Skip to main content

Συντάκτης: admin

Κοιτώντας κατάματα τις πολιτικές επιλογές

Μετά το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τον καινούργιο εαυτό της, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί από την πολύμηνη σκληρή διαπραγμάτευση και από τις αριστερές του θέσεις. Και το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει είναι εάν υπό τις παρούσες συνθήκες υπάρχει περιθώριο για την άσκηση αριστερής πολιτικής ή πολιτικής υπεράσπισης των λαϊκών στρωμάτων και της εργασίας. Το ερώτημα αυτό τίθεται ακόμη εντονότερα στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκτιμώ ότι η απάντηση στο καίριο ερώτημα δεν μπορεί να είναι πλήρης αν δεν εξετάσουμε προσεκτικά το καθεστώς της επιτροπείας στο οποίο βρεθήκαμε το αμέσως προηγούμενο διάστημα και δεν συζητήσουμε γι’ αυτό και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Μια τέτοια συζήτηση είναι αναγκαία τόσο για την άσκηση της πολιτικής την επόμενη μέρα, όσο και για την εξέλιξη των αναλύσεων του κόμματος. Κι αυτό διότι, κατά την εκτίμησή μου, στις αναλύσεις του ΣΥΡΙΖΑ πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης υποτιμήθηκε η ιδέα της «επιβολής» από τους δανειστές συγκεκριμένων πολιτικών μέσα από την άσκηση καθαρού οικονομικού εκβιασμού. Κι όμως, η εμπειρία των τελευταίων μηνών της διαπραγμάτευσης μαρτυρά ότι η ωμότητα της παρέμβασης των δανειστών στην καθημερινή πολιτική σκηνή βρήκε την κυβέρνηση μεν με αναμενόμενη μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ λόγω του ευρωπαϊκού πολιτικού συσχετισμού, τον ΣΥΡΙΖΑ δε ουσιαστικά αιφνιδιασμένο.

Για να γίνω πιο σαφής, όλο το προηγούμενο διάστημα οι θεσμοί παρενέβαιναν σχεδόν σε κάθε ρυθμιστική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ελέγχοντας ακόμη και πεδία πολιτικής που ελάχιστα σχετίζονταν με τη συμφωνία του Αυγούστου ή νομοθετικές πρωτοβουλίες που είχαν αμελητέα δημοσιονομική επίπτωση. Η ισχυρή αντίσταση που προέβαλε η κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση, αν και λίγο γνωστή, προσέκρουε συχνά σε στυγνούς οικονομικούς εκβιασμούς, σε ανορθολογικά επιχειρήματα και σε μια εξαντλητική μικροδιαχείριση από την πλευρά των δανειστών. Το κόμμα οφείλει να γνωρίσει αυτές τις οπτικές της διακυβέρνησης, να μάθει τη διάσταση των εκβιασμών, να ενημερωθεί για την προέλευση συγκεκριμένων μέτρων, να λάβει γνώση για το τι πραγματικά ζητείται από τους δανειστές και, έχοντας κατανοήσει αυτά να συζητήσει πια για την επόμενη μέρα και να χαράξει τη νέα στρατηγική και τα όρια της νέας περιόδου.

Με το κλείσιμο της αξιολόγησης κλείνει ένας πρώτος κύκλος, ο οποίος περιλαμβάνει ασφαλώς και δυσβάσταχτα μέτρα, σημειώνει όμως σημαντικές νίκες -κυρίως αντίστασης- και δημιουργεί τις προοπτικές για αντιστροφή των υφεσιακών επιπτώσεων των μέτρων λιτότητας. Ο χαρακτήρας της επόμενης μέρας θα καθοριστεί ουσιαστικά από την ελευθερία που θα έχει η κυβέρνηση να ξεδιπλώσει το αριστερό της πρόγραμμα και από τον βαθμό υλοποίησης αυτού. Για να συμβεί όμως αυτό τουλάχιστον δύο προϋποθέσεις είναι αναγκαίες: β να καθοριστούν με απόλυτη ακρίβεια τα συγκεκριμένα πεδία στα οποία η κυβέρνηση θα πρέπει να κατορθώσει συγκεκριμένους στόχους και να δεσμευτεί στην υλοποίησή τους με απόλυτη προσήλωση ως εάν να πρόκειται για ένα μνημόνιο με την κοινωνία και β) να διεκδικήσει αποφασιστικά απέναντι στους δανειστές την ελευθερία για άσκηση της δικής της πολιτικής, διευρύνοντας τις συγκρούσεις στο καθεστώς επιτήρησης.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία το κόμμα δεν μπορεί να είναι αμέτοχο, ούτε να πληροφορείται αποσπασματικά τις εξελίξεις, αλλά οφείλει να είναι ο διαμορφωτής των πολιτικών που ιεραρχούνται ως ορόσημα της νέας περιόδου και ο ελεγκτής των δεσμεύσεων προς την κοινωνία.

 
* Η Έφη Αχτσιόγλου είναι διευθύντρια του γραφείου του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

 

Η λειτουργία κόμματος και κυβέρνησης δεν ανταποκρίνεται στους στόχους μας

Η διαδικασία μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε κεντρική πολιτική δύναμη βασίστηκε στη μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε κρίση ηγεμονίας. Χρειάστηκε γι’ αυτό η αστάθμητη συνάντηση μιας σειράς κοινωνικών αγώνων με τη δυνατότητα ανατροπής στο πολιτικό επίπεδο. Η σχέση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης που οικοδομήθηκε όμως παραμένει εύθραυστη και δοκιμάζεται σκληρά από την εφαρμογή των μέτρων της συμφωνίας του Ιουλίου.

Η συμφωνία του Ιουλίου, παρά τα σημαντικά λάθη μας, συμπυκνώνει έναν τρομακτικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων από τον οποίο δεν θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε. Ίσως το πιο αρνητικό αποτέλεσμα είναι η ασφυκτική διαδικασία επιτήρησης που έχει επιβληθεί. Τα όρια και οι δυνατότητες άσκησης πολιτικής εντός του σημερινού πλαισίου είναι ίσως το βασικό ερώτημα.

Στην πολιτική σύγκρουση δεν υπάρχουν μόνο νίκες, αλλά και ήττες. Χειρότερο όμως από την ήττα είναι η αδυναμία παραδοχής και κατανόησης της πραγματικότητας. Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν επαναφέρει μια συνθήκη ομαλότητας. Οι καθημερινοί εκβιασμοί αναδεικνύουν ότι η σύγκρουση συνεχίζεται. Καλούμαστε να λειτουργήσουμε μέσα σε συνθήκες πολέμου. Όσο λάθος αποδεικνύεται η άποψη περί πολιτικής ταύτισης ΣΥΡΙΖΑ και δανειστών μετά την υπογραφή του Ιουλίου, άλλο τόσο λάθος είναι και η αντίληψη ότι η συμφωνία ορίζει ένα πλαίσιο που θα σεβαστεί ο αντίπαλος και το οποίο οφείλουμε σταθερά να υλοποιήσουμε. Αντιθέτως, βιώνουμε μια συνεχιζόμενη αρνητική μετατόπιση του πλαισίου μέσω εκβιασμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση των ιδιωτικοποιήσεων.

Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι αυτή η πρακτική θα αλλάξει στο μέλλον. Ειδικά στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, οι συμμαχίες μας περιορίζονται ακόμα περισσότερο. Δυνάμεις οι οποίες για δικούς τους λόγους θέλουν να αμφισβητήσουν το αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, είναι την ίδια στιγμή θρησκευτικά προσηλωμένες σε πολιτικές υποτίμησης της εργασίας.

Υπό αυτό το πρίσμα το δεύτερο κυρίαρχο ερώτημα, πέρα από τα όρια άσκησης πολιτικής, είναι η οργάνωση των δυνάμεών μας για να διεξάγουμε αποτελεσματικά τον σημερινό πόλεμο. Η λειτουργία κόμματος και κυβέρνησης δεν ανταποκρίνεται στον παραπάνω στόχο. Η επικοινωνία κυριαρχεί πάνω στην πολιτική και το κόμμα υποβαθμίζεται καθημερινά στη σχέση του με την κυβέρνηση. Παράλληλα, υποχωρεί συνολικά η συλλογική δέσμευση και αντίληψη (το ζήτημα με τα οικονομικά βουλευτών και ευρωβουλευτών αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα). Κερδίζει χώρο η άποψη εμφάνισης ενός νέου «success story», ενώ ταυτόχρονα η ηγεσία του ΤΑΙΠΕΔ αισθάνεται την ανάγκη μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις να νουθετήσει τον κόσμο της Αριστεράς, που παραμένει εχθρικός προς τις ιδιωτικοποιήσεις. Η έλλειψη προτεραιοτήτων μάς έχει στερήσει τη δυνατότητα να σχεδιάσουμε ακόμα και σε πεδία που θα μπορούσαν να γίνουν σημαντικές κινήσεις, όπως η μαύρη εργασία (με απώλειες που προσεγγίζουν ετησίως τα 4 δισ.). Όχι μόνο κάναμε το λάθος να σχεδιάσουμε το ασφαλιστικό ξεχωριστά από τις πρωτοβουλίες για την παραβατικότητα στην αγορά εργασίας, αλλά ακόμα και σήμερα εμφανιζόμαστε χωρίς βούληση και σχέδιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή επέλεξε «να σκεφτεί πέρα από την ήττα» της ιστορικής Αριστεράς. Να υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και όχι τη δική του αναπαραγωγή. Σήμερα χρειαζόμαστε ένα νέο σχέδιο μάχης που δεν θα δεχτεί τον ρόλο που «φίλοι» και εχθροί επιθυμούν να μας επιβάλουν.

* Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ

Το κόμμα δεν πρέπει να καταλήξει χειροκροτητής της κυβέρνησης

Εδώ και 14 μήνες η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίνει μια τεράστια πολιτική μάχη, τη μάχη της ελπίδας, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλη την Ευρώπη. Από τις 25 Γενάρη, όταν πρώτη φορά συγκροτήθηκε κυβέρνηση με κορμό τη ριζοσπαστική Αριστερά, και έπειτα από έναν επώδυνο συμβιβασμό αλλά και μια δεύτερη εκλογική νίκη που έβαλε τέλος στα σενάρια της αριστερής παρένθεσης, είμαστε εδώ αντιμέτωποι με ακόμα ένα μεγάλο στοίχημα, την εξεύρεση διεξόδου από την οικονομική κρίση, και κυρίως αποφασισμένοι να υλοποιήσουμε όλες τις αναγκαίες τομές ώστε να εδραιώσουμε επιτέλους ένα κράτος που θα λειτουργεί με αξιοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Οι τελευταίοι εννέα μήνες αποδεικνύουν ότι, παρά τις δυσμενείς συνθήκες και την τεράστια επίθεση, έχουμε καταφέρει, με αργά αλλά σταθερά βήματα, να αφήσουμε το αποτύπωμά μας σε σχέση με τους στρατηγικούς μας στόχους. Η ελεύθερη πρόσβαση των ανασφάλιστων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η κάρτα αλληλεγγύης, οι προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας της χώρας μετά από έξι χρόνια αδράνειας, η ρύθμιση του πλαισίου αδειοδότησης των ΜΜΕ, η αλλαγή στο πλαίσιο λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, η αντιμετώπιση της διαφθοράς με συντεταγμένους ελέγχους σε όλους τους εποπτευόμενους φορείς του δημοσίου οι οποίοι λειτουργούσαν ασύδοτα και ρουσφετολογικά όλα τα προηγούμενα χρόνια, π.χ. ΚΕΕΛΠΝΟ, είναι ορισμένα μόνο από αυτά που η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει .

Παρά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει να διανύσει έναν μακρύ και δύσκολο δρόμο και δεν έχει περιθώρια εφησυχασμού. Πρέπει να βρούμε εκείνα τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να αναστρέψουμε όλα αυτά τα σκληρά μέτρα που μας επέβαλαν οι «δανειστές». Να εφαρμόσουμε πολιτικές ανατροπής της παρούσας κατάστασης και όχι απλής διαχείρισής της. Πολιτικές που θα αλλάζουν τις ζωές μας, θα στηρίζουν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, θα μετασχηματίζουν την κοινωνία προς μια δημοκρατική κατεύθυνση. Αυτό ήταν εξαρχής το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ και αυτό πρέπει να υπερασπιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις συντεταγμένα ως κόμμα και ως κυβέρνηση.

Σε αυτή τη φάση, και με μεγάλη καθυστέρηση είναι αλήθεια, πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τον ρόλο του κόμματός μας χτίζοντας μια οργανική σχέση με την κυβέρνηση και ενδυναμώνοντας τη σχέση μας με την κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλουμε και δεν πρέπει να καταλήξει ο παρατηρητής και χειροκροτητής του έργου της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να έχει μέλλον αν δεν έχει στο πλάι της ένα κόμμα που θα διασφαλίζει την επαφή με την κοινωνία, τις ανάγκες και τις ελπίδες της και θα παράγει πολιτική.

Για να πετύχουμε τους στόχους που βάζουμε, πρέπει να ξεπεράσουμε τις παθογένειες του παρελθόντος και την «κακή παράδοση» των οργανώσεων της Αριστεράς. Οι οργανωτικές αδυναμίες μας, η βίαιη ωρίμανσή μας σε συνδυασμό με τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό δεν μας επέτρεψαν να αντιστοιχηθούμε πραγματικά με την κοινωνία.

