Skip to main content

Συντάκτης: admin

Να αφιερώσουμε καριέρα και δεξιότητα στο κόμμα

Η οπτική γωνία αυτού που περιγράφει ένα γεγονός είναι μείον στην τελική εκτίμηση του ίδιου του γεγονότος. Όμως ας προσπαθήσουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Προσπαθώ να αναλύσω τα γεγονότα σύμφωνα με τη Μαρξιστική Διαλεκτική – τον Λενινισμό κάπου τον «έχασα», αλλά δεν τον ξέχασα.

Δεν ισχυρίζομαι, πια, πως έχω τις απαντήσεις για όλα τα προβλήματα που τίθενται καθημερινά. Προσπαθώ όμως να τα εξετάζω με τη ματιά όχι μόνο του αριστερού, αλλά και να δω ποιους και κατά πόσο συμφέρει η προτεινόμενη λύση.

Τίθεται όμως ένα ερώτημα: Διαμορφώνουμε άποψη κατόπιν εφαρμογής της ιδεολογίας μας ή αν τα αποτελέσματα βγουν αντίθετα με τα πιστεύω μας τόσο το χειρότερο για τα αποτελέσματα; Σαφώς και στηρίζω το πρώτο κομμάτι. Αν η δουλειά που κάνουμε ευνοεί το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας (άνεργοι, χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι, νέοι κ.λπ.), τότε κάνουμε καλή δουλειά.

Έχουμε, από την άλλη, φαινόμενα «παρεμβατικών διορθώσεων» μέσα σε πολυσύνθετα προβλήματα. Μπορεί η Αριστερά να διορθώνει όπως μπορεί τα πράγματα ή να εφαρμόσει πιο ριζοσπαστικές λύσεις;

Η μέχρι τώρα πορεία μας -ως κυβέρνηση- δεν είναι και η πιο λαμπρή. Οπισθοχωρήσαμε, συμβιβαστήκαμε, μέχρι και που υποκύψαμε. Σε ανώτερες και υπέρτερες δυνάμεις, ναι, σίγουρα όμως και ο δικός μας λόγος, που περίμενε η κοινωνία, έμεινε μισός και μετέωρος (παράδειγμα, στο σύμφωνο συμβίωσης δεν υπήρξε πρόβλεψη για γάμο ή υιοθεσία, αποτέλεσμα άλλων πιέσεων).

Κάθε άποψη γα την πρώτη διακυβέρνηση της χώρας από την Αριστερά είναι σεβαστή, ακόμη και η κακοπροαίρετη. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς μπορούμε να πετύχουμε από εδώ και στο εξής, και πώς θα τα καταφέρουμε. Είναι γνωστό «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» και η Αριστερά φημίζεται για τη σοφία της.

Θεωρώ ότι τα γενικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει στο μέλλον το κόμμα μας είναι απλωμένα σε δύο μέτωπα: α) κυβέρνηση, άσκηση εξουσίας και β) εσωκομματική λειτουργία

Ως προς το πρώτο θέμα: προσπαθούμε να επιβάλουμε αλλαγές σε ένα κράτος με εργαλεία και ανθρώπους παλαιάς κοπής. Δεν φτάνουν μόνο οι υπουργοί ή οι γενικοί γραμματείς. Πρέπει να δοθεί σήμα στην κοινωνία, το δικό μας στίγμα, όχι μόνο στην άσκηση της εξουσίας, αλλά και στην αποτελεσματικότητα της. (Οι αντιδράσεις για δήθεν εγκαθίδρυση «κομματικού» κράτους δείχνουν πως η πορεία είναι καλή αλλά αργή).

Το ασφυκτικό πλαίσιο στην οικονομία, οριζόμενο από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, δυσκολεύει την εφαρμογή μιας κοινωνικής πολιτικής που θέλουμε.

Απομένει σε μας να βρούμε ή να δημιουργήσουμε «διόδους». Η αντιμετώπιση της ανεργίας, η προστασία των μικροϊδιοκτητών και η κοινωνική συνοχή πρέπει να είναι το κέντρο της πολιτικής μας.

Άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, όχι ως απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής αλλά και ως φορέας έκφρασης νέων ιδεών, δημιουργίας πολιτικών θέσεων και στόχων και, γιατί όχι, και κριτικής στα τεκταινόμενα.

Προσανατολισμός: η κοινωνική αλλαγή και στο βάθος σοσιαλισμός. Δεν υποτιμώ τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν, όμως είναι επιτακτικό να ξέρουμε προς τα πού βαδίζουμε. Αλλιώς είναι εύκολο να χαθούμε σε αλλότριες ατραπούς.

Όσον αφορά τα εσωτερικά μας:

Στο συνέδριο θα πρέπει να επανακαθορίσουμε την ύπαρξή μας. Όλα δείχνουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε και θα μείνει. Δέχτηκε τεράστιες μάζες πολιτών οι οποίοι εναπόθεσαν σ’ αυτόν όνειρα και ελπίδες. Ας μην τους απογοητεύσουμε (χωρίς να σημαίνει πως αποδεχόμαστε κάθε τι).

Μας μπόλιασε ο νέος κόσμος που ήρθε μαζί μας με τον δικό του τρόπο σκέψης και έκφρασης, όπως τους μπολιάσαμε κι εμείς. Πλούτος είναι για το κόμμα και πρέπει αυτός ο κόσμος να δραστηριοποιηθεί αναλαμβάνοντας θέσεις και υποχρεώσεις και όχι να παραμείνει ψηφοφόρος και χειροκροτητής.

Τα μέλη των Συντονιστικών, της Γραμματείας κ.λπ., να υποχρεώνονται σε πλάνο εργασιών – δράσης, για το οποίο θα κρίνονται σε τακτά διαστήματα ή να υπάρξει πρόβλεψη για εκ περιτροπής θητεία των μελών ώστε όλοι να συμμετέχουν απ’ όλες τις θέσεις. Και επειδή η συμμετοχή είναι εθελοντική, να μην εκφυλιστεί η διαδικασία μετά από 2-3 φορές.

Παρόλο που το κόμμα είναι ζωντανός οργανισμός, μου φαίνεται αδιανόητο να υπάρχει διαδικασία αποβολής. Ζητήματα που μπορεί και να προκύψουν για «αντικαταστατικές» συμπεριφορές να αντιμετωπίζονται ανάλογα.

Εννοείται πως δεν υπάρχει ανοχή σε θέματα κοινού ποινικού δικαοίου και διαφθοράς.

Εν κατακλείδι, δεν είναι το κόμμα τόπος για να κάνει κάποιος καριέρα. Εμείς πρέπει να αφιερώσουμε καριέρα και δεξιότητες στο κόμμα.

* Ο Γιάννης Σκούρτης είναι μέλος της Οργάνωσης Μελών Β’ Πειραιά

Η Αριστερά στην κρίση των καιρών μας

Η έννοια “Αριστερά” είναι από μόνη της μια σύνθετη έννοια που μπορεί να λάβει κατά το δοκούν διαφορετικές ερμηνείες και ορισμούς. Ερμηνείες που μπορεί να αναιρούνται. Ερμηνείες που μπορεί να αλληλοαποκλείονται. Όταν μάλιστα στην έννοια “Αριστερά” προστίθεται και ο όρος “εξουσία”, εκεί το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο. Η σχέση Αριστεράς και εξουσίας είναι μια σχέση που αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο μελέτης και ανάλυσης. Η συζήτηση για το εν λόγω θέμα βέβαια αναβαθμίστηκε έντονα με την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση. Οι διάφορες απόψεις και προσεγγίσεις που τίθενται είναι αντιπαραθετικές και κάποιες φορές αλληλοαποκλείονται. Πέρα από τις εκατέρωθεν εντάσεις και αφορισμούς, στο τέλος της ημέρας συνήθως προκαλούνται γόνιμοι προβληματισμοί, αμφιβολίες, προκύπτουν σχέδια, ανοίγονται νέοι δρόμοι και παράγεται ζύμωση. Στοιχεία απαραίτητα και χρήσιμα ειδικά στις μέρες που ζούμε.

Στην τρέχουσα συζήτηση, ωστόσο, δυστυχώς έχουν ηγεμονεύσει αντιλήψεις οι οποίες κατά τη γνώμη μας μόνο βοηθητικές δεν μπορούν να είναι για την οικοδόμηση ενός αριστερού σχεδίου και ενός αντιπαραδείγματος που καλείται να τα βάλει με την αστική τάξη, τους κυρίαρχους, που συνεχίζουν να προελαύνουν κάθε μέρα και πιο δυνατοί. Μια πρώτη τέτοια προσέγγιση, που δήθεν πηγάζει από τη μαρξιστική θεωρία αλλά μοιάζει πιο πολύ πλατωνική, είναι αυτή που λέει ότι η Αριστερά οφείλει να αναμένει την ωρίμανση των συνθηκών για να δράσει. Μια τουλάχιστον ανιστόρητη αντίληψη που λησμονεί και συνάμα περιφρονεί (συνειδητά ή ασυνείδητα) πράγματα που διαμορφώνουν τη συνείδηση και το ήθος ενός υποκειμένου που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός. Λησμονεί και περιφρονεί επίσης τους αγώνες, τα βασανιστήρια, τις δολοφονίες και τον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων στη μάχη που έδωσαν για ένα καλύτερο μέλλον.

Αντίστοιχη αντίληψη με σαφή απολίτικα χαρακτηριστικά είναι αυτή που μας λέει πως η Αριστερά καλό είναι να αποφεύγει να εμπλέκεται σε ζητήματα εξουσίας γιατί, όταν φτάνει στο σημείο να την καταλάβει, αλλοιώνεται και συμβιβάζεται. Η φαινομενικά σωστή για ορισμένους αντίληψη είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη, ακριβώς γιατί είναι φαινομενική και η ανάλυση που γίνεται στέκεται ανώριμα στην επιφάνεια. Αντιμετωπίζει την εξουσία ως διαχρονικό προνόμιο του αντιπάλου. Τέλος, μόνιμη θέση στην πολιτική ατζέντα ενός αριστερού που σέβεται τον εαυτό του κατέχει η αντίληψη της ηττοπάθειας που σχεδόν πιστεύει πως η πραγματικότητα είναι στατική. Ο εχθρός, υποστηρίζει, είναι ισχυρός, άρα και ανίκητος. Τελεολογική αντίληψη, ασυνάρτητη με την ιστορία της Αριστεράς και τους αγώνες της.

