Skip to main content

Συντάκτης: admin

Ένας αναγκαίος και ατέρμονος διάλογος

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ συνέρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο τόσο της διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά, όσο και της λειτουργίας του κόμματος. Η συζευκτική λειτουργία των δύο -κυβέρνησης και κόμματος- είναι ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα προς αντιμετώπιση και επίλυση, που παρουσιάστηκε από την πρώιμη περίοδο της διακυβέρνησης. Η κοινωνία υποστήριξε με ιδιαίτερη ζωντάνια τον ΣΥΡΙΖΑ στους δρόμους και τις πλατείες και στις τρεις εκλογικές μάχες ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, με τα γνωστά αποτελέσματα της νίκης που γέννησε τις ελπίδες για μια άλλη ζωή και μια άλλη κοινωνία. Ελπίδες που, χωρίς «θαύματα» από την κυβέρνηση και το κόμμα, μπορούν να αναβιώσουν στην κοινωνία, μιας και ήδη η κυβέρνηση, σε περίοδο οικονομικής ασφυξίας και ιδιαίτερης φτωχοποίησης της κοινωνίας, έδωσε νέα δείγματα γραφής, που μπορούν σταδιακά να οδηγήσουν μέσα από τα μονοπάτια και τους δρόμους στις λεωφόρους της υλοποίησης του προγράμματος της Αριστεράς.

Το συνέδριο υπό ορισμένους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο ρόλος του είναι καθοριστικός, διότι για πρώτη φορά θα είναι ένα συνέδριο με την Αριστερά στην κυβέρνηση, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει και να επιλύσει, μεταξύ των άλλων, ζητήματα που αναδύονται από αυτό και μόνον το γεγονός. Το κόμμα και η κυβέρνηση αποτελούν διακριτές οντότητες αλλά και η λειτουργία τους οφείλει να είναι συζευκτική με ταυτόχρονη προώθηση δεσμών, ουσιαστικών πολιτικών και ιδεολογικών, με την κοινωνία και τα κινήματα. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος της τυπικής δημόσιας διαβούλευσης νόμων, με ελάχιστη μάλιστα χρονική διάρκεια, κατά την οποία η κοινωνία αλλά ούτε και το κόμμα δεν είναι δυνατόν να συμμετέχουν και παραμένουν θεατές. Απλώς οργανώνεται μια εκ των υστέρων ενημέρωση, με την ανάπτυξη «διαλόγου» με στόχο την κατανόηση των νόμων που θεσπίστηκαν και της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής.

Το κόμμα και η κυβέρνηση οφείλουν να ενεργοποιήσουν την κοινωνία στο επίπεδο μιας πραγματικής συμμετοχής της στην έγκαιρη διαμόρφωση των πολιτικών του κόμματος και της κυβέρνησης που αποτελούν και οφείλουν να αποτελούν την ιδεολογική έκφραση της κυβέρνησης από κοινού με το κόμμα της Αριστεράς.

Ένα τρίγωνο λοιπόν «κόμμα – κυβέρνηση – κοινωνία», το τρίγωνο των τριών «Κ» που δεν συστήνει σχήμα αλλά δομή, όπου ο διάλογος μεταξύ τους είναι ατέρμονος και, κυρίως, αμφίδρομος, συνδεδεμένος με τα κινήματα και επομένως αποτελεσματικός.

Θεωρώντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σχέσης των τριών «Κ» το ζήτημα της ανάπτυξης της χώρας σ’ αυτή την περίοδο της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης, ο προσδιορισμός της μορφής της και η εξέλιξή της είναι καίριας σημασίας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη πολιτική και επομένως αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στο 2ο Συνέδριο. Το πρότυπο ανάπτυξης της χώρας και των 13 περιφερειών της αποτελεί βασικό στοιχείο και δυναμική για την έξοδο από την κρίση και τη δόμηση του αύριο, της πορείας προς τον σοσιαλισμό. Επομένως, δίπλα στην κυβέρνηση, το κόμμα και η κοινωνία έχουν λόγο για να προσδιορίσουν και να απαντήσουν.

Για ποια ανάπτυξη; τη βιώσιμη ανάπτυξη; αυτή που μέχρι τώρα πρόβαλε σε ορισμένες πολιτικές περιφερειακής, κυρίως, εμβέλειας; την πράσινη ανάπτυξη; τη δίκαιη ανάπτυξη; Μέσα από ποιο διάλογο μεταξύ των τριών «Κ» περνάμε πρόσφατα σ’ αυτό τον μετασχηματισμό – στη δίκαιη ανάπτυξη;

 
Η «βιωσιμότητα» της βιώσιμης ανάπτυξης

Η βιώσιμη ανάπτυξη, στη Διεθνή Συνδιάσκεψη του Ρίο, το 1992, διατυπώθηκε για πρώτη φορά ως η ανάπτυξη που παρέχει μακροπρόθεσμα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη φροντίζοντας τις ανάγκες της παρούσας και των μελλοντικών γενεών. Αργότερα, σύμφωνα με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή υιοθετήθηκε για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ το 2001 και όπως αναπτύσσεται και σε μεταγενέστερα σχετικά κείμενα, είναι μια συνεχής πορεία αλλαγής και προσαρμογής, και όχι μια στατική κατάσταση, με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του παρόντος, χωρίς όμως να μειώνεται η δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν και τις δικές τους ανάγκες, μέσα από την ισόρροπη και ισότιμη επιδίωξη των τριών πυλώνων της βιώσιμης ανάπτυξης: οικονομία – περιβάλλον – κοινωνία. Μέσα από τη συμπόρευση, δηλαδή, της οικονομικής ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής – το κοινωνικό όφελος των πολλών και το δημόσιο συμφέρον.

Η δίκαιη ανάπτυξη λοιπόν με τη μορφή της κοινωνικής συνοχής και σύγκλισης αποτελεί πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης. Επομένως δεν δύναται να αποκόπτεται και να προβάλλει αυθύπαρκτη χωρίς τη συνδεδεμένη ισότιμη ύπαρξη του πυλώνα της προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτές ήταν και είναι οι συνιστώσες της αντιδιαστολής των αναπτυξιακών πολιτικών της Αριστεράς από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που προσβλέπει στον πλουτισμό των ολίγων και τη φτωχοποίηση των πολλών και παράλληλα αγνοεί παντελώς την προστασία του περιβάλλοντος, ενίοτε μάλιστα καταστρέφει το περιβάλλον έναντι του πλουτισμού των ολίγων. Αλλά και στην περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης της Αριστεράς, παρά τις προσπάθειες της πολιτικής ηγεσίας, ο πυλώνας της προστασίας του περιβάλλοντος μοιάζει να έχει ατονίσει, είτε, λιγότερο, ως αυτόνομη πολιτική, είτε, περισσότερο, ως μια πολιτική ενσωματωμένη σε άλλες κυρίως αναπτυξιακές πολιτικές, όπως προτάσσουν οι αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο ο πυλώνας του περιβάλλοντος πρέπει να ενταθεί και να ενσωματωθεί στις κεντρικές και περιφερειακές πολιτικές, πόσο μάλλον που αποτελεί τη βασική συνιστώσα του χωρικού σχεδιασμού, ο οποίος επίσης έχει ατονίσει καθώς οι μνημονιακές προτεραιότητες έχουν προταχθεί.

Σήμερα το επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής και των πολιτικών του κόμματος είναι, ορθώς, η κοινωνία – η «δίκαιη» ανάπτυξη, συνδεδεμένη με τις πολιτικές της κοινωνικής συνοχής, της κοινωνικής αλληλεγγύης, κ.λπ., και όπως την προσδιόρισε ο πρωθυπουργός

– κοινωνικό όφελος / δημόσιο συμφέρον

– παραγωγή πλούτου και δίκαιη διανομή του

– επιχειρηματικότητα που θα δημιουργήσει βιώσιμες και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας

– επούλωση τραυμάτων του κοινωνικού κράτους.

Όμως η επιλογή και η εξειδίκευση, κατά την τρέχουσα περίοδο, της συγκεκριμένης πολιτικής -της δίκαιης ανάπτυξης- δεν σημαίνει ότι αίρεται ο ρόλος της, ως πυλώνας της βιώσιμης ανάπτυξης, η «βιωσιμότητα» της οποίας δεν πρέπει να αμφισβητείται.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, μέσα από τον διαχρονικά δύσκολο δρόμο του διαλόγου στο πλαίσιο της Αριστεράς -διασπάσεις, αναχωρητισμοί, νίκες, ήττες-, διαμορφώθηκε ως πολυτασικό κόμμα, ή αν πια έχει φθαρεί η έννοια της «τάσης», ταυτιζόμενη με τους «μηχανισμούς» που την υποστηρίζουν, ας προβληματιστούμε για μια νέα συμβολική ή πραγματική ορολογία. Πάντως το ιδεολογικό απόθεμα της Αριστεράς, η οποία σήμερα ως κυβέρνηση βλέπει το φως της πράξης και της υλοποίησης πολιτικών, θα παραμείνει ως η μεγαλύτερη αξία, και καταλύτης θα είναι το συνέδριό μας.

 

* Η Έφη Καραθανάση είναι δρ. αρχιτέκτων πολεοδόμος, μέλος Ο.Μ. Πεντέλης και Τμήματος Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού

Κόμμα – Κυβέρνηση κοινωνικά γειωμένη

Πρέπει να ισορροπήσουμε το επιθυμητό με τον ρεαλισμό, τον ιδεολογικό οραματικό λόγο με την πολιτική πρακτική.

Σε έναν σκληρό, ασύμμετρο πόλεμο χρηματοπιστωτικής ασφυξίας κρατήσαμε τη χώρα πριν από την οικονομική κατάρρευση, πριν από εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις, με μεγάλες απώλειες όμως στο κόμμα και στην κυβέρνηση.

Η συμφωνία, το Μνημόνιο, δεν είναι το κυβερνητικό πρόγραμμά μας, ούτε είναι ιδιοκτησία της Αριστεράς. Στόχος, η στήριξη των οικονομικά αδύνατων με το παράλληλο πρόγραμμα στην Παιδεία, την Υγεία, την αλληλεγγύη, δράσεις που έχουν αποτελέσματα στην κοινωνία και φαίνονται.

Η απλή αναλογική, η συνταγματική αναθεώρηση, ο νόμος για τα ΜΜΕ και οι ρυθμιστικοί κανόνες, ο έλεγχος των λιστών Λαγκάρντ και Μπόργιανς, η παραχώρηση εκ μέρους της πολιτείας δημόσιων χώρων και ακίνητης περιουσίας στην Αυτοδιοίκηση, η μεταρρύθμιση στην Παιδεία, την Υγεία, τα νομοθετήματα για τη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ.

Το κλειδί για την οριστική έξοδο από τα Μνημόνια είναι η στροφή προς την ανάπτυξη της χώρας. Και φυσικά η απομείωση και ρύθμιση του χρέους.