Το συνέδριό μας το φθινόπωρο θα πρέπει να αντανακλά μια άλλη δυναμική και να είναι πραγματικά ανοιχτό στην κοινωνία. Να είναι η ηχηρή μας απάντηση στην προσπάθεια αποδόμησης της Αριστεράς και των αγώνων, η δέσμευσή μας στην κοινωνία ότι ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε παρούσες και παρόντες στα δύσκολα και μεγάλα που έρχονται. Είμαστε υποχρεωμένοι να κερδίσουμε και θα κερδίσουμε!

* Η Μαρία Βαμβουρέλη είναι σύμβουλος του υπουργού Υγείας

Αντιστοίχηση του εκλογικού και κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ με τον κομματικό

Είσαστε ευχαριστημένοι από τη συλλογική λειτουργία του κόμματος; Της κυβέρνησης ή της μεταξύ τους σχέσης; τι θα αλλάζατε;

Ολόκληρο το κομματικό σύστημα, πρέπει να σκεφτούμε, σε όλο το δυτικό κόσμο και όλο το σύστημα αντιπροσώπευσης περνά δύσκολους καιρούς. Οι σχέσεις κυβερνήσεων και κυβερνητικών κομμάτων δοκιμάζονται αφού μια σειρά λόγοι που έχουν να κάνουν με τη νέα οργάνωση της ζωής των πολιτών και της παραγωγής αλλάζουν ραγδαία και αυτές οι αλλαγές έχουν προφανώς αντανάκλαση και στη λειτουργία των κομμάτων και στη λειτουργία της δημοκρατίας.

Είναι μια δύσκολη, επίμονη καθημερινή σχέση. Η μεταβολή από το πολιτικό σχέδιο στη διακυβέρνηση και από το πολιτικό πρόγραμμα στην καθημερινότητα, απαιτούν πολλή δουλειά, προσοχή στη λεπτομέρεια, ανοιχτό μυαλό και σχέσεις εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης. Η αλληλόδραση Κυβέρνησης κόμματος, είναι συνεχής, αλλά και οι ρόλοι τους διακριτοί. Η κυβέρνηση να προωθεί  αλλαγές,  λύσεις, τομές, να αναμετράται αφενός με τα προβλήματα της καθημερινότητας να φτιάχνει στρατηγικές για το σήμερα και το αύριο της χώρας.  Το κόμμα, να ακούει την κοινωνία και να ζυμώνεται μαζί της, να επισημαίνει παραλήψεις και αστοχίες της κυβέρνησης, να οργανώνει την πολιτική του επιχειρηματολογία και προγραμματικά και ιδεολογικά, να δίνει ιδέες, προτάσεις, επεξεργασίες για το παρόν και το μέλλον του χώρου.

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι θα αντικαθιστούσα στο τρόπο που πολιτευόμαστε το «θέλω» με το « μπορώ». Σήμερα βλέπουμε τη μεγάλη ανάγκη που υπάρχει για εφαρμοστέες λύσεις που αγγίζουν τομείς της καθημερινότητας.  Όπως επίσης η αναζήτηση, κατά θέμα, μεγάλων κοινωνικών συμμαχιών και συναινέσεων. Αυτό εκτιμώ θα ήταν μια ριζοσπαστική τομή ρεαλισμού που θα άνοιγε νέους δρόμους και ένα νέο συμβόλαιο με την κοινωνία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ενώπιων ενός συνεδρίου στρατηγικού επανακαθορισμού για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα (4-8 χρόνια). Ποια η άποψη σας; μπορεί να ασκήσει διακυβέρνηση στις συνθήκες που υπάρχουν;

Δεν υπάρχει το ερώτημα «Μπορεί;». Υπάρχει Κυβέρνηση που κυβερνά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είμαστε και ούτε θα γίνουμε ένα Think Tank που λέει τη γνώμη του, και όποιος την ακούσει την άκουσε… Είμαστε Κυβέρνηση και κυβερνητικό κόμμα. Ζητήσαμε από τον Ελληνικό λαό να μας εμπιστευτεί και μας εμπιστεύτηκε σε αυτές τις συνθήκες, γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Δεν ζητήσαμε από τον Ελληνικό λαό  να αλλάξουν οι συνθήκες για να Κυβερνήσουμε όποτε ευκαιρούμε.

Η αριστερά έχει ένα διπλό καθήκον. Πρώτον να οργανώσει την έξοδο της χώρας από την κρίση εγκαινιάζοντας μια περίοδο ανάπτυξης και κοινωνικής ανάκαμψης και δεύτερον να οργανώσει το μέλλον σε πιο δίκαιες, βιώσιμες αρχές, θωρακίζοντας την κοινωνία συνολικά και κατά προτεραιότητα τους πιο αδύναμους.  Άρα ναι συνέδριο με την κοινωνία πρωταγωνιστή, συνέδριο ανοικτών πολιτικών οριζόντων, συνέδριο για μια ισχυρή κυβερνώσα αριστερά μακράς πνοής και κοινωνικού αποτελέσματος.

«Άνοιγμα στην κοινωνία». Σε ποιους κοινωνικούς χώρους και σε ποιους πολιτικούς χώρους;

Το λέμε από το 2012 δεν το έχουμε κάνει ακόμα πράξη. Αντιστοίχηση του εκλογικού και του κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ με τον κομματικό. Άνοιγμα πολιτικό σε όλους τους προοδευτικούς δημοκράτες πολίτες, για ένα πλατύ πολιτικό μέτωπο με στόχο τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό, τη δημοκρατική εμβάθυνση την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, τη ρήξη με τις παθογένειες, τη θεμελίωση και το βάθεμα δικαιωμάτων και ελευθεριών.  Ένα ανοικτό πολιτικό προσκλητήριο χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους, χωρίς πιστοποιητικά μακράς κομματικής θητείας στην αριστερά, με στόχο να αποτραπεί μια νέο-συντηρητική, νεοφιλελεύθερη,  επαναφορά της δεξιάς, από την ηγεσία Μητσοτάκη, που στην πράξη δεν πήρε αποστάσεις και διαζύγιο από τα αμαρτήματα και τις παθογένειες δεκαετιών αν και της δόθηκε η ευκαιρία.

*O Κώστας Ζαχαριάδης είναι διευθυντής της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ

Οι αρχικές στοχεύσεις παραμένουν εν ισχύ, παρά τον συμβιβασμό

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έγινε τον Ιούλιο 2013. Σύμφωνα με το καταστατικό του κόμματος, το τακτικό συνέδριο συγκαλείται κάθε τρία χρόνια και ψηφίζει αποφάσεις που ισχύουν μέχρι το επόμενο συνέδριο. Συνεπώς, το 2016 αποτελεί έτος συνεδρίου. Επιπλέον, οι πυκνές πολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν την προηγούμενη τριετία, και ιδιαίτερα το 2015, επιβάλλουν τη σύγκληση τακτικού συνεδρίου μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.

