούν, σε συνδυασμό με την απογοήτευσή της από τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Ταυτόχρονα, υποκρύπτει και μια γενικότερη, ίσως εν υπνώσει, αντίληψη για τη γεωπολιτική μας θέση που δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία ενστερνίζεται την αβεβαιότητα των εξ ανατολής και νότου συνόρων μας και τελικά φαίνεται να προσδιορίζει την αναγκαιότητα της παραμονής μας στην Ευρώπη όχι μόνο με όρους χρηματο-οικονομικούς.

Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την «ωρίμανση» της κοινωνίας και να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο (όχι το είδος) της παρέμβασής μας είναι τουλάχιστον ανεδαφικό να υποστηρίζουμε ως πιθανή την ιδεολογική μας ηγεμονία μονάχα θεωρητικά, δίχως την έμπρακτη δική μας συμβολή. Γιατί είναι ανεδαφικό τελικά το να διαφωνούμε για το κατά πόσο η υπογραφή του 3ου Μνημονίου υπήρξε αποτέλεσμα ήττας ή νίκης. Προφανώς για αυτό θα αποφανθεί ο ιστορικός του μέλλοντος και εν τέλει θα κριθεί από τη δική μας ικανότητα να επικοινωνήσουμε και να εδραιώσουμε, εκ του αποτελέσματος των πράξεών μας, την ιδεολογική μας ηγεμονία στη συνείδηση της κοινωνίας, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί το «αναγκαίο κακό» ως τακτική επιλογή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής.

Η βίαιη ωρίμανση της κυβέρνησής μας από την εν λόγω τακτική υποχώρηση, αλλά και του ίδιου του κόμματός μας έπειτα από τη διάσπασή του, επανέφερε στο προσκήνιο τον όρο του «πολιτικού ρεαλισμού» με μια αίσθηση αποτροπιασμού και ντροπής από ένα μέρος των μελών, ακριβώς επειδή δεν καταφέραμε ακόμα να συνομολογήσουμε και να παραδεχτούμε στην πράξη ότι η επιλεκτική ωρίμανση της κοινωνίας (γιατί μόνο ως επιλεκτική μπορούμε να ονομάσουμε αυτή την ωρίμανση που ναι μεν επιλέγει την άφθαρτη Αριστερά να σώσει τη χώρα από όλα τα δεινά, αλλά, ένα μεγάλο μέρος της απεκδύεται την αποστασιοποίηση από τη βολή του πελατειακού κράτους) προηγείται χρονικά της δικής μας κομματικής ωρίμανσης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς είναι η αντιστροφή αυτού του χρονικού πρωθύστερου και η σαφής απόφασή μας, πριν ακόμα και από την έναρξη του συνεδρίου, να υπερασπιστούμε, αλλά και να εφαρμόσουμε, μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, από τη μοναδική στην Ευρώπη θέση κυβερνητικής ισχύος, την αριστερή μας πρόταση. Κάτι τέτοιο βέβαια για να τελεσφορήσει απαιτεί πολλή και σοβαρή δουλειά, που όμως ήδη γίνεται (χαρακτηριστικό παράδειγμα από το σ/ν για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, όπου προάγεται η αρχή: «ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία») – άραγε γιατί να μην έχουμε στο μυαλό μας ετούτον τον «πολιτικό ρεαλισμό»; Απαιτεί επίσης πάρα πολύ χρόνο για να μετασχηματιστεί η υπάρχουσα κοινωνική συνείδηση, τουλάχιστον για τα κοινωνικά στρώματα που μας αφορούν -μια τεράστια πλειονότητα αγκυλωμένη στην πελατειακή σχέση κράτους-πολίτη- ώστε να εμπνευστούν για τη μονοσήμαντη και αναγκαία αριστερή προοπτική στο όνομα της δικής τους αξιοπρέπειας.

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αναλωθεί σε ζητήματα για τα οποία έχει ήδη η ίδια η κοινωνία αποφανθεί, αλλά να αναζητήσει την παράλληλη σύγκλιση της ωρίμανσης του κόμματος με την κοινωνία, να επιλύσει άμεσα όλα εκείνα τα διαδικαστικά, αλλά σημαντικότατα, θέματα για τον τρόπο της δημοκρατικής του λειτουργίας και να απασχοληθεί ως προς τη μεσοπρόθεσμη στόχευσή του με όσα περισσότερα σημεία μπορεί από τις δύο πρώτες πτυχές του κειμένου συμβολής της Γραμματείας του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας μας. Το κείμενο αυτό της Νεολαίας καταλήγει: Έχουμε ιστορικό καθήκον να νικήσουμε.

 
*Ο Πάνος Γκόνης είναι αντιδήμαρχος Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Αγίας Παρασκευής και μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Βόρειας Αθήνας

Σε κρίσιμη εθνική αλλά και διεθνή συγκυρία

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην κυβέρνηση, έχοντας υποστεί μια σοβαρή ήττα πέρσι το καλοκαίρι με την υπογραφή ενός Μνημονίου πέρα και έξω από τον στρατηγικό του στόχο, που είναι ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία. Από την άλλη, η κοινωνία, και μάλιστα τα ασθενέστερα στρώματα που εκπροσωπεί, παρά την κόπωσή της από την παρατεταμένη λιτότητα, δεν του έχει γυρίσει την πλάτη αλλά τηρεί στάση αναμονής.

