Skip to main content

Συντάκτης: admin

Το κόμμα οφείλει να αποτελεί ηγεμονική δύναμη στη χώρα μας

Η έναρξη του διαλόγου εν όψει του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει στην επιφάνεια μία εσωτερική συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό ανάμεσα στα μέλη και τα στελέχη του κόμματος. Ποια είναι και ποια θα πρέπει να είναι η νέα σχέση που έχει προκύψει μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης, ο επαναπροσδιορισμός της πολιτικής του κόμματος αλλά και για τη συλλογική λειτουργία μεταξύ τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015, μέσα από μια διαδρομή πέντε ετών ουσιαστικών παρεμβάσεων στην κοινωνία που δοκιμαζόταν από τις πολιτικές της λιτότητας και των σκληρών Μνημονίων, δεν κρύφτηκε και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Σε μια περίοδο μάλιστα που στην Ευρώπη η οικονομική κρίση ξεπερνούσε τα όριά της και αποκαλύφθηκε η πολιτική κρίση, αλλά και η κρίση αξιών που επικαλυπτόταν. Η Αριστερά στη χώρα μας είχε το θάρρος να φύγει από το βόλεμα της εύκολης κριτικής, της διαμαρτυρίας και να αναλάβει πρωτοβουλίες και ευθύνες. Η ύπαρξη αυτής της Αριστεράς είναι απολύτως αναγκαία στον καιρό που ζούμε. Για να προασπίζεται τα δικαιώματα όλων των κοινωνικών ομάδων που σήκωσαν το βάρος της κρίσης, αλλά και να μετασχηματίζει σε κυβερνητικό επίπεδο την δύναμη που παίρνει από την κοινωνία. Η αλλαγή που επιδιώκουμε στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι μια εύκολη διαδικασία, αλλά μια επίπονη και μακρά προσπάθεια αλλαγής συσχετισμών, χτισίματος νέων συμμαχιών και διατήρησης των παλαιών, στρατηγικής. Δεν διστάσαμε όμως να αναλάβουμε αυτό το κόστος και την ευκαιρία να συγκροτήσουμε το αντιπαράδειγμα. Να αναδείξουμε το δίκιο και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού όπως και των λαών της Ευρώπης.

Σε αυτή τη διαδικασία μπαίνει και το κόμμα με την έναρξη του διαλόγου εν όψει του συνεδρίου. Είναι γεγονός πως το προηγούμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε πληγωμένος λόγω της φυγής στελεχών και της διάσπασης. Και αυτή δεν ήταν μια εύκολη διαδικασία, και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι. Βρισκόμαστε όμως όλοι και όλες μπροστά σε μια εξαιρετική συγκυρία. Ένα συνέδριο – καμπή, που μόνο ως προωθητική δύναμη πρέπει να λειτουργήσει. Το κόμμα οφείλει να αποτελεί ηγεμονική δύναμη στη χώρα μας. Δεν πρέπει να παρακολουθεί αλλά να δημιουργεί εξελίξεις. Και η πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση μπορούν να παίξουν αυτόν τον ουσιαστικό ρόλο. Ένα κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία και δημιουργικό, μαζικό αλλά και παρεμβατικό σε όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους. Που θα προασπίζεται τη συλλογικότητα και αποκλείει τους παραγοντισμούς και τους ατομικισμούς. Πλουραλιστικό και μαχητικό στους κοινωνικούς αγώνες και στην κοινωνία. Μα, πάνω απ’ όλα, ένα κόμμα που θα βαδίζει δίπλα και πλάι με την κυβέρνηση, θα τη στηρίζει αλλά και θα ασκεί κριτική εκεί που κρίνει πως πρέπει.

Και η νεολαία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την ουσιαστική παρέμβαση του κόμματος. Η ανασυγκρότηση της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την αρχή, οφείλουμε όμως να βοηθήσουμε όλοι σε αυτή την προσπάθεια. Δεν πρέπει να τη βλέπουμε ως μια προέκταση του κόμματος αλλά ως τη συνέχεια και την ελπίδα συνέχισης της μάχης.

 
* Ο Κ. Μπάρκας είναι βουλευτής Πρέβεζας ΣΥΡΙΖΑ

Ολοκλήρωση των εργασιών της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ με την υπερψήφιση της πρότασης της Επιτροπής Θέσεων. Όσον αφορά τις καταστατικές αλλαγές, θα τεθούν στον προσυνεδριακό διάλογο οι προτάσεις της Επιτροπής Καταστατικού και αυτές των μελών της Κ.Ε.

Τα προσυνεδριακά κείμενα θα δοθούν στη δημοσιότητα τις επόμενες μέρες.
Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα διεξαχθεί στα μέσα Οκτωβρίου.

26 Ιουνίου 2016

Απόφαση Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ

Συνεδρίαση Κ.E. του ΣΥΡΙΖΑ, 25 & 26 Ιουνίου 2016

Η διεξαγωγή του 2ου Συνεδρίου του αποτελεί το μεγάλο σταθμό για τον ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο διάστημα. Οι αποφάσεις του και η οργανωτική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διαμορφώσουν τους όρους ώστε η κοινωνία να αντιληφτεί το συνέδριο, όχι ως μια διαδικασία που αφορά στη διευθέτηση εσωτερικών εκκρεμοτήτων και άρα δεν θα την ενδιαφέρει, αλλά ως μια ανοιχτή διαδικασία με αριστερό και ριζοσπαστικό προσανατολισμό.
Ο ρόλος της κοινωνίας είναι καθοριστικός. Η ισχύς του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης πρέπει να βρίσκεται μέσα στην κοινωνία και στους δεσμούς με αυτήν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην πορεία προς το Συνέδριο πρέπει να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για μια νέα συνάντηση με τα κοινωνικά κινήματα στη βάση της διεκδίκησης και υπεράσπισης των αλλαγών που έχει ανάγκη η κοινωνία με στόχο την απασχόληση, την αναδιανομή των φορολογικών βαρών, την υπεράσπιση της εργασίας, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την επέκταση και τη δημιουργία δομών και θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης ώστε να καταφέρουμε την ανασυγκρότηση ενός νέου κοινωνικού κράτους δικαίου και αλληλέγγυου.
Είναι ανάγκη πλέον να μεταβούμε από τη γενική πολιτική εξαγγελία σε συγκεκριμένο οδικό χάρτη πολιτικών πρωτοβουλιών.
Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης μας παρέχει πολύτιμα συμπεράσματα για τις μάχες που έχουμε να δώσουμε από εδώ και πέρα. Είναι φανερό ότι οι εκβιασμοί θα συνεχιστούν από την πλευρά των δανειστών σε μια προσπάθεια να μετατοπιστεί αρνητικά το αρχικό πλαίσιο της συμφωνίας. Επίσης παραμένει ενεργός ο στόχος της ανατροπής της κυβέρνησης από τη μεριά των νεοφιλελεύθερων δυνάμεων εντός και εκτός της χώρας. Η νέα μεγάλη μάχη που έχει να δώσει η κυβέρνηση αφορά στην ουσιαστική επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η ανάκαμψη της Ελλάδας δεν μπορεί να στηριχτεί στη συντριβή των δυνάμεων της εργασίας, όπως οραματίζονται η ΝΔ και ο Μητσοτάκης, αλλά στην ουσιαστική προστασία τους και στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Η απόφαση για ένα δεσμευτικό οδικό χάρτη για την αναδιάρθρωση του χρέους αποτελεί το μεγαλύτερο κέρδος της ελληνικής πλευράς, που επιτρέπει την αισιοδοξία για αλλαγή σελίδας στην οικονομία και την κοινωνία. Αποφασίστηκε να επανεξεταστεί το ελληνικό χρέος από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς με τρόπο αντικειμενικό και δεσμευτικό, και ότι οι συνολικές δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ ετησίως, δηλαδή λιγότεροι πόροι για εξυπηρέτηση χρέους και περισσότεροι για κοινωνικό κράτος και ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή, δεν παραγνωρίζουμε τις υφεσιακές επιπτώσεις των νέων μέτρων και την προσπάθεια που πρέπει να γίνει ώστε να μειωθούν αυτές και να προστατευτούν οι αδύναμοι συμπολίτες μας. Το όραμα για μια δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να γίνει πραγματικότητα, παράλληλα με την υλοποίηση ενός παράλληλου προγράμματος που δεν εγκλωβίζει την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής στην υλοποίηση των δεσμεύσεων της συμφωνίας.
Η ανάλυσή μας θα είναι ελλιπής αν δεν συμπεριλάβει την οικονομική κρίση, αλλά και την πολιτική κρίση της Ε.Ε. που εκδηλώνεται σε πολλά και διαφορετικά πεδία ταυτόχρονα – το Προσφυγικό, το Brexit, οι κοινωνικές αντιδράσεις, η άνοδος της ακροδεξιάς – διαμορφώνοντας ένα ρευστό πολιτικό πεδίο, όπου η παρέμβαση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, των κοινωνικών κινημάτων και των ευρωπαϊκών λαών αποκτούν νέα χαρακτηριστικά και νέα σημασία.
Η ψήφος υπέρ του Brexit στις 23/6/2016 αποτελεί ισχυρό πλήγμα στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, όχι όμως έκπληξη. Αντίθετα, είναι απότοκος μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα με την έλευση και επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη και διεθνώς. Τη διαδικασία αυτή επιτάχυνε η κρίση των τελευταίων ετών και ο αυξανόμενος οικονομικός και πολιτικός αυταρχισμός της ευρωπαϊκής ηγεσίας κατά την αντιμετώπισή της.
Η απόφαση του βρετανικού λαού αντανακλά την διαρκώς αυξανόμενη αμφισβήτηση στους θεσμούς και στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κραυγαλέο έλλειμμα δημοκρατίας και η λήψη των αποφάσεων από τεχνοκρατικούς θεσμούς χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία, η κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος με την εμμονή στην εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και την απαξίωση της αλληλεγγύης τροφοδοτούν τον λαϊκιστικό εθνικισμό της ακροδεξιάς.
Για την Αριστερά, η εθνική αναδίπλωση δεν είναι η λύση. Αυτό που χρειάζονται οι ευρωπαϊκοί λαοί σήμερα είναι μια κοινωνικά δίκαιη και αλληλέγγυα Ευρώπη. Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, υπάρχει η ανάγκη ριζοσπαστικών αλλαγών στην αρχιτεκτονική και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να καταστεί περισσότερο δημοκρατική και κοινωνική.
Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία μιας μεγάλης προοδευτικής συμμαχίας, για να ξαναβρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση τις αξίες του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα και της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανοιχτών συνόρων. Οι αξίες αυτές μετουσιώνονται στο σεβασμό στη διαφορετικότητα, στην δικαιοσύνη και στην αλληλεγγύη. Επομένως ο ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, καλείται να αναλάβει την πρωτοβουλία της ενεργοποίησης των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων σε αυτή την κατεύθυνση.

