Skip to main content

Συντάκτης: admin

Αναστοχασμός των τρεχουσών στρατηγικών

Η αναψηλάφηση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων και ο αναστοχασμός πάνω στις τρέχουσες στρατηγικές δεν μπορεί παρά να αποτελούν κυρίαρχα πεδία της εσωκομματικής συζήτησης, όσο πλησιάζουμε προς το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για το μέλλον, μόνο έτσι η κορυφαία αυτή κομματική διαδικασία δύναται να αποτελέσει σημαντικό εφαλτήριο για τα επόμενα βήματα μιας μαραθώνιας διαδρομής -που δεν ξεκίνησε, βεβαίως, στις 25 Ιανουαρίου 2015, ημέρα της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ (και της Αριστεράς στην Ευρώπη), αλλά η αφετηρία της συναντάται πολύ πιο πίσω: σε αγώνες και προσπάθειες, που διέτρεξαν όλο τον προηγούμενο αιώνα. Μόνο έτσι το συνέδριο δεν θα αποδειχθεί μια χαμένη ευκαιρία -και οι ευκαιρίες δεν προσφέρονται αφειδώς.

Η σχέση μας με το λαό

Σε μια τέτοια συζήτηση, οι ερωτήσεις, εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν περισσότερες από τις απαντήσεις. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό: για να μπορέσουν να υπάρξουν ικανοποιητικές απαντήσεις, προϋπόθεση είναι τα εύστοχα ερωτήματα. Ας τα αναζητήσουμε, λοιπόν..

Ιεραρχώντας τα διακυβεύματα του συνεδρίου, σε περίοπτη -κατά την άποψή μου θέση- βρίσκεται η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το λαό. Πώς προσδιορίζεται; Έχει μεταλλαχθεί και σε ποιο βαθμό; Για να σκιαγραφήσουμε σωστά αυτή τη σχέση, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι για την αριστερά ο λαός δεν είναι ένα άμορφο συνονθύλευμα ανθρώπων, ένα άθροισμα ατόμων που ρέπουν άλλοτε προς τη μία και άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση, ακολουθώντας άκριτα τις βουλές και τις προτροπές κάποιων ηγετών: μια τέτοια αντιμετώπιση υποβαθμίζει τους πολίτες σε όχλο, που μόνη αποστολή έχει να χειροκροτεί, να αποδοκιμάζει ή έστω, σε πιο καλές περιπτώσεις, να ψηφίζει μια φορά στα τέσσερα χρόνια.

Αντιθέτως, για την Αριστερά, ο λαός διαστρωματώνεται σε τάξεις, που έχουν αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα (για αυτό και αφηρημένες αφηγήσεις εθνικής συναίνεσης, χωρίς ταξικά χαρακτηριστικά, δεν είναι αριστερές αφηγήσεις) και στις τάξεις αυτές αντιστοιχεί ο ρόλος του υποκειμένου της ιστορίας. Συναποτελούνται από πολίτες που δρουν και αλλάζουν τον κόσμο γύρω τους, καθημερινά, δύσκολα, βήμα-βήμα, συμμαχώντας -ενίοτε- και με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα, άλλοτε έχοντας και άλλοτε χωρίς να έχουν ξεκάθαρες ιδέες και σκοπούς.

Σε μια τέτοια διαδικασία, ο ρόλος του ριζοσπαστικού, κινηματικού, αριστερού κόμματος, είναι ο ρόλος του συντονιστή, που όμως δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Του συλλογικού διανοητή, που οφείλει, μεταξύ άλλων, να αφυπνίζει και την ταξική συνείδηση, με τέτοιο τρόπο ώστε ο ευκταίος κοινωνικός μετασχηματισμός να συντελείται όσο το δυνατόν συνειδητά και όχι τυχαία. Όταν, μάλιστα, η Αριστερά -όπως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ- βρίσκεται στην κυβέρνηση, οφείλει την εξουσία που κατέχει να τη χρησιμοποιεί προωθώντας τα ταξικά συμφέροντα, παίρνοντας αποφάσεις και σχεδιάζοντας επιτελικές δράσεις όχι στο όνομα, αλλά με την ενεργή συμμετοχή του λαού, συμβάλλοντας έτσι στη χειραφέτησή του.

Αν συμφωνούμε σε αυτήν την απλουστευμένη «αποστολή» των αριστερών κοινωνικών δυνάμεων, που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, ποια είναι η σωστή διατύπωση του ερωτήματος, στο οποίο το συνέδριο πρέπει να κληθεί να απαντήσει; Ας επιχειρήσω να το αποκρυσταλλώσω ως εξής: με ποιο τρόπο -στις νέες συνθήκες- θα οικοδομηθούν οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία, γενικά -και ειδικότερα με τα πιο ευάλωτα κομμάτια της- ώστε αφενός να διευκολύνεται η ενεργή λαϊκή συμμετοχή, ταυτοχρόνως, όμως, η συμμετοχή αυτή να αποκτά ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά χαρακτηριστικά;

Ένα ερώτημα με πολλές απαντήσεις

Αν το ερώτημα σωστά διατυπώνεται έτσι, δεν είναι δυνατόν η απάντηση να είναι συμφωνίες κορυφής με προβεβλημένα στελέχη νυν ή τέως κοινοβουλευτικών σχηματισμών, ούτε η άκριτη αποδοχή νέων μελών σε κομματικές οργανώσεις. Αντιθέτως, ένα τέτοιο ερώτημα φωτίζει, ίσως, διαφορετικά τις απαιτήσεις που έχουμε ως προς το ρόλο του κόμματος σε σχέση με την κυβέρνηση, αλλά και σε σχέση με την κοινωνία. Ένα τέτοιο ερώτημα θέτει, επίσης, κριτήρια ως προς τους όρους διολίσθησης σε αποφάσεις που λαμβάνονται εξαιτίας εξωτερικών, αλλά και εσωτερικών εκβιασμών, θέτει δηλαδή κριτήρια ως προς τους όρους χάραξης των «κόκκινων γραμμών», που απορρίπτουμε, αλλά και των «κόκκινων οδοσημάτων της μεγάλης πορείας», που κατά προτεραιότητα θέτουμε σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έτσι ώστε ποτέ να μην χάνεται η μεγάλη εικόνα και η τελική στόχευση. Ένα τέτοιο ερώτημα αναδεικνύει διαφορετικά την αναγκαιότητα του παράλληλου προγράμματος, δίνοντάς του επιπλέον χαρακτηριστικά: η αναχαίτιση της ανθρωπιστικής κρίσης αποτελεί επείγουσα ανάγκη, αλλά το παράλληλο πρόγραμμα της Αριστεράς -υπερβαίνοντας κάθε αντίληψη φιλανθρωπίας- οφείλει παράλληλα και με εξίσου επείγοντα τρόπο, να προωθεί θεσμικά και έμπρακτα την προαναφερθείσα λαϊκή συμμετοχή και χειραφέτηση. Το ίδιο ερώτημα μπορεί να ενταχθεί στη συζήτηση και σε πολλά άλλα θέματα: πώς προωθείται η αλλαγή συσχετισμών στους χώρους της εργασίας, πώς υπηρετείται η αντίληψη του κοινωνικού ελέγχου, πώς επανοργανώνεται το κράτος, πώς και γιατί μιλάμε για κοινωνικούς συνεταιρισμούς, πώς προστατεύονται τα δικαιώματα των πλειοψηφιών, αλλά και των μειοψηφιών, πώς γίνεται κτήμα της λαϊκής καθημερινότητας το αξιακό φορτίο της αριστεράς, πώς χαράσσεται η πολιτική στο χώρο της παιδείας και του πολιτισμού, πώς οικοδομούνται οι σχέσεις με την Ευρώπη. Είναι δηλαδή ένα ερώτημα πολλαπλής ανάγνωσης. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερης σημασίας οι πολλαπλές απαντήσεις που μπορεί να λάβει.

* Η Αννέτα Καββαδία είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
 

Ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, που αποτελεί την βασική στρατηγική επιλογή του κόμματος μας, στην πορεία για την απαλλαγή από το εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, είναι ένα πελώριο κεφάλαιο επεξεργασιών, που πρέπει να λάβει υπ όψιν του τις εμπειρίες του λαϊκού και αριστερού κινήματος, όσον αφορά το παρελθόν του, να μελετήσει βαθειά ολόκληρη την μέχρι σήμερα πορεία του των δύο αιώνων ( 19ουκαι 20ου), να μελετήσει τις αλλαγές που έχουν υπάρξει στο καπιταλιστικό σύστημα, όπως τις βιώνουμε σήμερα και να προτείνει την καινούργια νικηφόρα πορεία για τον τελικό στόχο. Το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει τον οδηγό για αυτό, ούτε να προτείνει την οριστική διαδρομή που πρέπει να ακολουθηθεί, γιατί αυτό θα ήταν εντελώς υπερφίαλο και τελικά αδιέξοδο. Φιλοδοξεί και προτείνει να ξεκινήσει μια πορεία ενασχόλησης με αυτά τα ζητήματα, με τα οποία η Αριστερά ελάχιστα έχει ασχοληθεί, θεωρώντας τα εξαιρετικά επίκαιρα και χρήσιμα, προκειμένου να διαμορφωθεί μια αντίληψη για το εύρος ολόκληρης της πορείας που πρέπει να διανυθεί προκειμένου να αλλάξει ριζικά η σημερινή κοινωνία. Πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο στόχο της ανάταξης της πλειοψηφίας του λαού, επιδιώκοντας την κατάργησης της λιτότητας και των μνημονίων, αλλά θα πρέπει να προτείνει ένα καινούργιο μοντέλο οργάνωσης της, μακριά από τον καπιταλισμό, όπως επίσης και της πορείας μέχρι εκεί. Και επειδή νομίζουμε ότι αυτή η στρατηγική ελάχιστα έχει απασχολήσει το κόμμα μας μέχρι σήμερα, όπως επίσης ‘ότι και το ιδεολογικό μας στίγμα, που περιορίζεται στα συνθήματα «παλεύουμε για σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία» και παλεύουμε για το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», είναι εξαιρετικά αδύναμο, αναλάβαμε στην Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Ηλιούπολης την παραπάνω πρωτοβουλία, η οποία ευελπιστούμε να αποτελέσει ένα σημαντικό προς συζήτηση θέμα στο επικείμενο Συνέδριο μας.