Αν συνομολογήσουμε πως στόχος της Αριστεράς παραμένει -πρώτα και πάνω απ’ όλα- η κοινωνική χρησιμότητα, τότε οφείλουμε να παραδεχθούμε και ταυτόχρονα να μην παραβλέπουμε τους εξής παράγοντες: 1) Την υφιστάμενη συγκυρία. Πώς αυτή ορίζεται και πώς εμείς πρέπει να παρέμβουμε αλλάζοντας την ατζέντα, δίνοντας έμφαση στη Δημοκρατία και στις αξίες της Αριστεράς. 2) Τους συσχετισμούς δύναμης (εσωτερικούς και διεθνείς) και πώς αυτοί μπορούν να ανατραπούν προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας που εκπροσωπούμε. 3) Την ήττα. Την ήττα που την έχουμε κληρονομήσει σαν ευχή και κατάρα. Την ήττα που είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μαχών που δίνονται σε κάθε γωνιά αυτού του ρημαδιασμένου κόσμου από τους υποτελείς. Ξεκαθαρίζω όμως, η ήττα που είναι ιστορικά συνυφασμένη με τη διαδρομή της Αριστεράς από την οποία διδάσκεσαι, ανασυντάσσεσαι και πεισμώνεις και η ενσωμάτωση της ηττοπάθειας έχουν διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και καταλήγουν σε διαφορετική πολιτική στάση και συμπεριφορά.

Αν κάτι διδαχτήκαμε το προηγούμενο διάστημα είναι ότι η πάλη για κοινωνική χειραφέτηση διαχρονικά δεν είναι κάτι που θα λήξει σύντομα και αναίμακτα. Δεν είναι κάτι που θα λήξει με μια νίκη. Δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να γίνει έτσι. Οι υποχωρήσεις, οι λοξοδρομήσεις και οι συμβιβασμοί είναι απαραίτητοι, χωρίς όμως να λησμονείται ο σκοπός. Κι αυτή τη στιγμή ο σκοπός είναι η ανακούφιση της κοινωνίας από την κρίση, η υπεράσπιση των αδυνάτων, ο τερματισμός της λιτότητας, η παύση της εκμετάλλευσης, ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με προοδευτικό πρόσημο. Τα σφυριά πρέπει να βαράνε μαζικά προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλα λάθη δεν επιτρέπονται. Το φάντασμα της μισαλλοδοξίας και του φασισμού έχει πάρει σάρκα και οστά και απειλεί το σύνολο των λαών της Ευρώπης. Δεν μπορούμε να είμαστε για ακόμη μια φορά αναντίστοιχοι. Ο αντίπαλος δεν περιμένει, αντιθέτως χτυπά εκμεταλλευόμενος στον μέγιστο βαθμό τα πεδία στα οποία εμείς αφήνουμε πολιτικό κενό. Ο αντίπαλος έχει αντιληφθεί καιρό τώρα πως η μάχη είναι διαρκής. Εμείς;

* Ο Κώστας Καββαδίας είναι μέλος Κ.Σ. Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Κόμμα – φορέας στήριξης και ελέγχου της κυβέρνησης

Βιώνουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση για την Αριστερά, τη χώρα αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ακραίες πολιτικές λιτότητας ενισχύουν τον ευρωσκεπτικισμό και συγχρόνως έχουμε επανεμφάνιση του φασισμού και της Άκρας Δεξιάς. Την ίδια στιγμή στη χώρα μας υπάρχει μια αριστερή κυβέρνηση, η οποία θέλει και μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο για να αλλάξει τους συσχετισμούς δύναμης στην Ευρώπη. Η Ευρώπη της λιτότητας και του ακραίου νεοφιλελευθερισμού πρέπει να δώσει τη θέση της σε μια Ευρώπη της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Σε αυτήν τη συγκυρία διεξάγεται και το 2ο συνέδριό μας. Ένα συνέδριο που μας δίνει τη δυνατότητα να αποτυπώσουμε, εκτός των άλλων, την εμπειρία ενάμιση και πλέον χρόνου διακυβέρνησης. Να συμπυκνώσουμε σε όλα τα επίπεδα της κομματικής λειτουργίας και των θέσεων μας, την πολιτική ωρίμανση αυτού του διαστήματος, να κάνουμε ουσιαστική κριτική και αυτοκριτική, αλλά κυρίως να ξεκινήσουμε τη μετά συνεδρίου εποχή να δρούμε ως συλλογικότητα με καθημερινή παρέμβαση στην κοινωνία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε περίοδο ‘δικής’ του συμμετοχής στην κυβέρνηση μετατρέπεται σε φορέα στήριξης και ελέγχου της. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη και τα στελέχη του οφείλουν να έχουν μια συνολική εικόνα των πεπραγμένων της κυβέρνησης, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ενημερώνουν τους πολίτες για όσα πράττει και για τα όσα σχεδιάζει να πράξει. Αυτή η αναγκαιότητα προκύπτει καθώς οι δυνάμεις του κεφαλαίου σε αγαστή συνεργασία με το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ απεργάζονται διαρκώς σχέδια «αριστερής παρένθεσης». Σε αυτό τον πόλεμο προπαγάνδας που καθημερινά δεχόμαστε οφείλουμε να ενισχύσουμε τους δεσμούς επαφής μας με την κοινωνία.

Αυτοί οι δεσμοί με την κοινωνία είναι που θα μας βοηθήσουν να μαζικοποιήσουμε το κόμμα μας. Όσο πιο μαζικό κόμμα φτιάξουμε τόσο πιο εύκολα και αποτελεσματικά αυτό θα διαχέεται στην κοινωνία και θα εκπληρώνει τους σκοπούς που έχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μαζικότητα θα αποκτηθεί με τυχοδιωκτικό τρόπο, για να εξυπηρετήσει προσωπικούς ή τασικούς σκοπούς και ιδιοτέλειες. Παράλληλα, η μαζικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ περνάει μέσα από την ενίσχυση και του ηθικού του πλεονεκτήματος. Έτσι το κόμμα οφείλει να δημιουργήσει εκείνους τους μηχανισμούς ελέγχου του κρατικού μηχανισμού ενάντια στη διαφθορά, τη διαπλοκή και την κατάχρηση εξουσίας.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση έχει ανοίξει πόλεμο με τη διαπλοκή και για πρώτη φορά έχουμε τους πρωταγωνιστές αυτής να οδηγούνται στη Δικαιοσύνη ή στα ταμεία του κράτους, πληρώνοντας για τα αδικήματά τους. Για πρώτη φορά αυτοί που τόσα χρόνια λυμαίνονταν τη δημόσια περιουσία, αυτοί που ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους, παρασιτικά, εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας, έχουν αντιληφθεί ότι οι μέρες της αφθονίας τους έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Σε αυτήν την περίοδο, αυτό το διαπλεκόμενο πολιτικό προσωπικό, των προηγούμενων κυβερνήσεων, κάνει τα πάντα για να επανέρθει στην κυβέρνηση, για να μη χάσει αυτά που κέρδιζε, και προσπαθεί να δημιουργήσει μια αντεστραμμένη εικόνα της σημερινής κυβέρνησης, εκμεταλλευόμενη τα ΜΜΕ, συκοφαντώντας, τρομοκρατώντας με στοιχεία που κατασκευάζει, προσπαθώντας να ανατρέψει το λαϊκό αίσθημα και το ηθικό πλεονέκτημα που έχει η κυβέρνηση. Σε αυτή την κατάσταση είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ με μια πρακτική δημιουργικής παρέμβασης, μια νέου τύπου συγκυβέρνηση δηλαδή με τον λαό, θα υπηρετήσει την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοκρατία.

Ξεκινάει, λοιπόν, μια νέα προσυνεδριακή διαδικασία που θα μας δώσει τη δυνατότητα να ανοίξουμε μια συζήτηση σε όλα τα επίπεδα. Ας την κάνουμε με ειλικρίνεια και χωρίς τακτικισμούς, ας προσπαθήσουμε να μας οδηγήσει σε προωθητικά συμπεράσματα.

 
* Η Ελευθερία Χατζηγεωργίου είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Κόμμα συγκρούσεων και υποχωρήσεων ή κόμμα ομφαλοσκόπησης;

Τελικά, τι κόμμα και τι κυβέρνηση χρειαζόμαστε; Ένα αριστερό ευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο να μπορεί να κυβερνήσει σε όφελος, μακροπρόθεσμα, των εργαζομένων ή ένα κόμμα που θα έχει χαρακτηριστικά ομφαλοσκόπησης και θα δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις; Μια κυβέρνηση η οποία θα μπορεί να κάνει συγκρούσεις αλλά και υποχωρήσεις ή μια κυβέρνηση η οποία, στο όνομα της «καθαρότητας της γραμμής», θα αδυνατεί να ελιχθεί προκειμένου να υπηρετήσει τη χώρα και τον λαό;

Τα ερωτήματα αυτά θα ηχούσαν ακατάληπτα τα προηγούμενα χρόνια, τότε που όλοι προετοιμαζόμασταν απλά για να νικήσουμε στις εκλογές… Είναι όμως απολύτως κατανοητά τώρα που η κυβερνητική εμπειρία μας έχει πείσει για την ανάγκη ύπαρξης ισχυρών διεθνών συμμαχιών, για την ανάγκη υλοποίησης πολιτικών που να δίνουν μετρήσιμα αποτελέσματα, για την ανάγκη διατήρησης των παλιών κοινωνικών συμμαχιών και οικοδόμησης νέων.

Είναι απολύτως σαφές σε όλους ότι σε αυτό το ρευστό σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ευρωπαϊκή δύναμη σταθερότητας και προόδου. Με διεθνές κύρος σαν κυβέρνηση, η οποία μπορεί να υλοποιήσει «ανοίγματα» σε χώρες με τις οποίες είχαν διαρραγεί οι παραδοσιακά καλές μας σχέσεις. Με πρόγραμμα για την οικονομική ανόρθωση της χώρας. Με αποφασιστικότητα, για να μπορεί να τα βάλει με τη διαφθορά και τη διαπλοκή και ιδιαίτερα με το κομμάτι εκείνο των ΜΜΕ που είχε μάθει «να ανεβάζει και να κατεβάζει κυβερνήσεις»… Με δημοκρατικό ήθος και ευαισθησία, για να μπορεί να προωθεί μέτρα σαν την απλή αναλογική, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ασθενέστερων κοινωνικά ομάδων, το σύμφωνο συμβίωσης και τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

Δυο λόγια για τη σχέση κόμματος και κοινωνίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο Συνέδριό του, θα πρέπει να συζητήσει τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορεί να παίξει η Τοπική Αυτοδιοίκηση σε μια κοινωνία η οποία δεν έχει συνέλθει από τη συνεχιζόμενη λιτότητα. Η παλιά αντίληψη του «δήμαρχου-διεκπεραιωτή» έχει αντικατασταθεί από έναν «δήμαρχο-μάνατζερ-οραματιστή-καινοτόμο-κοινωνικό αγωνιστή». Η κυβέρνηση θέλει να δώσει (και δίνει σταδιακά) στους λειτουργούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τα «εργαλεία» για να αναπτύξουν έναν πιο παρεμβατικό, πιο ουσιαστικό, πιο αναπτυξιακό ρόλο.