Η ανάπτυξη πρέπει να συνδεθεί με την παραγωγική ανασυγκρότηση, την ενίσχυση των μικρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας που σήμερα κυριαρχείται από τον τριτογενή τομέα και χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες. Η στροφή στην ποιότητα, στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα και των νέων τεχνολογιών.

Δημιουργία θέσεων σταθερής και μόνιμης απασχόλησης με κατοχυρωμένες εργασιακές σχέσεις και δικαιώματα.

Το κόμμα μας, μετά την ψήφιση του Μνημονίου αλλά και τη διάσπαση, βρίσκεται σε μια συνεχή αμηχανία, πολιτική και οργανωτική, οι σύντροφοι πολλές φορές νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα ρόλο να επιτελέσουν μέσα στις οργανώσεις τους, αλλά και οι ίδιες οι συζητήσεις στις Ο.Μ. έχουν ως κύριο θέμα τον σχολιασμό του κυβερνητικού έργου, θετικά είτε αρνητικά και όχι στην παραγωγή πολιτικής και πρότασης.

Αλλά και η κοινωνία λειτουργεί με τη λογική ανάθεσης, είναι απούσα από τις διαδικασίες συμμετοχής και δράσεις, εκτός από τα κινήματα αλληλεγγύης. Έχει γίνει χρόνια συνείδηση που πρέπει εμείς να αλλάξουμε.

Πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς συμμετοχής των πολιτών.

Να επαναδιακηρύξουμε τις αρχές του 1ου Συνεδρίου και να εμμείνουμε στη θέση μας «επανίδρυση της Ε.Ε. με κεντρικό στόχο την υπεράσπιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου».

Θέσπιση μορφών άμεσης δημοκρατίας και συμμετοχής, λογοδοσίας και κοινωνικού ελέγχου. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να καταργηθεί το σχέδιο «Καλλικράτης», ένα μοντέλο που αποξένωσε τον πολίτη, μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη για λιγότερο κράτος.

Τη νομοθέτηση νέου καταστατικού χάρτη για την Αυτοδιοίκηση με αρχές: Αποκέντρωση – συμμετοχή – τοπική αυτονομία – οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ – δημοκρατικός και κοινωνικός έλεγχος – ενίσχυση αναπτυξιακού ρόλου Τ.Α.

Αξιοποίηση Κοινωνικής Οικονομίας και Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας.

Και θεσμούς όπως: τοπικά δημοψηφίσματα, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός, που θα επιτρέπουν στους πολίτες να μετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Να αποκτήσουν οι πολίτες συνείδηση συμμετοχής και όχι ανάθεσης. Απλή αναλογική σε όλες τις εκλογές διαδικασίες γενικών εκλογών και εκλογών για Α’ και Β’ βαθμού.

Ο συντονισμός κυβέρνησης και Κοινοβουλευτικής Ομάδας, οι βουλευτές έχουν τη δυνατότητα -και την υποχρέωση- να λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ κυβέρνησης και τοπικών κοινωνιών.

Σύνδεση βουλευτών με Οργανώσεις Μελών, αφενός θα έχουν αντίληψη των τοπικών ή περιφερειακών θεμάτων και είναι σε θέση να τα κοινωνήσουν προς τα πάνω και αφετέρου προωθούν προς τις οργανώσεις τούς σχεδιασμούς και τις αποφάσεις της κυβέρνησης.

Η Κεντρική Επιτροπή με την επικουρία της Κ.Ο. να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο, καλύτερη και συχνή επικοινωνία με τις οργανώσεις.

Θεσμοθέτηση της αντιπροσώπευσης όλων των οργανώσεων -και κυρίως της Περιφέρειας- στην Κεντρική Επιτροπή, δηλαδή να εκλέγονται αντιπροσωπευτικά από όλη την Ελλάδα και κάθε Ο.Μ. να ψηφίζει υποψήφιους της Περιφερειακής Ενότητας που τους γνωρίζει.

Από κάθε Περιφερειακό Συντονιστικό και Νομαρχιακή Επιτροπή να μεταφέρονται άμεσα στην ΚΠΕ οι προβληματισμοί και οι αποφάσεις των οργάνων και αντίστροφα.

Κόμμα ζωντανό που θα ελέγχει την κυβέρνηση και θα τη βοηθάει με την ιδεολογική του ζωντάνια. Θα εμπλουτίζει τον προβληματισμό και θα διορθώνει τα λάθη που μοιραία γίνονται. Έχουμε διανύσει πολύ δρόμο από τότε που ήμασταν ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας. Να συμμαχήσουμε με νέες δυνάμεις και στο εσωτερικό και στην Ευρώπη που έχουν τον ίδιο στόχο με εμάς. Το ίδιο όραμα για δίκαιη ανάπτυξη, κοινωνική αλληλεγγύη, ισχυρή δημοκρατία.

Έξοδο από την κρίση με όρθια την κοινωνία.

* Ο Βασίλης Κουτσοβασίλης είναι δημοτικός σύμβουλος στον Άγιο Δημήτριο Αττικής

 

Λύση πρωτοβάθμιας εξίσωσης

Τα πιο κάτω είναι μερικές σκέψεις που δεν διεκδικούν το αλάθητο του Πάπα, όμως πιστεύω πως μπορεί να γίνουν η βάση για να προχωρήσουμε.

Τι κάνουμε σε μια εξίσωση; Να χωρίσουμε γνωστούς από άγνωστους. Όχι για να τους απομονώσουμε, αλλά για να τους επεξεργαστούμε καλύτερα αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Έχουμε τους πρώην συνασπισμένους, κατά βάση ΚΚερχόμενους, και τους πρώην ΠΑΣΟΚτζήδες.

Οι πρώτοι – πρώτοι στον αγώνα, στη διαμαρτυρία, την οργάνωση από τα κάτω. Σύντροφοι που χρόνια αντιπάλευαν τη λιτότητα, τα αντιλαϊκά μέτρα, τη φιλομονοπωλιακή – υποτακτική πολιτική. Άπειροι στην παραγωγή πολιτικής, στη διακυβέρνηση της πατρίδας, στις πρωτόγνωρες για όλους μας συνθήκες κυβερνητικών υποχρεώσεων. Οι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ σύντροφοι, με σημαντική εμπειρία σε κυβερνητικό επίπεδο, όμως κουβαλώντας πολλές αδυναμίες ρουσφετιών και αναξιοκρατίας. Χωρίς τους πρώτους, η εξίσωση είναι αδύνατη. Χωρίς τους δεύτερους, η εξίσωση είναι μηδενική. Και με τους δύο η εξίσωση έχει λύση! Μία και μοναδική: Την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην ανόρθωση της πατρίδας μας.

Πράξεις στα δύο μέρη. Πολλαπλασιασμός των μελών με άνοιγμα των παρενθέσεων, δηλαδή άνοιγμα στην κοινωνία. Όχι αυτοσκοπός η προσπάθεια επικράτησης της μιας πλευράς. Στόχος οι περισσότερες και σοφότερες απόψεις, η μεγαλύτερη συμμετοχή στα κοινά, η καλύτερη ενημέρωση για την πολιτική μας, η συμμετοχή στον σωστό προσανατολισμό του μαζικού κινήματος. Δεν είναι αυτοσκοπός το μεγάλωμα του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι όμως η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να πετύχει. Το άνοιγμα στην κοινωνία θα γίνει στη βάση επίλυσης των τοπικών προβλημάτων σε επίπεδο πόλης – νομού – περιφέρειας. Πρόσθεση – ανάδειξη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ικανών να αναδείξουν τον νέο του ρόλο με γνώμονα το κοινό συμφέρον, τον αλτρουισμό και την εθελοντική προσφορά. Στελέχη με καινοτόμο σκέψη και δράση. Στελέχη που θα βοηθήσουν να «γεμίσει το κενό» ανάμεσα στους ψηφοφόρους μας στις εκλογές και στον αριθμό των μελών του ΣΥΡΙΖΑ. Αφαίρεση κάθε απόπειρας να καρπωθούν την κοινή προσπάθεια ανίκανα και ανεπαρκή άτομα, ιδιαίτερα αυτά με βεβαρυμένο παρελθόν. Διαίρεση με τον συντελεστή του αγνώστου. Ζύμωση των προτάσεών μας με τον λαό, τους μαζικούς φορείς, όπου μπορούμε. Ανάδειξη της πολιτικής μας ως τη μόνη εφικτή, αποτελεσματική, μοναδική λύση για την Ελλάδα. Παρουσίαση της λύσης με κρυστάλλινο, κωδικοποιημένο τρόπο, αλλά και αναλυτικά ανά κλάδο και περιφέρεια – τόπο. Κοινή στόχευση οργανώσεων ΣΥΡΙΖΑ και κυβέρνησης για την υλοποίηση της λύσης στην καθημερινότητά μας. Παρέμβαση στελεχών της κεντρικής γραμματείας (καθηγητές… Μαθηματικών) για να λύσουμε σωστά τις εξισώσεις σε επίπεδο οργανώσεων μελών (Ο.Μ.).

Να σπάσουν οι στημένες σταυροδοτήσεις, να περιοριστούν οι ψηφοφόροι – μέλη της μίας μέρας, οι συνελεύσεις χωρίς ουσιαστική συζήτηση με γενικό και αόριστο περιεχόμενο. Συνελεύσεις για συζήτηση των θέσεων με εξειδίκευση ανά τόπο και κλάδο (π.χ. εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι…) και στο τέλος των συνελεύσεων εκλογή αντιπροσώπων με ψηφοφορία των παρόντων. Δεν αποκλείουμε τη σκόπιμη σταυροδοσία, όμως την περιορίζουμε στο ελάχιστο και πάμε ένα βήμα μπροστά. Επικοινωνία άμεση με το Διαδίκτυο για τις προτάσεις των μελών του ΣΥΡΙΖΑ στο κυβερνητικό έργο. Διόρθωση των κακώς κείμενων καταστάσεων, όπως η φορολογία, οι διορισμοί, η συμπεριφορά δημόσιων λειτουργών, άμεσα ζητήματα καθημερινής επιβίωσης, όπως νερό, μόλυνση, καταστροφή περιβάλλοντος, που χρειάζονται συντονισμό και άμεση παρέμβαση. Αυτή είναι «η δική μου» πρόταση – άποψη για τον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Να βγάλουμε τον ΣΥΡΙΖΑ από το μνημονιακό κάδρο!