Ειδικότερα, θα δοθεί η ευκαιρία το κόμμα να συζητήσει με συντεταγμένο και δημοκρατικό τρόπο τις συνθήκες στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, τις διαπραγματεύσεις του 2015 και το αποτέλεσμά τους, την πορεία και τις προοπτικές της οικονομίας, τους όρους για την έξοδο από την κρίση και την ανάκαμψη. Πρόκειται για μια μεγάλη και αναγκαία κουβέντα, που αφορά όχι μόνο τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Τον Ιούλιο 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την εφαρμογή ενός προγράμματος το οποίο αποκλίνει από τις προεκλογικές του δεσμεύσεις. Ο σ. Τσίπρας, εξερχόμενος από τις πολύωρες διαπραγματεύσεις της 13ης Ιουλίου, δήλωσε ότι υπέγραψε μια συμφωνία την οποία δεν πιστεύει. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, που οικειοποιήθηκαν τα Μνημόνια ως δική τους στόχευση και πολιτική, ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτικοποίησε τη διαδικασία, αναδεικνύοντας τη σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ δύο αντιθετικών αντιλήψεων για την Ευρωπαϊκή Ένωση: της Ευρώπης της Δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής και της Ευρώπης της λιτότητας και των ανισοτήτων. Το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης κρίθηκε από τον συσχετισμό δυνάμεων τη δεδομένη στιγμή, αναδεικνύοντας με έμφαση την ανάγκη για την αλλαγή του συσχετισμού αυτού στο ευρωπαϊκό και το διεθνές επίπεδο.

Η μη οικειοποίηση από τον ΣΥΡΙΖΑ της συμφωνίας με τους πιστωτές πρακτικά σημαίνει ότι α) η εφαρμογή των μέτρων που περιλαμβάνονται σ’ αυτή επιδιώκεται να υπακούει σε κριτήρια προστασίας των πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και κατανομής των βαρών με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και β) οι αρχικές στοχεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν εν ισχύ και ενσωματώνονται στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό του κόμματος. Οι στοχεύσεις αυτές είναι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές. Ενδεικτικά, αναφερόμαστε σε ορισμένες από αυτές.

Στο πολιτικό επίπεδο, το σύστημα της διαπλοκής που διαμορφώθηκε τα τελευταία είκοσι και πλέον έτη πρέπει όχι μόνο να εκτεθεί σε κοινή θέα, αλλά και να αποδιαρθρωθεί. Η διόγκωση του δημόσιου χρέους δεν είναι παρά σύμπτωμα του φαινομένου αυτού. Στο κοινωνικό επίπεδο, η αύξηση της ανεργίας και το βάθεμα των ανισοτήτων αποτελούν φαινόμενα που πρέπει να καταπολεμηθούν αποφασιστικά. Φαινόμενα σαν κι αυτά εκτρέφουν επικίνδυνες συμπεριφορές. Λαμβάνοντας υπόψη την αναμενόμενη εγκατάσταση στην χώρα μας προσφύγων και μεταναστών από τη Μέση Ανατολή, είναι προφανές ότι βαδίζουμε σε δύσκολα μονοπάτια. Στο οικονομικό, τέλος, επίπεδο, η αντιμετώπιση της τροχοπέδης του χρέους -δημόσιου και ιδιωτικού- αποτελεί βασικό όρο για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την έξοδο από την κρίση των τελευταίων έξι ετών.

Στις συνθήκες αυτές ο ΣΥΡΙΖΑ αναμετριέται με τον εαυτό του. Καλείται να δικαιώσει την ψήφο που έλαβε από σχεδόν δύο εκατομμύρια πολίτες και να αντιστοιχηθεί με την κοινωνική του βάση.

Καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια τόσο από τα κομματικά όργανα, όσο και από τα στελέχη να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της νέας περιόδου. Η προσαρμογή μετά την αποχώρηση πολλών συντρόφων μας το 2015 είναι ακόμα μια πρόκληση.

Συνολικά, πολλά έγιναν και πολλά περισσότερα πρέπει να γίνουν άμεσα. Το κόμμα πρέπει να ανασυγκροτηθεί στις νέες συνθήκες και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της κοινωνίας που το στήριξε σε επανειλημμένες αναμετρήσεις το προηγούμενο χρονικό διάστημα, καθώς και στις απαιτήσεις του ξεχωριστού ρόλου που σηματοδοτεί η άσκηση εξουσίας από ένα κόμμα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος και η διάρθρωσή του πρέπει να επανεξεταστούν και να αντιστοιχηθούν όχι μόνο με τις διαθέσεις της κοινωνίας, αλλά και με τα σύγχρονα εργαλεία άσκησης πολιτικής σε μια περίοδο ταχείας τεχνολογικής εξέλιξης.

Η προσυνεδριακή διαδικασία θα δώσει την ευκαιρία για τη σε βάθος συζήτηση των πιο πάνω και άλλων πολλών θεμάτων, ενώ το συνέδριο θα επιτρέψει την υλοποίηση των απαραίτητων προσαρμογών με θεσμικό και δημοκρατικό τρόπο. Το νέο τοπίο απαιτεί από όλους και όλες μας την ανασύνταξη των δυνάμεών μας τόσο σε κομματικό όσο και σε ατομικό επίπεδο.

* Η Μαρίκα Φραγκάκη είναι μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

Η προηγούμενη Π.Γ. ήταν μονόπλευρα προσανατολισμένη στον έλεγχο της κυβέρνησης

1) Η κατάσταση στην Ευρώπη, η πορεία “ολοκλήρωσης” της “ενοποίησής” της και οι προοπτικές αυτής η μιας άλλης ολοκλήρωσης, ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων και η επίδραση σε αυτόν από την τακτική του ΣΥΡΙΖΑ, η δυναμική των σχέσεων στο ΚΕΑ και η διαπίστωση των πολιτικών συμμάχων του, η δυναμική του συντονισμού της δράσης των κινημάτων πανευρωπαϊκά, η κατάσταση και η προοπτική της σχέσης και της κοινής δράσης των λαών της Ευρώπης, αν δεν συζητηθούν θα οδηγούμαστε σε πειραματισμούς, ακροβατισμούς και πιθανώς σε νέες διασπάσεις.

Η πολιτική που εφαρμόστηκε από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. και οι διάφοροι συγκυβερνώντες μαζί τους) την πενταετία που προηγήθηκε της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε ασφυκτικά πλαίσια για την άσκηση της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους δικούς του συμμάχους (ανεπίστρεπτες καταστροφές στην παραγωγική βάση της χώρας, ισχυρότατες δεσμεύσεις προς τους δανειστές, θεσμική θωράκιση των συντριπτικών αλλαγών στη διανομή του πλούτου προς όφελος των δυνάμεων του πλούτου κ.λπ. κ.λπ.). Οφείλουμε, πέρα από τη διαπίστωση ύπαρξής τους, να απαντήσουμε πώς αυτά επέδρασαν στην άσκηση της διακυβέρνησης και με ποιον τρόπο θα ανατραπούν.