Οφείλουμε όμως, στο Συνέδριο να δούμε και τη στρατηγική μας για τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Μετά την αποτυχία στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014, αν εξαιρέσουμε τις δύο Περιφέρειες και τους λίγους δήμους, χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τις πολιτικές, αυτοδιοικητικές μας συμμαχίες με τις όμορες πολιτικές δυνάμεις αλλά και τα τοπικά κινήματα. Το 2019 δεν είναι μακριά και είναι αδιανόητο να μην έχουμε φωνή σε έναν βασικό πυλώνα άσκησης πολιτικής όπως είναι ο χώρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Είναι κρίσιμο, λοιπόν, να έχεις ένα κόμμα το οποίο να μπορεί να συνομιλεί και να παρεμβαίνει στην κοινωνία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ με νέους συντρόφους, οι οποίοι να είναι διατεθειμένοι να δώσουν μάχες για να αλλάξει αυτή η κοινωνία και να σταματήσουμε να είμαστε όμηροι μιας μικρής ομάδας μεγάλων συμφερόντων! Σε αυτή μας την προσπάθεια υπάρχει χώρος για πολύ περισσότερους από όσους σήμερα στελεχώνουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορεί η σημερινή κομματική δομή να μην περιλαμβάνει αυτούς που μας έδωσαν τη νίκη σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, αυτούς που μας στηρίζουν στην κοινωνία, αυτούς που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την επιστροφή στο παρελθόν των σαμαροβενιζέλων…

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη γέννησή του, υπήρξε σχήμα μετωπικό. Αυτή την κουλτούρα συνεργασιών θα πρέπει να την καλλιεργήσουμε ακόμα περισσότερο, ειδικά μετά την προώθηση του στόχου της απλής αναλογικής. Οι όποιες συμμαχίες θα κληθούμε να υλοποιήσουμε θα πρέπει να είναι πάνω σε μια επεξεργασμένη, συλλογικά, πολιτική βάση.

* Ο Γιώργος Μπαλάφας είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Σκέψεις για τις θέσεις: Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

1. Ένα καθοριστικό συνέδριο

Το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει και μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την ελληνική πολιτική και είναι σημαντική ευκαιρία για να σκεφτούμε πώς να οργανώσουμε το νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς στις νέες συνθήκες. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως το πρώτο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας χώρας στην Ευρώπη της κρίσης, έχει πλέον αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για πολιτικές δυνάμεις και κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ουσία, το εγχείρημα μιας κυβερνώσας ριζοσπαστικής Αριστεράς συνιστά από μόνο του αφετηρία για τη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ο προβληματισμός που θα κατατεθεί στο Συνέδριο, ο αναστοχασμός για την έως τώρα πορεία και ο σχεδιασμός για το μέλλον θα είναι καθοριστικά για την εξέλιξη του εγχειρήματός μας και θα πρέπει να τύχουν ευρείας και ουσιαστικής συλλογικής επεξεργασίας.

2. Οι θέσεις μάς πηγαίνουν «ένα βήμα μπροστά»

Οι θέσεις για το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που υπερψηφίστηκαν πρόσφατα στην Κεντρική Επιτροπή κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Και τούτο γιατί, πρώτον, προβαίνουν σε καίριες επισημάνσεις, καταγράφουν λάθη και αδυναμίες, χωρίς να μηδενίζουν ή να εξωραΐζουν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεύτερον, αναγνωρίζουν τις νέες μεγάλες προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούμε και ιχνηλατούν τον δρόμο για ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα.

Τέλος, σε θέματα ιδεολογικής ταυτότητας, στρατηγικού στόχου και πολιτικής συμμαχιών, οι θέσεις επιβεβαιώνουν τα ιδρυτικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς που συνιστά υπέρβαση τόσο της παραδοσιακής Σοσιαλδημοκρατίας όσο και της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς. Ενός κόμματος που δεν ενσωματώνεται στη Σοσιαλδημοκρατία, αλλά αναπτύσσει σχέσεις συνεργασίας με εκείνα τα τμήματά της που αποδεσμεύονται από κατεστημένα συμφέροντα και αντιπαλεύουν τις αξίες και τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται πια ως μια νέα πολιτική μορφή της Αριστεράς που δημιουργεί ένα νέο πολιτικό παράδειγμα.

 
3. Να απαντήσουμε, όμως, και στα δύσκολα ερωτήματα

Οι θέσεις ωστόσο, ιδίως στα θέματα του απολογισμού, χαρακτηρίζονται από κάποια πολιτική ατολμία. Διότι, ενώ αναγνωρίζουν λάθη και παραλείψεις, δεν αναζητούν τις βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν σε αυτά. Έτσι, δεν θωρακίζουν το κόμμα από την επανάληψη των ίδιων λαθών.

* Γιατί, για παράδειγμα, ενώ το διακηρύξαμε, δεν γίναμε ποτέ ένα ενιαίο κόμμα ισότιμων μελών; Και τι εγγυάται ότι θα γίνουμε στο μέλλον;

* Γιατί επιτράπηκε να λειτουργούν στο εσωτερικό του κόμματος διάφορες ομάδες, ως κόμματα εντός του κόμματος, με όρους και διαδικασίες πλήρους αδιαφάνειας και χωρίς λογοδοσία, αν και αυτό ρητά απαγορευόταν από το καταστατικό;

* Γιατί, ενώ είχε καταστεί σχεδόν βέβαιο ότι σύντομα θα αναλαμβάναμε κυβερνητικές ευθύνες, τα όργανα του κόμματος δεν ασχολήθηκαν με τρόπο συγκεκριμένο και συστηματικό με την προετοιμασία γι’ αυτό το ενδεχόμενο;

* Γιατί η προγραμματική προετοιμασία δεν έγινε ποτέ υπόθεση ολόκληρου του κόμματος, παρά μόνο ενός μικρού μέρους του και κάποιων τμημάτων και ομάδων της Κεντρικής Επιτροπής;

* Γιατί δεν υπήρξε επαρκής και οργανωμένη προετοιμασία στελεχών για κυβερνητικούς, πολιτικούς ή διοικητικούς ρόλους;

* Γιατί το κόμμα δεν ανέπτυξε ποτέ -όπως ορθά επισημαίνεται τώρα στις θέσεις- εσωτερικές εκπαιδευτικές, επιμορφωτικές και άλλες συναφείς λειτουργίες;

* Γιατί το κόμμα δεν μπόρεσε να διευρυνθεί και να αναβαθμιστεί, σε μερική έστω αντιστοιχία προς την εκλογική δυναμική του;

 
4. Να συζητήσουμε ανοιχτά – Να θωρακιστούμε για το μέλλον

Ορισμένοι ανάγουν τις αιτίες για τα παραπάνω και άλλα συναφή προβλήματα στις παθογένειες της παράδοσης της Αριστεράς, σε παράγοντες πολιτικής παιδείας και πολιτικού πολιτισμού. Άλλοι πάλι τα αποδίδουν στην ύπαρξη ανταγωνιστικών σχεδίων και απόψεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Κάποιοι, τέλος, χρεώνουν πολλές από τις αδυναμίες αυτές σε έναν διάχυτο βολονταρισμό που, κατά την άποψή τους, χαρακτήριζε τη δράση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και άλλων αριστερών παραδειγμάτων, στη φάση της ανόδου τους.

Όντως, ενίοτε ετίθεντο στόχοι χωρίς να υπάρχει πλήρης συνείδηση των μέσων και των προϋποθέσεων που απαιτούνταν για την υλοποίησή τους. Όχι λίγες φορές βάλαμε «το κάρο μπροστά από το άλογο».

Όμως αυτή η αναντιστοιχία στόχων και μέσων αντανακλούσε ορισμένες φορές και μια σύγχυση ανάμεσα στον στρατηγικό στόχο -την αλλαγή, δηλαδή, του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στην Ευρώπη, που αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο και συλλογικό εγχείρημα- και στην επιδίωξη της καλύτερης για τα λαϊκά και τα εθνικά συμφέροντα συμφωνίας στο πλαίσιο της υπαρκτής Ευρώπης, που αποτελούσε τον άμεσο στόχο και την άμεση δέσμευση απέναντι στον λαό. Οι δύο χρονικότητες και οι διαφορετικές προϋποθέσεις των δύο αυτών στόχων δεν ήταν πάντα ευδιάκριτες στον πολιτικό μας λόγο, ούτε ήταν ορθά ιεραρχημένες, ιδίως κατά το διάστημα της πρώτης περιόδου των διαπραγματεύσεων. Ακριβώς γι’ αυτό, η συμφωνία που τελικά πετύχαμε έγινε από ορισμένους αντιληπτή ως μια συντριπτική τελειωτική ήττα, αφού πράγματι δεν άλλαξε το κυρίαρχο υπόδειγμα. Εντούτοις, ήταν μια αναγκαστική αναδίπλωση και το καλύτερο που μπορέσαμε να πετύχουμε στο πλαίσιο των υφιστάμενων συσχετισμών.

Όπως όμως κι αν κρίνουμε τη μάχη που δώσαμε και την έκβασή της, ο πόλεμος συνεχίζεται. Τα προβλήματα επομένως του χθες αφορούν και το μέλλον.

Γι’ αυτό και πρέπει στην πορεία προς το Συνέδριο να τα συζητήσουμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια, να συνομολογήσουμε κοινά αποδεκτές απαντήσεις και, όπου χρειάζεται, να συγκρουστούμε με λανθασμένες απόψεις και να κάνουμε σαφείς επιλογές. Μόνον έτσι θα θωρακιστούμε για το μέλλον.