Κόμμα

Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, δανειακών δεσμεύσεων, προσφυγικού προβλήματος και έχοντας απέναντι όλο το σύστημα διαπλοκής και τα πολιτικά κόμματα που τη στηρίζουν πρόκειται για μια πρωτόγνωρη πορεία για το ΣΥΡΙΖΑ όπου δεν υπάρχει διαμορφωμένο πρότυπο.
Το κόμμα όλη αυτή την περίοδο δεδομένης και της αποχώρησης στελεχών και μελών του έπρεπε:
– Να συγκροτηθεί σε όλα τα επίπεδα (Ν.Ε. – Ο.Μ. – Τμήματα). Ήταν μια δύσκολη και πρωτόγνωρη προσπάθεια γιατί η αποδυνάμωση του σε στελεχικό δυναμικό ήταν διπλή (κυβέρνηση – αποχώρηση).
– Να στηρίξει τις πολιτικές επιλογές μέσα στην κοινωνία.
– Να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες και να αρθρώσει πολιτικό λόγο για ζητήματα πέραν των κυβερνητικών επιλογών.
– Να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.
– Να βοηθήσει και να παρέμβει με θετικό τρόπο στη διαμόρφωση των κυβερνητικών πρωτοβουλιών.
Η προσπάθεια αυτή που έγινε μέχρι σήμερα έχει θετικό πρόσημο.
Στηρίχτηκε στη συλλογική λειτουργία και στήριξη του κοινού πολιτικού σχεδίου. Καλύφθηκε με αυτό τον τρόπο η αποχώρηση μέρους στελεχών και μελών του κόμματος που όμως λειτουργώντας ως κόμμα μέσα στο κόμμα με διαφορετικό πολιτικό σχέδιο διαμόρφωναν παραλυτικές καταστάσεις στη λειτουργία του κόμματος.
Τα τμήματα του κόμματος μετά την ανασυγκρότηση τους από τον τρόπο λειτουργίας τους διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο από θετικά και αρνητικά στοιχεία που πρέπει ν’ αξιοποιηθούν στη πορεία προς το Συνέδριο.
Όπου υπήρξε συλλογική λειτουργία τμήματος – ΕΠΕΚΕ – κυβέρνησης το αποτέλεσμα ήταν θετικό στην επεξεργασία των θέσεων. Επίσης πολλές φορές τα τμήματα με τη συμβολή τους κατάφεραν να τροφοδοτήσουν την κυβέρνηση με προτάσεις που έδιναν λύσεις σε προβλήματα που δημιουργούντο.
Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν εύκολη ούτε δεδομένη. Χρειάστηκε υπομονή και επιμονή, ώστε να διαμορφωθεί συλλογικός τρόπος λειτουργίας.
Αναδείχτηκαν βέβαια και προβλήματα. α) που έχουν να κάνουν με τον τρόπο συγκρότησης των Τμημάτων από τις καταστατικές προβλέψεις. β) Την αμφισβήτηση της συλλογικής λειτουργίας τμημάτων – ΕΠΕΚΕ – Κυβέρνησης.
γ) την αδυναμία να καταφέρουν να διαμορφώσουν την δική τους θεωρητική επεξεργασία και πολιτική πρόταση που θα ήταν οι παράλληλες δράσεις κόμματος και κυβέρνησης.
Το κόμμα την επόμενη περίοδο και μετά το Συνέδριο οφείλει τα αιτήματα και τα μηνύματα που προκύπτουν από την κοινωνία και τα κινήματα να τα επεξεργάζεται, ώστε να καταθέσει ένα συνολικό πρόγραμμα που δεν θα ταυτίζεται με αυτό της κυβέρνησης και θα δίνει όραμα και προοπτική στην προσπάθεια μας για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Τα μέλη του κόμματος όλη αυτή την περίοδο παρά τα θετικά στοιχεία της δράσης του κόμματος βρέθηκαν σε στιγμές παθητικής αμηχανίας, εξαιτίας των επιπτώσεων των λειτουργικών αδυναμιών του κόμματος γρήγορα και με επάρκεια να εξηγήσει την επιλογή του αναγκαστικού συμβιβασμού, της συστηματικής καταστροφικής προπαγάνδας από τα συστημικά ΜΜΕ, της έλλειψης επικοινωνιακής στρατηγικής για την ανάδειξη όλων των θετικών μέτρων που πήρε η κυβέρνηση για την προστασία όσων κοινωνικών στρωμάτων είχαν πληγεί περισσότερο από τις πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων καθώς και από την ανεπαρκή παρουσία ορισμένων στελεχών στα ΜΜΕ.
Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και οι οργανώσεις του όχι βέβαια πάντα με την ίδια επάρκεια, κινητοποιήθηκαν, απευθύνθηκαν στον κόσμο, μέσα από συγκεντρώσεις και περιοδείες ακόμα και κατά τη διάρκεια των κοινωνικών κινητοποιήσεων.
Η προσπάθεια που έγινε με σχέδιο από τις δυνάμεις που θα ήθελαν το ΣΥΡΙΖΑ αριστερή παρένθεση, αλλά πολλές φορές και από κόμματα της Αριστεράς να μην γίνουν εκδηλώσεις του έπεσαν στο κενό και εκτέθηκαν οι εμπνευστές τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και παραμένει η δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς που με ειλικρίνεια απευθύνεται στην κοινωνία και μαζί της δεν θα επιτρέψει να αναβιώσει το παλιό, σάπιο και διεφθαρμένο οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Σημαντική ήταν η συμβολή του κόμματος την περίοδο που συζητείτο το ασφαλιστικό στη συλλογική προσπάθεια που έγινε με το Υπουργείο για τη διαμόρφωση της πρότασης για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.
Το κόμμα μας και η Νεολαία βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στη μάχη για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης προσπαθώντας να εμπνεύσουν για συμμετοχή όλη την κοινωνία που συμμερίζεται τις αξίες της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, της ειρήνης και της δημοκρατίας. Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι του κόμματος και της Νεολαίας που συμμετέχουν στον αγώνα αυτό κράτησαν ψηλά τη σημαία της Αριστεράς της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, συχνά δεχόμενοι ανοίκειες επιθέσεις και πυρά από απροσδόκητους «αντιπάλους».
Η πολιτική πλειοψηφία και ηγεσία της ΕΕ φέρει ακέραια την ευθύνη για την απουσία μιας γνήσιας, προοδευτικής ευρωπαϊκής πολιτικής αλληλεγγύης και συνευθύνης, έχοντας επιτρέψει σε μια σειρά από ακραία συντηρητικές κυβερνήσεις, και εθνικιστικές δυνάμεις να καταπατούν κάθε έννοια διεθνών συνθηκών και ευρωπαϊκών συμφωνιών.
Έχουμε, ασφαλώς, επίγνωση, τόσο των συσχετισμών δυνάμεων στο πλαίσιο της Ε.Ε., όσο και των πολλαπλών πιέσεων που δέχεται η χώρα μας και η κυβέρνηση, ως προς τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.
Το αποτύπωμα αυτών των δυσμενών συσχετισμών δύναμης είναι, άλλωστε, ευκρινές στην πρόσφατη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας της οποίας η εφαρμογή συναντά δυσκολίες λόγω της άρνησης κρατών μελών της Ε.Ε. να αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί στην μετεγκατάσταση προσφύγων.
Κομβικό ζήτημα για εμάς παραμένει η δυνατότητα μιας ενιαίας αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης και της οργανωμένης επανεγκατάστασης προσφύγων από την Τουρκία και παράλληλα η μετεγκατάσταση τους από την Ελλάδα σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.
Προκειμένου να γίνει αυτό κατορθωτό χρειάζεται να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δικαιώματα των προσφύγων όπως αυτά προβλέπονται από τις διεθνείς συμβάσεις τη συνθήκη της Γενεύης και το προσφυγικό δίκαιο.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον ο ΣΥΡΙΖΑ, ασπαζόμενος τις εύλογες ανησυχίες της κοινωνίας των πολιτών, θα συνεχίσει να υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο και να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη λογική της Ευρώπης φρούριο.
Η προσφυγική κρίση δεν τελείωσε. Μεγάλος αριθμός προσφύγων θα παραμείνει στη χώρα μας. Οι υπηρεσίες που παρέχουν, το κράτος και οι εθελοντές για τη διατροφή, την υγεία, τον πολιτισμό και ιδιαίτερα τη φροντίδα των παιδιών πρέπει να ενισχυθεί και να γίνει πιο αποτελεσματικός.

Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ

Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με τη συμφωνία του Αυγούστου επηρέασε αρνητικά τη νεολαία. Μετά τη διάσπαση και τη διάλυση των Οργάνων της πραγματοποιήθηκε η 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη και προχώρησε η οργανωτική και πολιτική ανασυγκρότηση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η οργάνωση Νεολαίας κατάφερε να επανασυστήσει τον οργανωτικό της ιστό, να ξεκινήσει τα πρώτα βήματα παρέμβασής της στους χώρους νεολαίας, σε σχολεία, ΑΕΙ και γειτονιές, εξέδωσε το περιοδικό της, οργάνωσε νέα μέλη και είχε παρέμβαση στα κέντρα φιλοξενίας και στις δράσεις αλληλεγγύης για τους πρόσφυγές. Το πρόσφατο μαθητικό Φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού μαθητών και ανέδειξε ότι η σχέση με τα πραγματικά προβλήματα και τις αγωνίες που έχει η νέα γενιά είναι αυτή που σφυρηλατεί δεσμούς, διαμορφώνει όρους συλλογικού αγώνα και οραματικής προοπτικής. Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει πως τους τελευταίους μήνες η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Το κάμπινγκ της Νεολαίας και η εγκατάστασή της στα νέα γραφεία που φιλοδοξεί να αποτελέσουν στέκι της νέας γενιάς είναι τα βήματα της νέας περιόδου στην κατεύθυνση της συγκρότησης μιας μαζικής και παρεμβατικής Νεολαίας.

ΑΙΧΜΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Εργασιακά

Η Ελλάδα δε χρειάζεται περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, χρειάζεται υποστήριξη και προστασία της εργασίας και αναβάθμιση του πλαισίου, ώστε να γίνει εργασιακά μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.
Ζητούμενο παραμένει η ανατροπή της σημερινής εικόνας απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η καταπολέμηση της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας (μαύρη – ανασφάλιστη εργασία) έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Οφείλουμε από τώρα να πάρουμε μια σειρά από πολιτικά και οργανωτικά μέτρα που θα μας επιτρέψουν να δώσουμε την μάχη των εργασιακών με την μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική συσπείρωση. Χρειαζόμαστε τόσο την συνολική τεκμηρίωση της πολιτικής μας πρότασης όσο και μια σειρά από πολύμορφες δημόσιες πρωτοβουλίες που οφείλουν να απασχολήσουν το σύνολο των οργανώσεων του κόμματος. Κρίνεται απαραίτητη ειδική συνεδρίαση της πολιτικής γραμματείας για τη διαμόρφωση της πρότασής μας και του οργανωτικού γραφείου για τον περαιτέρω σχεδιασμό των δράσεων μας. Σε αυτή τη μάχη κινητοποίηση των εργαζομένων αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο της προσπάθειας επαναθεμελίωσης βασικών εργασιακών δικαιωμάτων. Οφείλουμε να κάνουμε ξεκάθαρο ότι όχι μόνο καλωσορίζαμε κινητοποιήσεις των εργαζομένων απέναντι στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις θεσμών και εργοδοσίας, αλλά θα δώσουμε το σύνολο των δυνάμεων μας για την επιτυχή έκβαση τους.

Κοινωνική και αλληλέγγυα Οικονομία

Η κοινωνική και αλληλεγγύη οικονομία αποτελεί βασικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας και αντιμετωπίζει παράλληλα το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της νεολαίας σήμερα, την ανεργία, εισάγοντας ταυτόχρονα τη δημοκρατία στην οργάνωση της παραγωγής επιδρώντας με τον τρόπο αυτό και στην οργάνωση της ίδιας της κοινωνίας.
Το μοντέλο της οικονομικής διακυβέρνησης μέχρι σήμερα στηρίζεται στο δημόσιο και ιδιωτικό πυλώνα. Η κοινωνική οικονομία, ενώ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες συνεισφέρει κατά μέσο όρο 22% στο ΑΕΠ στην Ελλάδα συνεισφέρει περίπου 2%.
Πρέπει να υπάρξει θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης ώστε η κοινωνική οικονομία να είναι προτεραιότητα στην παραγωγική διαδικασία. Σήμερα είναι διάσπαρτες αρμοδιότητες σε πολλά υπουργεία. Προτείνεται να δημιουργηθεί δομή στη κυβέρνηση που θα τα αναλάβει όλα.
Κόμμα και κυβέρνηση από κοινού πρέπει να βοηθήσουν στην ενεργοποίηση της κοινωνίας με ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στο πεδίο.

TTIP

Ο ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη περίοδο και με όριο τον Οκτώβρη πρέπει να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ισχυρού κινήματος πίεσης ενάντια στην TTIP. Πρέπει ν’ ανοίξει η συζήτηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο για όλες τις πτυχές που μέχρι σήμερα συζητούνται χωρίς κανείς να γνωρίζει. Πρόκειται για μια συμφωνία που θα σφραγίσει τα επόμενα χρόνια και συνιστά απειλή για τη δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο και πλήττει καίρια την ελευθερία λήψης αποφάσεων όταν αυτή λειτουργεί ως εμπόδιο στην κερδοφορία μεγάλων επιχειρήσεων.

Θεσμικά – Συνταγματική αναθεώρηση και εκλογικός νόμος

Η χρεοκοπία της χώρας το 2010 και η εισαγωγή της σε καθεστώς στενής οικονομικής επιτροπείας με όλες τις καταστροφικές για την ελληνική κοινωνία συνέπειες δεν ήταν απλά το αποτέλεσμα μιας εκτόξευσης των ελλειμμάτων. Το ζήτημα δεν ήταν και δεν είναι μόνο ότι το χρέος έγινε απολύτως μη διαχειρίσιμο. Ήταν και εξακολουθεί να είναι μια βαθιά δομική κρίση πλαισίου αρχών και αξιών, που αντανακλά σε όλες της πτυχές της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής οργάνωσης της χώρας.
Όλες οι πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής καθημερινότητας διαβρώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από έναν νεοσυντηρητισμό, είναι επομένως σαφές ότι δεν είναι μόνο στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής που απαιτούνται προοδευτικές αλλαγές.
Η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης αποτελεί το πρώτο δείγμα γραφής. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αφήσει αποτύπωμα διεκδίκησης μεγάλων αλλαγών στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα, στους θεσμούς, γιατί δεν θέλουμε να γίνουμε κομμάτι του παλιού. Είναι ανάγκη να περιγράψουμε το καινούριο που πρέπει να έρθει, έχοντας αποσαφηνίσει το πως έχει μέχρι σήμερα επιδράσει η οικονομική κρίση στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα.
Η χώρα έχει ανάγκη από βαθιές δημοκρατικές τομές. Ο εκδημοκρατισμός του πολιτικού συστήματος, η ουσιαστική κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας, η επανεκκίνηση του ελληνικού κράτους δημιουργούν το πλαίσιο για μια νέα μεταπολίτευση. Προς την κατεύθυνση αυτή, η Κ.Ε. προτείνει: α) την αλλαγή του εκλογικού νόμου με την καθιέρωση συστήματος απλής αναλογικής, που θα διασφαλίζει την ελεύθερη και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής βούλησης, β) το άνοιγμα μιας πλατιάς διαδικασίας διαλόγου για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, με στόχο ένα νέο Σύνταγμα και με ορίζοντα το 2021.
Αν αυτό που καλείται να κάνει από εδώ και πέρα με μεγάλη έμφαση η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων και των παθογενειών που ταλαιπωρούν την καθημερινότητα του πολίτη, δουλειά του κόμματος, δική μας υπόθεση είναι να αφουγκραστούμε την κοινωνία να συνεχίσουμε και να εντείνουμε την επαφή μαζί της.
Είναι ήδη σε εξέλιξη πανελλαδική εξόρμηση του κόμματος με συγκεντρώσεις και συναντήσεις με φορείς, η οποία και θα ενταθεί το επόμενο διάστημα στο δρόμο για το Συνέδριο, με στόχο τη μεγαλύτερη απεύθυνση και γείωση του στην κοινωνία.
Καλούμαστε να βρούμε τον ουσιαστικό δρόμο συμπόρευσης με τους πολίτες εκείνους τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπούμε, τους νέους, τα λαϊκά στρώματα, τους ανέργους, τους ενεργούς πολίτες.
Οφείλουμε λοιπόν να αναλάβουμε στην πορεία προς το Συνέδριο την πρωτοβουλία και να θέσουμε στόχο τη συγκρότηση του αριστερού πόλου που θα φέρει τη δημοκρατική εμβάθυνση, την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, τη ρήξη με τις παθογένειες και τη θεμελίωση των δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Στην πορεία προς το Συνέδριο που τυπικά ξεκινά με την απόφαση της Κ.Ε. και στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου προτείνεται να προχωρήσουμε:
1. Στη δημιουργία Επιτροπής στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ με συμμετοχή από το χώρο της εργασίας, των ανέργων, της αυτοδιοίκησης, του πολιτισμού, των επιμελητηρίων.
2. Επιτροπών στήριξης σε επίπεδο Νομού.
3. Επιτροπών Στήριξης θεματικού χαρακτήρα. π.χ. μικρομεσαίοι, αγρότες, εργάτες κ.λ.π.
4. Χρήση διαδικτυακής πλατφόρμας εγγραφής νέων μελών.
5. Η παρουσίαση των θέσεων του κόμματος να γίνεται σε ανοιχτές συνελεύσεις των οργανώσεων.
6. Να πραγματοποιηθούν 13 αναπτυξιακά συνέδρια.
Σ’ αυτά τα συνέδρια να κατατεθεί από την κυβέρνηση, σε συνεργασία με το κόμμα η πρόταση μας για την ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

26 Ιουνίου 2016

Στο επίκεντρο της δράσης μας πρέπει να είναι η ανασύνταξη του λαϊκού κινήματος

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να λύσει μια προγραμματική αντίφαση. Η κυβέρνηση της οποίας ηγείται έχει αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα που είναι αντίθετο με τις δικές του προγραμματικές αρχές και την ιδεολογία του. Το ότι αυτό το πρόγραμμα είναι αποτέλεσμα εκβιασμού δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το κόμμα, λοιπόν, είναι υποχρεωμένο να αναθεωρήσει το πρόγραμμά του: να ενσωματώσει σε αυτό τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση, να σχεδιάσει, με τους περιορισμούς αυτών των υποχρεώσεων, την παραγωγική, κοινωνική και οικολογική ανόρθωση της Ελλάδας και να εμφυτεύσει σε αυτή τη διαδικασία όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από τις δικές του επιδιώξεις, ώστε να κρατήσει ανοιχτή την προοπτική του μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας που προγραμματίζει.