Η κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, το επίπεδο της πολιτικής της συνείδησης μετά και την «καταστροφή» (;) των παλαιών ομαδοποιήσεων και οπαδοποιήσεων, η κατάσταση των κινημάτων, η αποτελεσματικότητά τους και η σχέση τους με την κοινωνία, ο βαθμός διαθεσιμότητας των πολιτών από την ανάθεση να περάσουν στην άμεση εμπλοκή. Η κυβερνητική πρακτική αφενός με την δημιουργία θεσμών και πλαισίων που θα το υποβοηθούν αυτό να συμβεί, αφετέρου με την υπεράσπιση συμφερόντων, ώστε να ενισχύονται οι κοινωνικές συμμαχίες της.

Η εμπειρία και οι προοπτικές από τη συγκυβέρνηση για τις πολιτικές συμμαχίες με δυνάμεις και πέραν του αριστερού τόξου. Οι κίνδυνοι και οι δυναμικές.

Η επίδραση των μεταναστευτικών – προσφυγικών ροών στην χώρα μας και στην Ευρώπη συνολικά

Σίγουρα δεν είναι τα μόνα, αλλά τα κατά τη γνώμη μου απαραίτητο και επείγον να ορίσουν την θεματική ατζέντα.

2) Αυθαίρετα εκτιμάται, και καλούμαι να απαντήσω, η μη αντιστοίχιση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνική του βάση. Αυτό οφείλουμε να το διαπιστώσουμε μέσα από ένα μεγάλο πολιτικό άνοιγμα στην κοινωνία, όπως αποφάσισε η Π.Γ. και αυτό το σχέδιο οφείλουμε να υλοποιήσουμε.

Αν στην πρώτη περίοδο (μέχρι την ανάληψη της διακυβέρνησης) αυτό το άνοιγμα σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε με σαφή αποτελεσματικότητα στην πολιτική επιρροή και αντιστοίχιση του κόμματος με την κοινωνία, και αποτυπώθηκε στις αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες, στη δεύτερη περίοδο μετά τις 25 Γενάρη η Κ.Ε. και η προηγούμενη Π.Γ. απέτυχαν να δώσουν απαντήσεις στο πώς το κόμμα θα διασυνδέεται σταθερά με την κοινωνία στο σύνολό της, θα την επηρεάζει και θα επηρεάζεται από αυτήν και έτσι θα συνεχίσει να αντιστοιχείται στην κοινωνική και εκλογική του βάση. Κατά τη γνώμη μου γιατί η προηγούμενη Π.Γ. ήταν μονόπλευρα προσανατολισμένη στον έλεγχο του κυβερνητικού έργου και μάλιστα με στρεβλό τρόπο.

3) Ο χρόνος διεξαγωγής του συνεδρίου πρέπει να καθοριστεί από το πόσο είμαστε έτοιμοι στον προσδιορισμό του πλαισίου συζήτησης, από τις πιέσεις της συγκυρίας και την εκτίμηση του κλίματος στην κοινωνία για την θετική της αντίδραση και διάδραση.

Αυτό θα το προσδιορίσει η Π.Γ. στην επόμενη συνεδρίασή της.

* Ο Νίκος Παυλίδης είναι μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

Απεύθυνση στην κοινωνία με ειλικρίνεια και χωρίς ωραιοποιήσεις

Από το πρώτο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έως σήμερα μεσολάβησαν εξαιρετικής σημασίας πολιτικά γεγονότα, καθοριστικά για το κόμμα μας, την κοινωνία και την Ευρώπη συνολικά.

Μετά την εκλογική νίκη του Γενάρη του 2015 και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, τη διαπραγμάτευση, το δημοψήφισμα και την υπογραφή της συμφωνίας «με το πιστόλι στον κρόταφο», όπως λέγαμε τότε, την τραυματική διάσπαση του κόμματος, με ευθύνη και της ηγεσίας του, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται για δεύτερη φορά στην κυβέρνηση έχοντας αναλάβει την υποχρέωση να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόγραμμα που δεν είναι δικό του και που έρχεται σε αντίθεση με τις προγραμματικές διακηρύξεις του πρώτου του συνεδρίου.

Ανάχωμα ή ανταγωνιστικό σχέδιο στην αναγκαία συνθηκολόγηση του Μνημονίου θα πρέπει να αποτελεί το «παράλληλο» πρόγραμμα, όπως αυτό εκπονήθηκε πριν από τις εκλογές του Σεπτέμβρη, ένα πρόγραμμα που εντάσσεται σαφώς σε μια συγκρουσιακή διαδικασία στη βάση ενός συνολικού πολιτικού σχεδίου απεγκλωβισμού.

Στα πλαίσια αυτά και ενώ σήμερα βρισκόμαστε σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτικά περίοδο, αφού φαίνεται πως κλείνει η αξιολόγηση και βρισκόμαστε στο «τέλος της αρχής», όπως είπε πρόσφατα ο υπουργός Οικονομικών, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα της συγκυρίας και να χαράξει την τακτική αλλά κυρίως να επανακαθορίσει τη στρατηγική του κόμματος, τον στρατηγικό μας στόχο, που δεν είναι άλλος από τον κοινωνικό μετασχηματισμό, τον σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία.

Εξ άλλου και η μεγάλη εικόνα είναι προς αναδιάταξη, η καπιταλιστική κρίση, οι νομισματικοί πόλεμοι και οι μάχες για την κυριαρχία και την επιβολή -η TTIP είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο της επιβολής του κέρδους των επιχειρήσεων απέναντι στα δικαιώματα των πολιτών και του περιβάλλοντος- και την ίδια στιγμή οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι, που έχουν ως συνέπεια μεταξύ άλλων τα τεράστια προσφυγικά ρεύματα, ρευστοποιούν συμμαχίες και βεβαιότητες μιας ολόκληρης περιόδου και αφήνουν ανοιχτό το κρίσιμο προς απάντηση ερώτημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».

Με κύριο άξονα τη διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου που θα αφήσει στο παρελθόν παθογένειες και αδυναμίες που αναδείχτηκαν από την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας, που θα οριοθετεί και θα επανακαθορίζει τον ρόλο και τη σχέση του κόμματος με την κυβέρνηση και την κοινωνία και θα θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τον απεγκλωβισμό από την επιτροπεία και το Μνημόνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προχωρήσει και να ξαναβρεί το νήμα που τον συνδέει με τα ασθενέστερα και λαϊκά κοινωνικά στρώματα, με τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της κοινωνίας, με τους ανθρώπους που συναντηθήκαμε στα κινήματα, στους αγώνες και μοιραστήκαμε κοινές αγωνίες και στόχους.