Στην Ευρώπη φυγόκεντρες δυνάμεις επιδιώκουν διάλυση της Ένωσης και αναβίωση των εθνικών αφηγήσεων, με την ξενοφοβική ακροδεξιά ρητορική να κερδίζει έδαφος. Ωστόσο, αναπτύσσονται κοινωνικές αντιστάσεις στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής λιτότητας και του αυταρχισμού (Γάλλοι εργαζόμενοι, χώρες Νότου), χωρίς όμως να επιτυγχάνουν, ακόμα, μέτωπα ανατροπής.

Σ’ αυτό το δύσκολο και ρευστό σκηνικό, η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ καλείται να χαράξει αριστερή πολιτική σε μια χώρα υπερχρεωμένη, υπό επιτροπεία και συνεπώς με περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, με αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού, γιγάντια ανεργία, συρρίκνωση των κοινωνικών πολιτικών, διαφθορά και διαπλοκή να διαπερνούν σημαντικούς τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.

Ακόμα ο ΣΥΡΙΖΑ, το ισχυρότερο κόμμα της Αριστεράς στην Ευρώπη, καλείται από τη θέση της κυβέρνησης να διευρύνει τα ρήγματα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας δημιουργώντας θύλακες αντίστασης και ανατροπής.

Πολλά και δύσκολα τα ερωτήματα: Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάχθηκε;

Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά ήταν μια ιστορική στιγμή που μας επέλεξε μάλλον, παρά την επιλέξαμε. Ήμασταν έτοιμοι; Υποτιμήσαμε την ισχύ του αντιπάλου εντός και εκτός; Πιστεύω ότι ορθά επιλέξαμε να παίξουμε στο παιγνίδι. Ο αναχωρητισμός, η μεσσιανική λογική τύπου ΚΚΕ, η περιχαράκωση σε μικρό κοινό, «ιδεολογικά καθαρό», είναι μια εύκολη και ανέξοδη επιλογή, η οποία δεν ελέγχεται καν για την ορθότητά της εν τη πράξει. Η ήττα του Ιουλίου μετά το ηχηρό «Όχι» του λαού στο δημοψήφισμα, δεν πρέπει να εξωραΐζεται, όμως έδειξε σε όλο τον κόσμο το αυταρχικό πρόσωπο της κυρίαρχης ελίτ (This is a coup). Η κοινωνία, παρά ταύτα, με σοφία επέλεξε την Αριστερά για να διαχειρισθεί την κρίση, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι «οι σπασμένες ασπίδες είναι καλύτερες από καθόλου ασπίδες» (Paul Mason). Η διατήρηση της ιδεολογικής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί εν τέλει από την πολιτική του.

Υπάρχουν περιθώρια άσκησης αριστερής πολιτικής εντός Μνημονίου;

Αυτό είναι το στοίχημα για την κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Να πορευθεί μέσα «στη ρωγμή του χρόνου» και να τη διευρύνει, να χαράξει μονοπάτια εκεί που δεν υπάρχουν. Γιατί όντως είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, να αφήσεις το αριστερό σου ίχνος στον καιρό των Μνημονίων. Όμως η περίθαλψη στους ανασφάλιστους, η κάρτα αλληλεγγύης, οι 100 δόσεις, το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, το προσφυγικό, το νομοσχέδιο για τη δημόσια διοίκηση, το νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ έχουν αριστερό πρόσημο. Είναι ανάγκη αυτό το «παράλληλο» πρόγραμμα υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων να επιταχυνθεί, με συγκεκριμένες θεματικές στοχεύσεις: η δημιουργία ενιαίου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας, πρόληψης και προαγωγής υγείας, η προάσπιση των εργασιακών σχέσεων και των συλλογικών συμβάσεων, η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, ο διαχωρισμός εκκλησίας- κράτους, η ανάπτυξη με κριτήριο τις ανάγκες των πολλών είναι ταξικά μεροληπτική πολιτική. Με τέτοια πολιτική θα οικοδομήσουμε κοινωνικές συμμαχίες, όχι όμως στη βάση παλιών φθαρμένων σχημάτων που έχουν χάσει κάθε κοινωνική νομιμοποίηση.

Υπάρχει κίνδυνος ενσωμάτωσης; Σχέση κόμματος – κυβέρνησης;

Η πιθανότητα για την κυβέρνηση της Αριστεράς να «χάσει το δάσος» σε συνθήκες επιτροπείας και λυσσαλέου πολέμου στο εσωτερικό και το εξωτερικό είναι υπαρκτή. Εδώ μπαίνει ο ρόλος του κόμματος, που με συλλογικές διαδικασίες, με εσωκομματική δημοκρατία, με κριτική αλλά και εποικοδομητικές προτάσεις, χωρίς στεγανά μεταξύ κορυφής – βάσης οφείλει να ελέγξει και να επεξεργαστεί, να παραγάγει τελικά πολιτική.

Γιατί όντως είναι αχαρτογράφητα τα νερά για την Αριστερά του 21ου αιώνα, όμως οι μάχες που σίγουρα δεν κερδίζονται είναι αυτές που δεν δίνονται.

 
* Η Χαρά Ματσούκα είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Αλλαγή στρατηγικής εν όψει Συνεδρίου;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρώτη, σε παγκόσμια κλίμακα, επιτυχημένη στρατηγική απάντηση της Αριστεράς στον νεοφιλελευθερισμό. Είναι η πρώτη σοβαρή συγκέντρωση πολιτικής ισχύος απέναντί του και ένα τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο για την παγκόσμια Αριστερά. Σε άλλες χώρες, η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών οδήγησε στην ακροδεξιά εθνικιστική αναδίπλωση ή στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, όμως μόνο στην Ελλάδα οδήγησε ένα αριστερό κόμμα στην κυβέρνηση. Αυτή η επιτυχημένη στρατηγική οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε διαδοχικές εκλογικές νίκες στη χώρα. Δεν χρειαζόμαστε αλλαγή της στρατηγικής τού ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή το 2ο Συνέδριο. Θα ήταν αλλοίωση της φυσιογνωμίας του και μετατροπή της ήττας σε στρατηγική ήττα.