Γνωρίζουμε όλοι, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε την συμφωνία-μνημόνιο το 2015. Ήταν ένας μονόδρομος, που η αποφυγή του θα οδηγούσε σε χειρότερα αποτελέσματα. Υποστηρίζω μονότονα, τον τελευταίο 1,5 χρόνο, ότι η μάχη για τα Εργασιακά τόσο για τα Συνδικάτα όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι η μητέρα των μαχών σε σχέση με άλλα ζητήματα, που αφορούν τους εργαζόμενους. Το ασφαλιστικό,το φορολογικό οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν προβλήματα και θέματα, σημαντικά. Οι λύσεις που δώσαμε αναμφισβήτητα, κοστίζουν σήμερα σε εργαζόμενους και συνταξιούχους. Αλλά με σιγουριά θα μπορούσαν οι αλλαγές να ήταν πιο επώδυνες, από αυτές που έγιναν τελικά. Το εργασιακό όμως αφορά κάτι ποιο σημαντικό από τα προηγούμενα. Αφορά το δημοκρατικό δικαίωμα των συνδικάτων και των εργαζομένων να διεκδικούν. Η πολιτική της απαγόρευσης της διεκδίκησης είναι μια αντί-ευρωπαϊκή πολιτική. Μιας Ευρώπης όμως που τα τελευταία 15 χρόνια, τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά είναι πλέον δυσδιάκριτα. Αυτό είναι μια παραδοχή, που την επιβεβαιώνουν και οι λεγόμενες «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές και πολιτικές». Γι’ αυτό και η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να δίνει μάχες και ανοίγει δρόμους συζήτησης και δράσης με ευρύτερες δυνάμεις (ακόμα και με αυτές που διαφωνεί, όπως αυτές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας) στην Ελλάδα και την Ευρώπη, είναι μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική. Μια πολιτική με συγκεκριμένους στόχους που δεν παρακολουθεί τα γεγονότα αλλά προσπαθεί, δρα, συζητά, δημιουργεί ρήξεις, αγωνίζεται με πράξεις να αλλάξει τη νεοφιλελεύθερη πορεία της Ευρώπης.

Mε το 1ο και 2ο μνημόνιο στην Ελλάδα καταργήθηκε στην ουσία το δικαίωμα των συνδικάτων να διαβουλεύονται και να διεκδικούν, από τις δυνάμεις της εργοδοσίας, μέσα σε ένα εξαιρετικά προβληματικό περιβάλλον που οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας έχουν πολλαπλασιαστεί, η ανεργία είναι πλέον μέσα σε κάθε σπίτι. Μπήκαν στον «γύψο» του νεοφιλελευθερισμού μια σειρά από εργασιακά δικαιώματα με πάνω από όλα, αυτό της διαπραγμάτευσης και της διεκδίκησης Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας σε εθνικό και κλαδικό επίπεδο. Βάθυνε περισσότερο η απαξίωση της συνδικαλιστικής δράσης που είχε αρχίσει πολύ πριν την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, λόγω των γνωστών παθογενειών των συνδικάτων. Σε αυτές συνετέλεσαν διαχρονικά, εκτός από τις δυνάμεις του ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ, ΠΑΜΕ, και οι δυνάμεις της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής αριστεράς.

Το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι να έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία 6 χρόνια, το μεγαλύτερο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ριφιφί στα εισοδήματα των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτών των κοινωνικών στρωμάτων που στήριξαν-ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογικές αναμετρήσεις του τελευταίου 1,5 χρόνου, με μια καθαρά ταξική ψήφο. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την παραβλέψουμε. Δεν μπορούμε να την διαχειριστούμε προβάλλοντας τα θετικά αποτελέσματα που έχει η κυβερνητική πολιτική σε μια σειρά άλλους τομείς. Δεν μπορούμε να την σκεπάσουμε, προβάλλοντας τον αγώνα που δίνουμε απέναντι στη διαπλοκή και τη μιντιοκρατία.

Η πολιτική του ριφιφί που πραγματοποίησαν, μέσα από τις εφαρμοστέες πολιτικές, οι δυνάμεις του κεφαλαίου στα εισοδήματα των δυνάμεων της εργασίας, δεν απαντάται με γενικόλογες διακηρύξεις περί της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Δεν θα λυθεί όμως, μόνον, μέσα από την ψήφιση ενός νέου νόμου για τα εργασιακά. Απαιτεί συγκροτημένη πολιτική για τη μείωση της ανεργίας, η οποία έχει παρουσιάσει μια μικρή μείωση. Αναλαμβάνουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν τον τελευταίο 1,5 χρόνο για τις καθυστερήσεις που έχουν υπάρξει έως σήμερα. Η καταστροφή που έχει συντελεστεί, έχει συγκεκριμένους πολιτικούς μέντορες και πολιτικές δυνάμεις που δεν μπορούν σήμερα να ομιλούν για τα εργασιακά. Ομιλούν όμως πατώντας πάνω στις δικές μας ευθύνες του τελευταίου 1,5 χρόνου. Εμείς δεν είμαστε οι υπεύθυνοι της ψήφισης αυτών των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αλλά είμαστε υπεύθυνοι γιατί δεν τις αλλάξαμε μέχρι σήμερα. Όσο ο χρόνος περνά και δεν αλλάζει τίποτα στο θέμα των συλλογικών συμβάσεων, τόσο θα δυσκολεύει η λύση του προβλήματος και τόσο ο «λογαριασμός» που πληρώνουν οι εργαζόμενοι θα μεγαλώνει, σε μια εποχή που η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να μην χαλαρώνει την φορολόγηση ούτε και αυτών των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας. Ο «λογαριασμός» αυτός σήμερα θα πιστωθεί και στον ΣΥΡΙΖΑ. Εκτός από την αξιολόγηση των θεσμών, να μας ενδιαφέρει με την ίδια ευθύνη-σοβαρότητα και η λαϊκή αξιολόγηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να εργαστεί και να δράσει σε όλα τα επίπεδα για να έρθει η εποχή της «μεταπολίτευσης» των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Να γίνει αυτή η μάχη η αρχή της διαδικασίας του απεγκλωβισμού από τα μνημόνια.

 
Ο ρόλος του ΣΕΒ

Δεν μου έκαναν καμία εντύπωση τα ήξεις–αφήξεις του ΣΕΒ, σχετικά με τις εξελίξεις και τη διαπραγμάτευση για τα εργασιακά. Αντίθετα, θα ήταν έκπληξη να ήταν τα πράγματα τόσο ειδυλλιακά, αταξικά…, και σε μια κόλα χαρτί να συμφωνούσαν ουσιαστικά σε όλα οι κοινωνικοί ανταγωνιστές, ενόψει της διαπραγμάτευσης. Η προσπάθεια να υπάρχει μίνιμουμ σύγκλισης ήταν εξαιρετική και σε όσους δούλεψαν γι’ αυτήν πρέπει να τους δώσουμε τα εύσημά μας. Έτσι και αλλιώς όμως, δεν μπορούμε να έχουμε αυταπάτες. Ο ρόλος του ΣΕΒ ήταν και είναι συγκεκριμένος. Έδρασε αποτελεσματικά στην «χειρουργικής» ακρίβειας επιχείρηση κατάργησης εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, σε όλα τα Μνημόνια. Δεν ξέρω, εκτός από τις ενδείξεις των συνδικάτων, αν υπάρχουν και αποδείξεις για την βοήθειά του, στην συγγραφή τού Α και Β μνημονίου, αλλά είναι σίγουρο ότι αν κρεμούσε ένα πανό έξω από τα γραφεία του, για την περίοδο 2010-2015, το σύνθημα που θα έγραφε θα ήταν: «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΡΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ – ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ». Ελπίζω ότι αυτήν την εκ νέου πολιτική επιβεβαίωση, στις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί ο ΣΕΒ, που έχουν και ευθύνες για την σημερινή κατάσταση, δεν θα την ξαναδώσει και η σημερινή κυβέρνηση.

 
Η Κυβέρνηση

Ακούγοντας τους εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης, να μας πληροφορούν ότι θα δώσουν μάχη για τα ζητήματα που θα τεθούν (άλλα από τους θεσμούς και άλλα από την ίδια) στις διαπραγματεύσεις, όπως τις ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, τις ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ, και το θέμα της ΚΗΡΥΞΗΣ των ΑΠΕΡΓΙΩΝ, κρατάμε μικρό καλάθι. Όχι τόσο για την διαπραγματευτική ικανότητα και την εκφρασμένη θέληση της ελληνικής πλευράς, αλλά για την αποδεδειγμένη ικανότητα του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού, του ΔΝΤ και των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων της Ε.Ε.

 

Α. ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Οι δυνάμεις του παλιού πολιτικού συστήματος αλλά και οι δυνάμεις του κεφαλαίου ασκούσαν κριτική στην Αριστερά πριν 30 χρόνια για επικίνδυνο… κρατισμό. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, οι ίδιες δυνάμεις εμπνεύστηκαν, ψήφισαν, υποστήριξαν το «νέο σταλινικό» μοντέλο να αποφασίζεται ο κατώτατος μισθός από την κυβέρνηση, και τα συνδικάτα να έχουν μεταβληθεί σε εξωραϊστικούς συλλόγους. Δεν μπορούμε να ανεχτούμε αυτήν την κατάσταση. Δεν μπορούμε να μην αποφασίζονται και οι μισθοί, τα επιδόματα μέσα από τις διαπραγματεύσεις των κοινωνικών οργανώσεων των Εργαζομένων και Εργοδοτών. Δεν μπορούμε να μην επαναφέρουμε τον ρόλο του ΟΜΕΔ στην κανονικότητα. Δεν μπορούμε να μην επαναφέρουμε την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ. Δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε από την ψήφιση, του σχεδίου Νόμου Σκουρλέτη, του οποίου, όμως, σήμερα η ψήφισή του δεν φτάνει για να αποκαταστήσει την καταστροφή, αν δεν ληφθούν και επιπλέον μέτρα.

 

Β. ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ

Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε στην απελευθέρωσή τους ή στην αύξηση του μηνιαίου ορίου τους -όχι μόνο για ιδεολογικούς λόγους αλλά και για ουσιαστικούς. Οι αλλαγές που έγιναν από 2000-2005 δεν μας έδειξαν ότι αυτές δεν οδήγησαν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Το μόνο αποτέλεσμα που είχαμε ήταν να ωφεληθούν ορισμένοι επιχειρηματίες, είχαν δεν είχαν πρόβλημα, να “καθαρίσουν” πιο εύκολα και πιο οικονομικά χιλιάδες εργαζόμενους. Δεν μπορούμε επίσης να αλλάξουμε τη σύνθεση του φορέα που πρέπει να είναι το ΑΣΕ (Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας ) από το να αποφασίζει για την άδεια που χρειάζεται μια επιχείρηση για να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις. Δεν μπορούμε να αναζητούμε νέους φορείς που θα το αντικαταστήσουν.