Φυσικά, δεν αρκούν αποφάσεις και θέσεις. Για να γίνουν αυτά χρειάζεται κινητοποίηση πολύ μεγάλων δυνάμεων σε μια κοινωνία, στην οποία, με τις αντιστάσεις της πενταετίας, με τις εκλογικές αναμετρήσεις και το δημοψήφισμα, οι λαϊκές τάξεις εισήλθαν ορμητικά στο προσκήνιο, αλλά έχουν διαλυθεί σε μεγάλο βαθμό οι δομές και τα δίκτυα που συνείχαν αυτόν τον κόσμο και, με την αναδίπλωση του καλοκαιριού, έχει επικρατήσει ένα φρόνημα αναμονής – στην καλύτερη περίπτωση. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα κόμμα που θα έχει στο επίκεντρο της προσοχής και της δράσης του την ανασύνταξη του λαϊκού κινήματος – των εργατικών συνδικάτων, των οικολογικών και των φεμινιστικών κινήσεων, της νεολαίας.

Πρόκειται για τιτάνια προσπάθεια που δεν θα εξαντληθεί με το συνέδριο του φθινοπώρου. Το συνέδριο όμως, με την εκλογή της νέας ηγεσίας και τις άλλες αποφάσεις για την ανάταξη του κόμματος, αλλά και τις προγραμματικές θέσεις που θα ψηφίσει, μπορεί να αναδιατάξει τις δυνάμεις του κόμματος σε μία ορισμένη κατεύθυνση, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν το ταχύτερο σε αυτή την πρώτη πρόκληση.

Και με αυτό διαγράφεται η δεύτερη πρόκληση. Η ηγεσία του κόμματος την προηγούμενη περίοδο δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων. Χρειάζονται, λοιπόν, αποφάσεις για τα πρόσωπα, για την κατεύθυνση της δράσης του κόμματος και για τους μηχανισμούς ελέγχου της εφαρμογής αυτών των αποφάσεων – αναφέρω χαρακτηριστικά ότι δεν έχουμε συνηθίσει στη διαδικασία της προσωπικής και συλλογικής λογοδοσίας και της ανάληψης ευθυνών, ότι στην ανάδειξη στελεχών είχε επικρατήσει το καθεστώς των επετηρίδων και των ποσοστώσεων, ότι η ελεύθερη συζήτηση σε όλα τα επίπεδα, την Κεντρική Επιτροπή και την Πολιτική Γραμματεία, τα ενδιάμεσα όργανα και τις Οργανώσεις Μελών συνήθως δεν καταλήγει σε συνθετικές και προπάντων δεσμευτικές, εννοώ και ατομικά δεσμευτικές, αποφάσεις. Κυρίως, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να κάνει τις δικές του υποθέσεις δημόσιες, αντικείμενο ενδιαφέροντος και συζήτησης των λαϊκών ανθρώπων – γιατί ποιος άλλος θα δώσει τις απαντήσεις που χρειαζόμαστε;

Η τρίτη πρόκληση έχει να κάνει με τον συλλογικό χαρακτήρα του κόμματος. Η αστική κοινωνία λειτουργεί με την αρχή του ηγέτη. Στο πολιτικό επίπεδο το Σύνταγμα και η λειτουργία της κυβέρνησης, ο κανονισμός της Βουλής, ο τρόπος ανάδειξης των αυτοδιοικητικών αρχών αναπαράγουν διαρκώς αυτό το πρότυπο και το μεταφέρουν και στο ίδιο το κόμμα μας. Χρειάζονται, λοιπόν, τα αντίμετρα εκείνα που θα εξασφαλίσουν ότι η ηγεσία του κόμματος είναι συλλογική, αποφασίζει και πράττει συλλογικά και διαφανώς. Τα ανομιμοποίητα κέντρα εξουσίας στο κόμμα απογοητεύουν τα μέλη μας, παραλύουν τις δομές μας και καταλήγουν συχνά σε αποφάσεις και ενέργειες αναποτελεσματικές και επιβλαβείς.

Την κυριαρχία του συλλογικού επί του ατομικού, τη δική μας αρχή, χρειάζεται να τη μεταφέρουμε στη συγκρότηση του κράτους. Μακριά από εμάς η αντίληψη του ισχυρού ηγέτη, του παντοδύναμου πρωθυπουργού, του «λαοπρόβλητου» Προέδρου της Δημοκρατίας, του ισχυρού περιφερειάρχη, του καπάτσου δημάρχου και ψευδονομιμοποιητικών δημοψηφισμάτων. Το Κοινοβούλιο, τα αιρετά συλλογικά όργανα, θεσμοί άμεσης δημοκρατίας με τους οποίους οι πολίτες θα μπορούν να συμμετέχουν, να ελέγχουν, να προτείνουν, ώστε η δημοκρατία να γίνει τρόπος ζωής, που λέει ένας σύντροφος – αυτός είναι ο τρόπος της Αριστεράς και, αν καταφέρουμε κάτι από αυτά, θα έχουμε βάλει, έστω λίγο, τη δική μας σφραγίδα.

 
* Ο Θεόδωρος Παρασκευόπουλος είναι μέλος της Επιτροπής Θέσεων

Να εδραιώσουμε την κουλτούρα της ουσιαστικής ισότητας των φύλων

Το επικείμενο συνέδριο είναι κρίσιμο και καθοριστικό για τη μελλοντική πορεία του κόμματός μας ειδικότερα και για την Αριστερά ευρύτερα. Πρέπει να φύγουμε από αυτό χωρίς αμφιβολίες και ταλαντεύσεις, έχοντας θεραπεύσει ελλείμματα και ατολμίες του προηγούμενου, λαμβάνοντας πολύ σοβαρά υπόψη την τραυματική εμπειρία του τρόπου που λειτούργησαν, αποχωρώντας τελικά, πολλές/οί συντρόφισσες και σύντροφοί μας. Η επόμενη ημέρα επιβάλλεται να μας βρει σίγουρες/ους πως βαδίζουμε προς τον «κόσμο του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία», βέβαιες και βέβαιους πως ο σοσιαλισμός που προσδοκάμε και για τον οποίο παλεύουμε δεν θα είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις Θέσεις (σελ. 4), ένα είδος «εξωραϊσμού του καπιταλισμού». Ο δρόμος που στο εξής θα ακολουθήσουμε θα πρέπει να επιδιώκει σταθερά το πολυπόθητο πρόγραμμα κοινωνικής και πολιτικής ανατροπής, από το οποίο δεν παραιτούμαστε και το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χαρίζει σε κανέναν και καμία.

Δεν πιστεύω πως μια τέτοια προοπτική μπορεί να θεωρηθεί ουτοπική, παρά το γκρίζο, συσκοτισμένο περιβάλλον της αγοραίας αγοράς, των εκβιασμών και των Μνημονίων εντός του οποίου υπάρχουμε και δρούμε. Όσο γκρίζο κι αν μας περιβάλλει τη συγκεκριμένη στιγμή, είναι απαραίτητες εκείνες οι προσεκτικά σχεδιασμένες και συντονισμένες ενέργειες που θα οδηγήσουν στο άνοιγμα του γκρίζου κι αυτό απαιτεί παρεμβάσεις από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ νομοθετικού και πρακτικού χαρακτήρα. Χρειαζόμαστε το ολοκληρωμένο παράλληλο πρόγραμμα που θα απαλύνει τις συνέπειες των αναγκαστικών επιλογών μας στις εργαζόμενες και στους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα, γνωρίζοντας πως οι εκβιασμοί και ο παραλογισμός των απαιτήσεων των δανειστών δεν πρόκειται να σταματήσουν, όπως και η επιδίωξη της «αριστερής παρένθεσης», άλλωστε, για την οποία συνεχίζουν να εργάζονται διάφοροι κύκλοι στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας μας.

Ο πόλεμος παραμένει και στην προοπτική της σύγκρουσης που οξύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να επαναβεβαιώσει τη στήριξή του από τις ταξικές εκείνες δυνάμεις που του έδωσαν τις διαδοχικές του νίκες και σήμερα τον ατενίζουν με σκεπτικισμό και απογοήτευση. Κι εδώ είναι ιδιαίτερα σοβαρός ο ρόλος του κόμματος, των ΟΜ και των λοιπών οργάνων, τα οποία μάλιστα καλό είναι να πάψουν να χαρακτηρίζονται με κατασκευές του τύπου «βουλευόμενα» ή μη, οι οποίες οδηγούν σε αποκλεισμούς και νομιμοποιούν συχνά αντιδημοκρατικές εσωκομματικές πρακτικές. Όλες οι δομές του ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν, έχουν υποχρέωση, να βουλεύονται, να αποφασίζουν για όσα τις αφορούν και να δρουν ανάλογα, διαμορφώνοντας συνθήκες διευρυμένης δημοκρατίας.

Ολοκληρώνοντας τη σκέψη μου, επιτρέψτε μου μιαν επισήμανση: Με την ευκαιρία του συνεδρίου και του διαλόγου που θα προηγηθεί, είναι σκόπιμο να αναστοχαστούμε και να μπούμε σε διαδικασία υπέρβασης επιτέλους των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων που συνδέονται με τα φύλα, τις ταυτότητες φύλου και τη σεξουαλικότητα, των οποίων ως κόμμα και ως άτομα είμαστε φορείς, και των συναφών αποκλεισμών που λειτούργησαν εκούσια-ακούσια στο κόμμα και την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή που προσδοκούμε και ο κοινωνικός μετασχηματισμός που προτάσσουμε, αλλά, κυρίως, ο αγώνας που επιβάλλεται για την επίτευξή τους κάνει αναγκαία την ισόρροπη συμμετοχή των γυναικών και των ανδρών και την εδραίωση εκείνης της κουλτούρας της ουσιαστικής ισότητας που θα αποτυπώνεται στη σύνθεση των οργάνων του κόμματος και της κυβέρνησης, καθώς και στον λόγο που εκφέρεται στο πλαίσιό τους και στον οποίο τα φύλα πρέπει να είναι ορατά και ισόρροπα.

*Η Μαρία Γκασούκα είναι μέλος της Επιτροπής Θέσεων

Μένουμε σταθεροί στις αξίες της Αριστεράς, υπερβαίνουμε στερεότυπα και αγκυλώσεις

Ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός -και μάλιστα στρατηγικός- της πολιτικής του κόμματος, καθώς και η αναβάθμιση της συλλογικής λειτουργίας του κόμματος, της κυβέρνησης και της σχέσης κόμματος – κυβέρνησης εδράζονται στον απολογισμό της συνολικής μας δράσης -πολιτικής, κομματικής και κυβερνητικής- τα προηγούμενα χρόνια έως σήμερα.

Από τον απολογισμό ξεχωρίζω την απάντηση που δώσαμε ως κόμμα και ως κυβέρνηση στο εκβιαστικό δίλημμα των δανειστών: ή έξοδος από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ή αποδοχή μιας συμφωνίας προβληματικής που περιείχε πολλές αρνητικές για τη χώρα και τον λαό μας δεσμεύσεις.

Η απάντησή μας, με την οποία συμφωνώ πλήρως, συμπυκνώνει μια ουσιαστική αυτοκριτική αποτίμηση των πρώτων μηνών μας στην κυβέρνηση, μια ψύχραιμη ανάλυση του συσχετισμού και των περιθωρίων μας, την άρνησή μας να μπούμε στη λογική «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» ως προς την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών, τη σοβαρή συνεκτίμηση των εθνικών κινδύνων από μια έξοδό μας από Ευρωζώνη και Ε.Ε. στις παρούσες συνθήκες.

Αφού υπογράψαμε τη συμφωνία, οδηγήσαμε τη χώρα σε εκλογές εξηγώντας στον λαό τη στάση μας και το πώς σκοπεύουμε να υλοποιήσουμε τη συμφωνία.

Το αποτέλεσμα, νίκη του ΣΥΡΙΖΑ με διαφορά 7,5 μονάδες, αναμφισβήτητα δικαίωσε την απόφασή μας.

Στον απολογισμό εντάσσεται και μια απάντηση σε μια κριτική που μας γίνεται «από τα αριστερά». Ότι τα δώσαμε όλα στους δανειστές, ότι εφαρμόζουμε μια νεοφιλελεύθερη πολιτική κ.λπ. κ.λπ. Θα ήθελα να υποβάλω μια απλή, καλοπροαίρετη ερώτηση στους επικριτές μας αυτούς.

Αν είναι όπως τα λένε, τότε γιατί όλο το σύστημα, μέσα και έξω από τη χώρα, μας πολεμάει τόσο λυσσασμένα; Δεν τους προβληματίζει, αλήθεια, αυτό;

Η προοπτική μας για το «αύριο» περιλαμβάνει βασικά δύο πυλώνες.

Για τον πρώτο πυλώνα, τον στρατηγικό επαναπροσδιορισμό της πολιτικής μας, οφείλουμε να συνεκτιμήσουμε ισχυρά ότι τα πράγματα έχουν ριζικά αλλάξει συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες. Η απαραίτητη προσαρμογή μας δεν συνιστά υποχώρηση ή ρεφορμιστική ενσωμάτωση, συνιστά αδήριτη ανάγκη, αν θέλουμε να υπηρετήσουμε τη χώρα μας και τον λαό μας.

Μένουμε σταθεροί στις αξίες της Αριστεράς, την ισότητα και την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, την αλληλεγγύη και την ειρήνη.

Υπερβαίνουμε στερεότυπα και αγκυλώσεις του παρελθόντος, ανέξοδους μαξιμαλισμούς και καταστροφολογικές -εντελώς ηττοπαθείς- προβλέψεις. Προσγειώνουμε το σοσιαλιστικό μας «όραμα». Ανακαλύπτουμε ξανά την ουσία της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων. Δίνουμε σύγχρονο αριστερό περιεχόμενο στην ανάπτυξη, στον οικονομικό ανταγωνισμό, στην παραγωγικότητα, στην έννοια του κέρδους, στη σχέση δημόσιου – ιδιωτικού, στο επιχειρείν, αλλά και στη σχέση πατριωτισμού – διεθνισμού κ.λπ.