Η κεντρική ιδέα της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην εμπλοκή των μαζών στην πολιτική. Υπήρξαν όμως πέντε βασικοί σταθμοί σε αυτή τη διαδικασία.

1) Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αισθητή την παρουσία του στο κοινωνικό πεδίο μέσα από τα πολυποίκιλα κινήματα. Δεν περιορίζεται στη μονομέρεια των μονοθεματικών κινημάτων, αλλά, σε διάκριση από τη λενινιστική λογική της πρωτοπορίας, η εμπλοκή του γίνεται με διάθεση ενίσχυσης και όχι καθοδήγησής τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ γειώνεται κοινωνικά, διδάσκεται και αντλεί ιδέες, έμπνευση και πολύτιμη γνώση από τα κινήματα.

2) Ταυτόχρονα, η γνώση αυτή αξιοποιείται στη σοβαρή και μεθοδική παρουσία του στους θεσμούς κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης, με συγκεκριμένες προτάσεις και σχέδιο, που φέρνουν τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες στο προσκήνιο. Αυτό έστρεψε όλο το δικομματικό σύστημα εναντίον του. Ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται η κύρια απειλή για το σύστημα και φυσικά στοχοποιείται. Άρχισε μια διαδικασία όπου ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει κοινωνικές συμμαχίες, αλλά στρέφει το πολιτικό κατεστημένο εναντίον του.

3) Προτάσσοντας την πολιτική και όχι την ιδεολογική ενότητα του όλου της Αριστεράς, τόσο της παραδοσιακής όσο και της λεγόμενης νέας Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ βάζει ένα τέρμα στην κυτταρική διαίρεση της Αριστεράς και δημιουργεί έναν ενιαίο φορέα, με συνιστώσες αρχικά, αλλά με διάθεση να ενοποιηθούν. Κερδίζει έτσι ένα σοβαρό πολιτικό στοίχημα. Αριθμητικά δεν έφτασε ποτέ το ΠΑΣΟΚ, αλλά κέρδισε ένα τεράστιο στελεχιακό δυναμικό, με πλούσια εμπειρία στην ταξική πάλη. Απέναντι σε κάθε αστό πολιτικό, ο ΣΥΡΙΖΑ διέθετε δεκάδες ικανότερα στελέχη, γνώστες των προβλημάτων, που φυσικά είχαν και το ηθικό πλεονέκτημα.

4) Με το ιδρυτικό του Συνέδριο, ο ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε ένα πρόγραμμα που στηρίχθηκε στην εμπειρία από την παρουσία στους θεσμούς εκπροσώπησης και στα κινήματα. Πέτυχε έτσι την ενιαία έκφραση προς τα έξω και την απόκρουση ειρωνικών συστημικών επιθέσεων. Κυρίως όμως το πρόγραμμα αυτό απέδειξε ότι υπάρχει και άλλος δρόμος εκτός από τα Μνημόνια και τον νεοφιλελευθερισμό. Η ΤΙΝΑ αμφισβητείται σοβαρά πλέον.

5) Ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύττει ότι δεν φοβάται να διαχειριστεί την εξουσία και μάλιστα σε δύσκολες περιόδους. Ανατρέπεται το στερεότυπο που θέλει την Αριστερά να περιορίζεται σε έναν ρόλο καταγγελτικό και απαθή στις εξελίξεις. Το δίλημμα μεταρρύθμιση ή επανάσταση προσπεράστηκε χωρίς να τεθεί καν, ακριβώς επειδή αναζητά τη θεωρητική και πρακτική μεθοδολογία αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού. Η κίνηση αυτή πολλαπλασιάζει την πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα αρχίζει ένας αδυσώπητος πόλεμος εναντίον του από τα ΜΜΕ. Όμως κερδίζει τέσσερις διαδοχικές πολιτικές μάχες.

Η άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γέννημα θρέμμα της κρίσης είναι πολύ βολική για το σύστημα. Αν η κρίση είναι παροδική, άρα και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παροδικός και η θεωρία της αριστερής παρένθεσης «επιστημονικά» τεκμηριωμένη.

Η οικονομική κρίση κατέστρεψε τη μεσαία τάξη, και ριζοσπαστικοποίησε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Σε άλλες χώρες, η ανυπαρξία κατάλληλου φορέα οδήγησε στην καπηλεία του ριζοσπαστισμού από ακροδεξιά μορφώματα. Στην Ελλάδα, όμως, υπήρχε ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτός ο ριζοσπαστισμός τροφοδότησε την πολιτική του άνοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν γεννήθηκε από την κρίση, αλλά από την ανάγκη πολιτικής απάντησης στον νεοφιλελευθερισμό, την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και Δημοκρατίας που τον συνοδεύει. Η οικονομική κρίση ήταν καταλύτης στην εδραίωση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι η αιτία. Η στρατηγική τής επιτυχίας του δεν οφείλεται στο οικονομικό του πρόγραμμα. Αν ήταν έτσι, θα είχε καλύτερη τύχη στις δημοτικές εκλογές και επιρροή στα συνδικάτα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετατόπισε τον άξονα της αντιπαράθεσης με τον νεοφιλελευθερισμό στο πολιτικό πεδίο. Αυτό τον έκανε ακαταμάχητο στην πολιτική αρένα. Το 2ο Συνέδριό του δεν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως αναγκαίο να την εμπλουτίσει, να θεραπεύσει πολλές αδυναμίες και να δημιουργήσει το αντίστοιχό της στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