 
5. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αλλαγή παραδείγματος

Οι ερμηνείες αυτές εξηγούν κάποιες από τις διαστάσεις του προβλήματος, δεν απαντούν όμως στον πυρήνα αυτού καθαυτού του προβλήματος. Και το πρόβλημα είναι ότι, ενώ αυτό που αποφάσισε και έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε μια τομή στην ίδια την ιστορία και την παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, μια αλλαγή παραδείγματος, αυτή η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε από εκείνη την εσωτερική επανάσταση που έπρεπε να γίνει στο επίπεδο των αντιλήψεων και των μεθόδων, στον βαθμό που αυτό εξαρτώνταν από μας.

Και όμως, αυτή η αλλαγή παραδείγματος έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες. Ιδού ορισμένα παραδείγματα-τομές:

* Ενάντια σε μια στρατηγική αναμονής έως ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε την ενεργητική παρέμβασή του για την αλλαγή των συσχετισμών, τόσο συμμετέχοντας στις πλατείες όσο και διεκδικώντας ταυτόχρονα την κυβερνητική εξουσία.

* Απέναντι σε μια μακρά παράδοση που θέλει την Αριστερά και τον λαό έξω από και απέναντι στο κράτος, το νέο υπόδειγμα στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι κοινωνικές σχέσεις και συσχετισμοί είναι ήδη και εντός του κράτους. Άρα, το ίδιο το κράτος, οι λειτουργίες και οι πολιτικές του αποτελούν πεδία κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού.

* Έναντι μιας μακράς παράδοσης ανάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων της κοινωνίας στο κράτος και τα κόμματα, το νέο υπόδειγμα προκρίνει την πρωτοβουλία, την αυτενέργεια, την ευρηματικότητα, την αυτοδιαχείριση, την αυτοσυντήρηση, την αλληλεγγύη, την πραγματική συντροφικότητα ως οργανικά στοιχεία της ύπαρξης και της δράσης της Αριστεράς.

Το κενό αυτό ανάμεσα στις εμπεδωμένες αντιλήψεις και στις απαιτήσεις του νέου υποδείγματος θα μπορούσε μερικώς να το καλύψει ένα ενιαίο κόμμα με δημοκρατική και συλλογική λειτουργία και ικανότητες επιτελικού σχεδιασμού και δράσης. Ακριβώς γι’ αυτό, τα ελλείμματα και οι ασυνέπειες στο πεδίο αυτό ήταν κρίσιμες.

 
6. Μεγάλες απαιτήσεις, ελλιπείς προϋποθέσεις

Τα ως άνω προβλήματα μπορούν, σε τελευταία ανάλυση, να αναχθούν σε εγγενείς δυσκολίες του ίδιου του εγχειρήματος, ενός εγχειρήματος που στόχο έχει να διανοίξει νέους δρόμους, να στηρίξει ή και να εφεύρει νέα υποδείγματα προχωρώντας μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, μπορούν να αποδοθούν στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτήσεις που συνεπάγεται το εν λόγω εγχείρημα -απαιτήσεις θεωρητικές, πολιτικές, οργανωτικές-, από τη μια πλευρά, και στις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος και την άσκηση αριστερής πολιτικής, από την άλλη.

Οι προϋποθέσεις αυτές είναι πολλές. Εδώ αναφέρομαι πρωτίστως στο επίπεδο των υφιστάμενων συσχετισμών. Αναφέρομαι όμως επίσης και σε προϋποθέσεις που αφορούν το επίπεδο οργάνωσης και πολιτικής ωριμότητας του ίδιου του πολιτικού φορέα του εγχειρήματος, του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρομαι ακόμη στο επίπεδο ανάπτυξης και τη διαμορφωμένη συνείδηση των κοινωνικών υποκειμένων, των κοινωνικών κινημάτων, των συλλογικών μορφών έκφρασης της κοινωνίας, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους φυσικούς μας συμμάχους, και βέβαια στους συσχετισμούς δύναμης σε κρίσιμους τομείς όπως τα συνδικάτα, η Αυτοδιοίκηση, το κράτος, οι θεσμοί. Η αναφορά μου, πριν από τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, στην ανάγκη «βίαιης ωρίμανσης» ήθελε να υπογραμμίσει ακριβώς αυτή την απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες απαιτήσεις, από τη μια πλευρά, και τις ελλιπείς ή ανώριμες προϋποθέσεις, από την άλλη, καθώς και την ανάγκη ταχείας, κατά το δυνατόν, γεφύρωσής της.

7. Η ωρίμανση των προϋποθέσεων για αριστερή διακυβέρνηση

Αν αυτή είναι η κεντρική αντίφαση που έχουμε να διαχειριστούμε και σήμερα, τότε κυρίαρχος στόχος του πολιτικού μας σχεδίου στην παρούσα φάση πρέπει να είναι η δημιουργία ή η περαιτέρω ωρίμανση των προϋποθέσεων για την άσκηση αριστερής πολιτικής. Το γεγονός ότι έχουμε μια κυβέρνηση με κορμό τις δυνάμεις της Αριστεράς δεν σημαίνει ότι η εν λόγω κυβέρνηση μπορεί αυτόματα να ασκεί αριστερή πολιτική ή ότι έχει τον έλεγχο κρίσιμων κρίκων της εξουσίας. Από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να δούμε το ζήτημα των κοινωνικών και των πολιτικών συμμαχιών ως όρο και προϋπόθεση για την υλοποίηση του πολιτικού μας σχεδίου, ανεξάρτητα από την αριθμητική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Και από τη σκοπιά αυτή είναι επίσης προφανές ότι πρέπει να ξαναδούμε το κόμμα ως αναβαθμισμένη προτεραιότητα, αφού χωρίς αριστερό κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει αριστερή κυβέρνηση – και μάλιστα η ποιότητα του κόμματος επηρεάζει αποφασιστικά και πολύμορφα και την ποιότητα της διακυβέρνησης. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όταν σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κομματικού φαινομένου καλούμαστε να ανακαλύψουμε ξανά τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει σήμερα «κόμμα νέου τύπου», πώς συγκροτείται, δηλαδή, και πώς δρα το πολιτικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εποχή μας.

 
8. Ενιαίο κόμμα σημαίνει ισότιμα μέλη, κοινές δεσμεύσεις, συνολική ευθύνη

Το βέβαιο είναι ότι το αριστερό κόμμα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του αν δεν λειτουργεί ως ένας ενιαίος οργανισμός, ως ένας συλλογικός διανοούμενος, με ικανότητες αποτελεσματικής επιχειρησιακής δράσης. Αν δεν έχει μαζικότητα, πυκνή δικτύωση και παρουσία μέσα στην κοινωνία και τα δρώμενά της. Αν δεν αντιστοιχεί τη δομή και τη γείωσή του με τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που έχουν αναδυθεί μέσα από την κρίση. Αν δεν είναι σε διαρκή σχέση με τα κοινωνικά κινήματα. Αν δεν συμβάλλει στην αυτόνομη ανάπτυξή τους και δεν επιδιώκει να μετατρέπει σε θεσμικό κεκτημένο τα δίκαια και υλοποιήσιμα αιτήματά τους. Ταυτόχρονα, όμως, η αριστερή κυβέρνηση έχει ανάγκη από κοινωνικά κινήματα και συνδικάτα που δεν περιορίζονται στην καταγγελία, αλλά διεκδικούν θετικούς στόχους και εφαρμόσιμες πολιτικές σε συνεργασία με αυτή, διατηρώντας πλήρως τη δική τους αυτονομία.

«Ενιαίο κόμμα» δεν σημαίνει βέβαια επιστροφή στη μονολιθικότητα, όπως λένε όσοι θέλουν να κλείσει η συζήτηση αυτή πριν καν ανοίξει. Ούτε βέβαια σημαίνει «αρχηγικό κόμμα». Αντίθετα, το δημοκρατικά και θεσμικά οργανωμένο ενιαίο κόμμα αποτελεί την πιο αποτελεσματική άμυνα κατά του αρχηγισμού αλλά και των κάθε μορφής «τασικών», παραγοντικών ή άλλων άτυπων εξουσιών. «Ενιαίο κόμμα» πρωταρχικά σημαίνει ισότιμα μέλη, δημοκρατικές αρχές, κοινοί κανόνες, κοινές δεσμεύσεις, συνειδητή αυτοδέσμευση αλλά και καταστατική υποχρέωση για την τήρηση των εν λόγω αρχών και κανόνων. Το ενιαίο κόμμα σέβεται τη διαφορετικότητα και αναγνωρίζει το δικαίωμα ύπαρξης διαφορετικών ρευμάτων στο εσωτερικό του, αλλά δεν συνιστά ένα άθροισμα διαφορετικών τάσεων, ομάδων και παραγόντων που προσπαθούν τεχνητά να εμφανίζονται ως ενιαίο κόμμα. Το ενιαίο κόμμα θεμελιώνει τη λειτουργία του στη συλλογικότητα, όπου συλλογικότητα σημαίνει δημοκρατία, κοινή δέσμευση, κοινή και συνολική ευθύνη.

Τέλος, αντιμέτωπη με πρωτόγνωρα προβλήματα και πορευόμενη πολλές φορές μέσα από αχαρτογράφητες περιοχές, η κυβέρνηση και το κόμμα της Αριστεράς έχουν επίσης ανάγκη από έναν διευρυμένο δημόσιο διανοητικό χώρο, έναν ιστό εστιών σκέψης, έρευνας και επικοινωνίας με τη μορφή ερευνητικών ινστιτούτων, δεξαμενών σκέψης, χώρων επικοινωνίας, καθώς και πυκνή δικτύωση και συνεργασία με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και διεθνώς.

 
9. «Ναυπηγώντας εν πλω»

Η αριστερή κυβερνησιμότητα ωστόσο δεν μπορεί να κατανοηθεί ως κάτι το δεδομένο, με όρους μιας «προκατασκευής», ως ένα καλοφτιαγμένο πλοίο που αναμένει την ώρα να πέσει και να αρχίσει το ταξίδι του στη θάλασσα. Η αριστερή κυβερνησιμότητα, το χτίσιμο, δηλαδή, της ικανότητας για διακυβέρνηση, ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται στη διαχείριση του υπάρχοντος, μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια διαδικασία διαρκής, ως ναυπήγηση που γίνεται «εν πλω», σε συνθήκες μάλιστα μεγάλης θαλασσοταραχής, ως διαδικασία συγκρούσεων και αναδιατάξεων, δοκιμών, αναγνώρισης και διόρθωσης λαθών, εντοπισμού και γενίκευσης θετικών επιτευγμάτων και εμπειριών, μια διεργασία διαρκούς μάθησης. Μέσα από ποιες διαδικασίες και σε ποιους χώρους μπορεί να γίνει αυτό; Του κόμματος ή της κυβέρνησης; Είναι προφανές ότι αυτή η διαδικασία μάθησης απαιτεί τη συνέργεια και των δύο, κυρίως όμως είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνεται ανοιχτά, μέσα στην κοινωνία, μαζί με τον λαό. Είναι κρίσιμη λοιπόν η σχέση κόμματος – κυβέρνησης και οι βάσεις πάνω στις οποίες αυτή οικοδομείται.