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την ανασυγκρότηση του κόμματος. Ιδιαίτερες πλευρές της σύνθετης και πολυεπίπεδης αυτής διαδικασίας είναι:

* Η αντιστοίχηση του κόμματος, από άποψη μαζικότητας, με την πολιτική του επιρροή. Να εντάξουμε στις γραμμές μας πολίτες με διαφορετικές προελεύσεις και πολιτικές διαδρομές, με βασικό κριτήριο το ήθος και τη διάθεση για προσφορά.

* Η ικανότητα των μελών του κόμματος να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της διακυβέρνησης της χώρας στην παρούσα πολύ δύσκολη συγκυρία.

* Ο προσανατολισμός του κόμματος στη συγκρότηση των πιο πλατιών κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών για τη συγκρότηση μιας μεγάλης, ηγεμονικής, δημοκρατικής, αριστερής – προοδευτικής συμπαράταξης.

* Η δημιουργία, τέλος, ενός δημοκρατικού κόμματος ισότιμων μελών.

* Ο Γιάννης Μπαλάφας είναι μέλος της Επιτροπής Θέσεων

Στρατηγική μας πρέπει να είναι η συνεχής εμβάθυνση, διεύρυνση και ενοποίηση της Ευρώπης των λαών

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει τη ριζοσπαστική, δημοκρατική, οικολογική, ανανεωτική και διαρκώς ανανεούμενη Αριστερά και στο συνέδριο πρέπει να επιβεβαιώσει ότι “ήρθε για να μείνει” ώστε να αποτελεί την ηγεμονική δύναμη του αριστερού – προοδευτικού πόλου στη χώρα μας και κρίσιμο καταλύτη θετικών εξελίξεων στην Ευρώπη. Μέσα από μια συνεχή πορεία για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, διεκδικώντας και αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση, με αυτοπεποίθηση για το δίκαιο του αγώνα, αλλά και επίγνωση των γενικότερων συσχετισμών και κινδύνων.

Στόχος μας είναι η εμβάθυνση και διεύρυνση της δημοκρατίας μέσω ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής και σε αυτό θα συμβάλει θετικά η συζήτηση για θεσμικά ζητήματα που ανοίγει με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση.

Το κόμμα πρέπει να έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση και πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες που θα υποστηρίζουν αυτή την προοπτική. Με θεσμοθέτηση ψηφοφοριών των μελών για στρατηγικές επιλογές του κόμματος όπως οι εκλογικές συμμαχίες, θεματικές επιτροπές και συνεχή επεξεργασία θέσεων σε αμφίδρομη σχέση με την κυβέρνηση, περιφερειακή δικτύωση, προσέγγιση νέων και διαμόρφωση όρων ανοίγματος σε αυτούς που μας ψήφισαν πάνω στην ατζέντα των θεσμικών αλλαγών κ.λπ.

Είναι αχαρτογράφητα τα νερά όσον αφορά τη σχέση κόμματος – κυβέρνησης – κοινωνίας, αλλά ας συζητήσουμε κάποιες αλλαγές με επίκεντρο τον ρόλο του μέλους και του κόμματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση ενός άλλου υποδείγματος από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο στην Ευρώπη και αποτελεί σημείο αναφοράς για Αριστερά και προοδευτικά κόμματα, συνδικάτα και συλλογικότητες. Με όρους αυτονομίας, ως ευρωπαϊκή Αριστερά, πρέπει να κινηθούμε στη διαμόρφωση ευρύτερων συμμαχιών με τους Οικολόγους Πράσινους και τη σοσιαλδημοκρατία που αποκόβεται από τις συντηρητικές δυνάμεις.

Η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση στην Ελλάδα επηρέασε καταλυτικά τον σχηματισμό προοδευτικής κυβέρνησης στην Πορτογαλία και οι επικείμενες εκλογές στην Ισπανία μπορούν να οδηγήσουν στην ίδια κατεύθυνση. Από την πρώτη στιγμή θεωρήσαμε την κρίση υπερεθνική και ότι η αντιμετώπισή της χρειάζεται ευρύτερη αλλαγή συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την αρχή να γίνεται στη χώρα μας.

Η επόμενη περίοδος εντός των συνόρων δεν θα χαρακτηριστεί από την λογική μεταρρύθμιση – λαϊκισμός, που θέλουν κάποιοι έντεχνα να προβάλλουν, αλλά από την αντίθεση των δύο πόλων, αριστερού – προοδευτικού με κύριο εκφραστή τον ΣΥΡΙΖΑ και δεξιού- συντηρητικού με κύριο εκφραστή τη ΝΔ. Και σε αυτή την προοπτική οφείλουν να τοποθετηθούν όσοι προσδιορίζονται στον χώρο των προοδευτικών δυνάμεων και της σοσιαλδημοκρατίας.

Ζούμε σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και οφείλουμε να δούμε μέσα από αυτή την οπτική τη στρατηγική μας. Ο αγώνας για δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία, για πολιτική καθοδήγηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι είναι το ζητούμενο και με βάση αυτή την ανάλυση η υπερεθνική οντότητα της Ε.Ε. είναι το ελάχιστο απαραίτητο πεδίο για την άσκηση της πολιτικής ως μια σύγχρονη Αριστερά.

Η αντίθεσή μας στην οικονομική πολιτική καθώς και τα δημοκρατικά και κοινωνικά ελλείμματα της Ε.Ε. δεν πρέπει να μας οδηγούν στην εθνική περιχαράκωση και πολύ περισσότερο τώρα που η αύξηση εθνικιστικών, ρατσιστικών και ξενοφοβικών αντανακλαστικών σε πολλές χώρες οδηγούν σε μια συντηρητική αναδίπλωση.

Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής Αριστεράς πρέπει να είναι η συνεχής εμβάθυνση, διεύρυνση και ενοποίηση της Ευρώπης των λαών, της δημοκρατίας, της οικολογίας, της αλληλεγγύης και των δικαιωμάτων ενάντια στον κατακερματισμό, την αποσύνθεση και την επικράτηση ακροδεξιών αντιλήψεων. Παλεύουμε για μια καλύτερη Ευρώπη.

* Ο Χρ. Στάικος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Α. Τσίπρα στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής

Συνεδρίαση Κ.E. του ΣΥΡΙΖΑ, 25 & 26 Ιουνίου 2016

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Βρισκόμαστε μπροστά σε ιστορικές εξελίξεις που θα επηρεάσουν καθοριστικά τη πορεία και το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της. Ο ιστορικός χρόνος είναι πυκνός, διαγράφει εξελίξεις με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν συνηθίσει να αντιδρούν. Διότι η Ευρώπη σήμερα βιώνει τα αποτελέσματα της ανεπάρκειας και των καθυστερήσεών της στην αντιμετώπιση της κρίσης. Μιας κρίσης που έχει τις ρίζες της στο οικονομικό πεδίο, όμως σήμερα είναι σαφές ότι εξελίσσεται σε κρίση πολιτικής.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Μεγάλη Βρετανία αποτελεί τη πιο χειροπιαστή και τελευταία πράξη του δράματος αυτής της πολιτικής κρίσης. Εκεί, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες χώρες, οι χρόνιες ανεπάρκειες των ηγεσιών της Ευρώπης, η επιμονή σε κατάφωρα άδικες πολιτικές λιτότητας και η επένδυση σε ξενοφοβικά αντανακλαστικά και σε μια αντιμεταναστευτική ρητορεία, τροφοδότησαν, εδώ και πολύ καιρό, τον λαϊκισμό, τον σωβινισμό και τον εθνικισμό.

Όσο κι αν μας προβληματίζει και όσον κι αν μας λυπεί η απόφαση του Βρετανικού λαού, πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι μια απολύτως σεβαστή απόφαση. Επιβεβαιώνει όμως μια κρίση ταυτότητας της Ευρώπης. Μια στρατηγική κρίση. Και βεβαίως αυτή η κρίση, αυτή η εξέλιξη, δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Τα προμηνύματά της έχουν έρθει εδώ και καιρό, με την άνοδο των ακροδεξιών και εθνικιστικών κομμάτων στην Αυστρία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και αλλού. Με τις ακραίες επιλογές στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της σύγκλισης που διεύρυναν τις ανισότητες τόσο μέσα στις χώρες της Ε.Ε., αλλά και ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και του Νότου. Με την αλα καρτ διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, με τα κλειστά σύνορα, τους φράχτες, τις μονομερείς ενέργειες ορισμένων κρατών μελών που είχαν την άποψη ότι α λα καρτ πρέπει να αντιμετωπίζουν το ζήτημα της αλληλεγγύης και αυτές οι απόψεις έγιναν ανεκτές από την ευρωπαϊκή ηγεσία.

Και για να είμαι σαφής: Δεν πρέπει να ρίχνουμε τα βάρη του χθεσινού αποτελέσματος στον βρετανικό λαό. Όταν έχει οικοδομηθεί μια Ευρώπη όπου τα σύνορα για τις πολιτικές της λιτότητας και για τον αυταρχισμό είναι ανοιχτά, αλλά τα σύνορα για τους ανθρώπους είναι κλειστά και υψώνονται φράχτες, όταν αφήνονται ανεξέλεγκτες πολιτικές και η ρητορική του μίσους και του σωβινισμού, νομίζω ότι οι τελευταίοι που μπορεί κανείς να επιρρίψει ευθύνη είναι οι λαοί για τις αποφάσεις τους.
Αν θέλουμε να επιρρίψουμε ευθύνη για το αποτέλεσμα πρέπει να την αποδώσουμε πρωτίστως στις ηγεσίες που δημιούργησαν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πολλών ταχυτήτων, μια κατ’ όνομα Ένωση, δίχως πραγματική αλληλεγγύη και συναντίληψη ανάμεσα στα κράτη – μέλη. Μια Ένωση που θυμάται τους κανόνες όταν θέλει να τιμωρήσει τους δήθεν απείθαρχους, αλλά τους ξεχνά μόνο όταν απαιτείται ο ισομερής διαμοιρασμός των προβλημάτων. Και εν τέλει, μια Ένωση που αντί να βαθαίνει την ενοποίηση, προκαλεί τις τάσεις ευρωσκεπτικισμού και δίνει επιχειρήματα για να ξεδιπλώσουν την επικίνδυνη ρητορική τους, μια σειρά από μισαλλόδοξους δημαγωγούς και κομπάρσους που ξαφνικά όμως από εκεί που τους θεωρείς γραφικούς γίνονται πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Αν λοιπόν θέλουμε να αποδώσουμε ευθύνες για αυτήν την εξέλιξη, αυτές πρέπει να αποδοθούν στις ευρωπαϊκές ηγεσίες που αντί να συζητήσουν σε βάθος τους λόγους και τις αιτίες της κρίσης δημιούργησαν τις ιδεολογικές καρικατούρες του «εργατικού Βορρά» και του «τεμπέλη Νότου».

Και βεβαίως αυτό είχε ως αποτέλεσμα και έχει ως αποτέλεσμα, διότι δεν ξεμπερδέψαμε, έναν βαθύ κοινωνικό και πολιτικό διχασμό. Οι λαοί στις χώρες του Βορρά να θεωρούν ότι πληρώνουν τα σπασμένα του Νότου και ζητούν να κλείσουν τα σύνορα για τους ενοχλητικούς μετανάστες, και βεβαίως οι λαοί στις χώρες του Νότου να θεωρούν, και ίσως δικαίως, ότι είναι παρείσακτοι, ότι ο Βορράς τους εκμεταλλεύεται και τους τιμωρεί.

Αυτή η κατάσταση όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Και σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ μια μεγάλη αντεπίθεση των προοδευτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων για να σταματήσει η επέλαση της ακροδεξιάς και του εθνικισμού που βρίσκουν γόνιμο έδαφος στις συνθήκες που δημιούργησαν η λιτότητα και η ασυδοσία των αγορών. Θα μπορούσε να πει κανείς με δύο λόγια ότι χρειαζόμαστε ένα νέο ξεκίνημα και ένα νέο όραμα για την ενωμένη Ευρώπη. Η συζήτηση βεβαίως γίνεται στο αν υπάρχει ανάγκη στο αν υπάρχει ανάγκη για λιγότερη ή περισσότερη Ευρώπη. Είναι προφανές ότι αν συνεχιστεί η συζήτηση για λιγότερη Ευρώπη, όπως ακριβώς έγινε με την Βρετανία, ενδεχομένως να συμβεί και σε άλλες χώρες.

Θυμάμαι στη συζήτηση στη σύνοδο Κορυφής, όταν αποφασίστηκε τελικά και αναγκαστήκαμε κι εμείς να δώσουμε συναίνεση παρά τις διαφωνίες μας σε ένα ειδικό καθεστώς για τη Βρετανία, είχα πάρει τον λόγο και απευθύνθηκα στον Βρετανό πρωθυπουργό λέγοντάς του, σου εύχομαι με αυτή την απόφαση που κέρδισες εξ ανάγκης, όχι με πλήρη συναίνεση όλων, να κερδίσεις αυτό το δημοψήφισμα, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις, διότι όταν απευθύνεσαι στο λαό σου με το αίτημα λιγότερης Ευρώπης, λέγοντας ότι κατάφερα να κερδίσω ένα ειδικό καθεστώς λιγότερης Ευρώπης, είναι πολύ δύσκολο να αντιστρέψεις το ρεύμα. Διότι ανάμεσα στο δίλημμα λιγότερη ή καθόλου, αν όλο το προηγούμενο διάστημα προσπαθούσες να πείσεις για την ανάγκη λιγότερης ή καθόλου, η τελική επιλογή θα είναι η ορίτζιναλ επιλογή και όχι η μεσοβέζικη επιλογή. Και έτσι έγινε.
Αν λοιπόν συνεχιστεί αυτή η συζήτηση, είναι βέβαιο ότι θα αρχίσει να ξηλώνεται το πουλόβερ.

Από την άλλη όποιοι μιλάνε και όσοι μιλάνε για περισσότερη Ευρώπη πρέπει να διευκρινίσουν τι εννοούν. Αν με την έννοια περισσότερη Ευρώπη εννοούν πιο αυταρχική, πιο αντιδημοκρατική, πιο αντικοινωνική, χωρίς λαϊκή κυριαρχία, τότε αυτό να μας λείπει.Άρα λοιπόν η απάντηση είναι καλύτερη Ευρώπη, κοινωνική Ευρώπη, δημοκρατική Ευρώπη. Μια Ευρώπη που πρέπει επιτέλους να επιστρέψει η πολιτική και να πάρει τα ηνία από τους τεχνοκράτες που φτιάχνουν τα δικά τους οικονομικά μοντέλα που όμως δεν μπορούν να χωρέσουν τις ανάγκες των λαών. Αυτό το όραμα υπηρετούμε και νομίζω το αποδείξαμε ακόμα και στις πιο οριακές στιγμές για τον τόπο, για τον ελληνικό λαό.