  1. B. ΠΟΙΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ: α) Είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε τη μορφή του σοσιαλισμού στον οποίο στοχεύουμε, προκειμένου να τον διαχωρίσουμε από τις διάφορες εκφάνσεις του σοσιαλισμού που κατά καιρούς υπήρξαν και εξακολουθούν να κυκλοφορούν να υπάρχουν (υπαρκτός σοσιαλισμός, μεταρρυθμιστικός σοσιαλισμός, δημοκρατικός σοσιαλισμός κ.λ.π.) β) Υπαρκτός σοσιαλισμός Η Οκτωβριανή επανάσταση δημιούργησε το πρώτο εργατικό κράτος στον πλανήτη με στόχο την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σύμφωνα με την μαρξιστική κοσμοθεωρία, την πορεία των ανθρώπων προς την ρήξη με τον καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα και τη δημιουργία της κοινωνίας της ανθρώπινης χειραφέτησης, της σοσιαλιστικής κοινωνίας, στην πορεία της κατάργησης όλων των ταξικών διαφορών και των τάξεων με την δημιουργία της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας, του κομμουνισμού. Απαραίτητη προϋπόθεση (πρωταρχικός όρος) ήταν η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και το πέρασμά αυτών στο κοινωνικό σύνολο. Το σύνολο των παραπάνω ενεργειών κωδικοποιήθηκε με τον όρο «Επιστημονικός Σοσιαλισμός». Όμως η

ιστορία γράφεται όχι καθ υπαγόρευση των όποιων θεωρητικών προσεγγίσεων, αλλά με την δική της δυναμική. Έτσι μπορεί να καταργήθηκε η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αλλά δυστυχώς πολύ γρήγορα η όλη πορεία εξετράπη (μετά τον θάνατο του Λένιν) από το αρχικό σχέδιο, με αποτέλεσμα η πλήρης επικράτηση του σταλινισμού να οδηγήσει στην οριστική απομάκρυνση από τις μαρξιστικές κατευθύνσεις, να επιβάλλει δεσποτικά – τυραννικά καθεστώτα ανελευθερίας, περιορισμών, απαγόρευσης της διαφορετικής άποψης (επί ποινή θανάτου) και τελικά να οδηγήσει στην πλήρη παραχάραξη των ιδανικών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και στην τελική κατάρρευση τους. Η Αριστερά μέχρι σήμερα, διεθνώς, έχει αποφύγει να ασχοληθεί με την φύση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού (ακόμα και η Ανανεωτική η οποία έγκαιρα είχε πάρει τις αποστάσεις της από την Μόσχα), φοβούμενη τις όποιες παρενέργειες που θα συμπαρέσυραν και την ίδια στις κατηγορίες των ταξικών αντιπάλων. Όταν όμως κρύβεις τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αυτό δεν συμβάλλει στην επίλυσή τους, διότι κάποια στιγμή αυτά διογκώνονται και τείνουν να σε πνίξουν. Λίγοι μόνο διανοούμενοι της Αριστεράς ασχολήθηκαν με το θέμα, προσπαθώντας να διατυπώσουν κάποιες σκέψεις σχετικά. Πιστεύουμε πως η θεωρία που βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι του «κρατικού καπιταλισμού», όπου μπορεί να είχε καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ως εκ τούτου και η αστική τάξη, όμως η κατοχή των μέσων παραγωγής συνολικά από την τάξη της νομενκλατούρας του κόμματος και του κράτους, είχε αναδείξει την τελευταία σε διακριτή τάξη, που νέμονταν την υπεραξία των εργαζομένων και την χρησιμοποιούσε προς ίδιο όφελος, αποκομίζοντας ένα βιοτικό επίπεδο πολύ ανώτερο από του υπόλοιπου λαού, τον οποίο είχε αποκλείσει από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων (ενίοτε με τρομοκρατικές μεθόδους καταστολής, όπως εκτελέσεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις στα γκουλάγκ κ.λ.π.). Επιπλέον δε, όχι μόνον η πορεία του «σοσιαλισμού» δεν βάδιζε σύμφωνα με τις μαρξιστικές διδαχές (σταδιακό μαράζωμα του κράτους και των μηχανισμών, άρση της διαφοράς μεταξύ χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας, άρση της διαφοράς μεταξύ πόλης και υπαίθρου, σταδιακή δημιουργία των ελεύθερα συνεταιριζόμενων παραγωγών κ.λ.π.), αλλά απομακρύνθηκε οριστικά από αυτές, δημιουργώντας ένα «κομμουνιστικό έκτρωμα», το οποίο δικαίως απέρριψαν τόσο οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης, όσο και οι ανά τον κόσμο εργαζόμενοι, μέχρι την τελική κατάρρευση του. Απόδειξη σε αυτό είναι ότι όταν κατέρρεαν αυτά τα καθεστώτα, κανείς (από τα λαϊκά στρώματα) δεν βγήκε στους δρόμους να τα υπερασπιστεί, αντίθετα δέχτηκαν με ανακούφιση την ανατροπή τους. γ) Δημοκρατικός σοσιαλισμός Εδώ μπορούμε να αναφερθούμε σε δυο διακριτά ρεύματα της Αριστεράς. Στη Σοσιαλδημοκρατία και τον Ευρωκομουνισμό. Η Σοσιαλδημοκρατία έτσι όπως υλοποιήθηκε σε πολλά κράτη της Ευρώπης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη Κευνσιανική μορφή της (κράτος δικαίου, εργασιακά δικαιώματα, δωρεάν παιδεία και υγεία για όλο το λαό, άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, δημοκρατικά δικαιώματα κλπ), συνέβαλε στην καλυτέρευση των όρων ζωής των λαών των χωρών αυτών (Σκανδιναβία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο κλπ) και δημιούργησε ένα κύκλο ευμάρειας για πλατιά λαϊκά στρώματα. Γι΄ αυτό και τα Σοσιαλιστικά και Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των αντίστοιχων χωρών, που υλοποίησαν αυτή την πολιτική, απολάμβαναν για δεκαετίες την προτίμηση της πλειοψηφίας της κοινωνίας, όπως συνέβη και στην χώρα μας μετά την Μεταπολίτευση με την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ στο βασικό άξονα διακυβέρνηση της. Το γεγονός όμως ότι αυτή η διακυβέρνηση περιορίστηκε στο να προτάξει την αναδιανομή του πλούτου υπέρ του λαού και δεν προχώρησε στην ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα, οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της. Σήμερα παρατηρούμε ότι το κράτος πρόνοιας , όπου επιβλήθηκε, βρίσκεται υπό κατάρρευση ( ή έχει καταρρεύσει) , υπό το βάρος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Τα δε κόμματα που την υλοποίησαν σε ολόκληρη την Ευρώπη ( Σοσιαλιστικά ή και Σοσιαλδημοκρατικά ), έχουν και αυτά συρρικνωθεί απελπιστικά, διότι υιοθέτησαν τις βασικές επιλογές του φιλελευθερισμού ( σοσιαλφιλελευθερισμός) , σε συνεργασία μάλιστα με τις δεξιές συντηρητικές δυνάμεις ( Κυβέρνηση μεγάλου Συνασπισμού στη Γερμανία , Κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου στην Ελλάδα κλπ) . Έτσι σήμερα η αναβίωση της κλασικής ( Κευνσιανικής ) σοσιαλδημοκρατίας, φαντάζει αδύνατη. Ο Ευρωκομουνισμός που αποτέλεσε την εναλλακτική προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό πρόταση και αποσκοπούσε σε μια πορεία κατάληψης της εξουσίας, μέσα από τον πλήρη σεβασμό της δημοκρατίας και της ελεύθερα εκφρασμένης θέλησης του λαού, υπήρξε η βασική πολιτική πρόταση των κομμουνιστών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης (Ιταλικό, Γαλλικό, Ισπανικό , ΚΚΕ Εσωτερικού). Στηριζόταν στις θεωρητικές επεξεργασίες του Γκράμσι, που σε αντίθεση με την στρατηγική «κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων» και την ύπαρξη του κόμματος πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, που θα οργάνωνε τον λαό για την τελική έφοδο, πρότεινε την οργάνωση του κομμουνιστικού κόμματος προκειμένου να αναδειχθεί ο «συλλογικός διανοούμενος» της κοινωνίας, στην πορεία κατάκτησης της ηγεμονίας σε αυτή και την υλοποίηση του συμμαχικού μπλοκ των λαϊκών τάξεων , που θα αντιπαραθετόταν στο αστικό μπλοκ και μέσα από μια πορεία ρήξεων και ανατροπών , νικών και ηττών , θα αδυνάτιζε την εξουσία της αστικής τάξης, θα επέβαλλε μεταρρυθμίσεις που θα δυνάμωναν τη θέση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και τελικά θα την αναδείκνυαν σε ηγέτιδα δύναμη της κοινωνίας που θα αναλάμβανε τα ηνία της διακυβέρνησης, σεβόμενη πλήρως τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού( η περίφημη θέση για «πόλεμο θέσεων» και όχι «πόλεμο κινήσεων»). Μετά το Γκράμσι σημαντικοί θεωρητικοί και πολιτικοί, όπως ο Τολιάτι , ο Ινγκράο, ο Αλτουσέρ, ο Πουλατζάς και άλλοι, εμβάθυναν με τις επεξεργασίες και την δράση τους αυτή την προοπτική που έφτανε, στο αποκορύφωμα της μετά την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία και το « τέλος της δυναμικής της Οκτωβριανής Επανάστασης» , όπως είχε δηλώσει τότε ο Γ.Γ. του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, κατορθώνοντας να προσελκύσει πλατιά στρώματα πληθυσμού, αναδεικνύοντας σαν άμεση τη προοπτική ορισμένων από αυτά τα κόμματα να συμμετέχουν στην διακυβέρνηση της χώρας τους( Ιταλικό Κ.Κ. μέσω της πολιτικής του «Ιστορικού Συμβιβασμού»). Δυστυχώς και αυτή η πρόταση γρήγορα αποδυναμώθηκε, έφτασε στα όρια της και τελικά ναυάγησε, οδηγώντας στον «πνιγμό» και τα κόμματα που την πρότειναν. Σήμερα τα άλλοτε πανίσχυρα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών αυτών, είτε δεν υπάρχουν (Ιταλία) , είτε είναι ισχνές μειοψηφίες στην κοινωνία τους (Γαλλία, Ισπανία). Πιστεύουμε ότι ο βασικός λόγος αυτής της εξέλιξης ήταν η αδυναμία αυτών των κομμάτων να συνδυάσουν την τακτική τους πολιτική με την στρατηγική και το όραμα τους, με αποτέλεσμα η ανάδειξη της καθημερινότητας, δηλαδή των άμεσων προβλημάτων να αναδειχτεί σε αποκλειστική ενασχόληση εις βάρος της στρατηγικής. Έτσι σταδιακά ο τελικός στόχος, δηλαδή η ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα και η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, εξέλιπε από την δράση τους και κυριάρχησε πλήρως η προσπάθεια αναρρίχησης στη κυβέρνηση, ακόμα και με το κύριο κόμμα που εξέφραζε τα συμφέροντα της αστικής τάξης( «Ιστορικός Συμβιβασμός») στην Ιταλία που προέβλεπε στην συγκυβέρνηση του Ι.Κ.Κ. με την «Χριστιανική Δημοκρατία». Το τελικό αποτέλεσμα ήταν τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα να διαγράψουν από την πολιτική τους την προοπτική της ριζικής αλλαγής της κοινωνίας και να ενσωματωθούν στο καπιταλιστικό σύστημα , προτείνοντας μόνο την απάλειψη των πιο σκληρών πλευρών του, με αποτέλεσμα την ουσιαστική εξαφάνιση τους. δ) Σήμερα ο Σοσιαλισμός εξακολουθεί να παραμένει ένα όραμα, ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα προς ανακάλυψη, όπως επίσης και η πορεία για την υλοποίηση του. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα , πλέοντας σε αχαρτογράφητα νερά, πρέπει να κερδίσει το στοίχημα να οδηγήσει την κοινωνία σε αυτό το μεγάλο στόχο, σε συνεργασία φυσικά με το προοδευτικό τμήμα και άλλων λαών, γιατί φαντάζει ουτοπικό, ένας τόσο μεγάλος στόχος, που θα αλλάξει το ρου της ανθρωπότητας, να μπορέσει να επιτευχθεί σε ένα μόνο κράτος, πολύ περισσότερο στη μικρή Ελλάδα. Σήμερα είναι πολύ πιο επίκαιρο παρά ποτέ, να πρωταγωνιστήσουμε στη δημιουργία ενός καινούργιου διεθνισμού, ο οποίος στη δυναμική του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου να αντιτάξει νικηφόρα τον εργαζόμενο λαό, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την μετατροπή της από Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού, σε Ευρώπη των λαών και γιατί όχι σε Ενωμένη Σοσιαλιστική Ευρώπη των λαών.