 

Γ. ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΕΡΓΙΩΝ

Γνωρίζουμε όλοι, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, τις παθογένειες που έχουν τα ελληνικά συνδικάτα και τις ευθύνες που υπάρχουν. Αλλά το να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε αποσπασματικά και με συνοπτικές διαδικασίες τον τρόπο λήψης απόφασης απεργιών από τα συνδικάτα, δεν έχει, όχι μόνο σχέση με τις αξίες μας αλλά ούτε με την πρακτική του σάπιου αστικού πολιτικού συστήματος που κυβέρνησε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Δεν μπορούμε εμείς να συμφωνήσουμε με τέτοιες αποφάσεις.
Το τελευταίο διάστημα παρακολουθώ ορισμένους στην κυβέρνηση και στον ΣΥΡΙΖΑ να έχουν μπει σε έναΝ ολισθηρό δρόμο, να θέλουν να μιμηθούν το παλιό πολιτικό σύστημα και να στοχοποιούν στην ουσία τα συνδικάτα, αντί να ανοίξουν πόλεμο με τις παθογένειες που έχουν αλλά και με αυτούς που τις εκφράζουν. Δεν θα ήθελα να μην βάλουμε την σφραγίδα μας και ιδιαίτερα σε θέματα και νοοτροπίες που πρέπει να αλλάξουν. Ο τελικός μας όμως στόχος πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της συνδικαλιστικής δράσης και όχι η ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωσή της. Έτσι θα πρότεινα να είναι πιο προσεκτικοί ιδιαίτερα για θέματα όσοι, δεν τα γνωρίζουν γιατί δεν τα έχουν ζήσει ποτέ.

 

ΤΑ «ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ» του ΣΥΡΙΖΑ

Πώς δραστηριοποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ όλο αυτό το διάστημα του 1,5 χρόνου. Πώς προετοίμασε τα μέλη, τους ψηφοφόρους του, την κοινωνία; Ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν μπορεί να δρα μόνον κατά την περίοδο της προεκλογικής περιόδου. Έχει υποχρέωση και καθήκον:

1. Να συζητά στο εσωτερικό του, σε μια ιδιαίτερη πολιτική εποχή με πυκνές και ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Ωραία λοιπόν, η κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με την διαπραγμάτευση. Το κόμμα; Απλά παρακολουθούσε. Δεν θα μπορούσαμε να οργανώσουμε εντός του ΣΥΡΙΖΑ (και δεν εννοώ μόνον σε κάποιο τμήμα της ΚΠΕ) όλο αυτό το προηγούμενο διάστημα μια συζήτηση για την δημιουργία μιας «ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ για την ΕΡΓΑΣΙΑ»; Μιας ενιαίας δηλαδή συζήτησης για τα θέματα των Συλλογικών Συμβάσεων, της Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, της Ανεργίας, της Καινοτομίας, της Ανεπάρκειας των Κινημάτων; Όλα τα παραπάνω φαίνονται αυτοτελή αλλά έχουν περισσότερη συνάφεια μεταξύ τους από αυτήν που φανταζόμαστε.

2. Να συζητά καθημερινά με την κοινωνία και να βρίσκεται εντός αυτής.

3. Να οργανώσει τα μέλη, τους ψηφοφόρους του, να συμβάλει στη δράση και στην αναγέννηση των κοινωνικών κινημάτων που αποτελούν τις «μπαταρίες» του.

 
Δεν έχουμε να παρουσιάσουμε επιτυχημένο έργο στον τομέα αυτό.

Αν δεν συζητήσουμε, για την συμβολή μας στα συνδικάτα τον τελευταίο 1,5 χρόνο, παρακολουθούμε ένα συντηρητικό φοβικό σύνδρομο να εκφωνήσουμε το δικό μας πολιτικό αφήγημα και να οργανώσουμε την δική μας συμβολή στα συνδικάτα ξεκινώντας από την αρχή και βγάζοντας τις δυνάμεις μας, από το κάδρο του παλιού σάπιου, εργοδοτικού, αναθετικού, κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Παρακολουθούμε στην χαοτική παρέμβαση μας σαν κόμμα στα συνδικάτα, μια προσπάθεια άσκησης πολιτικής παρέμβασης, εκτός κεντρικού πολιτικού σχεδίου ΣΥΡΙΖΑ, που αν αποτελούσε κεντρική πολιτική επιλογή μας, θα ήμασταν ακόμα στην εποχή του 3%.

Παρακολουθούμε απόπειρα να δεθούν και πάλι οι συνδικαλιστικές μας δυνάμεις σε ένα αποτυχημένο πολιτικό σχέδιο με σκοπό να εξυπηρετηθούν φιλοδοξίες που αφορούν την εσωκομματική «κουζίνα». Να εξυπηρετηθούν φιλοδοξίες μελών και στελεχών του κομματικού σωλήνα που μπερδεύουν τις νεανικές εξεγερσιακές ονειρώξεις τους με την καθημερινή δύσκολη συστηματική συμβολή μας στα συνδικάτα. Οι «συναλλαγές» και η κοινή συμπόρευση συνδικαλιστών του ΣΥΡΙΖΑ στον ιδιωτικό τομέα, τον τελευταίο 1,5 χρόνο, με τις γνωστές πόρνες του συνδικαλισμού, τα delivery boy της εργοδοσίας, τους άεργους συνδικαλιστές, τους παράγοντες συνδικαλιστές, τους συνδικαλιστές που είναι «εργαζόμενοι» στα πολιτικά κόμματα, τους ψευδοταξικούς συνδικαλιστές της ΛΑΕ, που πίσω από έναν μακροχρόνιο ψευδοταξικό βερμπαλιστικό λόγο προσπαθούν να κρύψουν την πολιτική και οργανωτική ανικανότητα τους, δεν βοηθά ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά πάνω από όλα δεν βοηθούν τα συνδικάτα. Οι υποκλίσεις σε αυτούς που δεν μπορούν να οργανώσουν εδώ και 20 χρόνια μια κινηματική δράση, δεν είχαν τη χαρά να συμβάλουν στην ένωση των εργαζομένων με σκοπό να διεκδικήσουν, η σύμπλευση με αυτούς, που ο κόσμος τούς έχει κατατάξει στην φωνή του αφεντικού μέσα στην επιχείρηση ή και στον κλάδο της οικονομίας, τοποθετεί τον ΣΥΡΙΖΑ στο κάδρο του παλιού και διεφθαρμένου συνδικαλισμού. Αυτές οι τακτικές απωθούν την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, δεν βοηθούν στην συσπείρωση τους στην σημερινή εποχή, που θα έπρεπε να είναι περισσότερο από ποτέ δυνατή και ισχυρή. Οι εξελίξεις στα εργασιακά θα αποδείξουν, αν όλα τα παραπάνω ήταν κινήσεις «άγνοιας»…, ή η συνήθης διαχρονική έλλειψη ενδιαφέροντος του ΣΥΡΙΖΑ για τα εργασιακά και την ευκαιρία να συμβάλει στην αναγέννηση ενός ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος ή τελικά μια στοχευμένη ενέργεια φόβου γι’ αυτήν την αναγέννηση.

Μια ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων για τα εργασιακά με τους εκπροσώπους των θεσμών πρέπει, σταθμίζοντας και άλλους ευρύτερους λόγους, να σημαίνει προσφυγή στις κάλπες εγκαλώντας τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να πάρουν θέση επί των δικών μας θέσεων και προτάσεων αλλά και επί των δικών τους πεπραγμένων κυβερνητικών ή μη. Να διατυπώσουν ανοιχτά τις θέσεις τους, πώς βλέπουν τη συμμετοχή της εργασίας στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας. Αποτελεί μια πολιτική κίνηση-μήνυμα σε όλους τους εργαζόμενους της Ευρώπης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα βοηθήσει να γίνει η Ελλάδα ένα παράδειγμα ανάπτυξης μέσα από την εξαθλίωση των εργαζομένων και των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους.

Δεν θα πρέπει να κάνουμε καμία άλλη «ανοησία» σε αυτό το ζήτημα παρά μόνον να οδηγήσουμε τη χώρα σε εκλογές στέλνοντας μήνυμα σε όλους Έλληνες πολίτες αλλά και τους ευρωπαίους εργαζόμενους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε για να μείνει και να συμβάλλει αποφασιστικά στην επιστροφή της κοινωνικής Ευρώπης. Και αυτήν την ενδεχόμενη εκλογική μάχη ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί και πάλι να την κερδίσει!

*Ο Στάθης Τραχανατζής είναι μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Εργατικής Πολιτικής της ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ, συνδικαλιστής

Ο δημοκρατικός δρόμος της Αριστεράς

Στο κείμενο θέσεων τίθενται μια σειρά από ερωτήματα που φοβούμαι πως θα μείνουν αναπάντητα αν πρώτα δεν διαγνώσουμε τη βαθύτερη αιτία τους.

Σταχυολογώ: Το κόμμα δεν στάθηκε στο πλευρό της κυβέρνησης όταν διαπραγματευόταν, δεν ανοίχτηκε στα κινήματα, δεν αναδείχθηκαν νέα στελέχη, δεν έγιναν εντάξεις νέων μελών…

Μια πρώτη απάντηση είναι πως ο συμβιβασμός του Ιουλίου και η νέα συμφωνία προσλήφθηκαν ως συμβιβασμός, ακόμη και ως μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Από τότε θεωρείται εκ προοιμίου ότι η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, συνιστά έναν ακόμη συμβιβασμό.

Αλλά η βαθύτερη αιτία είναι άλλη: Είναι ότι παιδαγωγηθήκαμε στο «όλα ή τίποτα», στο «εδώ και τώρα».

(Θα σκίσουμε τα Μνημόνια, θα καταργήσουμε τη λιτότητα, θα επαναφέρουμε…) Καλλιεργήθηκαν τόσες προσδοκίες που πιστέψαμε ότι καταλαμβάνοντας την κυβέρνηση θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε τα πάντα.

 
Μια λενινιστική αντίληψη κατάληψης της εξουσίας

Ο δημοκρατικός δρόμος με την κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία, μετά από προσεκτική εκτίμηση του «συσχετισμού δυνάμεων», ο «πόλεμος θέσεων», για να θυμηθούμε τον Γκράμσι, δεν είχαν αφομοιωθεί επαρκώς. Ειδικά αυτός ο συσχετισμός των δυνάμεων που βρίσκεται στη ρίζα πολλών ηττών του λαϊκού κινήματος.

Ξεχάσαμε ακόμη ότι όταν αναφέρουμε τους όρους «συσχετισμός δυνάμεων» και «ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» οφείλουμε να τους εννοούμε μέσα στην Ευρώπη και μέσα στη χώρα.

Με άλλα λόγια το κόμμα δεν είχε προετοιμαστεί και τα μέλη του δεν είχαν βιώσει ότι ο αγώνας μας για ανατροπή λιτότητας και Μνημονίων οφείλει να διεξαχθεί πρωτίστως μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όσο σκληρό, εχθρικό και επισφαλές κι αν είναι, μαζί με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όσο κι αν ακόμη είναι ανέτοιμοι.