 
* Ο Αντώνης Βασιλείου είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

To reunion δεν είναι αρκετό

* Πώς διαμορφώνει ένα κόμμα -ακόμα και σε εμβρυακή κατάσταση- την πολιτική του ατζέντα;

Η καλύτερη απάντηση που διαθέτω είναι:

* Διαβάζοντας τη συγκυρία ως κρίκο μετάβασης από το παρελθόν στο μέλλον, δηλαδή ως συμπύκνωση μιας ιστορικής τάσης.

* Εντάσσοντας την ανάγνωση σ’ ένα (στοιχειώδες έστω) πολιτικό σχέδιο.

* Έχοντας σταθερά στο κέντρο της οπτικής του ένα ορισμένο κοινωνικό σώμα αναφοράς.

* Φιλοδοξώντας να συγκροτείται ως διακριτό παράδειγμα πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας.

Κανένα στοιχείο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Η απολυτοποίηση της συγκυρίας μπορεί να σε ρίξει τελείως έξω· η αγνόησή της μετατρέπει το πολιτικό σχέδιο σε διανοητική αφαίρεση. Οι προτεραιότητες στην κοινωνική εκπροσώπηση χωρίς τη φιλοδοξία της ηγεμονίας σε οδηγούν στην αντίληψη του “κόμματος συμφερόντων”· και η ηγεμονία χωρίς την ταξικότητα στο νεφέλωμα του “εθνικού ακροατηρίου”.

Ένα πολιτικό υποκείμενο, σε υβριδική κατάσταση έστω, ή και ως έκφραση μιας χαλαρής πολιτικής συμμαχίας, τα έχει ανάγκη όλα. Χωρίς την ύπαρξη και την ενότητά τους, η κατάληξη είναι προδιαγεγραμμένη: πολιτικός δορυφόρος πολλαπλών χρήσεων και με ημερομηνία λήξης. Ο ωκεανός της ιστορίας είναι γεμάτος από τέτοια ναυάγια.

* Πώς διαμορφώνουν τη δική τους πολιτική ατζέντα και της υπό εκκόλαψη “νέας Κεντροαριστεράς” οι διάφορες συνιστώσες της (που, αναμένοντας το reunion, πολλαπλασιάζονται);

Με την απουσία όλων των παραπάνω στοιχείων, εκτός από μια μινιμαλιστική εκδοχή πρόσληψης της συγκυρίας, που συνοψίζεται στο πρόταγμα «Να φύγουν !» (σε διάφορες παραλλαγές) και αφορά φυσικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Και με μια εκκωφαντική σιωπή για «το μετά» ή κάποιες αμφίσημες νύξεις.

Κρατώντας λοιπόν ζηλότυπα τις ιδέες και τις προθέσεις τους για «το μετά» ως επτασφράγιστο μυστικό, μας υποχρεώνουν να εικοτολογούμε: Ενδιαφέρονται όντως για ένα εγχείρημα στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς ή θεωρούν ότι αυτό είναι μια υπόθεση εξαντλημένη πια και η «ζήτηση» στην πολιτική αγορά έχει μετατοπιστεί σε «κάτι το κεντρώο» ή και «κεντροδεξιό» ακόμα; Θέλουν να λειτουργήσουν ως εμβρυουλκός ή έστω ως καταλύτης, για μια αναδιάταξη στο πολιτικό πεδίο που θα «απελευθερώσει» πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές από την τυραννία της αντιπαλότητας πολιτικών ταυτοτήτων οι οποίες ενσωματώνονται στην πολιτική διχοτομία Αριστερά / Δεξιά;

Δεν ξέρω ποια εικασία θα επαληθευθεί. Αμφιβάλλω αν θα υπάρξει μια κεντρική ιδέα κι ένα συνεκτικό σενάριο που, λειτουργώντας σαν μαγνήτης, θα μπορέσει να προσανατολίσει τα διασκορπισμένα ρινίσματα του χώρου σε μια ενιαία και σταθερή επιλογή. Αμφιβάλλω αν υπάρχει μια ανιδιοτελής πολιτική βούληση για να χαραχτεί μια προοπτική διάρκειας, πέρα από την αγωνία της εκλογικής καταγραφής και τη διεκδίκηση ατομικών «ρόλων».

Θεωρώ ότι η πιθανότερη εκδοχή είναι η απορρόφηση της πλειοψηφίας -με ή χωρίς πρόθεση- στην ηγεμονία Μητσοτάκη ͘ υπάρχουν, άλλωστε, ως υπόβαθρο εκλεκτικές ιδεολογικές συμπτώσεις: Η πίστη στην κατηγορική προσταγή της συναίνεσης ως προς τον μονόδρομο, η νοσταλγία του παλιού καλού δικομματισμού, η μελαγχολία για την Ελλάδα που πάει να γίνει Σοβιετία, η βεβαιότητα ότι η αγορά είναι η μόνη πηγή ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο, η αγανάκτηση για την καταστροφή του πλουραλισμού της μονοφωνίας, ο αγράμματος Φίλης vs του εγγράμματου Άδωνι, οι υπεύθυνοι έναντι των ανεύθυνων, οι άθλιες ενδυματολογικές προτιμήσεις του Τσίπρα, τα άψογα αγγλικά του Κυριάκου… και πάει λέγοντας.