Γ. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Η΄ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ α) Το «προαιώνιο» δίλλημα της αριστεράς, βασική αιτία των διασπάσεων της διαχρονικά. Πολλές φορές είχε και έχει πραγματικό αντίκρισμα, ξεχωρίζοντας αυτούς που αρκούνταν σε μεταρρυθμίσεις που θα απάλυναν τις σκληρότερες πλευρές του καπιταλισμού, εγκαθιδρύοντας ένα κράτος δικαίου ( αναδιανομή του πλούτου υπέρ των λαϊκότερων τάξεων, κοινωνικές προσφορές στην παιδεία, υγεία , πρόνοια κλπ) και δεν θα πάλευαν για την ριζική ανατροπή του (ρεφορμιστές) και σε αυτούς που αγωνίζονταν για την ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού (επαναστάτες). Πολλές φορές όμως το δίλημμα αυτό είναι πλαστό γιατί συγχέει την επανάσταση με τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να την πετύχουμε, ταυτίζοντας την με την ένοπλη εκδοχή της ( κατάληψη χειμερινών ανακτόρων) και όχι με τον τελικό στόχο, που είναι η ριζική αλλαγή του κοινωνικού συστήματος του καπιταλισμού με το ριζοσπαστικό – επαναστατικό σχέδιο που οδηγεί στη σοσιαλιστική κοινωνία , μέσα από άλλους δρόμους (δημοκρατικό δρόμος). Ο δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό δεν έχει να κάνει με το «ειρηνικό πέρασμα». Είναι μια διαφορετική αντιμετώπιση της στρατηγικής των εργαζόμενων στρωμάτων, η οποία στηρίζεται επίσης στη σκληρότητα της ταξικής πάλης και προϋποθέτει τις ρήξεις και τις ανατροπές που σταδιακά θα οδηγήσουν στο ποθούμενο αποτέλεσμα . Καθοριστικής σημασίας είναι να εξασφαλίζεται η σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας της κοινωνίας, η ενεργός της συμμετοχή και με μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης ( άμεση Δημοκρατία) , έτσι ώστε να απογειωθεί η έννοια της δημοκρατίας και να πάρει την πραγματική της διάσταση. β) Η Αριστερά είναι από την φύση της επαναστατική, όποια στρατηγική και να ακολουθήσει, γιατί στοχεύει στη ριζική – επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Αριστερά που ενδιαφέρεται μόνο να κάνει μεταρρυθμίσεις για τις μεταρρυθμίσεις, χωρίς να αποσκοπεί στη ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα , παύει να είναι Αριστερά. Φυσικά η στρατηγική του «δημοκρατικού δρόμου» καθόλου δεν αρνείται την ανάγκη μεταρρυθμίσεων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, στα πλαίσια του καπιταλισμού, αντίθετα τις προϋποθέτει. Όμως οι μεταρρυθμίσεις αυτές εντάσσονται στο συνολικότερο σχεδιασμό, το να φέρουν κοντύτερα τον τελικό στόχο, το σοσιαλισμό και όχι απλά να καλυτερέψουν το καπιταλισμό. Επίσης καθόλου δεν αρνείται συμμαχίες, ακόμη και με τμήματα της μικροαστικής και μεσοαστικής τάξης, προκειμένου να χτυπηθεί η εξουσία του κεφαλαίου, να αδυνατίσει σταδιακά και με σκληρούς ταξικούς αγώνες τελικά να πέσει. γ) Με βάση τα παραπάνω φαίνεται ότι η θεώρηση της στρατηγικής κατάληψης της εξουσίας όπως έγινε στην Οκτωβριανή Επανάσταση (κατάληψη χειμερινών ανακτόρων) ως την μόνη επαναστατική, θα συνιστούσε τραγικό λάθος, γιατί θα αφαιρούσε από το εργατικό και αριστερό κίνημα τις καινούργιες δυνατότητες που δίνει η σύγχρονη εποχή, θα αγνοούσε τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί εδώ και 2 αιώνες, όπως η μεταμόρφωση του καπιταλισμού από το παλαιό φορντικό – βιομηχανικό μοντέλο, που προϋποθέτει την παραγωγή προϊόντων, με το σημερινό χρηματοπιστωτικό, που στηρίζεται στην ανταλλαγή άυλου χρήματος, χωρίς παραγωγικές βλέψεις, θα αγνοούσε ακόμα τη συρρίκνωση του προλεταριάτου και της εργατικής τάξης (με τις παλαιές τους έννοιες) , επομένως θα δυσκολευόταν να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι το υποκείμενο της επαναστατικής διαδικασίας. Ακόμα χειρότερα μια τέτοια εκδοχή ( ένοπλη επανάσταση ως η μοναδική επανάσταση ) θα αποδομούσε την ιδέα της επανάστασης , μιας και όλες της οι εκδοχές έχουν σήμερα καταρρεύσει και αντικατασταθεί από τις χειρότερες μορφές του καπιταλισμού, με ακροδεξιές και πολλές φορές ρατσιστικές και φασίζουσες κυβερνήσεις, όπως για παράδειγμα στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, στην πρώην μαοϊκή Κίνα , και σε πολλές από τις χώρες όπου είχαν αναπτυχθεί Εθνικοαπελευθερωτικά και αντιαποικιακά κινήματα. δ) Εμβαθύνοντας τη στρατηγική του «δημοκρατικού δρόμου» , ανοίγονται πολύ καλύτερες προοπτικές για το λαϊκό κίνημα, γιατί αυτή απαιτεί την ενεργό συμμετοχή του λαού σε όλη την πορεία προς τον σοσιαλισμό, δηλαδή πραγματοποιεί τον αρχικό στόχο της κοσμοθεωρίας , όπως διατυπώθηκε από τους εμπνευστές της Μάρξ και Ένγκελς, να αναδειχτεί ο εργαζόμενος λαός σε ηγέτη της επαναστατικής πορεία στο σύνολο του και όχι δια αντιπροσώπων (κόμμα, Κεντρική Επιτροπή, Πολιτικό Γραφείο κλπ). Άλλωστε οι κλασικοί του Μαρξισμού ήταν οι πρώτοι που επέστησαν τη προσοχή, να μην αντιμετωπιστεί η θεωρία που αυτοί διατύπωσαν, σαν ένα κλειστό δόγμα ιδεών αναλλοίωτων στο χρόνο, αλλά σαν μια ζωντανή θεωρία που θα ανανεωνόταν συνεχώς, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν το χώρο, το χρόνο, τις εκάστοτε αντικειμενικές και υποκειμενικές καταστάσεις.