Το πόσο μακριά από την πραγματικότητα βρεθήκαμε (όχι η Κυβέρνηση, αλλά αυτή τη φορά τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ) φάνηκε στο προσφυγικό. Ας κάνουμε έναν παραλληλισμό ανάμεσα στη συμφωνία για το προσφυγικό και στη συμφωνία του Ιουλίου.

Στο προσφυγικό η πλειονότητα των μελών και κυρίως όσοι συμμετείχαν στο κίνημα αλληλεγγύης αιφνιδιάστηκαν, καθώς είχαν μάθει να κινούνται στη σφαίρα των αρχών και των κινημάτων.

Η συμφωνία αμφισβητήθηκε και σε πολλές περιπτώσεις καταγγέλθηκε. Θεωρήθηκε υποστολή των αρχών και αξιών και μια νέα συνθηκολόγηση.

Αν θεωρητικά στο τρίτο Μνημόνιο (όπως κάποιοι υποστήριζαν) υπήρχε εναλλακτική λύση ( έξω από το ευρώ, δικό μας νόμισμα κ.λπ.), στο προσφυγικό ποια θα ήταν η εναλλακτική; Τα ανοικτά σύνορα με 1 εκατ. πρόσφυγες;

To προσφυγικό, λοιπόν, έδειξε για δεύτερη φορά πως η Αριστερά μας βρίσκεται έξω από τη σκληρή πραγματικότητα και αρέσκεται να κινείται στη σφαίρα των αρχών και των συνθημάτων.

Και όταν καλείται να προσγειωθεί, δηλαδή να κυβερνήσει, μελαγχολεί και απογοητεύεται.

Οι μεγάλες προσδοκίες τού «όλα ή τίποτα», τού «εδώ και τώρα» οδηγούν, όπως συνέβη, στην απογοήτευση και, κάποτε, στην καταγγελία των «υπευθύνων» και στην αναζήτηση «προδοτών».

Η νηφάλια εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων αποτελεί όρο και προϋπόθεση για τον δημοκρατικό δρόμο της Αριστεράς. Αρκεί να μην ξεχνάμε πως ο συσχετισμός δεν πρέπει να προβάλλεται ως δικαιολογία για την αδυναμία μας να δράσουμε. Γιατί ο συσχετισμός ποτέ δεν είναι στατικός. Μεταβάλλεται και εμπεριέχει την κοινωνική και πολιτική Αριστερά, που συμμετέχει στη διαμόρφωσή του. Μιλάμε, δηλαδή, για μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε αντιτιθέμενες δυνάμεις που πάντα εξελίσσεται.

* Ο Βασίλης Χριστόπουλος είναι μέλος της Οργάνωσης Μελών ΣΥΡΙΖΑ Κεντρικού Διαμερίσματος Πάτρας

Προτάσεις ανάταξης

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάταξη του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στα πολιτικά αποτελέσματα που παράγει η αποστασιοποίηση της κυβέρνησης από το κόμμα. Η αίσθηση που επικρατεί αρκετές φορές στα μέλη είναι ότι υπάρχουν μέσα στην κυβέρνηση θύλακες αδιαφορίας απέναντι στις θέσεις των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ. Aυτό αφορά τόσο αποφάσεις που παίρνονται για κεντρικά θέματα χωρίς να έχουν συζητηθεί στα κεντρικά όργανα όσο και θέματα που αφορούν συγκεκριμένες Ν.Ε. και τμήματα του κόμματος.

Στον αντίποδα των ανοησιών του συστημικού τύπου και των αντίστοιχων κομμάτων, η πραγματικότητα είναι ότι πολλά υπουργεία λειτουργούν χωρίς καμιά διαδικασία επικοινωνίας και ουσιαστικής συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των οργανώσεων και των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναφέρομαι σε θέματα που κανένας χρονικός προορισμός δεν εμποδίζει τέτοιες διαδικασίες. Πρόκειται για την αναπαραγωγή του αστικού μοντέλου πολιτικής, με προφανείς συνέπειες στην ενίσχυση του κλίματος αποστράτευσης και ουσιαστικής παραίτησης που επικρατεί σε μεγάλη μερίδα μελών του κόμματος.

Παρόμοια ηγεμονική παρουσία αστικών αντιλήψεων στις γραμμές μας συνιστά και η στάση πολλών μελών της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας (Κ.Ο.) που κινούνται με τρόπους οι οποίοι μερικές φορές θυμίζουν τις πρακτικές συναδέλφων τους από άλλα κόμματα.

Για να καταπολεμηθούν τέτοια εκφυλιστικά φαινόμενα χρειάζονται ριζοσπαστικά μέτρα που ξεφεύγουν από τα συνήθη πλαίσια της κομματικής κανονικότητας. Μια απόφαση του συνεδρίου ότι μόνο 20 με 30 (που θα επιλεγούν με απόφαση της Κ.Ε. ή με εσωκομματικό δημοψήφισμα) από τα σημερινά μέλη της Κ.Ο. θα είναι υποψήφια στις επόμενες εκλογές θα συνέβαλε τα μέγιστα στο να δοθεί με καλύτερους όρους η μάχη για μια διαφορετική λειτουργία της αντιπροσωπείας μας στη Βουλή. Ταυτόχρονα, πρέπει να αποφασιστεί η ριζική μείωση (κατά 50% τουλάχιστον) του μισθού και των συνολικών αποζημιώσεων των βουλευτών μας και να υλοποιηθεί η απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου ότι αποδίδουν όλα τα χρήματα στο κόμμα και μισθοδοτούνται από αυτό.

Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για την αποφυγή θεσμοθέτησης ριζοσπαστικών πολιτικών σε τομείς που δεν υπάρχει επιτροπεία και συγκυβέρνηση με τους θεσμούς. Τίποτα δεν δικαιολογεί τη μη υλοποίηση σχετικών θέσεων του ιδρυτικού συνεδρίου. Για παράδειγμα, η διάλυση των ΜΑΤ και όλων των ειδικών δυνάμεων της Αστυνομίας (ΟΠΚΕ, ΔΙΑΣ κ.λπ.), η θεσμοθέτηση ιδιώνυμης νομοθεσίας για τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας και μετατροπής σε πταίσματα των αδικημάτων με τα οποία συνήθως κατηγορούνται οι διαδηλωτές (αντίσταση κατά της αρχής κ.λπ.) είναι βήματα που έπρεπε ήδη να είχαν πραγματοποιηθεί.

Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι αποφασίστηκε η διεξαγωγή καταστατικού συνεδρίου μέσα στο 2017. Υπενθυμίζω πως εκκρεμεί η εξέταση εκατοντάδων προτάσεων καταστατικού χαρακτήρα που είχαν υποβληθεί στο ιδρυτικό συνέδριο, δόθηκε η υπόσχεση πως θα εξεταστούν από τη σχετική Επιτροπή και έχουν μείνει στα συρτάρια μας. Η θεσμοθέτηση θητειών για όλες και όλους (βουλευτές, συνδικαλιστές, δημοτικούς συμβούλους, αποσπασμένους δημοσίους υπαλλήλους, επαγγελματικά στελέχη του κόμματος, διορισμένους σε αμειβόμενες θέσεις στη Διοίκηση, επιστημονικούς συνεργάτες) είναι όπλο απαραίτητο στον πόλεμο κατά του τέρατος της γραφειοκρατίας.

Σημαντικό σήμα σημειολογικά θα εκπέμψει η ανάδειξη του πρόεδρου από την Κ.Ε.

Έχω ασθενή μνήμη και δεν θυμάμαι τις αιτίες για αυτήν την επιλογή, δεν ξεχνώ όμως το πάθος με το οποίο ο σύντροφος Τσίπρας υποστήριζε αυτή την άποψη στο συνέδριο του 2004.

 
* Ο Μιχάλης Καστρινάκης είναι μέλος της Ο.Μ. Δυτικού Βόλου

Ανοιχτή Προσυνεδριακή Εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Γαλατσίου

Η Συντονιστική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ Γαλατσίου καλεί τα μέλη της, τους φίλους και κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη στην Ανοιχτή Προσυνεδριακή Συνέλευση του ΣΥΡΙΖΑ Γαλατσίου την Πέμπτη 15.9.16, ώρα 7:00 μ.μ στον πολιτιστικό χώρο “Καμίνι”, Καραϊσκάκη και Ρεθύμνης.
Θα παρουσιαστούν η θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ:
Ο ΣΥΡΙΖΑ, Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ – Απολογισμός, το παρόν και το μέλλον – Αριστερό πρόγραμμα, τι προτείνουμε, τι διεκδικούμε.
Εισηγητής: ο Νίκος Μανιός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Κυκλάδων.                 
Θα απαντηθούν ερωτήματα και θα δοθεί ο λόγος σε όλους για προβληματισμό, κριτική και προτάσεις.