10. Σχέση κόμματος και κυβέρνησης: Βάση η κοινή ευθύνη

Το κόμμα δεν έχει μέλλον αν λειτουργεί ως χειροκροτητής της κυβέρνησης. Όμως ούτε η κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει χωρίς τη στήριξη του κόμματος. Το σχήμα λοιπόν «άλλο κόμμα, άλλο κυβέρνηση» που χρησιμοποίησε παλιότερα το ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε και δεν μπορεί να λειτουργήσει, διότι το κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ως ένας αυτόνομος ή ουδέτερος παρατηρητής που στέκεται απέναντι στην κυβέρνηση, συμμέτοχος στα όποια δικαιώματα, αλλά αμέτοχος στις ευθύνες της διακυβέρνησης. Το κόμμα και η κυβέρνηση συνδέονται με την κοινή ευθύνη για την τύχη του κοινού εγχειρήματος. Αυτή η κοινή ευθύνη, που δεν σημαίνει ούτε ταύτιση ούτε υποκατάσταση, είναι που επιβάλλει τόσο τη στήριξη της κυβέρνησης όσο και την κριτική της για λάθη ή ανεπάρκειες.

Το κόμμα πρέπει να λειτουργεί με τη συνείδηση ότι αποτελεί τον διαχρονικό θεματοφύλακα των αξιών της Αριστεράς και των δεσμών της με τα λαϊκά στρώματα και την κοινωνία. Εξ αυτού του λόγου, πρέπει να έχει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του κυβερνητικού προγράμματος, απαιτώντας διαρκή και ουσιαστική ενημέρωση στα διάφορα στάδια της υλοποίησής του, τόσο για τα αποτελέσματά του όσο και για τις δυσκολίες που συναντά η εφαρμογή του.

Όμως το κόμμα δεν πρέπει να αρκείται στη μεταβίβαση των αναγκών και των αιτημάτων της κοινωνίας προς την κυβέρνηση, ως ένας μηχανιστικός ιμάντας. Πρέπει να φιλτράρει τις πιέσεις αυτές, να συμβάλλει στη ιεράρχηση των αιτημάτων. Κι αν η κυβέρνηση, υπό την πίεση των αναγκών, διολισθαίνει κάποια φορά προς την υιοθέτηση των εύκολων λύσεων, αντιγράφοντας πρακτικές των κυβερνήσεων του παρελθόντος, το κόμμα είναι αυτό που πρέπει να απαιτεί και να πιέζει διαρκώς για το νέο ήθος και τα νέα πρότυπα διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η κοινωνία και τα οποία πρέπει να επιμένει να δημιουργεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Ακόμη, η διασφάλιση της συλλογικής λειτουργίας του ενιαίου κόμματος είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η κρατικοποίηση και ο «καθεστωτισμός», ενώ η ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να γίνει αντιληπτή και ως απάντηση στην κρίση των κομμάτων και της πολιτικής, ως ένα πεδίο στο οποίο η Αριστερά μπορεί και πρέπει να πρωτοπορήσει.

*Ο Γιάννης Δραγασάκης είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης

Άσπρη γάτα, μαύρη γάτα αρκεί να πιάνει τα ποντίκια;

Η κυβέρνηση υλοποιεί ένα πρόγραμμα στο πλαίσιο μια βαριάς, κοινωνικά επώδυνης και πολιτικά αναντίστοιχης συνθηκολόγησης. Η πρόκληση της εποχής είναι να ξεπεράσουμε τον ορίζοντα της ήττας, βρίσκοντας δύο σοβαρές απαντήσεις: ποιο ισχυρό εναλλακτικό σχέδιο μπορούμε να διαμορφώσουμε και τι είδους κόμμα θέλουμε.

Για το πρώτο, η απάντηση επείγει στη βάση της πολιτικής και κοινωνικής αναγκαιότητας. Ένα σχέδιο που θα δίνει πραγματικές δυνατότητες, θα απαντά στα άμεσα και θα μπορεί να περιγράφει το μέλλον. Αλλά θα απαντά στα άμεσα γιατί «όταν θα έχει μάθει ο γάιδαρος να μην τρώει, θα έχει ψοφήσει κιόλας». Ένα μέλλον που δεν μπορεί να επισφραγίζεται από το Μνημόνιο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κωδικοποιείται στο «Ελλάδα του 2021», δηλαδή στο σύνθημα που ο Σαμαράς υιοθέτησε όταν βρέθηκε στη μέγγενη των Μνημονίων μετά τα Ζάππεια. Το σχέδιο για το μέλλον δεν έχει ανάγκη από μεγαλοϊδεατισμούς και βολονταρισμούς. Όσο αναγκαία είναι η δημοκρατική αντεπίθεση για την αποκατάσταση της χαμένης τιμής του πολιτικού συστήματος και του ισοζυγίου κοινωνικής δικαιοσύνης, άλλο τόσο επικίνδυνο είναι να χρησιμοποιείται το όνομα της Δημοκρατίας επί ματαίω. Για παράδειγμα, η συζήτηση για τον τρόπο εκλογής του ΠτΔ δεν μπορεί να ντύνεται με αμεσοδημοκρατικό περιτύλιγμα, διότι η εκλογή με καθολική ψηφοφορία μονοπρόσωπου οργάνου ισούται με περιστολή της Δημοκρατίας. Για να μην αναφέρει κανείς και το άλλο, πιο επικίνδυνο, ότι δηλαδή τα προεδρικά συστήματα ανέδειξαν τους Λεπέν και φέρνουν πατενταρισμένους φασίστες στο προσκήνιο. Αλλά και η ψήφος στα 17 από μόνη της δεν προσφέρει τίποτα. Αν η Αριστερά δεν καταφέρει να εγγυηθεί ζωή με αξιοπρέπεια, θα την αλώσει η αντιπολιτική, το μακρύ χέρι του φασισμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, στη διαδρομή του, υπήρξε ένα μετωπικό σχήμα. Ως τέτοιο ανέλαβε τη διακυβέρνηση, ως τέτοιο όμως και διασπάστηκε πέρσι το καλοκαίρι. Ακόμα και σήμερα μπορεί να γίνει μαζικό κόμμα της Αριστεράς, ειδικά όταν οι διαδικασίες στην υπόλοιπη Αριστερά θυμίζουν το «Αυτό που κάνει η γίδα στο πουρνάρι, το κάνει το πουρνάρι στη γίδα». Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που θα αφουγκράζεται, θα πολιτικοποιεί και θα εντάσσει τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες. Για να αντιστοιχηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνική του βάση, θα πρέπει πρώτα να αντιστοιχηθεί με την κομματική. Όποιος δεν είναι σε θέση να δει την απογοήτευση και την αποστράτευση στις γραμμές μας, δεν μπορεί να εξηγήσει την απόσυρση από τον δημόσιο χώρο των κοινωνικών υποκειμένων. Η κομματική βάση μας υπήρξε πάντα το πολιτικό και κοινωνικό ντιστριμπιτέρ. Για να πάρει πάλι μπροστά, δεν μπορεί να βρίσκεται σε διαρκή αιφνιδιασμό, αντιμέτωπη με καθυστερήσεις, αστοχίες, αλλά και προκλητικές επιλογές προσώπων. Χρειάζεται να μην αναζητά με άμπερ αλέρτ επιχείρημα και κυρίως αυτό να έχει διάρκεια ζωής μεγαλύτερη από «της γαρδένιας τον ανθό». Η αντιστοίχιση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνική του βάση θα γίνει εφόσον είναι σε θέση να ανακτά έδαφος αξιοπιστίας. Δεν σχηματίζει δα ουρές η κοινωνία έξω από τα κομματικά μας γραφεία και κάποιος εμποδίζει την ένταξη. Εκτός κι αν ως «κοινωνία» βαφτίζονται προσωπικοί στρατοί.

Αυτά τα ζητήματα θα πρέπει ν’ απασχολήσουν τις συλλογικές διαδικασίες, γι’ αυτά να χαράξουμε συγκεκριμένους στόχους και φυσικά να απαντήσουμε, με βάση τα δεδομένα, στο ερώτημα «Ποια Αριστερά στην Ελλάδα και ποια Αριστερή κυβέρνηση στην Ευρώπη».

Σοβαρή η ανάγκη συμμαχίας και με τη Σοσιαλδημοκρατία, στο σημερινό πλαίσιο των συσχετισμών στην Ε.Ε., αλλά με ποιους όρους; Το να εμφανίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρητικός απέναντι σε μια Σοσιαλδημοκρατία που ασκεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές και χάνει παντού είναι μια επιλογή που δεν έχει να προσφέρει τίποτα, πόσο μάλλον η υποστήριξη σε πρόσωπα που τελούν υπό δομική αμφισβήτηση εντός των κομματικών τους σχηματισμών. Ο Φάιμαν έφυγε, ο Ολάντ δεν θα είναι καν υποψήφιος στις εκλογές και ο Γκάμπριελ βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο.

Για όλα αυτά έχουμε ανάγκη από συλλογικές -ολιστικές και εν τοις μορίοις- επεξεργασίες. Γιατί μας ενδιαφέρει ένα κόμμα πολύ πιο πέρα από την κυβερνησιμότητα, και κυρίως για πολύ μετά από αυτή. Για τότε -για όταν- που πολλούς και πολλές δεν θα τους θυμάται ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους.
 

* Η Μαρία Μπαλάφα είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ

Ένα διαφορετικό συνέδριο

Το συνέδριο του Οκτωβρίου είναι το πρώτο που γίνεται με την Αριστερά να ασκεί εξουσία. Αυτό το νέο και ιδιαίτερου πολιτικού βάρους στοιχείο οφείλουμε να το συνυπολογίσουμε σοβαρά στις αποφάσεις μας. Δεν απευθυνόμαστε πλέον σε προστατευμένα περιβάλλοντα και σε μικρόκοσμους. Οι αποφάσεις μας αφορούν ευρύτερα ακροατήρια, επηρεάζουν το παρόν και το μέλλον μίας ολόκληρης χώρας. Θεωρίες, ιδεοληπτικές λογικές, βερμπαλισμοί και η προσπάθεια δικαίωσης της μιας και μοναδικής αλήθειας (!!!) που ο καθένας πιστεύει πως κατέχει μας καθιστούν αναποτελεσματικούς και απωθητικούς στην κοινωνία, η οποία αντιμετωπίζει μια σκληρή πραγματικότητα, προσπαθεί με αγωνία να βρει λύσεις και περιμένει τα αποτελέσματα των πολιτικών μας.