Δ) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ α) Η παράδοση της αστικής δημοκρατίας στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, απότοκος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όπου η συμμετοχή του κόσμου στο πολιτικό γίγνεσθαι , ακόμα με την συμμετοχή του στις εκλογικές διαδικασίες είναι καθοριστική, ανέδειξε αρχικά την ανάγκη να αναζητηθούν και άλλοι δρόμοι για την πορεία προς το σοσιαλισμό, και άλλες στρατηγικές, διαφορετικές από τις μέχρι τότε διατυπωθείσες και υλοποιηθείσες. Η στρατηγική αποτυχία των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εκτροπή τους από το απελευθερωτικό όραμα τους, ενίσχυσαν αυτές τις αναζητήσεις. β) Πρώτος ο Αντόνιο Γκράμσι (Γενικός Γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) διατύπωσε τη θεωρία του «πολέμου θέσεων και όχι πολέμου κινήσεων», όπου έβαλε τα πρώτα σπέρματα της διαφορετικής αυτής αναζήτησης , σε αντιπαράθεση με τον μέχρι τότε μονόδρομο της στρατηγικής «κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων», όπως αναφέραμε ήδη στην αρχή του κείμενου. Μετά τον Γκράμσι και άλλοι διανοούμενοι και πολιτικοί της Αριστεράς συνέβαλαν στην διαμόρφωση της στρατηγικής του «δημοκρατικού δρόμου», έστω και αν μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει κάποιο παράδειγμα υλοποίησης της. Αντίθετα οι 2 μέχρι σήμερα απόπειρες, αυτή της Λαϊκής Ενότητας του Αλλιέντε και ο Ευρωκομουνισμός, για διαφορετικούς λόγους απέτυχαν. γ) Θα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι ο «δημοκρατικός δρόμος» θα είναι μια σκληρότατη πορεία ταξικής πάλης , με πολλές ρήξεις, ανατροπές νίκες και πισωγυρίσματα . Η νικηφόρα πορεία του θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της εργατικής τάξης ( με τη σύγχρονη μορφή της) , των εργαζόμενων, των λαϊκών στρωμάτων, των ανέργων , των επισφαλώς εργαζομένων , των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων που λόγω της υπάρχουσας δομικής κρίσης του καπιταλισμού φτωχοποιούνται, να συνασπιστούν με μια ισότιμη συμμαχία και να αποτελέσουν το μπλοκ των δυνάμεων που θα ηγεμονεύσει στη κοινωνία και θα τη μπολιάσει με την ανάγκη της προοπτικής που θα προτείνει αυτό, σε αντιπαράθεση με την οργάνωση του καπιταλιστικού συστήματος. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο, όπου η εξέγερση της νεολαίας το Δεκέμβρη του 2008, του κινήματος των «αγανακτισμένων» , των σφοδρών ταξικών συγκρούσεων ενάντια στις Πολιτικές των μνημονίων , οδήγησαν στις μεγάλες εκλογικές νίκες της Αριστεράς, με σχηματισμό κυβερνήσεων με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, τόσο στις 25/01/2015 , όσο και στις 20/09/2015, όπως επίσης και στη νίκη του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Ταυτόχρονα είχαμε την οδυνηρή προσγείωση των ελπίδων μας, με την ήττα της 12ης Ιουλίου του 2015, που οδήγησε στον οδυνηρό συμβιβασμό με τους νεοφιλελευθέρους θεσμούς , που στιγμή δεν σταμάτησαν να απεργάζονται την λύση της «Αριστερής Παρένθεσης» , σε συνεργασία με το ντόπιο κατεστημένο και τις αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις που το εκπροσωπούν. Η όποια ήττα , το όποιο πισωγύρισμα δεν θα πρέπει να μας αποθαρρύνει στην προσπάθεια μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η πορεία θα είναι μακρινή και το όποιο πισωγύρισμα να μας οδηγεί στην γρήγορη ανασυγκρότηση , στο να διδασκόμαστε από τα λάθη μας, τα ανασκουμπωνόμαστε και να αντεπιτιθέμεθα. δ) Η προοπτική του «Δημοκρατικού Δρόμου» θέτει σημαντικές τροποποιήσεις στην οργάνωση της κοινωνίας και στην συμπεριφορά του πολιτικού φορέα των εργαζομένων απέναντι της. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτός (ο πολιτικός φορέας) δεν μπορεί να είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης (όπως απαιτούσε η Τριτοδιεθνιστική παράδοση ) και της κοινωνίας. Αντίθετα ο ρόλος του σήμερα είναι να συγκεντρώνει τα επιμέρους αιτήματα των αυτόνομων κινημάτων, που αναπτύσσονται στη κοινωνία, στη βάση συγκεκριμένων αναγκών (περιβαλλοντικό , εργατικό, ειρηνικό, φεμινιστικό, προστασίας των Δημοσίων χώρων κλπ) και να διαμορφώνει μια ενιαία πολιτική πρόταση η οποία αφενός θα προτείνει λύση για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί ο καπιταλισμός καθημερινά, αφετέρου θα διαμορφώνει ένα πολιτικό σχέδιο που θα διατυπώνει μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, μακριά από τους καταναγκασμούς του καπιταλισμού. Σε αυτή την περίπτωση η αυτονομία των μαζικών χώρων αποκτά σημαίνουσα σημασία και η όποια προσπάθεια διατάραξης της (καπέλωμα ) θα πρέπει να είναι πλήρως καταδικαστέα . Πρέπει να επιδιώκεται η συνεχής διαλεκτική σχέση κόμματος – κινημάτων , η αλληλοτροφοδοσία από εμπειρίες και η όποια πολιτική πρόταση να τίθεται στην ετυμηγορία του λαού. Σε αυτή την κατεύθυνση, κεφαλαιώδους σημασίας είναι η ανάπτυξη της άμεσης Δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα (οικονομίας, αυτοδιοίκησης κλπ) , που θα φέρνει τις λαϊκές μάζες κοντύτερα στα κέντρα λήψης των αποφάσεων , θα δυναμώνει τους φορείς οργάνωσης τους ( εργατικά συνδικάτα, λαϊκές επιτροπές γειτονιάς, επιτροπές για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος , επιτροπές συμμετοχικού προϋπολογισμού στους Δήμους, ευρεία χρήση δημοψηφισμάτων κλπ), δίνοντας τους σημαντικές δυνατότητες στη λήψη αποφάσεων, νομοθετικά κατοχυρωμένες . Έτσι οι πολίτες θα μάθουν να συμμετέχουν ενεργά και συνέχεια στη διακυβέρνηση τους και στη λύση των θεμάτων που τους αφορούν θα φύγουν από την νοοτροπία της ανάθεσης που τους θέλει να ψηφίζουν κάθε 4 χρόνια και η ψήφος τους να εκλαμβάνεται σαν «λευκή επιταγή» από τους εκάστοτε κυβερνόντες, οι οποίοι μετά την αναρρίχηση στην εξουσία την χρησιμοποιούν όπως αυτοί νομίζουν και συνήθως αντίθετα από τις προεκλογικές δεσμεύσεις τους . ε) Προς αυτήν την κατεύθυνση σημαντικές είναι οι εμπειρίες που έχουν αποκτηθεί τόσο στο εξωτερικό, όσο και στη χώρα μας. Συγκεκριμένα στην Αργεντινή μετά την οικονομική κατάρρευση των αρχών του 2000 και την εξαθλίωση πλατιών τμημάτων του πληθυσμού, υπήρξαν πολλές εμπειρίες αυτοοργάνωσης των εργαζομένων σε εργοστάσια κυρίως, που ανέλαβαν την αυτοδιαχείρισή τους ξαναλειτουργώντας τα, με αποτέλεσμα να ανθίσει ξανά η παραγωγή προϊόντων και η διάθεσή τους στην αγορά, δίνοντας οικονομική ανάσα και προοπτική σε αυτούς. Αυτό το πείραμα της αυτοδιαχείρισης και της «κοινωνικής οικονομίας», οδήγησε σταδιακά στην οικονομική ανάκαμψη της χώρας και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου του χειμαζόμενου λαού της. Στη χώρα μας ξεχωριστή εμπειρία επιτυχημένου πειράματος αυτοδιαχείρισης αποτελεί η ΒΙΟ.ΜΕ, όπου μετά την κατάρρευση της επιχείρησης και την απομάκρυνση των ιδιοκτητών της, ανέλαβαν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να ξαναλειτουργήσουν το εργοστάσιο και να παράξουν προϊόντα, τα οποία διατιθέμενα στην αγορά (και μέσα από ένα ευρύ δίκτυο αλληλέγγυας οικονομίας ), εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους, με ακόμα καλύτερες προοπτικές για το μέλλον και με τη βοήθεια του θεσμικού παράγοντα, δηλαδή των ευνοϊκών νομοθετικών ρυθμίσεων από πλευράς της κυβέρνησης. Σίγουρα ο τομέας της κοινωνικής, αλληλέγγυας, συνεταιριστικής οικονομίας, που αναπτύχθηκε πολύ στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια της κρίσης, μπορεί και στο μέλλον να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό βραχίονα της οικονομίας, μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, δίνοντας σημαντική οικονομική διέξοδο για ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού. στ) Σήμερα στη βασική αντίθεση Κεφαλαίου – Εργασίας που διαπερνά διαχρονικά το καπιταλιστικό σύστημα, έχει προστεθεί και η ανάγκη υπεράσπισης του περιβάλλοντος και μάλιστα με όρους επιβίωσης της ανθρωπότητας. Όλες οι επιστημονικές μελέτες, αλλά και η πραγματικότητα που βιώνουμε των ακραίων καιρικών φαινομένων, της ανόδου της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη , του λιωσίματος των πάγων των πόλων , της τρύπας το όζοντος, συνηγορούν στο ότι τα παραπάνω φαινόμενα είναι αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων του ανθρώπου που στόχο έχουν τη δημιουργία και ιδιοποίηση του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους , αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και τις εφιαλτικές προοπτικές του, εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Είναι ξεκάθαρο ότι και αυτές οι πολιτικές είναι παρενέργειες του καπιταλιστικού συστήματος που δεν διστάζει να παίζει κορώνα – γράμμα το μέλλον του πλανήτη, προκειμένου να προσπορίσει ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Ασφαλώς η πρόταξη του καθήκοντος υπεράσπισης του περιβάλλοντος και η αλλαγή του τρόπου απόκτησης ενέργειας , με στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η απομάκρυνση από την καύση ορυκτών ( πετρέλαιο , λιγνίτης κλπ) αποτελεί πρωταρχικής σημασίας καθήκον για το ριζοσπαστικό πρόγραμμα. ζ) Ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο επίσης είναι το ζήτημα του Διεθνισμού. Δυστυχώς η προτροπή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου «Προλετάριοι όλων των χωρών, καταπιεζόμενα έθνη και λαοί ενωθείτε», διαστρεβλώθηκε βάναυσα από τον Σταλινισμό, ο οποίος τελικά επέβαλε σαν Διεθνισμό την τυφλή υπακοή των εργατικών και των Κομμουνιστικών Κομμάτων , στις Διεθνείς ανάγκες της Σοβιετικής Ένωσης, που πολλές φορές ερχόταν σε κατάφορη αντίθεση με τις ανάγκες τους, όπως η υποστήριξη συντηρητικών Κυβερνήσεων, ακόμα και φανερά Φασιστικών όπως ήταν η Χούντα του Βιντέλα στην Αργεντινή. Σήμερα η βάση ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος είναι η τεχνολογία της πληροφορίας. Η διαχείριση και ο έλεγχος του παγκόσμιου συστήματος παραγωγής και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ασκείται κατ εξοχήν από τα επιτελεία των πολυεθνικών. Έτσι το παγκοσμιοποιημένο Κεφάλαιο, που δεν γνωρίζει σύνορα, που κινείται ανεξέλεγκτο από κράτη, κυβερνήσεις, λαούς , οικονομικούς καταναγκασμούς, μέσω των εξωτικών – και όχι μόνο- φορολογικών παραδείσων, έχει επιβάλει την κυριαρχία της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή των συμφερόντων του, εις βάρος της πολιτικής. Σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, απαιτείται η πλατιά συμμαχία, δηλαδή ο διεθνισμός, των λαϊκών στρωμάτων, αλλιώς οι προσπάθειες αναχαίτισης του φαντάζει αδύνατη. Έτσι σήμερα η επιστροφή στο καβούκι των Εθνικών Κρατών σαν απάντηση στο Διεθνοποιημένο Κεφάλαιο, η εθνική αναδίπλωση, δείχνει να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αν είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μια παγκόσμια συμμαχία των «από κάτω» , που να αντιπαρατεθεί πλανητικά στο Κεφάλαιο , ίσως μπορούμε να ελπίζουμε στη συμμαχία επί μέρους υποσυνόλων, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κανείς δεν μπορεί να μην βλέπει την πραγματική μορφή της σημερινής Ε.Ε. , σαν μια οντότητα που στόχο έχει να προωθήσει τα συμφέροντα του Χρηματοπιστωτικού Καπιταλισμού, εις βάρος των λαών , με την εμπέδωση του Νεοφιλελευθερισμού στην σκληρότερη εκδοχή του. Ειδικά εμείς οι Έλληνες ( και οι άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης) βιώνουμε με σκληρό τρόπο τις πολιτικές του Διευθυντηρίου των Βρυξελλών. Όπως είναι γνωστό η φτωχοποίηση του Ελληνικού λαού τα χρόνια των μνημονίων , με την απώλεια του 25% του ΑΕΠ της χώρας, με την δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας, με την ανεργία στο 27% του ενεργού πληθυσμού ( ανεργεία των νέων στο 50% – 60%), έχει αγγίξει τα όρια εμπόλεμης χώρας ή τριτοκοσμικής. Είναι δε τόση η βουλιμία και ο κυνισμός των Κυρίαρχων τάξεων, που ούτε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που είχε εξαγγείλει ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν τον αφήνουν να υλοποιήσει και ας μην είναι τίποτα άλλο παρά αστικός εκσυγχρονισμός με Κευνσιανές δόσεις. Όμως τα παραπάνω σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να μας αποπροσανατολίζουν από τον στόχο μας , που είναι η αλλαγή αυτής της κατάστασης η Δημοκρατική αλλαγή της Ευρώπης, είτε στο σύνολο της είτε σε μέρος της πχ Νότια Ευρώπη και η μετατροπή της σε Ευρώπη των λαών και του Σοσιαλισμού. Οι όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουμε δεν θα πρέπει να μας εκτρέψουν από αυτή την προοπτική και την αναδίπλωση σε Εθνικό «ανασκούμπωμα». Άλλωστε εάν εμείς επιδιώκουμε την ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα και την εμπέδωση του Σοσιαλισμού παγκοσμίως , πώς αρνούμαστε να παλέψουμε να γίνει αυτό πραγματικότητα σε ένα μικρό υποσύνολο της ανθρωπότητας όπως είναι η Ευρώπη; στ) Στον επίλογο του κειμένου θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε τα εξής. Το 1989 με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» , το σύνολο των αστών , αλλά και πολλοί Αριστεροί έσπευσαν να διατυπώσουν την θεωρία του «τέλους των ιδεολογιών» δηλαδή το τέλος της προοδευτικής ιδεολογίας. Για πολλά χρόνια επαναλάμβαναν τη θέση ότι ο Καπιταλισμός είναι η τελική μοίρα της ανθρωπότητας, ο τελικός προορισμός της, που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και αλλαγών. Αυτή η ιδεολογία αποτέλεσε την θρυαλλίδα της αντεπανάστασης , δηλαδή της επέλασης του Νεοφιλελευθερισμού, της πιο βάρβαρης εκδοχής του Καπιταλισμού, που έχει οδηγήσει στην φτωχοποίηση ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού, που διεξάγει πολέμους σε πολλές χώρες του πλανήτη, με στόχο κύρια τον έλεγχο των πλουτο-παραγωγικών πηγών τους, οδηγώντας στη μετανάστευση στρατιές ανθρώπων, που φεύγουν έντρομοι από τις εστίες τους, για να γλιτώσουν από την πείνα και το θάνατο. Και το χειρότερο από όλα είναι πως οδηγεί στην συντηρητικοποίηση των κοινωνιών του προηγμένου κόσμου, όπου το φίδι του ρατσισμού και του φασισμού σηκώνει ξανά κεφάλι. Η καρδιά της πολιτικής του νεοφιλελευθερισμού είναι η καρδιά της καπιταλιστικής λογικής, δηλαδή όλο και περισσότερα κέρδη για το κεφάλαιο, όχι μόνο από την υπεραξία της εργασίας, αλλά και από την ιδιοποίηση του δημόσιου πλούτου, με κρατική βοήθεια. Επιπλέον είναι γνωστό ότι σήμερα η συγκέντρωση του πλούτου σε ελάχιστους ανθρώπους, είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά( οι 250 πιο πλούσιες οικογένειες του πλανήτη συγκεντρώνουν πλούτο ίσο με αυτόν που παράγει η μισή ανθρωπότητα, δηλαδή 3.5 δισεκατομμύρια άνθρωποι). Αυτό αποτελεί την τρανότερη επιβεβαίωση του Μαρξισμού, δηλαδή της μαζικής βάσης της εργασίας και της ελάχιστης μειοψηφίας του Κεφαλαίου. Και τι κάνουν αυτόν τον πλούτο; ένα σημαντικό μέρος του το αποσύρουν σε φορολογικούς παραδείσους. Μία από τις χαρακτηριστικές ιστορίες είναι αυτή που αποκαλύφτηκε τελευταία με τα Πάναμα Πέιπερς, διότι το κεφάλαιο όταν δεν έχει το ποσοστό κερδοφορίας που θέλει, γίνεται αργούν Κεφάλαιο προσωρινά, μέχρι να διασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες γι αυτά που νοεί το ίδιο ως ικανοποιητικό ποσοστό κερδοφορίας. Και σα να μη φθάνουν αυτά (και άλλα που εδώ δεν αναφέρουμε), δύο τεράστιες αγορές Η.Π.Α. και Ε.Ε. προετοιμάζουν με μυστικές διαβουλεύσεις την TTIP ( Διατλαντική Συμφωνία Συνεργασίας Εμπορίου και Επενδύσεων), με σκοπό την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου. Η συμφωνία αυτή υπονομεύει πλήρως την εθνική κυριαρχία των κρατών, αφού με την επικύρωσή της, όλα τα νομοσχέδια, πριν καν κατατεθούν προς συζήτηση στα κοινοβούλια των κρατών μελών, θα περνούν από ενδελεχή έλεγχο, μην τυχόν και περιέχουν διατάξεις που θα επηρεάζουν τις εμπορικές σχέσεις και το επενδυτικό πλαίσιο.
Επιπλέον δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να μηνύουν τις κυβερνήσεις σχετικά με πολιτικές αποφάσεις, που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντά τους. Οι αγωγές αυτές θα εξετάζονται μυστικά από ειδικά εταιρικά δικαστήρια, τα οποία θα αποζημιώνουν τις επιχειρήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας συμφωνίας για τη δημοκρατία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την κοινωνική πολιτική, την ασφάλεια των τροφίμων, το περιβάλλον, τα δικαιώματα των εργαζομένων, τις ατομικές ελευθερίες και μια σειρά άλλα ζητήματα, θα είναι άμεσες και μη αναστρέψιμες. Γι αυτό το λόγο είναι επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας και στη χώρα μας, ενός ισχυρού κινήματος, για την αποτροπή της υπογραφής της. Είναι φανερό ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι για πολύ. Και είναι ακόμα πιο φανερό ότι η πρόβλεψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Καθήκον όλων των Αριστερών ανθρώπων είναι να επιβεβαιωθεί το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης της Ρόζας, ο σοσιαλισμός, σαν το μοναδικό αντίδοτο στις αντιφάσεις που ζούμε σήμερα. Αυτό προϋποθέτει την στράτευση όλων μας για να πετύχουμε τον στόχο μας, για να διανύσουμε όλη την πορεία μέχρι των τελικό μας στόχο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διαλεκτική σύνδεση οράματος – στρατηγικής – τακτικής σε ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές, όπου ο σοσιαλισμός γίνεται στόχος από σήμερα, οικοδομείται καθημερινά στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, στην ανάδειξη της αναγκαιότητας της συλλογικής δράσης, στην αποπομπή της ατομικής λύσης των προβλημάτων στο επίπεδο των μικρών και μεγάλων αγώνων, στην αναγκαιότητα της υλοποίησης του. Έτσι θα διαπαιδαγωγηθούμε όλοι μας στην ανάγκη της καθημερινής παρέμβασης και πάλης, θα μάθουμε να αυτοδιοικούμαστε και όχι να αναθέτουμε εν λευκώ την διακυβέρνηση μας σε άλλους, όσο καλή πρόθεση και αν έχουν αυτοί. Η εμπειρία του παρελθόντος μας δίδαξε ότι οι καλύτερες προθέσεις οδήγησαν σε τεράστιες αποτυχίες , γι αυτό μόνο εάν ο εργαζόμενος λαός αναλάβει τις τύχες του σ τα χέρια του και όχι δια αντιπροσώπων, θα οδηγηθεί στην δικαίωση του. Το μη εκμεταλλευτικό σύστημα του μέλλοντος θα εδράζεται σε μία εξελισσόμενη και διευρυνόμενη Δημοκρατία, που θα βασίζεται και θα διαπαιδαγωγεί ενεργούς και υπεύθυνους πολίτες. Έτσι θα μάθουμε να οικοδομούμε το σοσιαλισμό από σήμερα και όχι να περιμένουμε τη «Δευτέρα Παρουσία», όπου ξαφνικά ο λαός θα φωτιστεί και θα πριμοδοτήσει το σχέδιο μας , όπως προκρίνουν οι δυνάμεις της δογματικής Αριστεράς. Επειδή ο «Δημοκρατικός Δρόμος για τον Σοσιαλισμό» είναι μια μακριά πορεία, θα πρέπει συνέχεια να ακροβατούμε μεταξύ καθημερινότητας και οράματος. Αν παρεκκλίνουμε προς την καθημερινότητα θα αφομοιωθούμε από το σύστημα. Εάν παρεκκλίνουμε προς το όραμα και υποβαθμίσουμε την καθημερινότητα αργά ή γρήγορα θα απομονωθούμε από τις μάζες και θα καταντήσουμε «γκρουπούσκουλα». Η ανάπτυξη της Δημοκρατίας μέσα στο Κόμμα, της αμφίδρομης σχέσης βάσης – ηγεσίας , η επιτυχία εν τέλει του διακηρυγμένου στόχου μας να γίνουμε το Κόμμα των μελών μας, θα είναι η εγγύηση για την ορθή πορεία μας. Φυσικά η Δημοκρατία τόσο στην Κοινωνία όσο και μέσα στο Κόμμα, θα τίθεται υπό συνεχή δοκιμασία, γι αυτό πρέπει να σχηματίσουμε τις απαραίτητες δομές για να την διασφαλίσουμε. Σαν υστερόγραφο πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εν όψει του Συνεδρίου του, θα πρέπει να εντάξει στον προβληματισμό του όλη την παραπάνω συλλογιστική που εκτέθηκε στο κείμενο γιατί είναι Κεφαλαιώδους σημασίας για την πορεία του.