Το συνέδριο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει αφορμή και αφετηρία μιας νέας απεύθυνσης στη κοινωνία, ιδιαίτερα σήμερα που η αναγκαστική εφαρμογή υφεσιακών μέτρων πλήττει και εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που τον στηρίζουν, μιας απεύθυνσης με ειλικρίνεια και χωρίς προσπάθειες ωραιοποίησης της πραγματικότητας.

Είναι ανάγκη να ανταγωνιστούμε τις λογικές της ανάθεσης που οδηγεί τελικά σε παραίτηση και απογοήτευση. Να φέρουμε κοντά μας τον απλό κόσμο, που έρχεται ανιδιοτελώς να προσφέρει στην κοινή προσπάθεια, τον κόσμο των κοινωνικών κινημάτων, όσες και όσους από θέση ευθύνης έχουν αποδείξει στην πράξη ότι ο αξιακός τους κόσμος μπορεί να συμβαδίζει με το αξιακό φορτίο της Αριστεράς.

Το συνέδριο είναι κρίσιμο να γίνει άμεσα, αλλά όχι σε ασφυκτικές προθεσμίες, ώστε να δοθεί η δυνατότητα ουσιαστικής προσυνεδριακής συζήτησης, να ακουστούν οι απόψεις και οι προβληματισμοί των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, των συντρόφων/ισσών που χωρίς ιδιοτέλεια έδωσαν και δίνουν καθημερινά μάχες στην κοινωνία, στη γειτονιά, στους εργασιακούς χώρους, στα κοινωνικά κινήματα και στις δομές αλληλεγγύης.

* Η Κατερίνα Κνήτου είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

 

Ο στόχος της υπέρβασης της λιτότητας και της ήττας του νεοφιλελευθερισμού παραμένει

 1) Εκτιμώ ότι βρισκόμαστε σε μία κομβική στιγμή και σε μία πολιτική – οικονομική κατάσταση κινούμενης άμμου. Η προσδοκία της τετραετίας ή και της οκταετίας είναι συμβατή με την ανάγκη της επάρκειας του χρόνου και τη δυνατότητα ώστε η Αριστερά να ξεδιπλώσει το προγραμματικό έργο και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις με σαφές ταξικό – αριστερό πρόσημο υλοποιώντας, βελτιώνοντας και επικαιροποιώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του προγράμματός του με στόχο την υπέρβαση της λιτότητας και την ήττα του νεοφιλελευθερισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη ανοίγοντας δρόμο για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Είναι γεγονός ότι η διαμόρφωση των προϋποθέσεων μίας μακροπρόθεσμης παραμονής της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην κυβέρνηση περνάει μέσα από την υπέρβαση της σημερινής κατάστασης και του ασφυκτικού πλαισίου που επιβάλλουν οι δανειστές. Χρειάζεται λοιπόν και παρά τις δυσκολίες που δημιουργούν να κλείσει η αξιολόγηση με όρους που θα διαφυλάσσονται τα συμφέροντα των ασθενέστερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, το άνοιγμα της συζήτησης για το ελληνικό χρέος, η υπέρβαση της υφεσιακής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας και το πέρασμα στην ανάπτυξη. Εδώ να σημειώσουμε ότι η αναφορά στην ανάπτυξη υποχρεωτικά πρέπει να συνδυάζεται με το αίτημα της αναδιανομής σε όφελος των ασθενέστερων και των δυνάμεων της εργασίας.

Τα πλεονάσματα τα οποία θα προκύψουν θα πρέπει να καλύψουν τις ανάγκες αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, της βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων, να αποτελέσουν χρηματοδοτικά εργαλεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά με την λογική του success story των προηγούμενων κυβερνήσεων. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να καλυφθεί το χαμένο «έδαφος» που δημιούργησε η ήττα και ο επώδυνος συμβιβασμός του Ιουλίου 2015.

Όσο για το ερώτημά σας περί της πάση θυσία παραμονής στην κυβέρνηση, θέλω να σημειώσω ότι η συζήτηση πρέπει να γίνει με τα πραγματικά ερώτημα και τις πραγματικές απαντήσεις. Όσο η κυβέρνηση θα αποδεικνύει ότι κινείται στην κατεύθυνση της υπέρβασης της ύφεσης, της αξιοποίησης των πλεονασμάτων για την δίκαιη αναδιανομή και παρά τα ασφυκτικά πλαίσια που επιβάλλει η συμφωνία του Ιουλίου, θα νομοθετεί και θα υλοποιεί το ένα παράλληλο πρόγραμμα, θα κινείται στη κατεύθυνση της εμβάθυνσης της δημοκρατίας θα μένει αμετακίνητη στη λογική της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού στην αντιμετώπιση του προσφυγικού, τόσο η κυβέρνηση θα ενδυναμώνει τη θέση της.

2) Τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να μετεξελιχθεί σε πολιτική έκφραση μίας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας όλων όσοι εθίγησαν από τις πολιτικές της σκληρής λιτότητας. Αυτή την ειδική σχέση με την κοινωνία πρέπει να διαφυλάξουμε ως “κόρη οφθαλμού”.

Παράλληλα με την έξαρση της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα, χιλιάδες άνδρες και γυναίκες διαμόρφωσαν μία νέα συμμαχία αλληλεγγύης, ανθρωπισμού, απόρριψης της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της λογικής των κλειστών συνόρων.

Η διατήρηση και η διεύρυνση αυτής της κοινωνικής συμμαχίας πρέπει να είναι στο επίκεντρο των πολιτικών επιλογών και δράσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν επιθυμούμε να είμαστε σεχταριστές. Οφείλουμε όμως:

– Να είμαστε προσεκτικοί καθώς έχουμε πρόσφατες περιπτώσεις που ελέγχονται και για τον πολιτικό καιροσκοπισμό τους αλλά και την ηθική τους υπόσταση.

– Να μην υπερβάλλουμε καθώς η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ στην παρούσα φάση δεν έχει προχωρήσει τόσο εκρηκτικά.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οφείλουμε να εργασθούμε για την ενίσχυση του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, τη συνέχιση της συμπόρευσης που έχουμε επιτύχει με τους Ευρωπαίους Πράσινους.

Εδώ χρειάζεται να κάνουμε ειδική αναφορά στις σχέσεις μας με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι διατηρώντας τα χαρακτηριστικά που συνεπάγεται η συμμετοχή μας στο ΚΕΑ οφείλουμε να αξιοποιήσουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις της σοσιαλδημοκρατίας από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αντίληψη. Ταυτόχρονα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι εκτός από τη δομική κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και τη στασιμότητα της πολιτικής επιρροής της, η κατάσταση είναι απολύτως αντιφατική.