Πίσω ωστόσο από το αγωνιώδες κυνηγητό της όποιας επανένωσης του «κεντροαριστερού χώρου», υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικής γεωγραφίας για την ελληνική κοινωνία. Έχει να κάνει με τη δυνατότητα εξόδου από την κρίση εκπροσώπησης του πολιτικού συστήματος. Και με την προοπτική της ανασυγκρότησης μιας κοινωνίας καθημαγμένης από το οικονομικοπολιτικό υπόδειγμα του νεοφιλελευθερισμού. Και επ’ αυτού θα ήθελα να πω καθαρά την άποψή μου.

Θέλω λοιπόν και εύχομαι να υπάρξουν και να σταθεροποιηθούν «αριστερά» και «δεξιά» του ΣΥΡΙΖΑ και άλλα πολιτικά υποκείμενα, με αναφορά στην Αριστερά, το καθένα με όρους πολιτικής αυτονομίας και ισχυρής ταυτότητας. Κι αυτό για λόγους στους οποίους θα αναφερθώ συνοπτικά (και σχηματικά).

Πρώτα, επειδή, συνυπάρχοντας αναγκαστικά μέσα από τη διαλεκτική αμοιβαιότητας / αντιπαλότητας, θα υποχρεώνονται να εμπλουτίζουν τον προγραμματικό τους λόγο, να κερδίζουν σε ριζοσπαστισμό ή σε ρεαλισμό, να λειτουργεί το καθένα ως καθρέφτης των υστερήσεων και των αντιφάσεων των υπόλοιπων.

Ύστερα, επειδή ο πειρασμός ενός «πολιτικού επεκτατισμού» του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να καλύψει τα όποια αμφίπλευρα κενά πολιτικής εκπροσώπησης, θα πολλαπλασιάσει και θα βαθύνει τάσεις αλλοίωσης της ριζοσπαστικής του ταυτότητας, ωθώντας τον σε έναν προγραμματικά ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό, που θυσιάζει τα βασικά προτάγματα στο όνομα της διεύρυνσης.

Τέλος, επειδή ο νέος συνασπισμός εξουσίας για τη χειραφέτηση από τις δουλείες του καπιταλισμού (όσο πιστεύουμε ακόμα σ’ αυτόν) δεν μπορεί να συγκροτηθεί με όρους πολιτικού ολοκληρωτισμού, αλλά ως οργανική συνάρθρωση μιας πολλαπλότητας υποκειμένων.

Δεν ξέρω πόσο αφελή και αναχρονιστικά ακούγονται τα παραπάνω. Θέλησα απλώς να πω ότι, συνήθως, reunions που υποτιμούν την αναγκαιότητα και τη σημασία της πολιτικής σαφήνειας και της στρατηγικής προοπτικής έχουν ημερομηνία λήξης με το πρώτο κρίσιμο δίλημμα. Η ιστορική εμπειρία μάς έχει προσφέρει ένα πρόσφατο παράδειγμα.

ΣΥΡΙΖΑ κόμμα των μελών και της κοινωνίας

Η διαμόρφωση μιας πολύ ευρείας πλειοψηφίας υπέρ του κειμένου των Θέσεων στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είναι εξαιρετικά θετικό γεγονός.

Γιατί η λειτουργία των απόψεων και των τάσεων στο κόμμα δεν έχει ως αυτοσκοπό τη διαφοροποίηση και την καταγραφή πλειοψηφίας και μειοψηφίας. Η πρωταρχική ιδιότητα όλων των συντρόφων και των συντροφισσών είναι αυτή του μέλους του ΣΥΡΙΖΑ και πάνω σ’ αυτήν επιδιώκουμε τις μεγαλύτερες δυνατές συνθέσεις.

Η πρακτική της μόνιμης διαφοροποίησης και της οικοδόμησης «κόμματος μέσα στο κόμμα» εφαρμόστηκε κατά κόρον τα προηγούμενα χρόνια από τις ομαδοποιήσεις στελεχών που αποχώρησαν πριν από τις τελευταίες εκλογές. Η πρακτική αυτή καταγράφηκε αρνητικά στις συνειδήσεις της μεγάλης πλειονότητας των συντρόφων και συντροφισσών.

Δικός μας στόχος είναι αντίθετα το άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία. Όχι με τη λογική κάποιων συσχετισμών αλλά για την επιτυχία του γενικότερου πολιτικού σχεδίου του κόμματος και της κυβέρνησης, που προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή και στήριξη από τον λαϊκό παράγοντα.

Η συμπαγής εικόνα του κόμματος που αποτυπώθηκε στην Κεντρική Επιτροπή συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση και δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες για τη σύζευξη του κομματικού με τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύει ή πρόκειται να γίνει κόμμα μονολιθικό χωρίς εσωτερικό διάλογο απόψεων και λειτουργία τάσεων. Τα στοιχεία της εσωκομματικής δημοκρατίας και της ελεύθερης λειτουργίας απόψεων και τάσεων είναι πολύτιμη παρακαταθήκη της φυσιογνωμίας του χώρου από τις αρχικές καταβολές του ακόμη. Δεν θα τα απεμπολήσουμε γιατί διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση των μελών και άρα ενισχύουν και ουσιαστικοποιούν τη συμμετοχή αυτών στο κόμμα.