Αναζητώντας την νέα Μεταπολίτευση

Η Μεταπολίτευση σηματοδότησε την ανάδυση δύο ισχυρών ρευμάτων με διακριτές σημάνσεις και αναφορές αλλά και ικανούς πρωταγωνιστές.
Η Κεντροδεξιά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η Κεντροαριστερά με τον Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησαν υπόσταση , εμβέλεια και συνδέθηκαν με μεγάλα διακυδεύματα . Η νέα Μεταπολίτευση που επαγγέλθηκε ο Πρωθυπουργός δεν θα θεμελιωθεί με τις προωθούμενες συνταγματικές αλλαγές. Είναι συνυφασμένη με την ανασύνθεση των δύο χώρων καθώς και με τους πρωταγωνιστές που θα την ενσαρκώσουν. Οι διεργασίες που εκτυλίσσονται δείχνουν ότι το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ποιά θα είναι τα χαρακτηριστικά του παραμένει ζητούμενο .
Η Κεντροδεξιά μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ. επιχειρεί την ανατοποθέτησή της αναζητώντας καινούργια ταυτότητα . Καθόλου εύκολο εγχείρημα καθώς προσκρούει στην υστέρηση και στον συντηρητισμό ενός μαρμαρωμένου μηχανισμού .
Η κυρίαρχη επί δεκαετίες Κεντροαριστερά από την άλλη βρίσκεται σε εξαιρετικά ρευστή κατάσταση . Η κοινωνική και εκλογική της βάση πολυδιασπάστηκε. Το μεγαλύτερο τμήμα της μεταπήδησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ επλήγη ανεπανόρθωτα. . Ταυτόχρονα αποψιλώθηκε από ικανά και επαρκή στελέχη ψάχνοντας τον Μίτο στον λαβύρινθο της Κεντροαριστεράς .
Και εδώ θα αναφέρουμε τι συνέβη σε άλλο σοσιαλιστικό κόμμα. Από το 1942 ως το 1991 το Σοσιαλιστικό Εργατικό κόμμα της Σουηδίας είχε κυβερνήσει συνολικά 43 χρόνια! Μόνο για ένα μικρό διάστημα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 βρέθηκε εκτός διακυβέρνησης. Περιέργως οι Σουηδοί Σοσιαλιστές δεν χωρίστηκαν σε αυτούς που πρέπει να φύγουν και σε αυτούς που πρέπει να έρθουν . Εντελώς φυσιολογικά οι παλαιότεροι έκαναν ένα βήμα πίσω και οι νεώτεροι ένα βήμα μπροστά . Το 1994 επέστρεψαν στην Κυβέρνηση θριαμβευτικά και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να κυβερνούν αδιατάρακτοι.
Αντιθέτως η πρακτική που ακολούθησε το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ είναι κωμικοτραγική . Τον δικό του χώρο διεκδικεί ο δημιουργός της (1) «Επόμενης Ελλάδας» Γιάννης Ραγκούσης (2) Η «Εκκίνηση- Έλληνες Δημοκράτες» της οποίας ηγείται ο Λευτέρης Οικονόμου (3) «Μεταρρυθμιστές» από τον Σπύρο Λυκούδη  που προέρχεται από την διαλυμένη ΔΗΜΑΡ , Κίνηση Ανδρέα Λομβέρδου (4) «ΡΙΚΣΥ» Συμφωνία για τη  «Νέα Ελλάδα» που ενσωματώθηκε με το ΠΑΣΟΚ στο οποίο ο ίδιος είναι Βουλευτής (5) Το «Δίκτυο» της Άννας Διαμαντοπούλου . Ο Στέφανος Τζουμάκας έφυγε από το ΠΑΣΟΚ και δημιούργησε το (6) «Σοσιαλιστικό Κόμμα» προσεγγίζει τον ΣΥΡΙΖΑ και ο τελευταίος πρόεδρός του και πρώην Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου δημιούργησε το (7) ΚΙΔΗΣΟ. Η σημερινή πρόεδρός του αδυνατεί να θεμελιώσει νέα πολιτική παρουσία . Η επιχειρούμενη προσπάθεια για συμπόρευση των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου ακόμη και αν ευοδωθεί δεν θα βρει την απαιτούμενη ανταπόκριση ούτε θα ανατρέψει τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν διότι η απουσία ηγετικής προσωπικότητας συνιστά απολύτως ανασταλτικό παράγοντα .
Οι αναδιατάξεις πολιτικές – κομματικές επιτρέπουν στον Αλέξη Τσίπρα να αναζητά τον δικό του ρόλο και λόγο . Παρά της ανέξοδης αντιπολίτευσης από όλα τα κόμματα παραμένει ισχυρός παίκτης . Η στροφή του στον ρεαλισμό του προσφέρει την ευκαιρία να εδραιώσει την θέση του στην Κεντροαριστερά . Βέβαια κάτι τέτοιο απαιτεί την πλήρη και ουσιαστική μεταστροφή του , την εγκατάλειψη των γνωστών και μονομερειών και κυρίως την απεξάρτηση από τον ιδεοληπτικό και αναχρονιστικό ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως μένει ο δρόμος προς την μεγάλη Κεντροαριστερή παράταξη του διαλόγου του ανανεωμένου και  ανασυγκροτημένου πολιτικού και προγραμματικού λόγου για ξανά ηθική δύναμη της πολιτικής παράταξης που θα κάνει ελκυστική την πολιτική στους νέους (ψήφος στα 17) .
Η αντιστροφή αυτής της αρνητικής κατάστασης δηλαδή η αναγέννηση μιας εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμιστικής δυναμικής ενδιαφέρει και μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που βρίσκονται εντός και εκτός κομματικών μηχανισμών , στελέχη που έχουν διαφορετικές πολιτικές διαδρομές , νεώτερες ηλικίες με σημαντικές ειδικεύσεις αλλά χωρίς κομματική στράτευση , δραστήρια μέλη τοπικών κοινωνιών . Ο όρος Κεντροαριστερός χρησιμοποιείται εξ αδράνειας για να συνοψίσει την διαπίστωση ότι το πολιτικό παιχνίδι πρέπει να ανοίξει , ότι άλλη πορεία δεν μπορεί να έρθει με τις τρέχουσες κομματικές διαδικασίες και περιχαρακώσεις , ότι πρέπει να ενεργοποιηθούν στοιχειωδώς τουλάχιστον οι πολιτικές διαδικασίες μέσα στην κοινωνία η οποία μοιάζει να παρακολουθεί απαθής τις κομματικές νομενκλατούρες  που διαιωνίζονται με όλο και ποιο κυνικούς τρόπους , ότι χρειάζεται να ανοίξουν οι αρτηρίες που θα τροφοδοτήσουν με νέο αίμα το πολιτικό προσωπικό .          
Είναι προφανές ότι ο Αλέξης Τσίπρας κρατεί το κλειδί των εξελίξεων αυτού του ευρύτερου χώρου και είναι φανερές έως αποθαρρυντικές οι αντιστάσεις , οι αλληλουπονομεύσεις , οι αιώνιες κατατάξεις σε ομάδες των ιδίων πάντα ονομάτων.
Ας ξεκινήσουν λοιπόν από κάπου επιτέλους , από τον εκσυγχρονισμό πρέπει να περάσουμε στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που δείχνουν στην προοπτική τους , έστω και αχνά , του τύπου κοινωνίας που θέλουμε.
Η νέα μεταπολίτευση προϋποθέτει τον εκσυγχρονισμό της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς και τον συγχρονισμό τους με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής. Δεν θα επέλθει με κόμματα – κακέκτυπα του παρελθόντος .

Προτάσεις πάνω στις θέσεις της ΚΕ για το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και Προτάσεις Αλλαγών για το Καταστατικό του