Διότι όταν εμείς απευθυνθήκαμε στο λαό το περασμένο καλοκαίρι δεν σκεφτήκαμε ούτε για μια στιγμή την πιθανότητα να εγκαταλείψουμε την Ευρώπη και τη μάχη που πρέπει να δώσουμε μαζί με άλλους λαούς για την εκ βάθρων αλλαγή της.

Ακόμη και τότε που οι σημερινές ηγεσίες της Ευρώπης, τώρα που πολλοί από αυτούς μας χαμογελούν και μας χτυπούν την πλάτη, τότε, είτε για να τρομοκρατήσουν, είτε για να εκδικηθούν το «θράσος» μιας κυβέρνησης και ενός λαού να αντισταθεί στο παράλογο, διαστρέβλωναν, και έλεγαν ότι το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν «παραμονή ή έξοδος», και όχι αυτό που είχε αποφασίσει η ελληνική Βουλή. Και τότε εμείς ξεκαθαρίσαμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν επιδιώκουμε την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε., ούτε από την ευρωζώνη, αλλά επιδιώκουμε μια καλύτερη συμφωνία.

Και αυτή νομίζω είναι η βασική μας διαφορά ως Αριστερά, ως μια δύναμη ταυτοτικά διεθνιστική και ευρωπαϊκή, που ασκεί κριτική και δίνει τη μάχη για να αλλάξει η Ευρώπη και όχι να διαλυθεί η Ευρώπη, όπως δίνει σήμερα η δεξιά της εθνικιστικής περιχαράκωσης και του σωβινισμού.

Και δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Διότι, όταν η ΝΔ ψάχνει ευρωσκεπτικιστές και λαϊκιστές στις τάξεις μας, ξεχνά ποιους έχει συμμάχους στην Ευρωπαϊκή Δεξιά.

Γιατί σήμερα, ο κίνδυνος της αποσύνθεσης της Ευρώπης δεν έρχεται από εμάς, που εγκαίρως κάναμε κριτική στην πορεία της Ευρώπης -και δικαιωθήκαμε- αλλά έρχεται από τα δεξιά. Και η Αριστερά, μαζί με τις υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις, είναι οι μόνες που μπορούν να ανασχέσουν αυτή την πορεία και να αλλάξουν την Ευρώπη.

Και για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, επιτρέψτε μου και μια αναφορά, διότι τούτες τις μέρες όσοι είτε έχουν επιλεκτική μνήμη, είτε συστηματικά θέλουν να σπεκουλάρουν, κατηγορώντας μας ότι ανατρέψαμε τη λαϊκή ετυμηγορία πέρυσι τον Ιούλη, θέλω να θυμίσω το εξής:

Το ναι στο δημοψήφισμα του Ιούλη στην Ελλάδα δεν θα σήμαινε απλά παραμονή –άλλωστε είναι σαφές ότι το όχι δεν σήμαινε έξοδο. Το ναι θα σήμαινε πολύ σκληρότερα και περισσότερα μέτρα χωρίς χρηματοδότηση, χωρίς δέσμευση για το χρέος, με πλεονάσματα αυτά που είχε υπογράψει ο Σαμαράς, 4,5%, και σύμβαση υπό αγγλικό δίκαιο.

Θα σήμαινε αυτόματες περικοπές των συντάξεων, καμία προστασία πρώτης κατοικίας –αυτά είχαν δεσμευθεί- κατάργηση της ρύθμισης των 100 δόσεων, για την οποία, έλεγαν ότι μονομερώς εμείς την είχαμε φέρει στο πρώτο εξάμηνο, 15.000 απολύσεις στο δημόσιο τομέα, ομαδικές απολύσεις στον ιδιωτικό και προφανώς αυτό που για ορισμένους, τους πιο ακραίους της Ευρώπης αλλά και το εδώ κατεστημένο, ήταν ο βασικός στόχος, παρένθεση και παλινόρθωση του παλιού πολιτικού συστήματος και της διαπλοκής που αυτό κουβαλούσε και συνεχίζει να κουβαλά.

Και όλα αυτά χωρίς καμία δέσμευση για την ομαλή κάλυψη –επαναλαμβάνω- των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας.

Διότι σήμερα η Βρετανία που φεύγει δεν είναι στο ευρώ και οι αγορές έχουν κλυδωνιστεί από βορρά σε νότο και από ανατολή σε δύση. Και στη Βρετανία. Φανταστείτε τι θα μπορούσε να σημαίνει για μια μικρή και αδύναμη χώρα μέσα στο ευρώ.

Και θέλω να κλείσω αυτή την αναφορά, στο ιστορικό χθεσινό συμβάν, λέγοντας πως είναι σαφές πλέον ότι η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μας φέρνει μπροστά σε μεγάλα διλήμματα και ενώπιον δύο δρόμων.

Ο ένας δρόμος είναι αυτός της περιχαράκωσης.

Της επιστροφής στον εθνικό απομονωτισμό που φορά τον μανδύα της ανεξαρτησίας και την εξάπλωση της μάστιγας του εθνικισμού που η ήπειρος μας έχει πληρώσει πολύ ακριβά, τον αιώνα που μας πέρασε.

Ήδη γνωρίζετε ότι μια σειρά από δυνάμεις που υπερασπίζονται και μάχονται γι αυτή την επιλογή, επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν την απόφαση για το Brexit. Ήδη οι δυνάμεις της ακροδεξιάς στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Αυστρία ζητούν να ακολουθήσουν και οι χώρες τους το δρόμο των Βρετανών και δεν το κρύβουν στόχος τους είναι η διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της μάχης για να αλλάξει η Ευρώπη. Είναι ο δρόμος της μάχης για την αλληλεγγύη και την ειλικρινή συμπόρευση λαών και κρατών. Που προϋποθέτει όμως τον αναστοχασμό και τη συλλογική δέσμευση πάνω σε αξίες και αρχές που έχουν την καταγωγή τους στις ιδρυτικές αξίες της Ε.Ε. Τις αρχές πάνω στις οποίες βασίστηκε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Του σεβασμού στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Στις δημοκρατικές ελευθερίες, σε αυτό που ονομάζουμε λαϊκή κυριαρχία.Στην ισοτιμία στα δικαιώματα και την αμοιβαιότητα στις υποχρεώσεις. Στην ανάγκη να υπερβούμε συλλογικά –σεβόμενοι πάντα τη διαφορετικότητα και την κυριαρχία κάθε κράτους– τα προβλήματα που μας αγγίζουν όλους.

Έρχεται λοιπόν πιστεύω η στιγμή όπου πρέπει να πάρουμε γενναίες πολιτικές αποφάσεις και βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη μιας ριζικής αλλαγής στρατηγικής.

Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα μας οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε ανατροφοδότηση της κρίσης. Στην Ευρώπη φρούριο. Στην Ευρώπη των κλειστών συνόρων, του μίσους και της ακροδεξιάς. Εμείς έχουμε επιλέξει να δώσουμε αυτή τη μάχη για μια άλλη Ευρώπη. Και πιστεύω η αριστερά, οι προοδευτικές δυνάμεις δεν είναι με την Ευρώπη απλά επειδή πιστεύουν στην ειρηνική συνύπαρξη και τη συνεργασία των λαών. Είμαστε με την Ευρώπη γιατί πιστεύουμε ότι μία χώρα από μόνη της είναι σχεδόν αδύνατο να αναχαιτίσει τις ορέξεις των άγριων χρηματοπιστωτικών αγορών και την ακραία νεοφιλελεύθερη ατζέντα την οποία επιβάλουν σε όσες χώρες έχουν δανειακές ανάγκες.

Εδώ και χρόνια λέγαμε και λέμε -και νομίζω ότι σήμερα επιβεβαιώνεται ακόμα περισσότερο, ότι η Ευρώπη είναι η ελάχιστη γεωγραφική περιοχή όπου η πολιτική, οι κυβερνήσεις, οι προοδευτικές δυνάμεις, η αριστερά μπορούν να προστατέψουν τις κοινωνίες από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους τις μόνιμες και μεγάλες ανισότητες.

Έχουμε, λοιπόν, επιλέξει να δώσουμε αυτή τη μάχη για μια άλλη Ευρώπη. Και το κόστος αυτής μας της επιλογής το έχουμε αναλάβει, και μάλιστα με μεγάλη γενναιότητα.

Για αυτό και νομίζω ότι είμαστε οι καταλληλότεροι στην Ευρώπη να αναλάβουμε πρωτοβουλίες αφύπνισης προς όλες τις κατευθύνσεις, για να πάνε τα πράγματα αλλιώς.

Αυτό το νόημα είχε και η τηλεφωνική μου επικοινωνία, πριν από λίγο, με τον Πρόεδρο Ολάντ –ο λόγος της καθυστέρησής μου. Πιστεύω ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι αναγκαίο να υπάρξει συνεννόηση ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις του ευρύτερου φάσματος. Και κυρίως ανάγκη οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας που έχουν τεράστια ευθύνη να αλλάξουν πρώτες ρότα και κατεύθυνση.

Πιστεύω ότι σε αυτή μας την προσπάθεια δεν θα είμαστε μόνοι. Δεν θα είμαστε μόνοι γιατί ήδη πληθαίνουν οι φωνές τόσο εντός της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που ευθυγραμμίζονται με τις επιδιώξεις της δικής μας πολιτικής οικογένειας –της Ευρωπαϊκής Αριστεράς– για να αλλάξουν τα πράγματα στην Ευρώπη.

Δεν θα είμαστε μόνοι όμως και για έναν ακόμα σημαντικό λόγο. Διότι οι σύντροφοί μας στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου, στην Ισπανία, δίνουν αύριο μια σπουδαία εκλογική μάχη που μπορεί να είναι ο πυροκροτητής προοδευτικών εξελίξεων σε όλη την ΕΕ. Και θέλω να μου επιτρέψτε και από αυτό εδώ το βήμα της Κεντρικής μας Επιτροπής να στείλω μήνυμα αλληλεγγύης και υποστήριξης στον Πάμπλο Ιγκλέσιας και στον Αλμπέρτο Γκαρθόν, για τον αγώνα που δίνουν από κοινού η Ενωμένη Αριστερά και το Podemos ώστε να υπάρξει και στην Ισπανία μία ακόμα προοδευτική κυβέρνηση με πυρήνα την Αριστερά. Και μάλιστα χθες είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω τηλεφωνικά με τον Πάμπλο για να του ευχηθώ καλή επιτυχία.

Του θύμισα ότι τον περασμένο Σεπτέμβρη στην προεκλογική συγκέντρωση στο Σύνταγμα μας είπε κρατήστε γερά, κρατήστε όσο μπορείτε γιατί ερχόμαστε. Του είπα λοιπόν, «Πάμπλο κρατήσαμε, είμαστε όρθιοι, τώρα ήρθε η δική σας σειρά, σας περιμένουμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να αλλάξουμε την Ευρώπη. Και μπορούμε να αλλάξουμε την Ευρώπη».

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η Κεντρική Επιτροπή που διεξάγεται σήμερα και αύριο είναι η Κ.Ε. που θα προετοιμάσει τις θέσεις για το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Και νομίζω ότι διαβάζοντας τις θέσεις γίνεται μια ανασκόπηση μις πολύ πυκνής, πολιτικά πυκνής ιστορικής περιόδου.

Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά της ιστορικής σημασία απόφαση του ελληνικού λαού να βάλει τέλος σε μια περίοδο σχεδόν σαράντα ετών κυριαρχίας του πάλαι ποτέ δικομματισμού. Και να δώσει την ευκαιρία στην Αριστερά, να της δώσει την ευθύνη για την ανασυγκρότηση αυτού του τόπου, την προσπάθεια για την επιστροφή στην ευημερία, μετά από χρόνια θυσιών δίχως αντίκρισμα και προοπτική.

Στεκόμαστε όρθιοι ενάμιση χρόνο μετά, σηκώνοντας όμως πολύ μεγάλο βάρος, το βάρος μιας προσπάθειας που έχουμε ξεκινήσει με πλήρη επίγνωση των δυσκολιών αλλά και του καθήκοντος μας απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Το καθήκον αυτό, μας ανατέθηκε ξανά μετά από μια δύσκολη επιλογή το περασμένο καλοκαίρι. Διότι η εντολή που αναλάβαμε στις εκλογές του Σεπτέμβρη, δεν ήταν ψιλά γράμματα, ούτε μπορεί να παραγράφεται από την πορεία που έχουμε ήδη χαράξει. Στις εκλογές του Σεπτέμβρη τολμήσαμε – γιατί έτσι επιτάσσουν οι αρχές και οι αξίες μας – να θέσουμε στην κρίση του ελληνικού λαού μια συμφωνία που δεν αντανακλούσε το σύνολο των θέσεων και των επιδιώξεων μας. Και η απάντηση που λάβαμε ήταν σαφής, να προχωρήσουμε. Να υλοποιήσουμε τους στόχους της συμφωνίας αλλά παράλληλα να θέσουμε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μεταρρυθμιστικών τομών, αλλαγών, προστασίας κοινωνικής, που θα πηγάζει από τον πυρήνα των αξιών και των θέσεων μας.

Γνωρίζαμε ήδη από την επόμενη μέρα των εκλογών του Σεπτέμβρη ότι το έργο μας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο και το πεδίο θα παρέμενε ναρκοθετημένο. Όμως σήμερα, στον πρώτο σταθμό αυτής της πορείας –που βεβαίως ορίζεται από το κλείσιμο της πρώτης και δυσκολότερης αξιολόγησης– καταφέρνουμε και στεκόμαστε με αίσθημα ευθύνης απέναντι στους πολίτες, έχοντας τηρήσει στο ακέραιο τις σημαντικότερες δεσμεύσεις που αναλάβαμε τον περασμένη Σεπτέμβρη. Παρά τις πιέσεις για επιπλέον μέτρα, παράλογα μέτρα, εξωφρενικές απαιτήσεις που έπεφταν κατά καιρούς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, και παρά τις κραυγές των κάθε λογής καταστροφολόγων.
Κινηθήκαμε στο πλαίσιο της εντολής που μας δόθηκε το Σεπτέμβριο και βεβαίως απολύτως μέσα στα όρια της συμφωνίας του Ιουλίου.