Θέλουμε ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι κόμμα των μελών με δημιουργικό και δημόσιο διάλογο των απόψεων μέσα σε αυτόν. Γι’ αυτό οι απόψεις και οι τάσεις μέσα στο κόμμα πρέπει να διαλέγονται δημόσια μεταξύ τους και να υπάρχουν σε όλα τα ζητήματα αρμοί επικοινωνίας στο εσωτερικό του κόμματος. Στο ένα ζήτημα να συγκλίνουν περισσότερες απόψεις και τάσεις, στο άλλο διαφορετικές, οι σύντροφοι-ισσες που ανήκουν σε μια τάση δεν ταυτίζονται σε κάθε θέμα κ.λπ.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι ότι οι εσωκομματικές απόψεις συγκροτούνται κάθε χρονική στιγμή με βάση την πολιτική και όχι τους μηχανισμούς. Και δεν προκύπτουν εν πολιτικώ κενώ αλλά μέσα στην εκάστοτε συγκυρία.

Μέσα λοιπόν στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι Θέσεις που ψηφίστηκαν από την Κεντρική Επιτροπή, οι κρίσιμες αιχμές για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύω ότι είναι:

Κατανοούμε πολιτικά ότι η συμφωνία του περασμένου Ιουλίου και η εφαρμογή της στη συνέχεια από την κυβέρνηση δεν αποτελεί «ήττα» της Αριστεράς. Είναι μια συμφωνία που απέχει πολύ από τις δικές μας θέσεις και απόψεις, αλλά είναι μια συμφωνία που κράτησε τη χώρα στο ευρώ, άνοιξε τον δρόμο για την απομείωση του χρέους, για να περάσουμε από την ύφεση στην οικονομική ανάκαμψη και τελικά στην έξοδο από το καθεστώς οικονομικής εποπτείας της χώρας. Σε τελευταία ανάλυση, αυτό που αναφέρεται από τους αντιπάλους της κυβέρνησης ως «ήττα» ήταν η έκφραση των σημερινών αρνητικών πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη. Ως πολιτικό αποτέλεσμα, η φιλολογία της αποθάρρυνσης λειτουργεί μόνον υπέρ των συντηρητικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Υπερασπιζόμαστε τον τελείως ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό του κόμματος. Χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Για μας η Ευρώπη των λαών δεν είναι υπεκφυγή. Είναι η Ε.Ε. όπως θέλουμε να μετασχηματιστεί μέσα από την παρέμβαση των αριστερών και προοδευτικών κομμάτων, των κινημάτων, των λαών. Στην Ευρώπη σήμερα ο ευρωσκεπτικιστικός λόγος είναι κυρίως εθνικιστικός, ξενοφοβικός και ακροδεξιός. Υποστηρίζουμε, λοιπόν, ανεπιφύλακτα την κατεύθυνση για μια εναλλακτική προοδευτική πρόταση για την αλλαγή της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, αναδεικνύοντας την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού να προσφέρει όραμα στους Ευρωπαίους πολίτες. Ζητάμε μια πιο δημοκρατική και πιο κοινωνική Ευρώπη, σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με το συντηρητικό status quo όσο και με την επιστροφή στους εθνικισμούς.

Στόχος του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης είναι η υλοποίηση του δικού μας προγράμματος, παρά τους περιορισμούς που επιφέρει η δανειακή συμφωνία. Οι μεγάλες τομές στο πολιτικό σύστημα, η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, η παραγωγική ανάπτυξη, η μείωση της ανεργίας, η υπεράσπιση του εισοδήματος της πλειονότητας των πολιτών, με τη δικαιότερη κατανομή των επιβαρύνσεων, έχει για μας στρατηγικό περιεχόμενο και συνδέεται με την προοπτική της δίκαιης ανάπτυξης. Η καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς είναι κομβικής σημασίας για την πορεία του τόπου σε αριστερή και προοδευτική κατεύθυνση.

Βλέπουμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον κορμό μιας μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Αντιλαμβανόμαστε ότι δίπλα στον ιστορικό κόσμο της ριζοσπαστικής Αριστεράς βρίσκονται πια εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που ιδεολογικά αυτοπροσδιορίζονται με τους δικούς τρόπους. Σεβόμαστε αυτούς τους αυτοπροσδιορισμούς και επιδιώκουμε τη γόνιμη σύνθεση μαζί τους. Είμαστε αντίθετοι σε ιδιοκτησιακές λογικές για το κόμμα και στο στένεμά του.

Επιδιώκουμε την ουσιαστική λειτουργία των Οργανώσεων Μελών στον χώρο τους και τη μαζική και αποτελεσματική παρέμβαση στα κινήματα. Αντικείμενο της εσωκομματικής ζωής και λειτουργίας δεν μπορεί να είναι μόνον η συζήτηση των εξελίξεων στην κεντρική σκηνή και η αποτίμηση του κυβερνητικού έργου. Οι δυνάμεις του κόμματος και της νεολαίας πρέπει να διαταχθούν έτσι ώστε να αυξάνεται η παρέμβασή μας σε κάθε αρμό της κοινωνίας. Και οι Ο.Μ. να έχουν λόγο και άποψη, να διαμορφώνουν αυτή την παρέμβαση ώστε να είναι πράγματι το κόμμα στον χώρο τους.

 
* Ο Π. Σκούτας είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Η Ιστορία δεν περιμένει

Η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, και διαμέσου αυτού της Αριστεράς στην Ελλάδα, σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα μέσα σε εννέα μήνες είναι στην πραγματικότητα η ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου που άνοιξε πολλές δεκαετίες πριν.