 

 

 

ΤΗΣ Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ

Μια αριστερή, προοδευτική πολιτική σε μια ακραία συντηρητική Ευρώπη

Οδεύοντας προς το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και έχοντας πια ως δεδομένη την παρουσία του κόμματος στη κυβερνητική εξουσία εδώ και 20 περίπου μήνες, ας επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε με αφορμή το προσφυγικό και την εμπειρία μας από τη Λέσβο, τα περιθώρια άσκησης αριστερής, προοδευτικής πολιτικής σε συνθήκες ακραίας συντηρητικής αναδίπλωσης στην Ευρώπη.

Αρχικά, πρέπει να πούμε, πως δίκαια η Λέσβος χαρακτηρίστηκε το νησί της αλληλεγγύης. Επανειλημμένα η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός σε ομιλίες του σε διεθνή φόρα, αναφέρθηκαν στα παραδείγματα της ανιδιοτελούς προσφοράς των κατοίκων του νησιού, αλλά και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του προσφυγικού, παρά τις αρχικές τεράστιες δυσκολίες. Και είναι γεγονός ότι αυτή η στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των κατοίκων, απομόνωσε έγκαιρα τις όποιες ακραίες φωνές ρατσισμού και ξενοφοβίας.

 

Η Λέσβος δείχνει το δρόμο

Ήταν, άραγε, τούτη η συμπεριφορά των κατοίκων του νησιού δεδομένη εκ των πραγμάτων; Γιατί, για παράδειγμα, στη γειτονική Κω τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη σχέση που διαχρονικά αναπτύχθηκε στο νησί, ανάμεσα στο κίνημα της αλληλεγγύης και στη κοινωνία. Δεν προκύπτει φυσικά, ούτε από το DNA των κατοίκων του, ούτε από κάποια φωτισμένη κυβερνητική πολιτική. Χτίστηκε μέσα από τεράστιες δυσκολίες βήμα – βήμα για πολλά χρόνια, στην αρχή ως ένα μειοψηφικό ρεύμα μερικών ακτιβιστών, στο οποίο πρωτοστάτησαν μεταξύ άλλων και μέλη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα ρεύμα που έγινε πλειοψηφικό τη στιγμή της προσφυγικής κρίσης, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2015, τη στιγμή που η κυβέρνηση αδρανούσε, όταν μπήκε στη πρώτη γραμμή της μάχης στήνοντας δομές, μεταφέροντας ανθρώπους που περπατούσαν χιλιόμετρα, ανατρέποντας στη πράξη απάνθρωπα νομοθετήματα.

Σε συνθήκες ακραίας συντηρητικής αναδίπλωσης στην Ευρώπη, σε συνθήκες όπου τα ευρωπαϊκά σύνορα κλείνουν για τους πρόσφυγες, σε συνθήκες εκλογικής επέλασης ακροδεξιών κομμάτων και αντιλήψεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνθήκες όπου υπογράφηκε και υλοποιείται μια επώδυνη και πολύ δύσκολη για τους πρόσφυγες συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας, στη Λέσβο μπορεί να πει κανείς πως η τοπική κοινωνία έδειξε το δρόμο. Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε το προσφυγικό στο νησί δείχνει ότι είναι απόλυτα ρεαλιστικό να χτιστούν συμμαχίες από τα κάτω, ότι φορείς, όπως ο Δήμος, μπορεί να είναι καταλύτες στην άσκηση πολιτικής, πως μπορεί παρά το εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον να έχει αποτελέσματα μια προοδευτική ριζοσπαστική πολιτική, με τη κυβέρνηση ένα απλό εργαλείο και όχι τον κεντρικό φορέα άσκησης της.

 
Κίνδυνος οπισθοχώρησης

Σήμερα, ένα χρόνο μετά, φαίνεται πως το προσφυγικό ζήτημα στη Λέσβο βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Το ένα βήμα μπρος, που έγινε πέρυσι, κινδυνεύει να γίνει πολλά βήματα πίσω, αν η κυβέρνηση συνεχίσει να επιδεικνύει αυτή την αδικαιολόγητη αδράνεια. Ζητήματα που χρονίζουν και δημιουργούν πληγές, όπως η αξιοποίηση των χρηματοδοτήσεων για το προσφυγικό από την πολιτεία και όχι από τις ΜΚΟ, η απομάκρυνση των ασυνόδευτων ανήλικων από το κέντρο κράτησης της Μόριας και η ένταξη τους σε δομές, δεν μπορούν να καθυστερούν άλλο. Η κοινωνία, ειδικά τα τμήματα της που σήκωσαν πέρυσι το πιο μεγάλο φορτίο της αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, δείχνει σημάδια «κόπωσης». Φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού κάνουν όλο και πιο ανοιχτά την εμφάνιση τους στα χωριά του νησιού, με διαδηλώσεις «αγανακτισμένων» πολιτών που δεν θέλουν πρόσφυγες στο τόπο τους. Στελέχη της ΝΔ μιλούν ανοιχτά για φόβους δήθεν «ισλαμοποίησης» του νησιού, καλώντας τους πολίτες σε δράση.

Ό,τι κερδήθηκε, κινδυνεύει να χαθεί, αν δεν δράσουμε άμεσα. Η τοπική κοινωνία πρέπει και πάλι να σηκωθεί όρθια και να ξαναπεί ένα μεγάλο όχι στο ρατσισμό και τη ξενοφοβία. Αλλά και η κυβέρνηση οφείλει να δει το θέμα με σοβαρότητα και άμεσα να πάρει πρωτοβουλίες. Οι διαμάχες στελεχών της δεν αφορούν την τοπική κοινωνία, μάλλον θα λέγαμε ότι την εκνευρίζουν. Τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, πρέπει ανοιχτά και με θάρρος να βγουν μπροστά σε αυτή τη μάχη, όπως έκαναν πάντα μέχρι τώρα.

Η αριστερή, προοδευτική πολιτική σε αυτές συνθήκες πρέπει να επιβεβαιώνεται καθημερινά στη κοινωνία. Και αυτό πρέπει να είναι το πρόταγμα μπροστά στο 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.

 
* Ο Δημήτρης Μάντζαρης είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ – Νομαρχιακής Επιτροπής Λέσβου

Στην καθομιλουμένη….

Πολλοί και διάφοροι ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι πιο πολλοί για να πάρουν πίσω τα χαμένα. Έτσι συμβαίνει συνήθως.

Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί εξαρχής, υπό την ανάγκη της αποκατάστασης των ονείρων και του δίκιου, ότι όλα περικλείουν αυταπάτες, λάθη, υποτίμηση του αντίπαλου, υπερτίμηση του αλάθητου, παρερμηνεία των εγχειριδίων. Καμιά φορά περικλείουν και «φάπες». Χωρίς να αναιρούν όμως την ανάγκη.