Το κόμμα που ουσιαστικά θα επανιδρύσουμε στο 2ο Συνέδριο πρέπει να είναι ένα κόμμα ανοιχτών οριζόντων. Να αντιστοιχίζεται με την πολιτική μας επιρροή και τα κοινωνικά δρώμενα. Ανοιχτό σε κάθε δημοκράτη που θέλει να καταθέσει τη δική του ενέργεια στην κοινή προσπάθεια, χωρίς πιστοποιήσεις αγώνων, κομματικών ενσήμων κ.λπ. Οφείλει να συνδέεται με τα κοινωνικά κινήματα, όχι με λογικές ποδηγέτησης, αλλά για τα κατανοήσει και να τα συνδράμει. Με δεδομένη τη στήριξή του στην κυβέρνηση, να επικεντρώσει κυρίως στη μελέτη, επεξεργασία, εμβάθυνση και διατύπωση προτάσεων και επιλογών σε ζητήματα που συνδέονται με την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας και την αντιμετώπιση λαϊκών και εθνικών προβλημάτων. Κόμμα εξωστρεφές και όχι άγονων εσωκομματικών αντιπαραθέσεων πίσω από τις οποίες κρύβονται εμμονές, ιδιοτέλειες, παραγοντισμοί, με μόνιμη απούσα την πολιτική. Να αναδεικνύει τα στελέχη του με βάση την επάρκειά τους, το γνωστικό τους πεδίο, τις εξειδικεύσεις τους και όχι με κριτήρια συμμετοχής σε ιδεολογικά ρεύματα ή, ακόμα χειρότερα, εμπλοκής τους σε μηχανισμούς, σε κύκλους παραγόντων και ιδιαίτερων γραφείων. Να δώσει στα μέλη του τον απαραίτητο ζωτικό χώρο, έτσι ώστε η πολιτική να ασκείται πρωτογενώς μέσα σε κάθε Ο.Μ. και να δημιουργηθεί η αμφίδρομη σχέση επικοινωνίας με τα κεντρικά του όργανα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στο συνέδριό του, αλλά και έπειτα απ’ αυτό, οφείλει, αξιοποιώντας και την κυβερνητική εμπειρία να εξετάσει και να καταλήξει σε τρία ζητήματα.

Το πρώτο είναι η διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας. Τα στρώματα που την αποτελούν, το εύρος τους, ο ρόλος τους στην πορεία ανάταξης της χώρας, τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους κ.λπ. Με βάση αυτό να καθορίσει τις πολιτικές του, να επιλέξει αυτούς που κατά κύριο λόγο θέλει να εκπροσωπήσει και να δικαιώσει. Η διατύπωση «εκπροσωπούμε τους αδύναμους» είναι ανεπαρκής. Πίσω από τους αδύναμους κρύβονται διαχρονικά, με επιμέλεια και επιτυχία, εκατοντάδες χιλιάδες που φοροδιαφεύγουν και εξαπατούν το κοινωνικό σύνολο.

Το δεύτερο, απολύτως συνδεδεμένο με το πρώτο, είναι η ανάπτυξη. Σε ποιους τομείς της οικονομίας θα στοχεύσουμε και γιατί, ποιες κλαδικές πολιτικές έχουμε και πώς πρέπει να τις διαμορφώσουμε, σε ποιες αγορές θα προωθήσουμε όσα παράξουμε, ποιος θα είναι ο ρόλος και το μέγεθος συμμετοχής του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα,ποια μέτρα θα πάρουμε για τον στόχο της δίκαιης ανάπτυξης κ.λπ.

Το τρίτο είναι ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών μας συμμαχιών, γεγονός που καθίσταται επίκαιρο και επείγον με την ψήφιση της απλής αναλογικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει, αρχίζοντας από το εσωτερικό του, να καλλιεργήσει κουλτούρα συνεργασιών, να επιδιώξει ευρύτερες πολιτικές συμφωνίες με όμορες πολιτικές δυνάμεις σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενισχύοντας την θέση του για αλλαγή των συσχετισμών και των ασκούμενων πολιτικών.

Τελευταίο και πιο σημαντικό, η αλήθεια. Περιγράφουμε και δεσμευόμαστε γι’ αυτά που μπορούμε να κάνουμε και όχι για όσα υπαγορεύονται από τις ιδεολογικές μας αναφορές και στοχεύσεις. Συμφιλιωνόμαστε πολιτικά με λέξεις και έννοιες όπως προσαρμογή και διαχείριση. Γιατί αυτό ακριβώς είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε, αυτό ουσιαστικά συναποφασίσαμε το περασμένο καλοκαίρι. Προσαρμοζόμαστε στο δεδομένο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον και διαχειριζόμαστε με τον μέγιστο δυνατό τρόπο δικαιοσύνης και ταξικής μεροληψίας τα ερείπια που δημιούργησαν ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. και παραλάβαμε εμείς. Το κάνουμε όμως χωρίς «κλαψουρίσματα», υπερβολές και αντιφάσεις, γιατί γνωρίζουμε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Θα κριθούμε σε πρώτο χρόνο από την ικανότητά μας στη δίκαιη αλλά και αποτελεσματική διαχείριση και σε δεύτερο από τη δεδομένη, πιστεύω, απόφασή μας να μην υποταχθούμε σ’ αυτές τις έννοιες, αλλά να τις υπερβούμε σε βάθος χρόνου, με την άσκηση στοχευμένων πολιτικών και την αναγκαία αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών.

* Ο Αλέξης Χριστόπουλος είναι αναπληρωτής συντονιστής του ΣΥΡΙΖΑ Βόρειας Αθήνας

Στρατηγικός επαναπροσδιορισμός στην πορεία προς το συνέδριο

Τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ, που πολέμησαν σκληρά για να έρθουν οι συνεχόμενες μεγάλες πολιτικές νίκες, βιώνουν το «πρώτη φορά αριστερά» με έντονη πολιτική και συναισθηματική αμφισημία: Από τη μια μεριά, η χαρά της νίκης και από την άλλη, η αμφιβολία για το αν θα μπορέσει η κυβέρνηση να ασκήσει την πολιτική εξουσία με τους όρους που φανταζόταν και να υλοποιήσει μέρος, έστω, του προγράμματός της. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η αναγκαία προσαρμογή της κυβέρνησης και του κόμματος στις νέες συνθήκες και περιστάσεις προκάλεσε και οργανωτική αρρυθμία και αποδιοργάνωση, ενώ η νέα πολιτική συνθήκη υπήρξε ομολογουμένως τραυματική από ιδεολογική άποψη. Διότι, οι εξωφρενικές απαιτήσεις των δανειστών και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί στα όρια της διαρκούς ασφυξίας δεν άφηναν πολλά περιθώρια πολιτικής αυτονομίας και ελευθερίας κυβερνητικών επιλογών. Όπως εύστοχα έγραψε ο Κων. Τσουκαλάς, «μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα το φως που άναψε με την πολιτική επικράτηση της ελπίδας φαίνεται να χάνει μεγάλο μέρος από τη λάμψη του».

Κι όμως η κυβέρνηση και το κόμμα της Αριστεράς δεν ενέδωσε στους εκβιασμούς, ούτε παραδόθηκε αμαχητί· έδωσε και δίνει καθημερινά μάχες σκληρές σε όλα τα επίπεδα, κυρίως απέναντι στο ευρωπαϊκό διευθυντήριο, που ελέγχεται απολύτως από το Βερολίνο και τον Σόιμπλε, και την ελληνική ολιγαρχία, που επενδύει στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, που, χωρίς μέτρο, μετέρχονται τα πάντα προκειμένου να γκρεμίσουν την κυβέρνηση της Αριστεράς, που πολιτεύεται «επικίνδυνα». Διότι, τολμά να ελέγχει τη φοροδιαφυγή τους, τους καταλόγους των λι(η)στών τους, θέτει τους όρους νομιμότητας για τη λειτουργία των ΜΜΕ, δημιουργεί συνθήκες ελευθερίας και ευρυχωρίας στη Δικαιοσύνη και στέλνει σ’ αυτήν όλους όσοι παρανομούσαν επί δεκαετίες ατιμώρητα. Απέναντι σε μια Δεξιά που υπερασπίζεται τα «ιερά και το όσιά της», η δική μας Αριστερά αντιπαραθέτει «το φωτεινό παρεμβατικό της πρόταγμα, την ανάγκη για μία συνεχή φυγή προς τα εμπρός, την ανάληψη ενός αδιάκοπου στοιχήματος με την Ιστορία» (Κων. Τσουκαλάς).

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι στις αμείλικτες συμπληγάδες της καθημερινότητας η κυβέρνησή μας επιτρέπει στη Δεξιά να ορθώνει πολιτικό ανάστημα, να ομιλεί για τη δική της «επιθετική» αλλαγή, να ψαρεύει σε θολά νερά, να δημιουργεί κλίμα εύκρατο και υγιεινό για να εμφανίζονται οι νεοδημοκράτες σαν «ζηλωτές της κοινωνικής ανατροπής – ποιοι; οι εκ πεποιθήσεως αντιμεταρρυθμιστές».

Το συνέδριό μας πρέπει, λοιπόν, να απαντήσει με επιστημονική και ιδεολογική επάρκεια και πολιτική πειστικότητα σε δύο ζητήματα: πρώτον, της Ευρώπης και της προοπτικής της, και δεύτερον, της εμπλοκής όλων μας στη διακυβέρνηση του τόπου.