Η μετάβαση από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, και μάλιστα από «τεχνικής» άποψης σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, βρίσκει τόσο το κόμμα όσο και τα μέλη του σαστισμένα μπροστά στις νέες απαιτήσεις και στο πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται πλέον να δράσουν. Υπό κανονικές πολιτικές συνθήκες, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα και ως πολιτικό προσωπικό θα είχε τον εύλογο χρόνο προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα προκειμένου να ασκήσει την αριστερή πολιτική που ήθελε. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχουν κανονικές συνθήκες. Και ακριβώς αυτή η μη κανονικότητα ήταν και ο καταλύτης που βοήθησε τον ΣΥΡΙΖΑ να έρθει στην εξουσία. Η πραγματικότητα λοιπόν είναι αυτή που είναι και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα καλούμαστε να δράσουμε, να την επηρεάσουμε και να την αλλάξουμε.

Στο Συνέδριο που έρχεται, και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να επαναπροσδιορίσει την πολιτική του με όρους εφαρμογής, χωρίς όμως να χάσει την αριστερή ψυχή του.

Πρέπει να προσδιορίσει όχι μόνο πού θέλει να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία αλλά και πώς θα το κάνει λαμβάνοντας υπόψη τα πεπερασμένα όρια των εργαλείων που έχει ως κυβέρνηση. Πρέπει να προσδιορίσει πώς θα διευρύνει τις δυνατότητες του κρατικού μηχανισμού προκειμένου το σχέδιο του να προχωρήσει.

Πρέπει ταυτόχρονα να αναπροσδιορίσει και το κόμμα τα δικά του πεπερασμένα όρια. Το κόμμα οφείλει να ανοιχτεί στην κοινωνία. Όχι με όρους διαμεσολαβητή ανάμεσα στον πολίτη και την κρατική εξουσία – χρήμα, αλλά με όρους συμμετοχής και επικοινωνίας με την εκλογική του βάση και την κοινωνία. Η ανοιχτή λειτουργία του κόμματος είναι αυτή που θα φέρει τους νέους ανθρώπους που θα δουλέψουν για τη συλλογική προσπάθεια. Αυτό το ανοιχτό κόμμα θα μπορεί και να στηρίξει την κυβέρνηση τροφοδοτώντας τη με ιδέες και ανθρώπους. Αλλά και να υπερασπιστεί τις επιλογές της μέσα στην κοινωνία με τα μέλη του.

Ο στόχος πλέον πρέπει να είναι η ηγεμονία της Αριστεράς κι αυτό θα επιτευχθεί με την κυρίαρχη παρουσία μας σε όλους τους φορείς και συλλογικότητες της ελληνικής κοινωνίας, είτε είναι σύλλογοι γονέων, είτε δημοτικά συμβούλια, είτε επαγγελματικά επιμελητήρια.

Η δουλεία που έχουμε μπροστά μας δεν είναι εύκολη. Και πολλές φορές δεν μας είναι και αρεστή. Αλλιώς το φανταζόμασταν κι αλλιώς μας προέκυψε. Σίγουρα θα θέλαμε να φτάσουμε στο «ιδεατό» αποτέλεσμα πιο γρήγορα και χωρίς συμβιβασμούς. Δυστυχώς, η δύναμη των αντιπάλων μας παραμένει μεγάλη και, παρόλο που έχουμε την κυβέρνηση, απέχουμε αρκετά από το να έχουμε και την εξουσία. Ο ελληνικός λαός όμως από εμάς περιμένει να τα καταφέρουμε και γι’ αυτόν διεκδικήσαμε και πήραμε την κυβέρνηση και γι’ αυτόν πρέπει να φτάσουμε και στην εξουσία. Καμία αλλαγή δεν γίνεται ούτε από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε χωρίς κόπο. Το παν είναι να μην ξεχνάμε πού θέλουμε να φτάσουμε. Αν το ξεχάσουμε, θα γίνουμε κι εμείς απλοί διαχειριστές της εξουσίας και θα είναι θέμα χρόνου να παρουσιάσουμε τις ίδιες παθογένειες με τους προκατόχους μας.

* O Χρήστος Ν. Πετράκος είναι μέλος της Οργάνωσης Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης

Να αφιερώσουμε καριέρα και δεξιότητα στο κόμμα

Η οπτική γωνία αυτού που περιγράφει ένα γεγονός είναι μείον στην τελική εκτίμηση του ίδιου του γεγονότος. Όμως ας προσπαθήσουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Προσπαθώ να αναλύσω τα γεγονότα σύμφωνα με τη Μαρξιστική Διαλεκτική – τον Λενινισμό κάπου τον «έχασα», αλλά δεν τον ξέχασα.

Δεν ισχυρίζομαι, πια, πως έχω τις απαντήσεις για όλα τα προβλήματα που τίθενται καθημερινά. Προσπαθώ όμως να τα εξετάζω με τη ματιά όχι μόνο του αριστερού, αλλά και να δω ποιους και κατά πόσο συμφέρει η προτεινόμενη λύση.

Τίθεται όμως ένα ερώτημα: Διαμορφώνουμε άποψη κατόπιν εφαρμογής της ιδεολογίας μας ή αν τα αποτελέσματα βγουν αντίθετα με τα πιστεύω μας τόσο το χειρότερο για τα αποτελέσματα; Σαφώς και στηρίζω το πρώτο κομμάτι. Αν η δουλειά που κάνουμε ευνοεί το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας (άνεργοι, χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι, νέοι κ.λπ.), τότε κάνουμε καλή δουλειά.