Υπό τον κίνδυνο της υπερβολής, νομίζω ότι ζούμε ιστορικές στιγμές αναδιάταξης οικονομικής, πολιτικής, γεωπολιτικής. Όλα τα δηλωμένα και αδήλωτα γεγονότα, όχι μόνο το Brexit και το προσφυγικό, σ’ αυτά τα συμπεράσματα οδηγούν. Διανύουμε μια περίοδο στην οποία συμπυκνώνονται με ραγδαίο τρόπο οι σύγχρονες αντιφάσεις της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού.

Άλλωστε, από αυτές τις αντιφάσεις – αντιθέσεις επέρχονται οι εξελίξεις άλλοτε μπροστά και άλλοτε πίσω. Ή και πιο πίσω. Όχι πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπερνά τις κρίσεις του, αλλά φαίνεται πια πως κάτι άλλο συμβαίνει.

Σε τέτοιες ακριβώς συνθήκες, με 320 δισ. χρέος, θα ήμασταν άραγε ανεξάρτητοι; Θα είχαμε την όποια κυριαρχία; Έστω χωρίς Μνημόνια. Έστω με μονομερές κούρεμα.

Τι θα σήμαινε αυτό με έναν επιπλέον αποκλεισμό από τους πιστωτές (το συνηθίζουν, ως γνωστόν), που έτσι κι αλλιώς θα παρέμεναν καπιταλιστές, πανίσχυροι και «πειραματιστές επί των απείθαρχων»;

Ποιος θα τοποθετούσε τότε τα κεφάλαια για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε μια χρεωμένη μέχρι τα μπούνια, αποδιαρθρωμένη, με κατεστραμμένη παραγωγική βάση χώρα και με ποια αντίδωρα;

Ποιες παραγωγικές σχέσεις να ρυθμίσεις σε μια τέτοια βάση; Ποιοι θα ήταν οι τότε μισθοί; Και οι συντάξεις;

Κι όμως, άλλοι συγκροτημένα αναμασούν το δίκιο τής εργατικής τάξης, λες και δεν το ξέρουμε, και οι λοιποί, λες και ιστορικά δικαιώθηκαν, κλείνουν εκλογικά το μάτι στο κατάπτυστο αστικό σύστημα.

Συμβιβαστήκαμε, λοιπόν. Στεγνά και χωρίς περικοκλάδες. Μόνο που ο συνειδητός συμβιβασμός σε έναντι ισχυρότερων αντιπάλων δεν είναι ήττα. Αρκεί να ξέρουμε ότι είναι συμβιβασμός και να μη μας καταπιεί το «βαθύ λαρύγγι».

Τώρα σωστά παρατηρούμε το κάδρο και σχετικά σωστά διορθώνουμε τις κλίσεις του. Δεν έχουμε ακόμη τις δυνατότητες, αντικειμενικά και υποκειμενικά, να δούμε την εικόνα, να εμβαθύνουμε στις αποχρώσεις της. Γνώση, δυνάμεις, συσχετισμούς, συμμάχους. Όλα πρέπει να τα δημιουργήσουμε από την αρχή. Κάτι καταφέρνουμε κι αν πάρουμε υπόψη τις δυνάμεις μας, είναι πολύ περισσότερα. Εντός και εκτός. Με όπλο μόνο τη θέληση και τις αξίες μας.

Τώρα πρέπει λοιπόν να μάθουμε τα υπόλοιπα και να μπορέσουμε. Τώρα. Αύριο το πρωί. Με την αλήθεια σύμμαχο και τη ζωή απόδειξη.

Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή να ακούμε, να μαθαίνουμε και να λύνουμε ένα μικρό ή μεγάλο πρόβλημα στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης και του προγράμματός μας.

Εκεί που οι αντίπαλοι προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν μπορούμε και δεν ξέρουμε, εμείς να σχεδιάσουμε το δυνατό και το αδιανόητο, να μαθαίνουμε, να αλλάζουμε δομές, πρόσωπα, συνειδήσεις. Και ό,τι δεν γνωρίζουμε να το «δανειζόμαστε».

Μακριά από παγίδες και συμφέροντα που μας περικυκλώνουν. Αυτά που, ξέροντας καλά, τώρα μυρίζονται σταθεροποίηση και παριστάνουν τους φίλους και συγγενείς.

Να διαλύσουμε τα ανεξάρτητα κρατίδια στο κόμμα και στα υπουργεία. Να παρέμβουμε στο κράτος και στις δομές του με έξυπνο, δημιουργικό, αποφασιστικό όμως τρόπο.

Να μάθουμε να επιλύουμε τις μερικές αντιθέσεις σε όφελος των πιο αδικημένων. Τις μερικές. Καθ’ όσον, ως γνωστόν, καπιταλισμό έχουμε. Και Μνημόνιο.

Δεν γνωρίζουμε ίσως ποιος ακριβώς θα είναι ο σοσιαλισμός μας. Όλα τα ιστορικά ή σημερινά αυτοαναφορικά υποδείγματα απέτυχαν ή τείνουν να ηττηθούν.

Ας πούμε λοιπόν ότι τα πρώτα μας βήματα είναι η σωτηρία των ηττημένων ανθρώπων, η βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων και ανέργων, η Δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, η ελευθερία, και τα δικαιώματα και στη διαδρομή θα βρούμε το ποιος είναι αυτός ο μπαγάσας ο σοσιαλισμός με ελευθερία και Δημοκρατία.

Έχουμε τη βάση. Ένα μικρό, παράξενο, αλλά ανθεκτικό κόμμα. Θα μεγαλώσει στην πορεία, αρκεί οι συλλογικές του αξίες και τα κατατεθειμένα οράματα να προσγειώνουν τον κυβερνητικό ρεαλισμό.

Αρκεί η κίνηση των μελών και των ιδεών να πηγαίνει στην ίδια κατεύθυνση, ασχέτως καταστατικών ρυθμίσεων. Αρκεί να αποφύγει τους «τοκιστές και σουλατσαδόρους». Έτσι κι αλλιώς, η ζωή των πολλών αρχίζει απ’ την αρχή. Και η δική μας. Και των παιδιών μας. Και είναι πολύ περίεργη η ζωή.

 * Ο Θανάσης Δημάκης είναι μέλος της Οργάνωσης Μελών Πεντέλης – Μελισσίων

 

Μπορεί η Αριστερά;

Για όσους έχουμε από χρόνια, επιλογή ζωής, την “επικράτεια της Αριστεράς”, η απάντηση θεωρείται δεδομένη.

Επειδή όμως είμαστε ακόμα λίγοι, πρέπει να τεκμηριώσουμε την απάντησή μας σε όσους το θέτουν και είναι πολλοί, σε κάθε δυσκολία, της πρώτης φοράς διακυβέρνησής της.

Καταρχήν οφείλουμε να κατανοήσουμε εμείς τις δυσκολίες, όχι για στρεψόδικες απαντήσεις, αλλά για “συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης” όπως έλεγαν οι προπάτορές μας.

Αυτό που επιχειρούμε είναι περίπου ο τετραγωνισμός του κύκλου. Μνημόνια νεοφιλελεύθερων δεσμεύσεων και δημιουργία στοιχειώδους κοινωνικού κράτους, με ανακατανομή των βαρών υπέρ των αδυνάτων. Υφεσιακή ευρωπαϊκή πολιτική και ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης με δίκαιη ανάπτυξη.

Ένα είναι σίγουρο ότι το πρόβλημα δεν επιλύεται με την κλασική “Ευκλείδιο γεωμετρία” απαιτούνται πολυδιάστατες προσεγγίσεις και παραδοχές.

Η διάψευση των αυταπατών μας, ας μην γίνεται τροχοπέδη στις σκέψεις και στις δράσεις μας.

Ας ζήσουμε την ιστορική μας στιγμή, προσπαθώντας να πετύχουμε αυτό που θέλουμε, χωρίς όμως να οικτίρουμε αυτό που μπορούμε. Βελτιώνοντας διαρκώς τον εαυτό μας και συνεχίζοντας να αγωνιζόμαστε με επιμονή και υπομονή για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής της χειμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας. Και μπορέσαμε πολλά για τη συγκυρία. Ας ξαναδιαβάσουμε την ομιλία του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, τις ανακοινώσεις και τα προγράμματα των υπουργείων στην Υγεία, την πρόνοια, την Παιδεία, την εργασία. Τις σημαντικές βελτιώσεις υπέρ του Δημοσίου, σε ειλημμένες αποφάσεις, σε περιβάλλον και δημόσια έργα.

Κατανοώντας μέρα τη μέρα τον μεγάλο άγνωστο, την ελληνική κοινωνία, τους προβληματικούς θεσμούς, τις αντιφάσεις, τις δυνατότητες και τις αγκυλώσεις της. Όχι απλώς για να την εξηγήσουμε, αλλά για να την αλλάξουμε.

Συγκρουόμενοι με παγιωμένες κοινωνικές συμπεριφορές, συμφέροντα, μικρά και μεγάλα, προχωρώντας ένα βήμα εμπρός και όπου απαιτείται δύο βήματα πίσω, κερδίζοντας βήμα – βήμα, αναγκαίο ζωτικό χώρο και χρόνο για να ξαναστήσουμε την κοινωνία στα πόδια της.

Οφείλουμε να συνεχίσουμε την προσπάθεια, να οικοδομήσουμε, εδώ στη “ρωγμή του χρόνου”, ένα μίνιμουμ κοινωνικό κράτος στο μέτρο του οικονομικά δυνατού.

Επιδιώκοντας παράλληλα, την παραγωγική ανασυγκρότηση, ακροβατώντας στα όρια των Μνημονίων και των εγγενών παθογενειών του πολιτικοδιοικητικού συστήματος. Απαιτούνται άμεσα, ολοκληρωμένα περιφερειακά αναπτυξιακά σχέδια, αξιοποιώντας τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, δημιουργώντας, σύστημα περιφερειακών και τοπικών δεικτών αξιολόγησης.

Για να διαχειριστούμε τη μοναδικότητα, του γεωγραφικού ανάγλυφου της χώρας και του υπερσυγκεντρωτισμού, πληθυσμού και παραγωγικών δραστηριοτήτων σε δύο μητροπολιτικές περιοχές. Η χώρα δεν μπορεί να προγραμματίζεται και να αξιολογείται με βάση εθνικούς ή περιφερειακούς μέσους όρους.

Ας προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε ένα κόμμα – παράταξη της Αριστεράς, όπως η προδικτατορική ΕΔΑ, παρά τις μέχρι σήμερα εμπειρίες.

Παραμένοντας σταθερά ανοιχτοί, παρά τις σκαιές επιθέσεις που δεχόμαστε, σε συνεργασίες χωρίς όμως οργανωτικές διαπραγματεύσεις τακτοποίησης στελεχών και παραχωρήσεις σε ιδεολογικό, πολιτικό επίπεδο. Το υβρίδιο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε τα όριά του σε αυτά τα ζητήματα.

Ας κρατήσουμε από τον πρόγονο ΣΥΝ, την ορθή θεωρητικά επιλογή, της αναγκαιότητας υπέρβασης, του ιστορικού σχίσματος κομμουνιστών – σοσιαλδημοκρατών, με σταθερό ευρωπαϊκό προσανα-τολισμό και οικολογική εγρήγορση.

Και από το υβρίδιο ΣΥΡΙΖΑ, την υπέρβαση της καχυποψίας της ιστορικής Αριστεράς απέναντι στα κινήματα και την προσπάθεια συγκατοίκησης σε ένα φορέα της όλης Αριστεράς.

Κατανοώντας τον παλιρροϊκό χαρακτήρα των κινημάτων για να μην πάμε στα βράχια λόγω αριστερού βολονταρισμού, ούτε να προσαράξουμε στα αβαθή, λόγω προσαρμογής στην τεχνο-κρατικό κυβερνητισμό.