Ας μην ξεχνάμε ότι στην περίφημη ομάδα του Βίδενγκραντ συμμετέχουν και χώρες με πρωθυπουργούς που προέρχονται από κόμματα μέλη του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (Αυστρία – Σλοβακία).

Σε κάθε περίπτωση σε αυτόν τον διάλογο οφείλουμε να προσέλθουμε με δεδομένο το αξιακό μας φορτίο και μακριά από τη λογική λίγο αυτοί αριστερότερα «λίγο εμείς δεξιότερα, θα συναντηθούμε».
 

* Ο Μιχάλης Υδραίος είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ

Η εκλογική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ να έχει και κομματικό αποτύπωμα

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας μαζί με τους ΑΝ.ΕΛΛ. ύστερα από προσφυγή στην κάλπη και ζητώντας από τον ελληνικό λαό να επικυρώσει και αυτός με την ψήφο του την εφαρμογή της συμφωνίας του Αυγούστου. Άρα εκτελεί το κυβερνητικό του σχέδιο έχοντας τη νομιμοποίηση του λαού. Η στόχευση του κυβερνητικού σχεδίου αφορά την υλοποίηση της συμφωνίας, ταυτόχρονα με μέτρα που προσπαθούν να ανακουφίσουν τα ασθενέστερα στρώματα (παράλληλο πρόγραμμα, δωρεάν δημόσια ασφάλεια για όλους).

Η συμφωνία αυτή ήταν μονόδρομος, γιατί αλλιώς η χώρα μας θα είχε οδηγηθεί σε άτακτη ή τακτική χρεοκοπία σύμφωνα με το σχέδιο Σόιμπλε, που δυστυχώς το πριμοδοτούσαν και στην πατρίδα μας διάφορες πολιτικές δυνάμεις. Άλλωστε στην σύγχρονη ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά δεν υπάρχουν δόγματα. Πρέπει να γνωρίζεις πότε θα πρέπει να κάνεις ακόμα και υποχωρήσεις, χωρίς όμως να χάνεις τον στρατηγικό σου στόχο. Άρα ο ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλες τις δυσκολίες που του δημιουργεί η εφαρμογή του προγράμματος, παραμένει προσηλωμένος στις αξίες της Αριστεράς στηρίζοντας τα χαμηλά και μεσαία στρώματα και χρησιμοποιεί κάθε δυνατότητα που του προσφέρει το στενό πλαίσιο της συμφωνίας.

Άλλωστε το ευρωπαϊκό περιβάλλον μόνο φιλικό δεν είναι μιας και η χώρα μας έχει ελάχιστους φίλους και συμμάχους, έχοντας απέναντι σκληρές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζουν ή και αγκαλιάζουν ακόμα και σκληρές ακροδεξιές απόψεις. Σε αυτή λοιπόν τη χρονική περίοδο η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. είναι η μόνη νησίδα αντίστασης απέναντι σε σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές και φαντάζει ως η μόνη ελπίδα του λαού μας για να βγει γρήγορα και με τις λιγότερες δυνατόν απώλειες από τα Μνημόνια οδηγώντας συγχρόνως τη χώρα μας μέσα από μεταρρυθμίσεις και σχεδιασμό στην παραγωγική ανασυγκρότηση.

Η άλλη πρόταση, η σκληρή νεοφιλελεύθερη της Ν.Δ. και του Κυριάκου Μητσοτάκη, οδηγεί νομοτελειακά σε απολύσεις, περαιτέρω μειώσεις μισθών και συντάξεων (τελευταίες δηλώσεις Βορίδη) και συνέχιση πολιτικών στήριξης των ολίγων και διαπλεκόμενων που τόσα χρόνια πλούτιζαν εις βάρος του λαού μας βγάζοντας τα χρήματά τους εκτός Ελλάδος, γεμίζοντας λίστες που πρώτη φορά τώρα δεν κρύβονται σε συρτάρια.

Μόνο με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. όλοι αυτοί λογοδοτούν στη Δικαιοσύνη και πληρώνουν για όλα όσα έκλεψαν.

2. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την ημέρα της ίδρυσής του ήταν ένα κόμμα με βαθιές ρίζες στην κοινωνία και στα κινήματα. Στηρίχθηκε σε αυτά και τα στήριξε, σεβόμενος όμως πάντα την αυτονομία τους. Αυτό ήταν ένα σημείο που τον βοήθησε να κερδίσει σε τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις. Αλλά ακόμα και τότε δεν έχασε την επαφή του και με την κοινωνία, αλλά και τα κινήματα.

Αυτός λοιπόν ο κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ θέλει να διευρύνει ακόμα περισσότερο αυτή του τη σχέση μιλώντας με ειλικρίνεια για αυτά που θέλει να πράξει και για αυτά που μπορεί να κάνει ως κυβέρνηση τώρα. Θέλει να εντάξει ως μέλη στο κόμμα του όλους αυτούς που αγωνίστηκαν μαζί του για την μεγάλη κυβερνητική ανατροπή. Αυτός πρέπει να είναι και ο βασικός στόχος του συνεδρίου μας. Ένας ΣΥΡΙΖΑ που η εκλογική του δύναμη θα έχει και κομματικό αποτύπωμα. Ανοικτός, όπως περιγράφεται και στις αποφάσεις του ιδρυτικού του Συνεδρίου, από την αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας, τις δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας έως την κομμουνιστική Αριστερά που έχει όμως σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Ένα κόμμα που θα εντάξει πολίτες έτοιμους να αγωνιστούν ώστε η χώρα μας να δημιουργήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης προς όφελος των πολλών, χωρίς να απορρίπτει την υγιή επιχειρηματικότητα, το κράτος δικαίου, τη σύγχρονη και χωρίς γραφειοκρατία δημόσια διοίκηση, την αξιοκρατία, τη φορολογική ισότητα, τη δωρεάν υγεία και παιδεία για όλους.

Για τη σημερινή Ελλάδα όλα αυτά που σε άλλες χώρες θεωρούνται αυτονόητα σηματοδοτούν μια στροφή προς τα αριστερά. Γιατί οι κοινωνίες δεν αλλάζουν χωρίς πολίτες που σκέφτονται και λειτουργούν συνεργατικά και συλλογικά. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο θα αναζητήσει και συμμάχους στην Ευρώπη. Γιατί μόνο συνολικές κυβερνητικές αλλαγές με προοδευτικό πρόσημο στην υπόλοιπη Ευρώπη θα σταματήσουν τον νεοφιλελευθερισμό και τη φασιστική δεξιά που σηκώνει κεφάλι χρησιμοποιώντας και ως πρόσχημα το τεράστιο προσφυγικό – μεταναστευτικό πρόβλημα.