Στις θέσεις της Κ.Ε. για το 2ο συνέδριο  σελ.10(Απολογισμός) αναφέρεται: <<παράλληλα φάνηκε ότι μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μας περιοριζόταν στο επί της αρχής ,χωρίς να είμαστε έτοιμoι να το <<μεταφράσουμε>> σε εφαρμοσμένη πολιτική…π.χ. η καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας .Δεν ήμασταν έτοιμοι να νομοθετήσουμε >> και σελ.19 αναφέρει <<η αριστερά σήμερα καλείται να αντισταθεί στην εργαλειοποιηση του λόγου της αγοράς >>.Η αριστερά στον 21ο αιώνα ).
ΠΡΟΤΑΣΗ 1Η. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΔΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ και την αποκατάσταση του λόγου και της πράξης της κοινωνικής αγοράς σε αντιπαράθεση με την νεοφιλελεύθερη αγορά(της διαφθορας,της ολιγαρχιας,τηςμαυρης αδήλωτης εργασίας και του αθέμιτου παρασιτικού ανταγωνισμού )αλλά και σε αντιπαράθεση με τον κρατισμό π.χ. του Κ.Κ.Ε. (της διαφθοράς ,της μαύρης αγορας  νομενκλατούρας , του συγκεντρωτισμού που αρνείται  την κοινωνική αγορά αλλά και την καταλληξη της , την σοσιαλιστική αγορά).
Η κοινωνική αγορά είναι η αγορά που θέλει αξιοκρατία στο δημόσιο τομέα ,και  κοινωνικό έλεγχο. Είναι η αγορά της υγιούς επιχειρηματικότητας ( του ιδιωτικού  τομέα),της κοινωνικά συμβατής, είναι η αγορά της συνεταιριστικής <<κοινωνικής οικονομιας>>.Παντου  χρειάζεται συνεχώς αυξανόμενος  εκδημοκρατισμός με βάση τις παραπάνω κατευθύνσεις ,δηλαδή αυξανόμενη διαρκώς συμμετοχή των εργαζομένων και κοινωνικός έλεγχος μέχρι την σοσιαλιστική αγορά και την αυτοδιοίκηση και αυτοσυντήρηση των επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα προτείνω : με βάση το άρθρο *12 ,παράγραφος  5 του συντάγματος, να συσταθούν με νόμο υποχρεωτικά σωματεία βάσης σε κάθε επιχείρηση, που θα αποβλέπουν στην εκπλήρωση σκοπών κοινής ωφέλειας και δημόσιου ενδιαφέροντος .Το δημόσιο ενδιαφέρον συνιστάται ,στο ότι( άρθρο 23 παράγραφος 1 του συντάγματος),το κράτος πρέπει να λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για την συνδικαλιστική ελευθερία και την ανεμπόδιστη άσκηση ων συναφών με αυτή δικαιωμάτων, εναντίον κάθε προσβολής τους.(Η προσβολή είναι δεδομένη λογω της τεράστιας ανεργίας  και της συνακόλουθης αδυναμίας των εργαζομένων που υφίστανται την απειλή της απόλυσης η της μη πρόσληψης αν μάθει ο εργοδότης τους ότι είναι σε σωματείο η θέλουν να ιδρύσουν σωματείο, δηλαδή είναι δεδομένη η καταπάτηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας).
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΚΟΙΝΗΣ  ΩΦΕΛΕΙΑΣ  ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΟΥΝ ΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΒΑΣΗΣ? θα πρέπει ο νομός να προβλέπει ότι σκοπός του κάθε υποχρεωτικού σωματείου βάσης είναι να μεριμνά για την τήρηση των νόμων στην επιχείρηση του και πρώτα από όλα για τις εργασιακές σχέσεις , με πρώτη την αδήλωτη μαύρη εργασία αλλά και την μερικώς δηλούμενη(μερικώς μαύρη).Να έχει δηλαδή κάθε εργαζόμενος μέλος του σωματείου, και το σωματείο συνολικά, ευθύνη( με τις συνέπειες του νόμου)  όχι όση  ο εργοδότης,(λογω αδυναμίας της θέσης τους)αλλά τουλάχιστον ηθική , εάν δηλώσουν ψευδώς στο ΙΚΑ και την επιθεώρηση εργασίας ,πόσοι εργάζονται και πόσες ώρες εργάζεται ο καθένας Επίσης ,θα πρέπει το υποχρεωτικό σωματείο βάσης ,να συνεδριάζει ,και να προτείνει τρόπους για να πάει η επιχείρηση μπροστά (όχι ο επιχειρηματίας)διότι όλες οι επιχειρήσεις ,εφόσον λειτουργούν με κοινωνικά συμβατό τρόπο, σέβονται τους νόμους ,τις εργασιακές σχέσεις  και το περιβάλλον ,είναι κοινωνικά ωφέλιμες και μπορούν να γίνουν όλο και περισσότερο .Για αυτό το σωματείο, πρέπει να προτείνει στον επιχειρηματία,(η τους διευθυντές του που τον εκπροσωπούν)τρόπους για καλύτερα ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες, με σεβασμό στο περιβάλλον ,με μείωση του κόστους παραγωγής ,(όχι λογω μείωσης του κόστους εργασίας , αλλά) λογω  αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας ,΅(όχι λογω της εντατικοποίησης αλλά)λογω χρήσης νέων τεχνολογιών .Όσο ο επιχειρηματίας εθελοντικά θα ακούει το σωματείο, δηλαδή τους εργαζόμενους, τόσο θα πηγαίνει η επιχείρηση και πιο μπροστά ,παράγοντας καλύτερα και ποιοτικότερα προϊόντα και υπηρεσίες για τους πελάτες καταναλωτές (δηλαδή την υπόλοιπη κοινωνία )με χαμηλότερο κόστος και σεβασμό στο περιβάλλον .Και τότε οι επιχειρηματίες θα φεύγουν από την λογική του εύκολου κέρδους σε βάρος των εργαζομένων , των πελατών και του περιβάλλοντος, αφού θα βλέπουν ότι η υγιής επιχειρηματικότητα είναι πραγματικά ανταγωνιστική –συναγωνιστική και πραγματικά επικερδής .Με συμμετοχή κερδίζουμε, όχι κοντόφθαλμο ,βραχύβιο ,αρπακολατζιδικο και αισχροκερδές κέρδος βασισμένο στην απληστία ,τον αυταρχισμό ,συγκεντρωτισμό και εκμετάλλευση των εργαζομένων και του περιβάλλοντος .Η υγιής προσφορά, δημιουργεί  υγιή ζήτηση και όχι καταναλωτισμό .Ο υγιής ανταγωνισμός-συναγωνισμός παράγει ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες (όπως ο υγιής αθλητισμός δημιουργεί υγιείς ανθρώπους στο σώμα και το πνεύμα).
Όπως έλεγε ο Μαρξ το 1844 στα οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα εκδόσεις γλάρος σελίδα 126:<<ο κομουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας σαν ανθρώπινης αυτοαποξενωσης ,…….>>.
Η όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων, για τους έξυπνους και όχι τους άπληστους επιχειρηματίες, που θέλουν να πάει η επιχείρηση τους μπροστά για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους μπορεί να μετασχηματίσει τους εργαζόμενους  σε συνεταίρους τους  και έτσι να έχουμε το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας (χωρίς να χρειάζεται το αρνητικό της ξεπέρασμα δηλαδή η κατάργηση της με νόμο).
Όσο διαρκεί αυτή η διαδικασία ,της όλο και μεγαλύτερης συμμετοχής ,τόσο περισσότερο θα εκλείπει η αποξένωση των εργαζομένων από τα προϊόντα της εργασίας τους , δηλαδή τόσο περισσότερη θα γίνεται η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ,μέχρι την πλήρη κοινωνικοποίηση τους στο σοσιαλισμό .
<<Αυτός ο κομουνισμός (συνεχίζει ο Μαρξ σελίδα 126 )σαν απόλυτα αναπτυγμένος  νατουραλισμός,ισοδυναμεί  με τον ανθρωπισμό και σαν απόλυτα αναπτυγμένος ανθρωπισμός ισοδυναμεί με τον νατουραλισμό ,είναι η γνήσια επίλυση της αντίθεσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης και μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου ,….)>>.
ΠΡΟΤΑΣΗ  2
Και για αυτό προτείνω ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να σημαίνει όχι μόνο συνασπισμός ριζοσπαστικής αριστεράς αλλά και συνασπισμός ριζικού ανθρωπισμού. Για να γίνει πιο κατανοητό ότι η αριστερά είναι εναντία στο ταξικό μίσος ,γιατί όπως έλεγε ο Γκάντι ,<< αντίπαλος μας είναι ο  σατανισμός ,τον σατανά τον αγαπαμε>>.Ετσι  πρέπει να λέμε και εμείς. Αντίπαλος μας είναι ο καπιταλισμός –νεοφιλελευθερισμός . Τον αστό τον άπληστο, θέλουμε να τον απελευθερώσουμε από την απληστία του και όπως έλεγαν οι Μαρξ –Ένγκελς στο κομμουνιστικό μανιφέστο ,η εργατική τάξη με την απελευθέρωση της από τα δεσμά της ατομικής ιδιοκτησίας απελευθερώνει και όλες τις άλλες τάξεις ,μεταξύ των οποίων και την αστική, από  την απληστία της και την επακόλουθη ανθρώπινη δυστυχία της .Άρα, ενδιαφερόμαστε ανθρώπινα και για τον άπληστο αστό καπιταλιστή ,να βρει την ευτυχία του συνεταιρίζεσθαι ,της ανθρώπινης  ζωής  σαν ευτυχισμένος  άνθρωπος στο σοσιαλισμό. Στη σελίδα 11 του απολογισμού λέει: <<Ενώ στο προηγούμενο συνέδριο είχε ληφθει  η απόφαση για την ενίσχυση του κόμματος , με εντάξεις νέων μελών και για την ανάδειξη νέων στελεχών ,δεν υπήρξε σχεδιασμένη πολιτική διεύρυνσης και αντιστοίχισης της οργανωτικής δύναμης του κόμματος με την κοινωνική και πολιτική του δυναμική ,με αποτέλεσμα αυτές οι αποφάσεις να μείνουν διακυρηξεις>>.Στη σελίδα 25 (για ένα κόμμα ενεργών πολιτών) λεει:<<γεγονος που απαιτεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα ,ευφάνταστες λειτουργίες των οργανώσεων που χωρίς να αλλοιώνουν τον κομματικό τους χαρακτήρα θα μετεξελίσσονται σε ελκτικούς χώρους  έκφρασης και δράσης της κοινωνίας ,με ανοιχτές συνελεύσεις και δημόσιες εκδηλώσεις ,όπου μέλη και φίλοι ,ευρύτερα συμπολίτες ,θα έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να τις παρακολουθούν  ,αλλά και να καταθέτουν προτάσεις ,αγωνίες ,κριτικές ,απόψεις .Να προτείνουν θέματα για συζήτηση και αποφάσεις>>. Για να κοινωνικοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να γίνει κόμμα των μελών του με  περισσότερη συμμετοχή στις αποφάσεις του κόμματος των μελών και όχι μόνο των στελεχών του ,προτείνω τις παρακάτω αλλαγές  στο καταστατικό του που θα συμβάλλουν στην όλο και λιγότερη <<αποξένωση>>  των μελών , από τις αποφάσεις του κόμματος.

                                                                                                         
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΛΛΑΓΩΝ ΣΤΟ 2 ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ
1.Ο ΣΥΡΙΖΑ δομείται σε τρία επίπεδα .Οργάνωση μελών –περιφερειακή συνδιάσκεψη-συνέδριο.
2.Τον πρόεδρο του κόμματος εκλέγουν τα μέλη του κόμματος μετά το συνέδριο. Δεν τον εκλέγει το συνέδριο ,ούτε η κεντρική επιτροπή. Εάν είναι πρωθυπουργός δεν γίνονται εκλογές για πρόεδρο του  ΣΥΡΙΖΑ –επικεφαλής της Κ.Ε.
3.Την κεντρική επιτροπή εκλέγουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ μετά το συνέδριο και μετά την εκλογή πρόεδρου ,κατά εκλογική περιφέρεια βουλευτικών εκλογών ,με αριθμό μελών ισο με το μισό των βουλευτών που βγάζει κάθε εκλογική  περιφέρεια,(εάν οι βουλευτές είναι 300),δηλαδή 150 μέλη ,εκτός του πρόεδρου ως επικεφαλής της Κ.Ε. ,και των συντονιστών των περιφερειακών επιτροπών ,εάν δεν έχουν ήδη εκλέγει στην κεντρική επιτροπή.
4.Τον γραμματέα της Κ.Ε. εκλέγει η κεντρική επιτροπή και όχι το συνέδριο ,καθώς και την πολιτική γραμματεία. Στην πολιτική γραμματεία συμμετέχουν χωρίς εκλογή  από κεντρική επιτροπή ,ο πρόεδρος του κόμματος  ως επικεφαλής, και οι συντονιστές  των περιφερειακών επιτροπών. Το συνέδριο ψηφίζει το πρόγραμμα και το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ ,εκλέγει κεντρική εξελεγκτική επιτροπή με αριθμό που ορίζει το ίδιο.
5. Η περιφερειακή επιτροπή εκλέγεται από τα μέλη του κόμματος της κάθε  περιφέρειας  ,κατά εκλογική περιφέρεια ,με αριθμό μελών ,ισο με τον μισό αριθμό των περιφερειακών συμβούλων ,που βγάζει κάθε εκλογική περιφέρεια. Στην περιφερειακή επιτροπή μετέχουν οι συντονιστές (νομαρχιακοί) των Ο.Μ.(εάν δεν έχουν εκλέγει ήδη στην περιφερειακή επιτροπή).
6.Η περιφερειακή επιτροπή εκλέγει επικεφαλή συντονιστή –γραμματέα και περιφερειακή γραμματεία με επικεφαλή τον συντονιστή-γραμματέα. Στην γραμματεία συμμετέχουν χωρίς εκλογή από την περιφερειακή επιτροπή ,οι συντονιστές (νομαρχιακοί) ,των συντονιστών των Ο.Μ. καθε νομαρχίας (εάν δεν έχουν εκλεγεί στην περιφερειακή γραμματεία).
7.Οι συντονιστές (νομαρχιακοί) των συντονιστών των Ο.Μ. εκλέγονται από τους συντονιστές των Ο.Μ. κατά νομαρχία .Η περιφερειακή συνδιάσκεψη ψηφίζει το περιφερειακό πρόγραμμα του κόμματος με βάση  τις αποφάσεις του συνεδρίου και εκλεγεί την περιφερειακή εξελεγκτική επιτροπή Η νομαρχιακή επιτροπή αποτελείται από τους συντονιστές των Ο.Μ.της νομαρχίας.
8.Ο συντονιστής επικεφαλής της συντονιστικής επιτροπής  της Ο.Μ. και ο αναπληρωτής του(οικονομικός υπεύθυνος της Ο.Μ.) εκλέγονται για ένα χρόνο από τα μέλη της Ο.Μ.και είναι ,ο πρώτος και ο δεύτερος σε ψήφους αντίστοιχα. Τα υπόλοιπα μέλη της συντονιστικής επιτροπής ορίζονται αλφαβητικά με εναλλαγή από όλα τα μέλη της Ο.Μ. για ένα εξάμηνο ,αφού έχει οριστεί πρώτα η ημέρα της εβδομάδας που θα συνεδριάζει η συντονιστική επιτροπή και η οποία θα αλλάζει κάθε εξάμηνο, ώστε να συμμετέχουν κάθε φορά  όσοι μπορούν, την Δευτέρα ,την Τρίτη ,την Τετάρτη ,την Πέμπτη ,την Παρασκευή ,το Σάββατο ,έτσι ώστε σε 36 μήνες να έχουν γίνει μέλη της συντονιστικής επιτροπής όλα τα μέλη της Ο.Μ. που θέλουν και μπορούν την συγκεκριμένη ημέρα ,για ένα εξάμηνο. Αναπληρωματικά  μέλη  δεν υπάρχουν .Κατά την διάρκεια του εξαμήνου ,όποιος θέλει το λέει σε μια συνέλευση Ο.Μ.και γίνεται μέλος της συντονιστικής επιτροπής της ΟΜ.
9.Αναστολη ιδιότητας μέλους δεν έχουμε οταν:στηριζει ενεργά η συμμετέχει σε άλλο ψηφοδέλτιο από αυτό που έχει αποφασίσει το κόμμα στις αυτοδιοικητικες  εκλογές ,εφόσον αυτό το άλλο ψηφοδέλτιο δεν αντιστρατεύεται τις αρχές του ΣΥΡΙΖΑ. Εάν π.χ. στηρίζει ενεργά η συμμετέχει σε ψηφοδέλτιο που με βάση την απλή αναλογική μπορεί να συνεργαστεί με το ψηφοδέλτιο που στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ στις αυτοδιοικητικες εκλογές ,τότε άρετε η προηγούμενη αναστολή με βάση το παλιό καταστατικό η δεν δίνεται αναστολή από εδώ και πέρα.