Οργανωτικά. Απαιτείται ουσιαστική πολιτική συζήτηση στις οργανώσεις, επί συγκεκριμένων ζητημάτων που απασχολούν τον χώρο ευθύνης τους. Άνοιγμα στους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, συνδιαμόρφωση προτάσεων και ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων πάνω στα προβλήματα.

Απαίτηση των καιρών είναι η δημιουργία μιας σοβαρής «σχολής» κομματικών στελεχών και η αντιστοίχιση της κομματικής δομής στα διοικητικά – αναπτυξιακά επίπεδα του κράτους.

Κυβερνητικό έργο. Προτεραιότητα, η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του κράτους, του μεγάλου ασθενούς, καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και περιφερειοποίηση των πολιτικών. Χωρίς αποκέντρωση με ισχυρή αυτοδιοίκηση και ουσιαστικό κοινωνικό έλεγχο, κάθε προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης θα αναπαράγει το υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο που βιώνουμε, το σημερινό πελατειακό, γραφειοκρατικό μόρφωμα.

Πρωταρχική αξία της Αριστεράς είναι η υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και η αναβάθμιση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών, με στόχο την καθολικότητα τους.

Ο κίνδυνος ιδιωτικοποίησης του δημόσιου τομέα, υλοποιείται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατεδάφισής του. Δυστυχώς όμως, πραγματοποιείται και μία ιδιότυπη ιδιωτικοποίηση από μερίδα εργαζομένων, που συμπεριφέρονται ως ιδιώτες και όχι ως λειτουργοί. Τους απασχολεί μόνο η «βολή» τους, αδιαφορούν για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών, ταλαιπωρώντας πολλές φορές χωρίς λόγο, έναν κοινωνικά εξουθενωμένο πολίτη. Η ανάγκη αλλαγής αυτών των συμπεριφορών απαιτεί συγκρούσεις και το ξεπέρασμα της αντίληψης του πολιτικού κόστους.

Ας μην αφήσουμε να χαθεί η ιστορική μας ευκαιρία, χαμένοι σε μεταφράσεις και εμμονές που μας διχάζουν. Χρειάζεται να παραμείνουμε «στο τιμόνι τώρα που η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει». Το μπορούμε.

 
* Ο Δημήτρης Μπίρμπας είναι δήμαρχος Αιγάλεω

   

Ρήξεις με συμβιβασμούς, όχι υποταγή

Μπροστά στο 2ο Συνέδριο του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, μετά την, πανευρωπαϊκής σημασίας, εκλογική νίκη, την εμπειρία μιας 19μηνης διακυβέρνησης, στις πιο αντίξοες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και σε περιβάλλον ακραίων αρνητικών συσχετισμών, τα θέματα που πρέπει να επεξεργαστούμε είναι τεράστια και με αυξημένες δυσκολίες.

Αρχικά, πρέπει να εκτιμήσουμε πως ο «ακρωτηριασμός» του κόμματος –όσο κι αν δεν καταγράφεται σε μέγεθος, αποτελεί ένα βαθύ τραύμα– συνεχίζει να επηρεάζει τη λειτουργία και την αυτοπεποίθηση των οργανώσεων και φαίνεται σε διάφορα μετρήσιμα και ποιοτικά στοιχεία. Δεν χωράει αμφιβολία ότι την εξέλιξη αυτή πρέπει να τη λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, στον τρόπο που θα αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα της οργάνωσης και λειτουργίας του κόμματος, προκειμένου να ξεπεράσουμε εποικοδομητικά αυτή την παράμετρο. Ταυτόχρονα, να σταματήσουμε να δημιουργούμε πρόσθετες δυσκολίες ενόψει του συνεδρίου, με αντισυσπειρώσεις ή οργανωμένες παρεμβάσεις, που φτάνουν στο σημείο να ξορκίζουν, ακόμη και τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της δικής μας αριστεράς, όπως τα ιδεολογικό-πολιτικά ρεύματα που συγκροτούν τάσεις εντός του κόμματος.

Η ενότητα των θέσεων, που τέθηκαν σε συζήτηση στις οργανώσεις του κόμματος, αποτελούν μια πολύ σοβαρή προσπάθεια, μέσα από την οποία καλούμαστε με συλλογικότητα και επάρκεια, να απαντήσουμε στα μεγάλα ζητούμενα, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο, τη μέθοδο και την ιεράρχηση τους, προκειμένου να συνεχίσει ο ΣΥΡΙΖΑ να εκφράζει την ελπίδα των λαϊκών στρωμάτων, των εργαζομένων, των συνταξιούχων και γενικότερα σήμερα, όλων των θυμάτων της κρίσης.

Αυτές οι θέσεις, με βάση και τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από τη διακυβέρνηση της χώρας από την Αριστερά, θέτουν επί τάπητος τον επαναπροσδιορισμό του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο θα του επιτρέψει να προωθήσει αποτελεσματικότερα την πολιτική του.

Τράπεζες και αριστερή πολιτική

Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων απαιτούν να τεθεί ουσιαστικότερα από κάθε άλλη φορά το θέμα του ρόλου των τραπεζών στην υλοποίηση μιας αριστερής πολιτικής.

Η επιμονή μου για την παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της επί τριάντα χρόνια παρακολούθησης της πορείας των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των συνεχών μελετών και εκθέσεων μας για το ρόλο τους στην οικονομία, την ανάπτυξη και τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία.

Ουδείς πλέον μπορεί να υποστηρίξει ότι μια κυβέρνηση θα καταφέρει να ασκήσει, με τις σημερινές συνθήκες, τη δική της οικονομική πολιτική, έχοντας απολέσει πλήρως τον έλεγχο των τραπεζών.

Επισημάναμε και καταγράφεται στις θέσεις του κόμματος, ότι το βασικό όπλο που χρησιμοποίησαν οι δανειστές για την άσκηση πίεσης στις δύσκολες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Αριστεράς, ήταν η ελεγχόμενη πιστωτική ασφυξία, η απειλή κουρέματος των καταθέσεων, η δημιουργία φυγής κεφαλαίων κλπ.

Τις τελευταίες εβδομάδες βρίσκεται σε εξέλιξη και μάλιστα με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο, η ανελαστική επιβολή ελέγχου της διακυβέρνησης των τραπεζών από τους δανειστές, οι οποίοι επιχειρούν να καθορίσουν τόσο τα μέλη των διοικήσεων, όσο και το πλαίσιο λειτουργίας τους, με τέτοιο τρόπο που δεν αφήνει κανένα περιθώριο ερμηνείας για τις προθέσεις τους.

Μ’ αυτά τα δεδομένα και ενόψει του Συνεδρίου, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να επανεκτιμήσουμε τη βαρύτητα της παρέμβασης που οφείλουμε να δώσουμε στον επανασχεδιασμό της πολιτικής μας σ’ αυτόν το τομέα. Αν και το περίγραμμα που αναφέρεται στις προσυνεδριακές θέσεις μας, αποτελεί ένα ικανοποιητικό πλαίσιο της πολιτικής που επιδιώκουμε να υλοποιήσουμε σ’ αυτόν τον τομέα, είναι προφανές ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής στις τράπεζες έχει μέχρι σήμερα αποτύχει παταγωδώς. Εκ του αποτελέσματος, λοιπόν, διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός τεράστιου κενού στην ασκούμενη πολιτική της κυβέρνησης στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες και με βάση την υπάρχουσα εμπειρία, τρία είναι τα επίπεδα που απαιτούν άμεσο επανακαθορισμό της παρέμβασής μας.

Επανακαθορισμός

Α) Ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να λειτουργήσουν οι τράπεζες, με τον αναγκαίο εννοείται συμβιβασμό (και όχι υποταγή) και με κανόνες που απορρέουν από τις δεσμεύσεις που έχουν επιβληθεί μετά την ένταξη των συστημικών τραπεζών υπό την εποπτεία του ESM.

Β) Η κυβέρνηση πρέπει να επιβάλει τόσο τις διαδικασίες, το πλαίσιο και τις προτεραιότητες για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος από τα φαινόμενα ευνοιοκρατίας και διαπλοκής, όσο και τους εσωτερικούς κανόνες για την υιοθέτηση οικονομικής πολιτικής με γνώμονα την χρηματοδότηση της ανάπτυξης και την διαχείριση των κόκκινων δανείων. Εννοείται ότι οι κινήσεις αυτές θα εντάσσονται στα πλαίσια υλοποίησης των κανόνων και υποχρεώσεων που έχουν διαμορφωθεί από το συμφωνημένο κώδικα δεοντολογίας κλπ.

Γ) Στην προσπάθεια της να προωθήσει την πολιτική της για την ανάπτυξη, η κυβέρνηση θα πρέπει να επιμείνει στην αξιοποίηση τόσο της σχέσης των τραπεζών με την οικονομική δραστηριότητα του τόπου, όσο και της τεχνογνωσίας του στελεχιακού δυναμικού που απασχολείται στο πιστωτικό σύστημα.

Η πολιτική μας σ’ αυτόν τον κρίσιμο τομέα, εκτός από επίγνωση και αναλυτικό σχεδιασμό, απαιτεί και την εξασφάλιση μιας συνεννόησης μ’ ένα μεγάλο μέρος στελεχών του χώρου των τραπεζών, είτε συμμαχώντας, είτε επιβάλλοντας τη συμπόρευση και υλοποίηση αυτής της πολιτικής, με όρους ισχύος.

Επομένως, απαιτείται προετοιμασία για ρήξεις, ξεπερνώντας την υποταγή στους υπάρχοντες εσωτερικούς (εντός των τραπεζών) συσχετισμούς, αλλά και ανατροπές που πρέπει κυρίως να στηριχθούν θαρρετά, με εμπιστοσύνη στα στελέχη του χώρου της Αριστεράς, που βρέθηκαν για χρόνια υποβαθμισμένα, αλλά διαθέτουν γνώσεις και πολιτική διάθεση να υπηρετήσουν τους στόχους μας, καθώς και στις ιστορικά δυναμικές συνδικαλιστικές μας δυνάμεις, που πρέπει ταυτόχρονα να στηρίξουμε και να αναβαθμίσουμε.

* O Zώης Πεπές είναι  μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ, υπεύθυνος της ομάδας Χρηματοπιστωτικού του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής

Ο φετιχισμός του κόμματος των μελών και η δαιμονοποίηση των τάσεων

Στο σημείωμα αυτό δεν θα αναλύσουμε τις αιτίες που καθιστούν πολιτικά αναγκαία την ύπαρξη τάσεων σε ένα κόμμα της Αριστεράς του 21ουαιώνα. Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει ανάλυση τέτοιας έκτασης. Αυτό θα γίνει σε άλλη χρονική στιγμή. Θα αρκεστούμε να επισημάνουμε το άκαιρο και επικίνδυνο μιας συζήτησης, που φαίνεται να ανοίγει στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ, για την κατάργησή τους.

Ένα από τα στοιχεία της επιτυχημένης στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν και η πολιτική (όχι ιδεολογική) ενότητα του συνόλου της Αριστεράς. Η γένεση του, όμως, δεν εξάλειψε τα προπατορικά αμαρτήματα της Αριστεράς. Παράλληλα, με την ενότητα στην πολιτική δράση, υπήρχε και η πολιτική διαφωνία με το πρόγραμμα του ιδρυτικού συνεδρίου, από την πλευρά της Αριστερής πλατφόρμας, στην οποία εντάχθηκαν και κάποιες συνιστώσες του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, που επίσης διαφωνούσαν με το πολιτικό σχέδιο του ιδρυτικού συνεδρίου. Οι επιτυχίες στο εσωτερικό μέτωπο της πολιτικής εξασφάλιζαν την ενότητα, αφού υπήρχε η βεβαιότητα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κέρδιζε τις εκλογές και οι δυνάμεις, που διαφωνούσαν, πίστευαν ότι θα είχαν την ευκαιρία κάποια στιγμή να δοκιμάσουν το plan B, αν οι συσχετισμοί εντός ΣΥΡΙΖΑ άλλαζαν υπέρ τους.