Και θέλω σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε όλοι και όλες ένα πράγμα.
Διότι ως πολιτικός χώρος, σε αντίθεση με άλλους, έχουμε την κακή συνήθεια, να μη μελετάμε την ιστορία επιλεκτικά, ούτε να την ωραιοποιούμε, πόσο μάλλον να την παραγράφουμε.

Και η ιστορία έχει ήδη γράψει ότι μετά τη σκληρή και οριακή διαπραγμάτευση των αρχών του 2015, βρεθήκαμε υπό καθεστώς ασφυξίας και εκβιασμού.

Και τότε κληθήκαμε, από θέσεις εξουσίας – και όχι από την ασφάλεια του σχολιαστή – να απαντήσουμε σε ένα υπαρξιακό δίλημμα για τη χώρα:

Μέσα ή έξω από την Ευρώπη.

Και η απόφαση που πήραμε –με το κόστος που αυτή είχε για το κόμμα μας- επικυρώθηκε στην κάλπη με την ανανέωση της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Η εμπιστοσύνη αυτή δεν προέκυψε τυχαία.

Ήταν αποτέλεσμα των διαπιστευτηρίων που δώσαμε διαπραγματευόμενοι σκληρά. Και αυτή η σκληρή διαπραγμάτευση -ακόμα και σε αυτό το καθεστώς πρωτοφανούς πίεσης που καμία άλλη κυβέρνηση δεν συνάντησε– είχε αποτελέσματα.

Το σημαντικότερο ίσως αποτέλεσμα ήταν ότι καταφέραμε να μειώσουμε τους παράλογους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων που είχε υπογράψει ο κ. Σαμαράς. Καταφέραμε δηλαδή να μείνουν στην πραγματική οικονομία 20 δισεκατομμύρια ευρώ για την τριετία μέχρι το 2018, τα οποία σε αντίθετη περίπτωση θα αντιστοιχούσαν σε μέτρα για να ικανοποιηθούν τα πλεονάσματα 3,5 και 4,5%.

Οψίμως τώρα ανακαλύπτουν την αναγκαιότητα μείωσης των πλεονασμάτων, όταν τα είχαν υπογράψει αυτοί και παλεύαμε εμείς να τα μειώσουμε και τα μειώσαμε, μας έλεγαν, ρίχνετε τη χώρα στα βράχια.

Και αυτό το ποσό που ανέφερα, τα 20 δις, δεν είναι λόγια του αέρα, όπως αυτά που λένε. 80 ή 100 δις, λένε, στοίχισε η διαπραγμάτευση, αλλάζουν κάθε μέρα και τα νούμερα.

Διότι τα 20 δις ήταν οι δεσμεύσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων για συγκεκριμένα μέτρα.

Όπως επίσης δεν είναι λόγια του αέρα, τα 50 δις που χάθηκαν από το ΑΕΠ, η συρρίκνωση δηλαδή του πλούτου της χώρας, του ΑΕΠ, από το 2009 ως το 2014. 50 δις.

Ούτε βεβαίως η δημοσιονομική προσαρμογή, τα μέτρα δηλαδή που πήραν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ύψους 65 δις ευρώ.

Οι καταστροφικές πολιτικές τους έχουν αφήσει βαθιές πληγές στην οικονομία και την κοινωνία. Και σήμερα, όχι απλά οι ίδιοι άνθρωποι αρνούνται την αυτοκριτική, αλλά και με περίσσιο θράσος, η αξιωματική αντιπολίτευση έχει κάνει τη διαστρέβλωση επιστήμη, λες και απευθύνονται σε αμνήμονες ή σε ανόητους.

Τον περασμένο Σεπτέμβρη λοιπόν, αναλάβαμε απέναντι στον ελληνικό λαό συγκεκριμένες δεσμεύσεις

Να προστατευθεί η πρώτη κατοικία των πολιτών.

Το πετύχαμε. Το 95% των δανειοληπτών με στεγαστικά δάνεια που αφορούν πρώτη κατοικία είναι πλήρως προστατευμένοι. Ενώ παράλληλα προχωρήσαμε στη θέσπιση αυστηρότατων κανόνων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με κριτήριο τόσο την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, όσο όμως και την προστασία των δανειοληπτών από επιτήδειους κερδοσκόπους. Αυτό το πετύχαμε σε σύγκρουση με τις δεσμεύσεις των προηγούμενων, που βεβαίως δεν είχαν δεσμευθεί για καμία προστασία στην πρώτη κατοικία.

Τον περασμένη Σεπτέμβρη αναλάβαμε μπροστά στους Έλληνες πολίτες τη δέσμευση να προχωρήσει η μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό χωρίς να μειωθούν οι κύριες συντάξεις.

Τότε μας έλεγαν τετραγωνίζετε τον κύκλο. Τότε μας έλεγαν ότι όποια κυβέρνηση και να έρθει, τουλάχιστον μια σύνταξη το χρόνο θα χαθεί. Αυτά μας έλεγαν. Το πετύχαμε όμως. Προχωρήσαμε σε μια γενναία μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, τόσο στην κατεύθυνση της εξοικονόμησης πόρων όσο και σε αυτή της βιωσιμότητάς του. Και το πετύχαμε αποτρέποντας την 13η κατά σειρά μείωση στις κύριες συντάξεις, όπως επίσης πετύχαμε και την μη εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος -τις απαράδεκτες δηλαδή δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης που, επαναλαμβάνω, δεσμεύσεις που είχαμε βρει μπροστά μας από την πρώτη μέρα που αναλάβαμε.

Είχαμε δεσμευτεί τον Σεπτέμβρη να διεκδικήσουμε συγκεκριμένες και δεσμευτικές αποφάσεις για το χρέος.

Κι αυτό το πετύχαμε. Για πρώτη φορά, η συζήτηση γύρω από τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους έγινε στα σοβαρά, πέρα από υπεκφυγές και κούφιες υποσχέσεις. Σήμερα λοιπόν, έχουμε στα χέρια μας έναν οδικό χάρτη με παρεμβάσεις σε τρία επίπεδα. Σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο, έτσι ώστε να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο, για να κλείσει οριστικά ο κύκλος της αέναης αβεβαιότητας και του δανεισμού.

Και επιτρέψτε μου να σταθώ σε μία από τις παρεμβάσεις αυτές που για πρώτη φορά εισάγει έναν κόφτη χρέους για την ελληνική οικονομία. Μια άκρως ευεργετική δέσμευση η οποία ορίζει το ότι η Ελλάδα θα έχει ανώτατο όριο ύψους 15% του ετήσιου ΑΕΠ της για την αποπληρωμή του χρέους, γεγονός που δημιουργεί τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο ώστε να χρηματοδοτείται επαρκώς η πραγματική οικονομία. Και σε αυτή την κατεύθυνση βεβαίως έχει ήδη ανοίξει η συζήτηση για ρεαλιστικούς μεσοπρόθεσμούς στόχους πλεονασμάτων, για μετά το 2018, σε ύψος που να επιτρέπει στην ελληνική οικονομία να αναπνεύσει. Να μην υπερβαίνουν δηλαδή από το 2018 και μετά τα πλεονάσματα σε μόνιμο και σταθερό επίπεδο το 1,5 με 2% .

Τον περασμένο Σεπτέμβρη επίσης δεσμευτήκαμε για παρεμβάσεις στήριξης των πλέον αδύναμων,

Και έχουμε ήδη κάνει αρκετά, όμως τα βαθιά τραύματα που κληροδότησε η καταστροφική πενταετία της ύφεσης και της επιθετικής λιτότητας, χρειάζονται περισσότερη δουλειά για να επουλωθούν.

Τα βασικότερα σημεία αυτού του προγραμματισμού μας:

• Θεσπίσαμε το δικαίωμα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας για πάνω από 2 εκατομμύρια, σχεδόν 2,5 εκατ. ανασφάλιστους συμπολίτες μας.
• Συνεχίζουμε το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση, αυτή τη φοβερή μονομερή ενέργεια που είχαμε κάνει μόλις αναλάβαμε, ένα πρόγραμμα που αφορά πάνω από 400 χιλιάδες συμπολίτες μας.
• Ενισχύουμε τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας αυξάνοντας τη διάρκεια των προγραμμάτων σε 8 μήνες.
• Καθιερώσαμε τη δωρεάν μετακίνηση των ανέργων στα ΜΜΜ.

Αυτές οι παρεμβάσεις αλλά και άλλες μικρότερης εμβέλειας δίνουν το στίγμα. Και εργαζόμαστε σκληρά ώστε ο κατάλογος των παρεμβάσεων να διευρυνθεί και να ωφελήσει ακόμα περισσότερους συμπολίτες μας που έχουν πραγματικά ανάγκη στήριξης.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Αυτές ήταν σε αδρές γραμμές οι δεσμεύσεις μας στις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη όπου πήραμε τη νέα εντολή από τον ελληνικό λαό. Αυτή την εντολή τηρούμε κατά γράμμα, παρά τις αφόρητες πιέσεις και τις μεγάλες δημοσιονομικές δυσκολίες.

Όμως, πλέον νομίζω ότι εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο. Όχι ότι θα τελειώσουν οι πιέσεις και οι δυσκολίες. Αλλά με περισσότερη άνεση και αισιοδοξία μπορούμε να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα.

Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, οριοθετεί το κλείσιμο ενός κύκλου και ταυτόχρονα την έναρξη θέλω να πιστεύω μιας δημιουργικής και ελπιδοφόρας εποχής. Διότι, δεν έχουμε αναλάβει το τιμόνι της χώρας απλά και μόνο για να διαχειριστούμε την καταιγίδα και τη φουρτούνα. Είμαστε εδώ γιατί έχουμε όραμα και σχέδιο για τον τόπο.
Γιατί θέλουμε να συμβάλουμε έτσι ώστε η Ελλάδα να πάψει να είναι συνώνυμο δυσάρεστων εξελίξεων, αλλά να γίνει ταυτόσημο της ευημερίας, της δημιουργικότητας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, είμαστε αφοσιωμένοι στην υλοποίηση ενός στόχου.
Του στόχου που θέσαμε το προηγούμενο διάστημα, του στόχου για μια δίκαιη ανάπτυξη, όχι απλά την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς. Θετικούς ρυθμούς είχαμε και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις παλιότερα. Ιδιαίτερα την περίοδο Σημίτη. Το θέμα είναι τι έμεινε και πώς μοιράστηκαν αυτά τα ωφελήματα που έρχονταν από τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πώς μοιράστηκαν στην κοινωνία.

Η υλοποίηση αυτού του στόχου έχει υπαρξιακά χαρακτηριστικά τόσο για την κυβέρνησή μας όσο όμως και για την αριστερά στην Ευρώπη θα έλεγα, για την πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκουμε.

Γιατί στην Ελλάδα υπάρχει ανάγκη να παραχθεί νέος πλούτος, να μειωθούν δραστικά οι δείκτες της ανεργίας, να σταματήσει αυτή η αιμορραγία, η διαρροή των επιστημόνων στο εξωτερικό, το brain drain, όπως λέμε, που στερεί από τη χώρα το πλέον καταρτισμένο δυναμικό της – και να υπάρξει επιτέλους δίκαιη κατανομή όχι μόνο των βαρών της κρίσης αλλά και των ωφελημάτων της ανάπτυξης.

Και επιτρέψτε μου να πω, ότι υπάρχει και μια ανάγκη για την ίδια την Αριστερά.

Διότι, από τη μία, όταν είμαστε στην αντιπολίτευση οργανώνουμε τις άμυνες του κόσμου της εργασίας απέναντι στην επιθετικότητα του νεοφιλελευθερισμού και του κράτους.

Από την άλλη, όταν είμαστε στην πρωτοφανή συνθήκη της διακυβέρνησης της χώρας, πρέπει να αποδείξουμε ότι μπορούμε να δίνουμε λύσεις, όχι μόνο θεωρητικά και λόγια, λύσεις που να βελτιώνουν τη θέση των λαϊκών τάξεων και της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Και αυτή την απάντηση πρέπει να την δώσουμε τώρα, με τρόπο πειστικό και δια της πράξης.

Και στην πράξη, σημαίνει ότι η ανεργία μέχρι το τέλος της κυβερνητικής μας θητείας πρέπει να μειωθεί. Όχι στα λόγια αλλά στην πραγματικότητα.
Να δώσουμε δουλειές στους νέους ανθρώπους. Να επανεκκινήσει η οικονομία. Με συγκεκριμένο σχέδιο και παρεμβάσεις, με ορίζοντα τη μείωσή της στο μισό μέσα στην πενταετία. Και η μείωση αυτή να μην αντανακλά θέσεις εργασίας σε συνθήκες ακραίας εκμετάλλευσης και σε καθεστώς γαλέρας. Και εδώ είναι ο πυρήνας της δίκαιης ανάπτυξης. Δικαιοσύνη στην αναδιανομή του πλούτου, δικαιοσύνη και στην παραγωγή.

Η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου με ταυτόχρονη προστασία της εργασίας, ήταν μέχρι σήμερα κάτι ξένο για το μοντέλο ανάπτυξης που εισηγούντο οι δυνάμεις που κυβέρνησαν τον τόπο μέχρι το 2014.
Η ΝΔ -δεν το έκρυψε ποτέ άλλωστε- ιδεολογικά και πολιτικά ταυτίζεται με τις πλέον νεοφιλελεύθερες και αντεργατικές πολιτικές. Δηλαδή, την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, το λοκ άουτ και άλλα άκρως επικίνδυνα για τους εργαζόμενους.

Το δικό μας μοντέλο λοιπόν, βρίσκεται στον αντίποδα αυτών των απόψεων και πρακτικών. Εμείς σχεδιάζουμε μια ανάπτυξη που δεν μπορεί να βασίζεται και δεν θα βασίζεται στη συντριβή της εργασίας, στη μείωση του μισθολογικού κόστους και στην άρση κάθε προστατευτικού πλαισίου στις εργασιακές συνθήκες.

Το σχέδιό μας όμως πρέπει να είναι και αξιόπιστο.
Και έχουμε προετοιμάσει το έδαφος ώστε να είναι αξιόπιστο. Με κατάλληλα χρηματοδοτικά μέσα για να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας.

Οι πόροι του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, η απορρόφηση όλων των διαθέσιμων ποσών από το ΕΣΠΑ, ο Αναπτυξιακός Νόμος που καταθέσαμε, είναι τμήματα αυτού του σχεδιασμού. Και ο σχεδιασμός αυτός έχει στόχο να παράξει θέσεις εργασίας σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες σε τομείς που είτε λόγω εμμονής είτε λόγω ανικανότητας στο σχεδιασμό, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά. Αναφέρομαι στους τομείς της καινοτομίας, των νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής, όλων αυτών των πεδίων που η νέα γενιά – κυρίως – έχει αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες οι οποίες δυστυχώς μέχρι σήμερα παραμένουν ανεκμετάλλευτες.