Συμμαχίες λοιπόν με κυβερνήσεις και κόμματα με αριστερή αναφορά (π.χ. Πορτογαλία ή Ισπανία αύριο), ακόμα και με τη Γαλλία. Με αυτές και μόνο τις συμμαχίες δεν θα είμαστε μόνοι μας, έρμαιο στις σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και κυβερνήσεις. Γιατί η Ευρώπη ή θα αλλάξει με κατεύθυνση προς τα αριστερά ή θα τελειώσει. Και αυτό δεν συμφέρει κανέναν.

* Η Μπέττυ Σκούφα είναι βουλευτής Πιερίας του ΣΥΡΙΖΑ

Μετά την αξιολόγηση, στόχος τα προβλήματα της καθημερινότητας του πολίτη

1) Μετά από μια πολύμηνη σκληρή διαπραγμάτευση, κατά την οποία η κυβέρνηση πάλεψε νυχθημερόν προκειμένου να μην επικρατήσουν τα άκρως νεοφιλελεύθερα σχέδια ορισμένων πολιτικών και οικονομικών κύκλων της Ευρώπης που επιθυμούσαν την απομόνωση της Ελλάδας, έχει έρθει η ώρα της τελικής συμφωνίας στο πλαίσιο της οποίας διεκδικείται να εξεταστεί και το θέμα της διευθέτησης (ελάφρυνσης) του χρέους.

Με βάση τα παραπάνω, στόχος πλέον του κυβερνητικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ για τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι η επίλυση των προβλημάτων που απασχολούν την καθημερινότητα του πολίτη και που σχετίζονται με τη συναλλαγή του με το κράτος. Δηλαδή να επικεντρωθεί στα απλά ζητήματα που απορρέουν από την όποια γραφειοκρατία και τυχόν ευθυνοφοβία.

Αυτό θα ενισχύσει το αίσθημα ισονομίας και ισοτιμίας και παράλληλα θα αποδείξει για μια ακόμη φορά πόσο διαφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ από τα υπόλοιπα κόμματα του παλαιού πολιτικού συστήματος, καθώς με αυτόν τον τρόπο ο πολίτης δεν θα είναι δέσμιος κανενός υπηρεσιακού και πολιτικού παράγοντα. Από τον βαθμό καλυτέρευσης της καθημερινότητας, θα κριθεί η κυβέρνηση στο τέλος της τετραετίας και με βάση τα όσα έχουν γίνει θα αναπτυχθεί ο επόμενος προεκλογικός διάλογος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε καθ’ όλη την διάρκεια των δεκατεσσάρων αυτών μηνών μια πραγματική μάχη για να μην οδηγηθεί ο λαός μας μέσω της άτακτης χρεοκοπίας σε ακραίες καταστάσεις. Για το κόμμα μας, οι πολιτικές αυτές ούτε σχετίζονται με τις αρχές μας (δεν είναι δηλαδή επιλογές μας) ούτε τις πήραμε δίχως πολιτικό και προσωπικό κόστος. Στο δίλημμα όμως που τέθηκε και για όφελος της πλειοψηφίας του λαού αναγκαστήκαμε και συμβιβαστήκαμε.

Παρόλα αυτά και σε σύγκριση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, οφείλουμε να πούμε ότι διαφέρουμε διότι, ακριβώς επειδή για εμάς δεν ήταν αξιακή επιλογή μια τέτοιου είδους κατεύθυνση, αγωνιστήκαμε και εν τέλει καταφέραμε να υπάρξουν παράλληλα μέτρα ανακούφισης της πλειοψηφίας του λαού, ενώ παράλληλα δεν ακολουθήσαμε μια αμυντική στάση σε πρακτικές που έθιγαν το περί δικαίου αίσθημα.

Η δημόσια και δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους, η επαναλειτουργία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, το νομοθετικό πλαίσιο για τον εξορθολογισμό στο ραδιοτηλεοπτικό περιβάλλον, η σύσταση της εξεταστικής επιτροπής για τα δάνεια των κομμάτων, τα προγράμματα παροχής βοήθειας για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η επιχειρούμενη αλλαγή της δημόσιας διοίκησης και του κρατικού μηχανισμού αντίθετο στον μέχρι τώρα μικροκομματικό τρόπο αξιολόγησης, η ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης κ.ά., είναι βήματα που απαντούν στο ερώτημα περί ιδεολογικής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ και δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης συγκεκριμένων πολιτικών της, οι οποίες έχουν ταξικό πρόσημο με πυξίδα τις αρχές της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Οι σημαντικές αυτές παρεμβάσεις και όσες πολύ σύντομα πρόκειται να γίνουν σκοπό έχουν την προστασία των μικρομεσαίων ευάλωτων στρωμάτων της κοινωνίας. Μέρα με τη μέρα και παρ’ όλα τα προβλήματα, η κυβέρνηση βάζει το προοδευτικό της στίγμα στην κοινωνία και το κόμμα μας αφήνει το διακριτό αριστερό του αποτύπωμα. Θεωρείται επομένως αυτονόητο ότι η κυβέρνηση πρέπει να παραμείνει και να εξαντλήσει την τετραετία καθώς είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε αναπτυξιακή τροχιά τη χώρα και να ξαναδώσει ελπίδα. Επομένως τα όποια σενάρια περί ανατροπής της μονάχα ως εφιαλτικά μπορεί να εξεταστούν καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος επανόδου μιας νεοφιλελεύθερης, αντιλαϊκής κυβέρνησης, με απρόβλεπτες συνέπειες για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους μικρομεσαίους επαγγελματίες και τους αγρότες.

2) Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας πια επικρατήσει ως το αντίπαλο δέος της συντηρητικής και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, θα πρέπει να θέσει ως στόχο την ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία του στον χώρο της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής, οικολογικής, σοσιαλιστικής Αριστεράς. Υπ’ αυτή την έννοια, ο πολιτικός φορέας οφείλει να ανοιχτεί στην κοινωνία και να αναλάβει την πρωτοβουλία ώστε όσες και όσοι εμπνέονται από τα ιδεώδη του να μπορέσουν να οργανωθούν και να συνδράμουν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ένα κόμμα με βαθιά κουλτούρα στις συμμαχίες και με σεβασμό στη διαφορετική άποψη, πρέπει δίχως αφορισμούς να εξετάσει προσεκτικά το σημερινό το πολιτικό φάσμα σε Ελλάδα και Ευρώπη, να λάβει υπόψιν του τις συνθήκες που επικρατούν στο κοινωνικοπολιτικό διεθνές περιβάλλον και να κινηθεί προς συμμαχίες που στόχο θα έχουν τον τερματισμό της λιτότητας, την επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης, την προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων κ.ά. Αυτές οι συμμαχίες κρίνονται πλέον απαραίτητες καθώς η μισαλλοδοξία και ο φασισμός ολοένα και εξαπλώνεται.

 
* Ο Νίκος Σκορίνης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