Έχουμε, από την άλλη, φαινόμενα «παρεμβατικών διορθώσεων» μέσα σε πολυσύνθετα προβλήματα. Μπορεί η Αριστερά να διορθώνει όπως μπορεί τα πράγματα ή να εφαρμόσει πιο ριζοσπαστικές λύσεις;

Η μέχρι τώρα πορεία μας -ως κυβέρνηση- δεν είναι και η πιο λαμπρή. Οπισθοχωρήσαμε, συμβιβαστήκαμε, μέχρι και που υποκύψαμε. Σε ανώτερες και υπέρτερες δυνάμεις, ναι, σίγουρα όμως και ο δικός μας λόγος, που περίμενε η κοινωνία, έμεινε μισός και μετέωρος (παράδειγμα, στο σύμφωνο συμβίωσης δεν υπήρξε πρόβλεψη για γάμο ή υιοθεσία, αποτέλεσμα άλλων πιέσεων).

Κάθε άποψη γα την πρώτη διακυβέρνηση της χώρας από την Αριστερά είναι σεβαστή, ακόμη και η κακοπροαίρετη. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς μπορούμε να πετύχουμε από εδώ και στο εξής, και πώς θα τα καταφέρουμε. Είναι γνωστό «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» και η Αριστερά φημίζεται για τη σοφία της.

Θεωρώ ότι τα γενικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει στο μέλλον το κόμμα μας είναι απλωμένα σε δύο μέτωπα: α) κυβέρνηση, άσκηση εξουσίας και β) εσωκομματική λειτουργία

Ως προς το πρώτο θέμα: προσπαθούμε να επιβάλουμε αλλαγές σε ένα κράτος με εργαλεία και ανθρώπους παλαιάς κοπής. Δεν φτάνουν μόνο οι υπουργοί ή οι γενικοί γραμματείς. Πρέπει να δοθεί σήμα στην κοινωνία, το δικό μας στίγμα, όχι μόνο στην άσκηση της εξουσίας, αλλά και στην αποτελεσματικότητα της. (Οι αντιδράσεις για δήθεν εγκαθίδρυση «κομματικού» κράτους δείχνουν πως η πορεία είναι καλή αλλά αργή).

Το ασφυκτικό πλαίσιο στην οικονομία, οριζόμενο από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, δυσκολεύει την εφαρμογή μιας κοινωνικής πολιτικής που θέλουμε.

Απομένει σε μας να βρούμε ή να δημιουργήσουμε «διόδους». Η αντιμετώπιση της ανεργίας, η προστασία των μικροϊδιοκτητών και η κοινωνική συνοχή πρέπει να είναι το κέντρο της πολιτικής μας.

Άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, όχι ως απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής αλλά και ως φορέας έκφρασης νέων ιδεών, δημιουργίας πολιτικών θέσεων και στόχων και, γιατί όχι, και κριτικής στα τεκταινόμενα.

Προσανατολισμός: η κοινωνική αλλαγή και στο βάθος σοσιαλισμός. Δεν υποτιμώ τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν, όμως είναι επιτακτικό να ξέρουμε προς τα πού βαδίζουμε. Αλλιώς είναι εύκολο να χαθούμε σε αλλότριες ατραπούς.

Όσον αφορά τα εσωτερικά μας:

Στο συνέδριο θα πρέπει να επανακαθορίσουμε την ύπαρξή μας. Όλα δείχνουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε και θα μείνει. Δέχτηκε τεράστιες μάζες πολιτών οι οποίοι εναπόθεσαν σ’ αυτόν όνειρα και ελπίδες. Ας μην τους απογοητεύσουμε (χωρίς να σημαίνει πως αποδεχόμαστε κάθε τι).

Μας μπόλιασε ο νέος κόσμος που ήρθε μαζί μας με τον δικό του τρόπο σκέψης και έκφρασης, όπως τους μπολιάσαμε κι εμείς. Πλούτος είναι για το κόμμα και πρέπει αυτός ο κόσμος να δραστηριοποιηθεί αναλαμβάνοντας θέσεις και υποχρεώσεις και όχι να παραμείνει ψηφοφόρος και χειροκροτητής.

Τα μέλη των Συντονιστικών, της Γραμματείας κ.λπ., να υποχρεώνονται σε πλάνο εργασιών – δράσης, για το οποίο θα κρίνονται σε τακτά διαστήματα ή να υπάρξει πρόβλεψη για εκ περιτροπής θητεία των μελών ώστε όλοι να συμμετέχουν απ’ όλες τις θέσεις. Και επειδή η συμμετοχή είναι εθελοντική, να μην εκφυλιστεί η διαδικασία μετά από 2-3 φορές.

Παρόλο που το κόμμα είναι ζωντανός οργανισμός, μου φαίνεται αδιανόητο να υπάρχει διαδικασία αποβολής. Ζητήματα που μπορεί και να προκύψουν για «αντικαταστατικές» συμπεριφορές να αντιμετωπίζονται ανάλογα.

Εννοείται πως δεν υπάρχει ανοχή σε θέματα κοινού ποινικού δικαοίου και διαφθοράς.

Εν κατακλείδι, δεν είναι το κόμμα τόπος για να κάνει κάποιος καριέρα. Εμείς πρέπει να αφιερώσουμε καριέρα και δεξιότητες στο κόμμα.

* Ο Γιάννης Σκούρτης είναι μέλος της Οργάνωσης Μελών Β’ Πειραιά