Αυτή η ανάπτυξη επιδιώκουμε να έχει ευεργετικές συνέπειες στους πολίτες αυτής της χώρας και όχι απλώς στους δείκτες της οικονομίας. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλουμε να πέφτει σταδιακά η δυσθεώρητη σήμερα ανεργία.

Τα πρώτα σημάδια – που αποτυπώνονται σε μια καλή είδηση, που κι αυτή βεβαίως θάφτηκε, όπως συνήθως οι καλές ειδήσεις θάβονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, ελπίζω αυτό να αλλάξει το επόμενο διάστημα, είχαμε λοιπόν μια καλή είδηση στα ψιλά πέρασε, η ΕΡΓΑΝΗ, το σύστημα που παρουσιάζει το ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων, έδειξε ότι είχαμε ένα ρεκόρ 15ετίας, θετικό ισοζύγιο κοντά στις 200 χιλιάδες περισσότερες προσλήψεις απ` ότι απολύσεις στο πρώτο πεντάμηνο του 2016.

Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι αυτά δεν είναι για να πανηγυρίζουμε. Όταν η ανεργία παραμένει, όχι στο 26 που τη βρήκαμε, αλλά στο 23,5. Είναι ένα απαράδεκτο ποσοστό για μια χώρα στην ευρωζώνη.

Παράλληλα όμως, επιδιώκουμε αυτή η αναπτυξιακή πορεία να εξασφαλίσει και τους απαραίτητους πόρους στα κρατικά ταμεία, έτσι ώστε να στηριχθεί το κοινωνικό κράτος που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στο στόχαστρο της ακραίας λιτότητας.

Να μπει ένα τέλος στη διαρκή απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.
Και θέλω να αναφερθώ ειδικότερα στην ανάγκη και στον στόχο μας για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Διότι είναι σαφές ότι η νεοφιλελεύθερη εμμονή που οδήγησε στην κατάργησή τους, όχι απλά απέδειξε ότι δεν δουλεύει για την κοινωνική πλειοψηφία, αντιθέτως απέδειξε ότι επηρεάζει αρνητικά ολόκληρη την οικονομία.
Και σήμερα πρέπει να δούμε ένα νέο μοντέλο που θα βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της εμμονής. Γιατί η διαδικασία της παραγωγής δεν μπορεί να προσιδιάζει σε ζούγκλα. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται να είναι προστατευμένοι με τρόπο συλλογικό, να νιώθουν ασφαλείς και σε αυτά τα πλαίσια είναι δεδομένο ότι και η παραγωγικότητά τους θα είναι πολλαπλάσια.

Θα πρέπει όμως να επιμείνουμε και σε έναν άλλο εξίσου σημαντικό τομέα. Στην πάταξη της μαύρης και αδήλωτης εργασίας που έγινε κανόνας τα τελευταία χρόνια και θα πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας σ` αυτόν τον τομέα. Δεν πρέπει να έχουμε καμία ανοχή σε περιπτώσεις ανομίας και παραβιάσεων της κείμενης εργατικής νομοθεσίας από την πλευρά της εργοδοσίας. Και νομίζω ότι η δουλειά μας σε αυτόν τον τομέα πρέπει να ενταθεί και μάλιστα άμεσα.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Μέρα με τη μέρα, μέσα από κόπο και μεγάλη προσπάθεια οικοδομούμε το δικό μας μοντέλο διακυβέρνησης και υλοποιούμε – έχοντας γνώση των περιορισμών και των δυσκολιών – τον πολιτικό μας σχεδιασμό. Και μέσα από αυτή την καθημερινή διαδικασία, διαμορφώνουμε ένα νέο πλαίσιο. Ένα νέο σχέδιο. Ένα νέο στρατηγικό σχέδιο για την Αριστερά του 21ου αιώνα.

Και αυτή η Αριστερά – τουλάχιστον σε ότι μας αφορά – είναι μια δύναμη που επέλεξε να αναλάβει ευθύνες και να φύγει από το βόλεμα της εύκολης κριτικής και της διαμαρτυρίας.

Γιατί για μας δεν έχει σημασία μονάχα το ταξίδι, έχει σημασία και ο προορισμός.

Δεν μας αρκεί η επανάπαυση στις αγωνιστικές παρακαταθήκες και τη δράση μας όλα τα προηγούμενα χρόνια. Φυσικά, δεν ξεγράφουμε τίποτα. Αντιθέτως, επιμένουμε να εκλαμβάνουμε αυτούς τους αγώνες και τις μάχες ως την αρχή αυτής της μεγάλης προσπάθειας που ξεκινήσαμε από την εποχή του 3%.

Και επιτρέψτε μου να πω ότι το σχολείο των κινημάτων όχι απλά δεν είναι ξένο με την υπόθεση της διακυβέρνησης, θα έλεγα ότι συνιστά και εχέγγυο για μια καλή διακυβέρνηση.

Και το λέω αυτό, ισχυριζόμενος ότι η Αριστερά του 21ου αιώνα δεν μπορεί παρά να είναι μια γνήσια, λαϊκή δύναμη που θα παίρνει δύναμη από το κοινωνικό επίπεδο και θα τη μετασχηματίζει σε πολιτική πρακτική και στο επίπεδο της διακυβέρνησης.
Η ύπαρξη αυτής της Αριστεράς είναι απόλυτη αναγκαιότητα στις μέρες που ζούμε.

Στις μέρες που η Ευρώπη βιώνει μια βαθύτατη – και πλέον απ` ότι φαίνεται, όχι μόνο οικονομική, αλλά πολιτική κρίση.

Το γνωρίζουμε πολύ καλά –από πρώτο χέρι- ότι για να αλλάξει αυτή η Ευρώπη, χρειάζεται σκληρή προσπάθεια και συστηματική δουλειά. Δεν αλλάζει σε μια νύχτα. Δεν αλλάζει με κόλπα. Χρειάζεται στρατηγική, χρειάζονται συμμαχίες, διαρκής προσπάθεια για αλλαγή συσχετισμών και κυρίως χρειάζεται αντιπαράδειγμα.

Και έλαχε στην Ελλάδα της κρίσης, να έχει η Αριστερά αυτή τη μοναδική ευκαιρία να συγκροτήσει αυτό το αντιπαράδειγμα.

Δώσαμε τη μάχη μέχρις εσχάτων πέρυσι τέτοιο καιρό προκειμένου να υλοποιήσουμε τις δεσμεύσεις μας απέναντι στον ελληνικό λαό. Ματώσαμε για να αναδείξουμε το δίκιο του και το δικαίωμά του στη αξιοπρέπεια. Και κάναμε πίσω μόνο όταν διαπιστώσαμε ότι κινδυνεύουν οι ίδιες οι κατακτήσεις του. Δεν διστάσαμε να πάρουμε το κόστος, και το κάναμε συνειδητά, με μοναδικό γνώμονα το λαϊκό συμφέρον.

Έτσι θα πορευτούμε και από δω και στο εξής. Με μοναδικό μας γνώμονα το συμφέρον του τόπου και με πυξίδα τις αρχές και τις αξίες μας. Και τέτοιες μεγάλες πολιτικές τομές και ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις θα επιδιώξουμε.
Που θα εγγράφονται στις αξίες μας, στους αγώνες μας, στις πεποιθήσεις μας.

Για αυτό και πιστεύω βαθιά συντρόφισσες και σύντροφοι, ότι ήρθε η ώρα ο τόπος και το πολιτικό μας σύστημα να γυρίσουν σελίδα.

Ήρθε η ώρα, με κυβέρνηση για Πρώτη φορά Αριστεράς, να αποκτήσει η χώρα για πρώτη φορά δίκαιο εκλογικό σύστημα. Ήρθε η ώρα της απλής Αναλογικής. Πρώτη φορά Αριστερά,Πρώτη φορά Απλή Αναλογική και ισοτιμία της ψήφου.

Μετά από σειρά συναντήσεων που είχα χτες και προχτές με τους πολιτικούς αρχηγούς, φαίνεται ότι προκύπτει μια καταρχήν συμφωνία όλων, εκτός της Ν.Δ., για την αναγκαιότητα να καταργηθεί αυτό το Μπόνους των πενήντα εδρών αλλά και για μια μεγάλη τομή, που είναι η παροχή δικαιώματος ψήφου σε όσους έχουν κλείσει το 17ο έτος της ηλικίας τους.

Έχει έρθει η ώρα λοιπόν να ικανοποιηθεί ένα πάγιο αίτημα κοινωνικών κινημάτων, δημοκρατικών κινημάτων, ένα πάγιο αίτημα της Αριστεράς.
Έχει έρθει η ώρα να δικαιωθούν όλοι όσοι για πολλά χρόνια στον τόπο αγωνίστηκαν για ένα δίκαιο εκλογικό σύστημα.
Έχει έρθει η ώρα της απλής αναλογικής.

Μέσα στις επόμενες μέρες εμείς θα κάνουμε το χρέος μας και θα ήταν αδιανόητο να βρίσκεται η Αριστερά στη δυνατότητα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη διακυβέρνηση του τόπου και μην υλοποιεί πάγιες θέσεις, να μην παίρνει πρωτοβουλίες που να ταυτίζονται με τις αξίες της. Θα καταθέσουμε λοιπόν στη Βουλή την ερχόμενη εβδομάδα σχετική πρόταση νόμου.
Θα πράξουμε το ιστορικό μας χρέος, θα μείνουμε πιστοί στις δεσμεύσεις μας και από εκεί και πέρα όλοι θα κληθούν να αναλάβουν την πολιτική και ηθική ευθύνη που τους αναλογεί.

Και το ίδιο θα πράξουμε σε ότι αφορά τις πρωτοβουλίες μας για τις αναγκαίες μεταρρυθμιστικές τομές και αλλαγές που έχει ανάγκη ο τόπος. Το ίδιο θα πράξουμε για τη Συνταγματική αναθεώρηση.

Εμείς θα καταθέσουμε με ευθύνη αλλά και συνέπεια τις προτάσεις μας για ώριμες δημοκρατικές τομές, προοδευτικές τομές στο Σύνταγμα της χώρας που τις έχουμε επεξεργαστεί χρόνια τώρα. Από τον καιρό της εμπειρίας των σύγχρονων κινημάτων και των Πλατειών, μέχρι και τη δική μας πλέον εμπειρία της διακυβέρνησης, έχουμε επεξεργαστεί σειρά παρεμβάσεων με στόχο τη θωράκιση περαιτέρω της δημοκρατίας και την αναβάθμιση της λαϊκής συμμετοχής και του λαϊκού ελέγχου.

Και φυσικά, είμαστε έτοιμοι να δώσουμε και τη μάχη για την επαναθεμελίωση του κράτους.
Ενός κράτους που οι κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έφτιαξαν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τους. Και αυτή η προσπάθειά μας είναι ύψιστης σημασίας για να μπει ένα τέλος σε παθογένειες δεκαετιών που πλήττουν βάναυσα το δημόσιο συμφέρον. Και αναφέρομαι:

• Στην προσπάθεια για την πάταξη της φοροδιαφυγής.
• Στη μάχη που δίνουμε ενάντια στη διαφθορά και τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.
• Στη μάχη για να τελειώνουμε μια και καλή με τη διαπλοκή και τους φορείς της.
• Στη σύγκρουση με την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα που αποτελεί ένα διπλό τραύμα.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Θέλω να κλείσω την παρέμβασή μου, αναφέροντας ότι η σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής έχει αντικείμενο και την έναρξη του διαλόγου εν όψει του δεύτερου Συνεδρίου μας. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και κρίσιμη Κεντρική Επιτροπή, όχι γιατί λαμβάνει χώρα σε μια εξαιρετική συγκυρία για την Ευρώπη, αλλά γιατί το ίδιο το συνέδριό μας κάνει απολογισμό ενός συμπυκνωμένου πολιτικού χρόνου και ανοίγει τον ορίζοντα για την επόμενη περίοδο. Είναι ένα συνέδριο – καμπή.
Και θέλω να πιστεύω ότι ο προσυνεδριακός διάλογος, παρά το γεγονός ότι θα διεξαχθεί μέσα στο καλοκαίρι, θα είναι πλούσιος και ουσιαστικός.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα έχει την ευθύνη και τη δυνατότητα να παράξει σχέδιο και στρατηγική που θα καταστήσουν την Αριστερά ηγεμονική δύναμη στην Ελλάδα, αλλά και πρωτοπόρο δύναμη στην Ευρώπη.
Και για να συμβεί αυτό το κόμμα μας πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες καταστάσεις.

Να γίνει ένα κόμμα ανοιχτό, καινοτόμο και δημιουργικό, μαζικό, μαχητικό στους κοινωνικούς χώρους και τις γειτονιές.

Να στηρίζει την κυβέρνηση αλλά ταυτόχρονα να ασκεί πολύτιμή κριτική εκεί που κρίνει ότι πρέπει.

Σε περισσότερες από τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις έχουμε πάρει πάνω από ενάμιση εκατομμύριο ψήφους. Ενάμιση με δύο εκατομμύρια. Δεν μπορεί η οργανωτική μας δομή να είναι στα επίπεδα που είναι σήμερα. Κι αυτό είναι μια συλλογική ευθύνη.

Σας καλώ λοιπόν μέχρι το συνέδριο να ξεκινήσουμε ταυτόχρονα μια σοβαρή καμπάνια οργανωτικής ανασυγκρότησης. Δεν μπορεί να είμαστε στην πολυτέλεια της πρωτοπορίας. Των λίγων και καλών που θα αποφασίζουν και οι υπόλοιποι θα χειροκροτούν. Το κόμμα πρέπει να ανοίξει στην κοινωνική του βάση. Κι αυτό πρέπει να γίνει με πολλούς τρόπους. Με καμπάνια, με συγκεντρώσεις, με εξορμήσεις. Να αξιοποιήσουμε και τις νέες τεχνολογίες, να ξεκινήσουμε μια μεγάλη καμπάνια μέσα από το διαδίκτυο, να προσεγγίσουμε τους ανθρώπους που δίνουνε μάχες για την Αριστερά και την κοινωνική δικαιοσύνη στις δύσκολες μέρες μας.