* Ο Ξενοφώντας Ηρακλείδης είναι Πολτικός Μηχανικός Μέλος της ΟΜ ΣΥΡΙΖΑ Καλαμαριάς

Αριστερά και Κυβέρνηση, Κόμμα και Κοινωνία

Α. Αριστερά και κυβέρνηση
Μια κυβέρνηση της Αριστεράς στο καπιταλιστικό πλαίσιο έχει εξ’ ορισμού αντιφατικούς ρόλους. Από την μια είναι φορέας της κρατικής εξουσίας, η οποία είναι όργανο επιβολής της αστικής τάξης στις υπόλοιπες τάξεις. Από την άλλη εκπροσωπώντας τους από κάτω,  ενσυνείδητα προσπαθεί να φέρει τέτοιες αλλαγές στην ασκούμενη πολιτική και στο κράτος ώστε να αδυνατίσει τις πολιτικές επιλογές των κυρίαρχων τάξεων την δεδομένη ιστορική περίοδο. Μια τέτοια πορεία ενδεχομένως να οδηγήσει σε εκτεταμένες αλλαγές οι οποίες κάποια στιγμή να αναιρέσουν την ίδια τη φύση της κρατικής λειτουργίας.
Πέρα από την παραπάνω γενική τοποθέτηση στην πράξη τα πράγματα αποδεικνύονται πιο σύνθετα. Όντας στην κυβέρνηση η Αριστερά σε συνθήκες νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού μοιραία θα κάνει συμβιβασμούς. Οι συμβιβασμοί είναι ανεξάρτητοι από την θέλησή της και επιβάλλονται από τον συσχετισμό δυνάμεων και από τον βαθμό ωρίμανσης της ταξικής πάλης. Οι συμβιβασμοί όμως δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις στους αριστερούς πολίτες ικανές να δημιουργήσουν προβληματισμούς, αποστρατεύσεις, πολεμική, ακόμα και διασπάσεις. Υπάρχει δίκιο σε όλα αυτά? Συναισθηματικά ναι. Πολιτικά όχι. Εξηγούμαι: Ο συμβιβασμός είναι αντίθετος στη λογική και το συναίσθημα του αριστερού γιατί υποκρύπτει τον συμβιβασμό με τον ταξικό εχθρό ή την προσχώρηση στην ιδεολογία του. Ορθά λοιπόν συναισθηματικά τον απορρίπτει. Ο ίδιος ο αριστερός ξέρει ότι η δυνατότητά της Αριστεράς να παρέμβει στην πραγματικότητα εξαρτάται από την ίδια μόνο στο βαθμό της θέλησης και της απόφασης. Κυρίως όμως εξαρτάται από τις συνθήκες και τον συσχετισμό των δυνάμεων. Κάτω από αυτή την οπτική ο συμβιβασμός είναι απαραίτητο στοιχείο άσκησης πολιτικής. Συμβιβάζεσαι όχι επειδή προσχωρείς στο στρατόπεδο του αντιπάλου αλλά για να μην του επιτρέψεις να σε συντρίψει. Η κυβέρνηση για την Αριστερά είναι άλλο ένα πεδίο πάλης, ανάλογο με τον συνδικαλισμό και την τοπική αυτοδιοίκηση. Σε έναν σκληρό εργατικό αγώνα μπορεί να επέλθει συμβιβασμός όχι τόσο ευνοϊκός για τους εργαζόμενους. Κάποιοι θα σπεύσουν να κατηγορήσουν την συνδικαλιστική ηγεσία. Οι πολλοί θα ξέρουν ότι κυρίως φταίει η αδιαλλαξία της εργοδοσίας. Αντίστοιχα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους συμβιβασμούς που κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς. Άλλωστε έχεις ηττηθεί όταν ο αντίπαλος καταφέρνει να νικήσει την θέληση και την απόφασή σου να τον πολεμήσεις.  
Εν τούτοις υπάρχει ένα ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε: Ποιος είναι ο ρόλος της κυβέρνησης της Αριστεράς σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων? Ή για να το προχωρήσουμε: Μέχρι πιο σημείο «επιτρέπεται» σε μια τέτοια κυβέρνηση να υποχωρεί απέναντι στον αντίπαλο? Η απάντηση είναι:  Συμμετέχεις στην κυβέρνηση παλεύοντας για κατακτήσεις που ματαιώνουν τις επιδιώξεις του αντιπάλου ή προωθούν το δικό σου σχέδιο. Αναδεικνύεις τις διαφορές σου από τις πολιτικές των κυρίαρχων τάξεων καλώντας τον λαό να πάρει θέση. Φροντίζεις δηλαδή για την ένταση της ταξικής πάλης όπου σαφώς τοποθετείσαι υπέρ των αδυνάτων.  Χτίζεις διεθνείς συμμαχίες έχοντας πλήρη επίγνωση ότι εθνικές λύσεις δεν υπάρχουν, διαμορφώνοντας ευνοϊκότερους συσχετισμούς για τα επόμενα βήματά σου. Σταματάς να συμμετέχεις στην κυβέρνηση όταν οι παραπάνω προϋποθέσεις παύουν να ισχύουν. Αυτή είναι η λύση της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κάθε άλλη προσέγγιση καταλήγει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παρακολούθημα του ιδιόμορφου επαναστατικού αναχωρητισμού του ΚΚΕ.
Β. Κόμμα και κοινωνία
Το κόμμα μας από το 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 δούλεψε για τον σκοπό της εκλογικής νίκης. Η δουλειά των οργανώσεων ακολουθούσε τις κεντρικές πολιτικές επιλογές και υπηρετούσε τις τρέχουσες κάθε φορά καμπάνιες του κόμματος. Σε περιόδους μεγάλων μαχών υπήρχε έξαρση συμμετοχής και αγωνιστικότητας η οποία υποχωρούσε μετά. Στα μεσοδιαστήματα η όποια δραστηριότητα εξαντλούνταν σε κάποιες ευκαιριακές δράσεις. Κυρίως όμως όλο αυτό το διάστημα οι οργανώσεις ασχολούνταν με τον εαυτό τους. Με διαρκές άγχος για το πόσο αριστεροί είμαστε και με «άμιλλα» ποιος θα στήσει καλύτερο εσωκομματικό μηχανισμό. Με κίνδυνο να αδικήσω κάποιες, η πλειοψηφία των οργανώσεων δεν ασχολήθηκαν με τα ιδιαίτερα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών. Αγνοούσαμε ή καμιά φορά σνομπάραμε τα τοπικά προβλήματα με αποτέλεσμα οι δεσμοί μας με την κοινωνία να είναι αδύναμοι.
Η ίδια λογική ακολουθήθηκε και κατά την διάρκεια της πρώτης κυβέρνησης μέχρι την διάσπαση. Από τον Σεπτέμβριο άρχισε να μπαίνει σε όλες τις οργανώσεις το ερώτημα για τον ρόλο του κόμματος στις νέες συνθήκες. Η εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών θέτει σε δοκιμασία την σχέση μας με τις κοινωνικές ομάδες που εκφράζουμε. Αυτό μεγεθύνθηκε από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και από τις τραμπούκικες πρακτικές τμημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, διαμορφώνοντας μια κατάσταση ιδιόμορφης αγοραφοβίας για τις οργανώσεις μας. Ταυτόχρονα εσωτερικά πληθαίνουν οι φωνές για ένα πιο αναβαθμισμένο ρόλο των οργανώσεων στη ζωή του κόμματος ότι το κόμμα δεν πρέπει να γίνει παρακολούθημα της κυβέρνησης και άλλα αντίστοιχα. Όλοι πάντως συμφωνούμε ότι οι ΟΜ είναι το κόμμα στον χώρο ευθύνης τους.
Είναι καιρός λοιπόν να γίνουμε πραγματικά το κόμμα στον χώρο μας. Να ασχοληθούμε με ζητήματα που είτε απασχολούν ήδη τις τοπικές κοινωνίες είτε θα τα αναδείξουμε εμείς. Οι τομείς δραστηριοποίησης απαραίτητα πρέπει να περιλαμβάνουν: Παραγωγική ανασυγκρότηση σε συνδυασμό με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής. Ανάδειξη επενδυτικών ευκαιριών και δυνατοτήτων απασχόλησης. Ανάπτυξη δομών κοινωνικής οικονομίας. Χρονίζοντα ζητήματα των τοπικών κοινωνιών. Παρεμβάσεις όπου εμφανίζονται ζητήματα κρατικής αυθαιρεσίας ή δυσλειτουργίες των κρατικών υπηρεσιών. Πρόκειται για θέματα που αν δεν τα κινήσουμε εμείς πιθανόν να μην κινηθούν ποτέ. Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι πολιτικός, άρα η ευθύνη θα ανήκει στις Νομαρχιακές Επιτροπές, συγκεκριμένος και με καθορισμένα χρονοδιαγράμματα. Οι κομματικές δυνάμεις θα απαιτούν συνεργασία με τους αρμόδιους από την κυβέρνηση και θα αναλαμβάνουν την πρόοδο και επίλυση των προβλημάτων καθώς και την υλοποίηση των σχεδίων, επιτυγχάνοντας έτσι την πολυπόθητη ώσμωση του κόμματος με την κυβέρνηση. Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα δημιουργήσει εκ νέου ζωτικό χώρο για τις οργανώσεις μας και θα δώσει την ευκαιρία στους πολίτες να μας πλησιάσουν. Θα βρεθούμε εκ των πραγμάτων στην πρωτοπορία της κοινωνίας και θα αυξήσουμε το κύρος του κόμματος. Θα γίνουμε η φωνή του κυβέρνησης στην κοινωνία και η φωνή της κοινωνίας στην κυβέρνηση. Το κόμμα με αυτό τον τρόπο βοηθάει την κυβέρνηση να ασκήσει την πολιτική της και την ίδια στιγμή το ίδιο βοηθάει τον εαυτό του να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί.  
 
* O Δημήτρης Λαγουβάρδος είναι Συντονιστής ΟΜ Παιανίας Γλυκών Νερών