Γνωρίζουμε ποια είναι σήμερα η κυρίαρχη Ευρώπη, ποιες δυνάμεις κυριαρχούν και πώς αντιμετωπίζουν τους λαούς και τις ανάγκες τους. Αυτό που πρέπει να απαντηθεί για τη στρατηγική μας είναι το ερώτημα «τι είναι, τι συμβολίζει, τι προοπτικές ανοίγει η συμμαχία των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη;». Αυτό είναι το μεγάλο κάδρο της πολιτικής και ως προς αυτό δεν έχουμε επιστημονικές-ιδεολογικές αναλύσεις, ώστε να προσαρμόσουμε κατάλληλα και τις πολιτικές μας. Πρέπει να απαντήσουμε πειστικά στο ερώτημα τι περιμένουμε από αυτή την Ευρώπη; Το ερώτημα αυτό πρέπει να είναι από τα κυρίαρχα στο συνέδριό μας, αφού πλέον τα πάντα σε πολιτικό επίπεδο «παίζονται» στην Ευρώπη, όπου αρχίζει μια μεγάλη πολιτική μάχη μεταξύ δύο μπλοκ δυνάμεων: από τη μια, το μπλοκ των νεοφιλελεύθερων, των ευρωσκεπτικιστών και της ακροδεξιάς, και από την άλλη, το μπλοκ των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, των σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών, που τελευταία φαίνεται ότι αποφασίζουν να απεγκλωβιστούν από τον εναγκαλισμό της Δεξιάς (αυτό αργεί στη χώρα μας, καθόλου παράξενο βέβαια…). Από την έκβαση της μάχης αυτής θα εξαρτηθεί και το μέλλον της Ευρώπης και των Ευρωπαϊκών λαών, θα κριθεί εάν θα κυριαρχήσουν οι ιδέες της Δημοκρατίας, οι αξίες της αλληλεγγύης, του κοινωνικού κράτους, της προστασίας της εργασίας, των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Ή οι λαοί θα πάρουν τις τύχες στα χέρια τους ή Ευρώπη τέλος.

Στο εσωτερικό της χώρας έχουμε να αντιμετωπίσουμε το σκληρό μπλοκ δυνάμεων, που σήμερα αγκαλιά με τη διαπλοκή και την ολιγαρχία θα κάνει τα πάντα για την αποδόμηση και την ανατροπή της κυβέρνησής μας. Η αντιμετώπισή τους θα είναι επιτυχής, εάν εμείς, τα μέλη του κόμματος, με επίγνωση των δυσκολιών, με σθένος και μαχητικότητα συμμετάσχουμε συνειδητά, ως κομματικό σύνολο, στο πεδίο της διακυβέρνησης. «Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως οργανωμένη δύναμη και ως ευρύτερος δημόσιος χώρος, είναι υποχρεωμένος να εμπλακεί άμεσα και με πολλές δυνάμεις στο εγχείρημα τη διακυβέρνησης. Αυτή είναι σήμερα η αναγκαστική οδός για τον νέο του ρόλο… Και πάνω απ’ όλα σημαίνει προσπάθεια ενεργητικής εμπλοκής της κοινωνίας στο εγχείρημα». (Δ. Γιατζόγλου “Αυγή” 3/2015). Να μη λησμονούμε ότι «κάθε εξουσία που κερδίζουμε, και ανήκει στους λαούς που τη στηρίζουν, δεν έχουμε την πολυτέλεια να την εκχωρήσουμε» (Μ. Μίγκος, “Αυγή” 7/2016).

Όλα αυτά μόνο το συνέδριό μας μπορεί να το κάνει με επιστημονική επάρκεια, πολιτική ανάλυση και οξυδέρκεια, όπως αρμόζει σε ένα σύγχρονο κόμμα της Αριστεράς. Σε ένα κόμμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα.

 
* Ο Σπύρος Λάππας είναι βουλευτής Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ

Κάποια που δεν λέγονται κα έρχεται η ώρα τους να ειπωθούν

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αντέχει, πορεύεται με σχέδιο, κρατάει ζωντανές τις ελπίδες και τις προσδοκίες του κόσμου. Στην Ευρώπη φουντώνουν οι αντιθέσεις ανάμεσα στα διευθυντήρια και στους λαούς. Είναι η ώρα να παλέψουμε πιο δυνατά, να αλλάξει η Ευρώπη.

Αρκεί να προχωρήσουμε όπως πριν, να αφεθούμε στη δύναμη της αδράνειας και με φτιασιδώματα να συνεχίσουμε; Αρκεί ότι για πολλούς αποτελούμε τη μοναδική δυνατότητα για διέξοδο κι ότι οι εσωτερικοί αντίπαλοι είναι απαξιωμένοι κι αναξιόπιστοι;

Είναι τρεις οι δρόμοι: αυτός της ήττας, της παραίτησης και της επιστροφής του παλιού στα πράγματα, που δεν έχει αύριο. Ο άλλος, της λίγο διαφορετικής διαχείρισης των πραγμάτων, δρόμος χωρίς ορίζοντα, που μας γυρνάει στα ίδια. Μόνη διέξοδος ο δρόμος των τομών, του μετασχηματισμού, των μεγάλων αλλαγών. Ο δρόμος της δουλειάς, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας, της διαφάνειας, ο δρόμος που οδηγεί στην άρση της επιτροπείας και στην ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη.

Για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ:

Ας φανταστούμε μια ιδεατή κατάσταση. Τα μέλη της κυβέρνησης, στρατευμένα άξια στελέχη κορυφής στον μεγάλο αγώνα. Με συλλογική λειτουργία, εμπιστοσύνη, συνεργατικότητα, με αξιοκρατικές επιλογές, σταθμίζουν, συμφωνούν, υπηρετούν το κοινό πολιτικό σχέδιο, με ενιαία εκφώνηση και πράξη, αποτελεσματικά.

Μπορούμε σε αυτήν την ιστορική περίοδο, με όλα αυτά τα μεγάλα που έχουμε αναλάβει, με τις προσδοκίες ενός λαού να περιμένουν δικαίωση σε μια χώρα ρημαγμένη, να λειτουργήσουμε με χαμηλότερη ποιότητα και ταχύτητες;

Πόσο απέχουμε από αυτήν την ιδανική κατάσταση πνευμάτων, δυνατοτήτων και λειτουργίας; Αν απέχουμε αρκετά, πώς θα φροντίσουμε να φτάσουμε κοντά σ’ αυτήν άμεσα; Υπηρετούμε, αφιερωμένοι όλοι, το κοινό σχέδιο, με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρεθούμε, μπροστά ή στα μετόπισθεν, στα ρετιρέ ή στα ισόγεια;

Για το κόμμα μας:

Όπως πήγαινε, δεν πάει. Χρειάζεται σοκ φρεσκάδας, αλλαγές, εμπνευσμένες παρεμβάσεις, μαζικότητα, άλλος αέρας. Έρχεται τέτοιος αέρας από τα προσυνεδριακά κείμενα; Μια απλή επικαιροποίηση θα αρκούσε σε μια κανονικότητα· αλλά τώρα που χρειαζόμαστε ώθηση, έμπνευση; Πώς ανοίγει η συζήτηση για την Αριστερά του 21ου αιώνα για την Ελλάδα που θέλουμε και μας αξίζει; Τι άλλαξε στη σκέψη, στα δεδομένα, στη στρατηγική, στους στόχους μας; Πώς είναι η κοινωνία σήμερα, στη χώρα, στον κόσμο; Ποια τα νέα επίδικα, οι προτεραιότητες; Η πράξη έχει ξεκινήσει και θέλει δίπλα της τη θεωρία. Μια θεωρία πολιτική, προγραμματική, που να μπορεί να εμπνεύσει, που να απαντάει από το τώρα στις προσδοκίες του κόσμου και να μην απευθύνεται μόνο στους μικρόκοσμους και στα δικά μας όνειρα.

Οργανωτικά του κόμματος:

Τα λέει ο κόσμος στις Ο.Μ.

1ον) Τι θα γίνει με τις τάσεις, θα τολμήσουμε;

Είναι βέβαιο ότι το να φτιάξεις το κόμμα, το νέο, το μαζικό, το ανοιχτό, το δημοκρατικό που λέμε πως θέλουμε και που απαιτούν οι καιροί, με τις τάσεις, δηλαδή τους μηχανισμούς, με τα γνωστά χαρακτηριστικά σε λειτουργία, δεν γίνεται. Δεν θα φτιάξουμε κόμμα και θα μείνουμε με τις τάσεις. Η πλειονότητα των μελών και των φίλων είναι ατασικοί. Θα τους ακούσουμε; Ας βγουν οι τάσεις έξω από το κόμμα, να λειτουργήσουν ως ινστιτούτα, ρεύματα ιδεών. Να φτιάξουμε το κόμμα των μελών και να είμαστε μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Τελεία.

2ον) Πώς θα φτάνει η φωνή των μελών και των φίλων προς τα πάνω; Χρειάζεται να βρούμε συγκεκριμένο οργανωτικό τρόπο, με ανάληψη ευθύνης από στελέχη μας που να μαζεύουν, να κωδικοποιούν, να μεταφέρουν τις προτάσεις, τις γνώμες.

3ον) Το κακό μας χούι της «εκλογής» μελών, οργάνων. Στη βάση του κόμματος η πλειονότητα είναι ατασική. Ανεβαίνοντας προς τα πάνω λιγοστεύουν οι ατασικοί, στην Κ.Ε. τους ψάχνεις με το κιάλι, στην Π.Γ. δεν υπάρχουν. Θα σταματήσουμε την αντιδημοκρατική και προσβλητική κατάσταση με τις λίστες – χαρτάκια των διευθυντηρίων των ομάδων – τάσεων όπου τελικά περισσότερο γίνεται ορισμός παρά εκλογή; Θα είναι βήμα προς την αξιοκρατία, την έκφραση της βούλησης της βάσης και ήττα των μηχανισμών. Θα τολμήσουμε το αυτονόητο;

Είμαστε ό,τι πιο αριστερό και ριζοσπαστικό μπόρεσε να υπάρξει εντός πεδίου πραγματικής ζωής και καθοριστικής παρέμβασης στα πράγματα, σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες οικονομικού πολέμου στη χώρα. Είναι μεγάλης εμβέλειας, κρίσιμο και ιστορικό το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζονται διορθώσεις, αλλαγές με τόλμη σε αντιλήψεις, πρόσωπα, καταστάσεις, παντού, για να προχωρήσουμε πολύ καλύτερα, πιο αποτελεσματικά, πιο γρήγορα.