Και, βεβαίως, να δώσουμε ιδιαίτερο βάρος στους νέους ανθρώπους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που είναι το νέο στο πολιτικό σκηνικό δεν μπορεί παρά να είναι το κόμμα της νέας γενιάς. Είναι μια σημαντική θεσμική πρωτοβουλία η ψήφος στα 17. Έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Αλλά πρέπει να σηματοδοτήσει ταυτόχρονα και την προσπάθειά μας να αλλάξουμε τη ζωή, το μέλλον, αυτών των νέων ανθρώπων, με κύριο στόχο να μπορέσουν να μείνουν στο τόπο μας

Και πρέπει σε αυτήν την κατεύθυνση να στηρίξουμε και την προσπάθεια της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ.

Να μην τους αντιμετωπίζουμε ως απλή οργανωτική προέκταση του κόμματος, αλλά ως το πιο πολύτιμο και ελπιδοφόρο κομμάτι του, διότι στα δύσκολα έμειναν εδώ, πάλεψαν και συνεχίζουν τη μάχη με πείσμα και όραμα.

Η ιστορία που κουβαλάμε, συντρόφισσες και σύντροφοι, είναι πολύ βαριά. Όπως βαριές είναι και οι ευθύνες μας.
Όμως έχουμε κάνει τις επιλογές μας.

Διότι ξέρουμε ότι στη θέση που βρισκόμαστε εμείς, δεν κατάφεραν να βρεθούν γενιές αριστερών που πάλεψαν σε πολύ πιο σκληρές συνθήκες από αυτές που βρισκόμαστε τώρα εμείς. Όταν το ταξίδι του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε κανείς δεν πίστευε τότε ότι θα φτάσουμε τόσο μακριά. Η δύναμη του λαού μας ήταν αυτή που επιτάχυνε τη πορεία μας και μας εμπιστεύτηκε, σε πείσμα των νομοτελειών της ιστορίας, την διακυβέρνηση του τόπου.
Είμαστε μαθημένοι στις μάχες, πλέον είμαστε πιο έμπειροι, έχουμε όμως κυρίως εμπιστοσύνη στις αξίες μας, στα οράματα μας.

Αυτό που μένει είναι να οργανώσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη συνέχεια αυτού του ταξιδιού. Τον τελικό προορισμό που θα σημάνει την ανάταση ενός ολόκληρου λαού, τη δημιουργία μιας Ελλάδας αυτοδύναμης, ανεξάρτητης, της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Έχουμε μπροστά μας δρόμο πολύ, αλλά έχουμε και πείσμα, έχουμε και αποφασιστικότητα θα τα καταφέρουμε. Έχουμε τα κότσια να το παλέψουμε, έχουμε και την ιστορία και τις παρακαταθήκες που δεν ξεχνάμε.

Είμαστε από γερό σκαρί, πεισμωμένοι και αποφασισμένοι να τα καταφέρουμε. Και είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε.
Σας ευχαριστώ πολύ, και εύχομαι αυτό το συνέδριο να είναι συνέδριο τομής για την Αριστερά και για τον τόπο.

25 Ιουνίου 2016

Συνεδρίαση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ για τις Θέσεις του προσυνεδριακού διαλόγου, το Καταστατικό και τον Κανονισμό προσυνεδριασκών διαδικασιών

Συνεδριάζει το Σάββατο 25 και την Κυριακή 26 Ιουνίου η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ στο DIVANI CARAVEL HOTEL – Λεωφ. Βασιλέως Αλεξάνδρου 2

Τα θέματα του θα απασχολήσουν την Κ.Ε.

–    Πολιτικές εξελίξεις
–    Θέσεις Κ.Ε. για τον προσυνεδριακό διάλογο
–    Σχέδιο καταστατικού
–    Κανονισμός προσυνεδριακών διαδικασιών

Πρόγραμμα εργασιών

Σάββατο 25 Ιουνίου
09:30 – 21:00

Κυριακή 26 Ιουνίου
10:00 – 19:00

Οι εργασίες της συνεδρίασης θα ανοίξουν με ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα.

Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε υποστηρικτή της κυβέρνησης είναι θνησιγενής

1. Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη Ιστορία δεν βρέθηκε ένα κόμμα και η κυβέρνησή του σε τόσο δεινή θέση, είτε εξαιτίας των αδυναμιών τους είτε ‒και κυρίως‒ εξαιτίας της δύναμης των άλλων. Αν τον περασμένο Αύγουστο-Σεπτέμβριο το συνέδριό μας θεωρείτο απαραίτητο, τώρα παίρνει υπαρξιακές διαστάσεις. Η επιρροή και η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στη μέχρι σήμερα πανευρωπαϊκή συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης είναι πολλαπλάσιες των αντικειμενικών του δυνατοτήτων. Το επικείμενο συνέδριό μας οφείλει πρώτον να διορθώσει αυτή την ανωμαλία. Ταυτόχρονα, έχουμε ιστορική υποχρέωση οικοδομώντας το ανοιχτό, δημοκρατικό, αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα του 21ου αιώνα, να οριοθετήσουμε τη σύγχρονη μορφή σχέσης του με την κυβέρνηση, με βασική συνισταμένη τη διαρκή μετατόπιση ισχύος από την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας γραφειοκρατικού τύπου στη διαρκώς διευρυνόμενη συμμετοχή των κοινωνικών κινημάτων, της νεολαίας, της διανόησης, των γυναικών. Η επιλογή μετατροπής του κόμματος σε απλό υποστηρικτή της κυβέρνησής του στο σημερινό ελληνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι απλά θνησιγενής.

2. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει βασική συνευθύνη για την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου πολιτικοοικονομικού μοντέλου στην Ευρώπη. Ο Τόνι Μπλερ, πρώην πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, όχι μόνο συνέχισε με πιο αποφασιστικό τρόπο το δόγμα της Θάτσερ, πρόσδεσε και τη χώρα του στο άρμα του Τζορτζ Μπους στον πόλεμο κατά του Αφγανιστάν και του Ιράκ διχάζοντας την Ευρώπη. Την ίδια περίοδο, στην άλλη ισχυρή χώρα και οικονομία της Ευρώπης, τη Γερμανία, ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ θα μείνει για δύο, κυρίως, λόγους στην Ιστορία: ως επικεφαλής της κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών-Πράσινων συνέβαλε στον πόλεμο και στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και για το βασικό του έργο, την «Agenta 2010». Το πρόγραμμα ουσιαστικής αποδόμησης του κοινωνικού κράτους της Γερμανίας ανακοινώθηκε από τον ίδιο το 2003, και η διάδοχός του, η σημερινή καγκελάριος Μέρκελ, το συμπεριέλαβε το Νοέμβριο του 2005 στο δικό της κυβερνητικό πρόγραμμα, και έκτοτε το υλοποιεί με προτεσταντική προσήλωση. Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία βιώνει τις συνέπειες της πλήρους εναρμόνισής της με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Η στάση της δε απέναντι στη λεγόμενη «ελληνική κρίση» και ιδιαίτερα απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έφερε την ίδια στα όρια της ύπαρξής της, με το φάντασμα της πασοκοποίησης, δηλαδή της εκλογικής και πολιτικής κατάρρευσης, να τη στοιχειώνει.

Οι απόπειρες των σοσιαλιστών ηγετών να προσεγγίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, αποσκοπούν κυρίως στη δικιά τους προσωπική και κομματική διάσωση. Το ΚΕΑ και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ ‒η μόνη κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ε.Ε.‒ οφείλουν να έχουν στρατηγική μετατόπισης της σοσιαλδημοκρατίας αποκλειστικά προς τα αριστερά, με κυβερνητικά έργα και όχι με απλές διακηρύξεις. Διαφορετικά, η άνοδος των λαϊκίστικων ακροδεξιών κομμάτων δεν απειλεί μόνο την ίδια αλλά και το μέλλον της Ευρώπης. Το ελπιδοφόρο παράδειγμα συνεργασίας Podemos-Ενωμένης Αριστεράς στην Ισπανία θα μείνει μισό εάν το PSOE δεν πάρει ουσιαστικό πολιτικό διαζύγιο από τις πολιτικές λιτότητας και τη σχέση του με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα της Ισπανίας.

3. Κατά τη γνώμη μου, το Brexit, ένα ολοένα και πιθανότερο ενδεχόμενο μετά το δημοψήφισμα, μπορεί και να αποτελεί σχέδιο μερίδας των ευρωπαϊκών και διεθνών ελίτ. Θυμίζω ότι και το Grexit ήταν και παραμένει επίσης ένα τέτοιο σχέδιο, το οποίο διευκολύνει την απόπειρα δημιουργίας μιας Ε.Ε. περισσότερων ταχυτήτων. Συγκεκριμένα, έναν ισχυρό πυρήνα της ευρωζώνης, με επικεφαλής τη Γερμανία, ο οποίος θα διατηρεί σχέσεις διάφορων ταχυτήτων με τις υπόλοιπες οικονομίες και χώρες. Ένα τέτοιο σχέδιο διευκολύνει την εφαρμογή του νέου ευρωατλαντικού μοντέλου οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας, της TTIP, σχέδιο που καθιστά συνταγματική την υπεροχή της αγοράς, των τραπεζών και των επιχειρήσεων έναντι των κοινωνιών, των χωρών και του περιβάλλοντος. Ο μετασχηματισμός, ακόμη και η διάλυση της Ε.Ε., πρέπει να γίνει με τους όρους της Αριστεράς, με γνώμονα το συμφέρον των λαών και όχι στη βάση του σχεδίου εκείνης της μερίδας του κεφαλαίου που στοχεύει στον περιορισμό της Δημοκρατίας, στην κατάργηση των κοινωνικών κατακτήσεων και στην Ευρώπη-«φρούριο».

*Ο Γιώργος Χονδρός είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Χρειαζόμαστε περισσότερη συλλογικότητα και μακρόπνοο πολιτικό σχεδιασμό

1. Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί να έχει μέλλον χωρίς στο πλάι της να δρα ένα μαζικό κόμμα της Αριστεράς, τα μέλη του οποίου θα ελέγχουν και θα στηρίζουν την κυβέρνηση, αλλά και θα ενημερώνουν και θα κινητοποιούν τον λαϊκό παράγοντα ενάντια στους σχεδιασμούς της νεοφιλελεύθερης παλινόρθωσης.

Από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά παρατηρούνται φαινόμενα απαξίωσης και παραμερισμού του κόμματος κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής. Επιπλέον, ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα ουδέποτε συνοδεύτηκε από πραγματικό εκδημοκρατισμό στις εκπροσωπήσεις στα όργανα. Αντιθέτως, την περίοδο 2013-2015 επικράτησαν οι παραλυτικές ισορροπίες μεταξύ τάσεων και η αντίστοιχη «μοιρασιά» τομέων ευθύνης, αποσαθρώνοντας την εσωτερική ζωή του κόμματος.

Αυτό που χρειαζόμαστε στη νέα περίοδο είναι περισσότερη συλλογικότητα και μακρόπνοο πολιτικό σχεδιασμό με μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία κομματικών και κυβερνητικών στελεχών.

Το 2ο συνέδριό μας αποτελεί αφορμή για να υπερβούμε το κλίμα αμηχανίας, να ανοίξουμε τις πόρτες μας όχι στην ιδιοτέλεια, αλλά στην υπαρκτή κοινωνική διαθεσιμότητα και να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί στην υπεράσπιση και την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

2. Οι συμμαχίες που οικοδομούν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορούν να περιοριστούν στα προ κρίσης πολιτικά στεγανά. Η κρίση οξύνει την κοινωνική και πολιτική πόλωση. Χρειαζόμαστε πρωτοβουλίες που να ωθούν δυνάμεις των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και των Πρασίνων σε μια τοποθέτηση έναντι της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει σήμερα τα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε, αλλά και το ιστορικό δίλημμα: Είτε θα ακολουθήσει τα παραδείγματα των Πορτογάλων Σοσιαλιστών και του Τζέρεμι Κόρμπιν για συμμαχία με την Αριστερά για την ανάσχεση της λιτότητας, είτε θα οδηγηθεί στην πολιτική απαξίωση και εκλογική συρρίκνωσή της από τα κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά εκπροσωπούσε. Μεγάλο μέρος της σοσιαλδημοκρατίας έχει επιλέξει συνειδητά τη σύμπλευση τόσο με τη Δεξιά στη στρατηγική του δημοσιονομικού αυταρχισμού, όσο και με την Ακροδεξιά (Αυστρία, Σλοβακία κ.α.) στην περίπτωση της διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης. Το δε παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ (“pasokification”) χρησιμοποιείται εδώ και καιρό στη διεθνή αρθρογραφία ως φαινόμενο πολιτικής αυτοκαταστροφής. Σε αυτό το ερώτημα θα κληθούν να πάρουν θέση και οι Ισπανοί Σοσιαλιστές, σε περίπτωση που ο συνασπισμός Podemos – Ενωμένης Αριστεράς, όπως προβλέπουμε, βρεθεί σε θέση ισχύος στις 26 Ιουνίου.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προσηλωμένος στη στρατηγική των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων για την ανατροπή των συσχετισμών δύναμης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Στόχος μας είναι η ανατροπή του δημοσιονομικού αυταρχισμού και του καθεστώτος επιτροπείας, που καταργεί τη Δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία.

Όποιος θεωρεί ότι οι συσχετισμοί δύναμης σε μια (δια)κρατική οντότητα, που συγκροτείται από λαούς και τάξεις, “δεν αλλάζουν” είναι παραδομένος στη μεταφυσική και θέτει τον εαυτό του εκτός ταξικής πάλης και άρα εκτός Ιστορίας.

Αντιστοίχως, όποιος θεωρεί ότι η “αριστερή απάντηση” στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό των απόλυτα διασυνδεδεμένων οικονομιών και αγορών είναι η επιστροφή σε ένα “περίκλειστο έθνος – κράτος” ή στην “αυτοδύναμη ανάπτυξη” ρίχνει νερό στον μύλο της αναδυόμενης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.

Η Ευρώπη της Δημοκρατίας και της αλληλεγγύης δεν είναι ένα κενό περιεχομένου σύνθημα. Είναι το μόνο πολιτικό σχέδιο που μπορεί να αποτρέψει μια επιστροφή στην εποχή των τεράτων, μετά την ηθική και πολιτική χρεοκοπία του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Γι’ αυτό και εν όψει του βρετανικού δημοψηφίσματος συντασσόμαστε με τον Τζέρεμι Κόρμπιν: Να μείνουμε στην Ε.Ε., για να την αλλάξουμε και όχι για να την αποδεχτούμε καρτερικά ως έχει, αφού το σημερινό μοντέλο τελεί σε πλήρη αποσύνθεση.

* Ο Γιάννης Μπουρνούς είναι μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