* Ο Χρήστος Παναγής, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

«Μικρές» ριζοσπαστικές τομές

Εν όψει του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, με εφόδιο την εμπειρία των τελευταίων χρόνων και ιδιαίτερα από την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών, χρειάζεται να αναστοχαστούμε πάνω στο πολιτικό υποκείμενο που, παρά τις διαψεύσεις και δυσκολίες, καλείται να πάει παραπέρα την υπόθεση της Αριστεράς στην Ελλάδα. Απέναντι δεν έχουμε μόνο το στενό πλαίσιο του εκβιαστικού συμβιβασμού με τους δανειστές και τις κυρίαρχες δυνάμεις. Έχουμε επίσης να αντιμετωπίσουμε αλλεπάλληλα στρώματα κληρονομημένων στρεβλώσεων του εγχώριου πολιτικοοικονομικού συστήματος, αλλά και πολλά δικά μας συλλογικά ελλείμματα, που φάνηκαν ανάγλυφα την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης και επέτειναν την εσωκομματική ρήξη.

Πλέον, χρειάζεται να διερευνήσουμε τις πιθανές κατευθύνσεις δράσης της Αριστεράς, θέτοντας συγκεκριμένα ζητούμενα μιας αριστερής πολιτικής στη σημερινή συγκυρία των συστημικών κινδύνων και ορίων, αλλά και των δυνατοτήτων που δίνει η διακυβέρνηση της χώρας. Τι χρειάζεται να κάνουμε σαν ΣΥΡΙΖΑ ώστε να επιδιώξουμε, με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση, τους “παράλληλους” στο Μνημόνιο στόχους μας; Έχουμε μπροστά μας επιλογές που, είτε θα αναπαράγουν -ηπιότερα έστω- τα βασικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου υποδείγματος ή θα επιχειρήσουν συγκεκριμένες ριζοσπαστικές τομές, βελτιώνοντας τους όρους ζωής άμεσα και αφήνοντας παρακαταθήκες για το μέλλον.

Αυτονόητα, η προσπάθειες θα κινηθούν σε δύο επίπεδα: Αφενός, για την υποστήριξη και τον έλεγχο του κυβερνητικού έργου και αφετέρου για την υπεράσπιση και ενδυνάμωση των κοινωνικών δυνάμεων στις οποίες αναφερόμαστε. Αυτά τα “καθήκοντα” διατρέχουν, αναγκαστικά σήμερα, κάθε πεδίο πολιτικής παρέμβασης του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης.

Ως παράδειγμα, θα αναφερθώ στο αίτημα της “δίκαιης ανάπτυξης” που σωστά προβάλλεται πρόσφατα. Ήδη από την περίοδο του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, επισημαίναμε ότι η συστημική πρακτική προώθησης διάφορων “επενδύσεων” μέσα από πελατειακά κανάλια, με απαξιωμένη τη δημόσια ρύθμιση και χωρίς κοινωνικό έλεγχο, δημιουργεί “φούσκες” και φέρνει παραγωγική και οικολογική κατάρρευση. Στον αντίποδα, χρειάζεται σήμερα να επανορθώσουμε στοιχειώδεις θεσμούς του δημόσιου σχεδιασμού. Και προφανώς, οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν λ.χ. το κτηματολόγιο, τους δασικούς χάρτες, τα περιφερειακά χωροταξικά σχέδια, την περιβαλλοντική αδειοδότηση και έλεγχο, την κοινωνική λογοδοσία και ευθύνη των επιχειρήσεων δεν μπορεί να νοούνται -ειδικά από αριστερούς- ως “εμπόδια στην ανάπτυξη”. Αντίθετα, αποτελούν βάση κάθε σύγχρονου και βιώσιμου αναπτυξιακού υποδείγματος. Για να μπει αριστερό πρόσημο στις αναπτυξιακές πολιτικές, δεν βοηθάει επίσης ο εμπειρισμός, ούτε η άκριτη υιοθέτηση διάφορων μεγαλοϊδεατικών πρότζεκτ – συνήθως της αρπαχτής. Γι’ αυτό, χρειαζόμαστε ένα κόμμα αναβαθμισμένο, ένα ανοιχτό συλλογικό εργαστήριο, που, αντλώντας από ειδικούς, ανεξάρτητους φορείς και κινηματικές εμπειρίες, επεξεργάζεται θέματα και πολιτικές, παρεμβαίνει τεκμηριωμένα και οργανώνει τον δημόσιο διάλογο.

Επίσης, μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από τους νέους τρόπους οργάνωσης της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η εμπειρία των προηγούμενων μηνών και ιδιαίτερα οι δράσεις υποδοχής των προσφύγων ανέδειξαν ιδιαίτερες μορφές συσχέτισης των -οργανωμένων και άτυπων- δομών της κοινωνίας με το επίσημο κράτος. Αναπτύχθηκαν μορφές αναβαθμισμένης συνεργασίας, αλλά και κριτική και εντάσεις. Φαίνεται ότι χρειαζόμαστε νέες αναλύσεις και μεθοδολογίες για το πώς οι κρατικοί θεσμοί θα συνδιαλέγονται με την “κοινωνία των πολιτών”, με σεβασμό στην αυτονομία της, σε διακριτούς ρόλους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συμπορευτεί με τις ενεργές κοινωνικές συλλογικότητες, σε πνεύμα εμπιστοσύνης και κοινής προσπάθειας απέναντι στα προβλήματα, χωρίς καχυποψία και παλαιοκομματικές απόπειρες “αποικισμού” ή εργαλειοποίησης των κινημάτων. Πλέον, είναι ώριμο να δοκιμαστούν καινοτόμες μορφές ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών σε κάθε επίπεδο, διαδικασίες “κοινωνικής συμπαραγωγής” που θα συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα κάθε ασκούμενης πολιτικής για την καθημερινότητα των ανθρώπων, παράλληλα με την πολύπλευρη ενδυνάμωση των κοινωνικών υποκειμένων.

Τα προηγούμενα χρόνια, δεν καταφέραμε ή αποφύγαμε να καταπιαστούμε σοβαρά με τις θεωρούμενες “μικρές” τομές σε επιμέρους -αλλά αντικειμενικά κρίσιμα- πεδία της αριστερής πολιτικής. Σήμερα, γνωρίζοντας καλύτερα τις συνθήκες, αλλά και τα συλλογικά μας ελλείμματα, οφείλουμε να ξαναπροσπαθήσουμε. Ακόμη και “κάτω από το ραντάρ” της επιτήρησης, έχουμε την ευκαιρία να θεμελιώσουμε δημοκρατικούς θεσμούς που θα εμπλέκουν βιωματικά την κοινωνία στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ – με τις υπαρκτές αντιφάσεις της. Κρατώντας έτσι ανοιχτό ένα… παράθυρο ευκαιρίας για το μέλλον.

*O Χ. Κωνσταντάτος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Το κόμμα οφείλει να αποτελεί ηγεμονική δύναμη στη χώρα μας

Η έναρξη του διαλόγου εν όψει του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει στην επιφάνεια μία εσωτερική συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό ανάμεσα στα μέλη και τα στελέχη του κόμματος. Ποια είναι και ποια θα πρέπει να είναι η νέα σχέση που έχει προκύψει μεταξύ κόμματος και κυβέρνησης, ο επαναπροσδιορισμός της πολιτικής του κόμματος αλλά και για τη συλλογική λειτουργία μεταξύ τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015, μέσα από μια διαδρομή πέντε ετών ουσιαστικών παρεμβάσεων στην κοινωνία που δοκιμαζόταν από τις πολιτικές της λιτότητας και των σκληρών Μνημονίων, δεν κρύφτηκε και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Σε μια περίοδο μάλιστα που στην Ευρώπη η οικονομική κρίση ξεπερνούσε τα όριά της και αποκαλύφθηκε η πολιτική κρίση, αλλά και η κρίση αξιών που επικαλυπτόταν. Η Αριστερά στη χώρα μας είχε το θάρρος να φύγει από το βόλεμα της εύκολης κριτικής, της διαμαρτυρίας και να αναλάβει πρωτοβουλίες και ευθύνες. Η ύπαρξη αυτής της Αριστεράς είναι απολύτως αναγκαία στον καιρό που ζούμε. Για να προασπίζεται τα δικαιώματα όλων των κοινωνικών ομάδων που σήκωσαν το βάρος της κρίσης, αλλά και να μετασχηματίζει σε κυβερνητικό επίπεδο την δύναμη που παίρνει από την κοινωνία. Η αλλαγή που επιδιώκουμε στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι μια εύκολη διαδικασία, αλλά μια επίπονη και μακρά προσπάθεια αλλαγής συσχετισμών, χτισίματος νέων συμμαχιών και διατήρησης των παλαιών, στρατηγικής. Δεν διστάσαμε όμως να αναλάβουμε αυτό το κόστος και την ευκαιρία να συγκροτήσουμε το αντιπαράδειγμα. Να αναδείξουμε το δίκιο και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού όπως και των λαών της Ευρώπης.

Σε αυτή τη διαδικασία μπαίνει και το κόμμα με την έναρξη του διαλόγου εν όψει του συνεδρίου. Είναι γεγονός πως το προηγούμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε πληγωμένος λόγω της φυγής στελεχών και της διάσπασης. Και αυτή δεν ήταν μια εύκολη διαδικασία, και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι. Βρισκόμαστε όμως όλοι και όλες μπροστά σε μια εξαιρετική συγκυρία. Ένα συνέδριο – καμπή, που μόνο ως προωθητική δύναμη πρέπει να λειτουργήσει. Το κόμμα οφείλει να αποτελεί ηγεμονική δύναμη στη χώρα μας. Δεν πρέπει να παρακολουθεί αλλά να δημιουργεί εξελίξεις. Και η πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση μπορούν να παίξουν αυτόν τον ουσιαστικό ρόλο. Ένα κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία και δημιουργικό, μαζικό αλλά και παρεμβατικό σε όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους. Που θα προασπίζεται τη συλλογικότητα και αποκλείει τους παραγοντισμούς και τους ατομικισμούς. Πλουραλιστικό και μαχητικό στους κοινωνικούς αγώνες και στην κοινωνία. Μα, πάνω απ’ όλα, ένα κόμμα που θα βαδίζει δίπλα και πλάι με την κυβέρνηση, θα τη στηρίζει αλλά και θα ασκεί κριτική εκεί που κρίνει πως πρέπει.

Και η νεολαία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την ουσιαστική παρέμβαση του κόμματος. Η ανασυγκρότηση της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την αρχή, οφείλουμε όμως να βοηθήσουμε όλοι σε αυτή την προσπάθεια. Δεν πρέπει να τη βλέπουμε ως μια προέκταση του κόμματος αλλά ως τη συνέχεια και την ελπίδα συνέχισης της μάχης.

 
* Ο Κ. Μπάρκας είναι βουλευτής Πρέβεζας ΣΥΡΙΖΑ