Οι πραγματικές αιτίες της διάσπασης

Μετά την εκλογική νίκη τον Γενάρη του 2015, η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε διότι η πολιτική ΣΥΡΙΖΑ θα δοκιμαζόταν σύντομα στην πράξη και ο ΣΥΡΙΖΑ, όντας απομονωμένος στο ευρωπαϊκό επίπεδο, θα συγκρουόταν με υπέρτερες δυνάμεις. Έτσι η υπογραφή μνημονίου φαινόταν μονόδρομος. Όταν ήρθε το 3ο μνημόνιο θεώρησαν ότι ήταν ευκαιρία να αποχωρήσουν και να πάρουν τον κύριο όγκο των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ.

Ταυτόχρονα αποχώρησαν και όσοι θεώρησαν ότι έγιναν ασυγχώρητα λάθη στη διαπραγμάτευση (πράγμα που σε ένα βαθμό είναι αλήθεια, αλλά η έκβαση θα ήταν η ίδια ακόμη και αν η τακτική ήταν σωστή), αλλά και όσοι θεώρησαν ότι η συμφωνία δεν αφήνει περιθώρια άσκησης πολιτικής στην αντίθετη κατεύθυνση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πια υιοθετήσει το νεοφιλελευθερισμό. Άρα και αυτοί αποχώρησαν εξαιτίας πολιτικής διαφωνίας.

Το γνωσιολογικό ατόπημα, που διαπράττουν όσοι ζητούν την κατάργηση των τάσεων, είναι ότι θεωρούν τον καταλύτη της διάσπασης (αδιαφανής λειτουργία τάσεων) αιτία της διάσπασης. Η πραγματική αιτία της διάσπασης ήταν η πολιτική διαφωνία, το διαφορετικό πολιτικό σχέδιο. Οι τάσεις που υπάρχουν σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε αδιαφανή λειτουργία έχουν, ούτε σε επίπεδο διακηρύξεων υπηρετούν διαφορετικό πολιτικό σχέδιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κινδυνεύει να διασπαστεί από την ύπαρξη των τάσεων. Κινδυνεύει, όμως, αν τις αποβάλλει. Σε τελική ανάλυση, κόμμα των μελών δεν σημαίνει απαραίτητα κόμμα χωρίς τάσεις και κόμμα χωρίς τάσεις δεν σημαίνει μεγαλύτερη σταθερότητα και μηδενισμό του κινδύνου διάσπασης.

Δεν χρειάζεται ένα ακόμα μέτωπο

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο επιτυχημένο παράδειγμα πολιτικής νίκης απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό. Η συμφωνία που υπέγραψε, αφαίρεσε ένα σημαντικό τμήμα της λάμψης του, όμως και μετά τη συμφωνία άντεξε πολιτικά και ξανακέρδισε την εκλογική μάχη, εξακολουθεί να υπάρχει και αυτό είναι προβληματικό για το νεοφιλελευθερισμό. Δεν θα ησυχάσουν αν δεν επιτύχουν την οριστική ήττα του. Ταυτόχρονα, όμως, αν ένα αριστερό κόμμα κινδυνεύει με στρατηγική ήττα (= μετάλλαξη), αυτό είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο θεσμικά οργανωμένος νεοφιλελευθερισμός καταβάλλει τεράστια προσπάθεια να υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το μνημόνιο, να μεταλλαχτεί και να μην αποτελεί πλέον υπόδειγμα. Στην πράξη, σε κάθε μέτρο που επιβάλλεται από το μνημόνιο, κάθε μέλος και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, ακροβατεί ανάμεσα στο αξιακό του φορτίο και τη συντονισμένη προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλουν όλοι μαζί, ώστε να επιτύχει βαθμούς αυτονομίας από το μνημόνιο, να περιγράψει και να εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα αντίστροφης αναδιανομής. Είναι πολλά τα στελέχη που στην προσπάθεια αυτή, παίρνουν κουράγιο από το ιδεολογικό ρεύμα (τάση) στο οποίο ανήκουν, εξοπλίζονται ιδεολογικά και σε τελική ανάλυση θεωρούν την ύπαρξη των τάσεων, ως αναγκαία προϋπόθεση για να παραμείνουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Η αξίωση για κατάργηση των τάσεων, είναι ακραίος παραλογισμός. Απαιτεί να κάνεις την τελική αναμέτρηση με την συνείδησή σου. Είναι σαν να δίνεις σπίρτα στα παιδιά. για να παίξουν σε μπαρουταποθήκη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοικτά πολλά μέτωπα. Το εξωτερικό με τους θεσμούς και τις αξιολογήσεις, το εσωτερικό με την αντιπολίτευση, την διαπλοκή και το στοίχημα του εκδημοκρατισμού. Το ανθρωπιστικό με την στήριξη των αδυνάτων και την πάλη ενάντια στο νεοναζισμό, που σηκώνει κεφάλι, εκμεταλλευόμενος το προσφυγικό. Το εσωτερικό με τον εαυτό του, να προλάβει να εκπονήσει και να εφαρμόσει το παράλληλο πρόγραμμα. Η μείωση του στελεχικού δυναμικού του εξαιτίας της διάσπασης δυσκολεύει αυτή την μάχη. Πόσο συνετό είναι στην παρούσα φάση για τον ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξει ένα ακόμη απρόκλητο μέτωπο εναντίον του εαυτού του, ενώ έχει ανοικτά τόσα άλλα μέτωπα; Δεν αντέχει μια αντιπαράθεση στους κόλπους του, που πιθανόν να οδηγήσει σε νέα διάσπαση και πτώση της κυβέρνησης. Ο κερδισμένος σε αυτή την περίπτωση θα είναι ο αντίπαλος και η ιδέα της αριστερής παρένθεσης. Ας θυμηθούμε ξανά το σύνθημα κανείς δεν περισσεύει.

*O Αντώνης Βασιλείου είναι μέλος της ΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου Κρήτης

 

 

Να βγάλουμε τον ΣΥΡΙΖΑ από το μνημονιακό κάδρο!

Γνωρίζουμε όλοι, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε την συμφωνία-μνημόνιο το 2015. Ήταν ένας μονόδρομος, που η αποφυγή του θα οδηγούσε σε χειρότερα αποτελέσματα. Υποστηρίζω μονότονα, τον τελευταίο 1,5 χρόνο, ότι η μάχη για τα Εργασιακά τόσο για τα Συνδικάτα όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι η μητέρα των μαχών σε σχέση με άλλα ζητήματα, που αφορούν τους εργαζόμενους. Το ασφαλιστικό,το φορολογικό οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν προβλήματα και θέματα, σημαντικά. Οι λύσεις που δώσαμε αναμφισβήτητα, κοστίζουν σήμερα σε εργαζόμενους και συνταξιούχους. Αλλά με σιγουριά θα μπορούσαν οι αλλαγές να ήταν πιο επώδυνες, από αυτές που έγιναν τελικά. Το εργασιακό όμως αφορά κάτι ποιο σημαντικό από τα προηγούμενα. Αφορά το δημοκρατικό δικαίωμα των συνδικάτων και των εργαζομένων να διεκδικούν. Η πολιτική της απαγόρευσης της διεκδίκησης είναι μια αντί-ευρωπαϊκή πολιτική. Μιας Ευρώπης όμως που τα τελευταία 15 χρόνια, τα κοινωνικά της χαρακτηριστικά είναι πλέον δυσδιάκριτα. Αυτό είναι μια παραδοχή, που την επιβεβαιώνουν και οι λεγόμενες «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές και πολιτικές». Γι’ αυτό και η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να δίνει μάχες και ανοίγει δρόμους συζήτησης και δράσης με ευρύτερες δυνάμεις (ακόμα και με αυτές που διαφωνεί, όπως αυτές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας) στην Ελλάδα και την Ευρώπη, είναι μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική. Μια πολιτική με συγκεκριμένους στόχους που δεν παρακολουθεί τα γεγονότα αλλά προσπαθεί, δρα, συζητά, δημιουργεί ρήξεις, αγωνίζεται με πράξεις να αλλάξει τη νεοφιλελεύθερη πορεία της Ευρώπης.

Mε το 1ο και 2ο μνημόνιο στην Ελλάδα καταργήθηκε στην ουσία το δικαίωμα των συνδικάτων να διαβουλεύονται και να διεκδικούν, από τις δυνάμεις της εργοδοσίας, μέσα σε ένα εξαιρετικά προβληματικό περιβάλλον που οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας έχουν πολλαπλασιαστεί, η ανεργία είναι πλέον μέσα σε κάθε σπίτι. Μπήκαν στον «γύψο» του νεοφιλελευθερισμού μια σειρά από εργασιακά δικαιώματα με πάνω από όλα, αυτό της διαπραγμάτευσης και της διεκδίκησης Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας σε εθνικό και κλαδικό επίπεδο. Βάθυνε περισσότερο η απαξίωση της συνδικαλιστικής δράσης που είχε αρχίσει πολύ πριν την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, λόγω των γνωστών παθογενειών των συνδικάτων. Σε αυτές συνετέλεσαν διαχρονικά, εκτός από τις δυνάμεις του ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ, ΠΑΜΕ, και οι δυνάμεις της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής αριστεράς.

Το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι να έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία 6 χρόνια, το μεγαλύτερο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ριφιφί στα εισοδήματα των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτών των κοινωνικών στρωμάτων που στήριξαν-ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογικές αναμετρήσεις του τελευταίου 1,5 χρόνου, με μια καθαρά ταξική ψήφο. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την παραβλέψουμε. Δεν μπορούμε να την διαχειριστούμε προβάλλοντας τα θετικά αποτελέσματα που έχει η κυβερνητική πολιτική σε μια σειρά άλλους τομείς. Δεν μπορούμε να την σκεπάσουμε, προβάλλοντας τον αγώνα που δίνουμε απέναντι στη διαπλοκή και τη μιντιοκρατία.

Η πολιτική του ριφιφί που πραγματοποίησαν, μέσα από τις εφαρμοστέες πολιτικές, οι δυνάμεις του κεφαλαίου στα εισοδήματα των δυνάμεων της εργασίας, δεν απαντάται με γενικόλογες διακηρύξεις περί της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Δεν θα λυθεί όμως, μόνον, μέσα από την ψήφιση ενός νέου νόμου για τα εργασιακά. Απαιτεί συγκροτημένη πολιτική για τη μείωση της ανεργίας, η οποία έχει παρουσιάσει μια μικρή μείωση. Αναλαμβάνουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν τον τελευταίο 1,5 χρόνο για τις καθυστερήσεις που έχουν υπάρξει έως σήμερα. Η καταστροφή που έχει συντελεστεί, έχει συγκεκριμένους πολιτικούς μέντορες και πολιτικές δυνάμεις που δεν μπορούν σήμερα να ομιλούν για τα εργασιακά. Ομιλούν όμως πατώντας πάνω στις δικές μας ευθύνες του τελευταίου 1,5 χρόνου. Εμείς δεν είμαστε οι υπεύθυνοι της ψήφισης αυτών των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αλλά είμαστε υπεύθυνοι γιατί δεν τις αλλάξαμε μέχρι σήμερα. Όσο ο χρόνος περνά και δεν αλλάζει τίποτα στο θέμα των συλλογικών συμβάσεων, τόσο θα δυσκολεύει η λύση του προβλήματος και τόσο ο «λογαριασμός» που πληρώνουν οι εργαζόμενοι θα μεγαλώνει, σε μια εποχή που η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να μην χαλαρώνει την φορολόγηση ούτε και αυτών των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας. Ο «λογαριασμός» αυτός σήμερα θα πιστωθεί και στον ΣΥΡΙΖΑ. Εκτός από την αξιολόγηση των θεσμών, να μας ενδιαφέρει με την ίδια ευθύνη-σοβαρότητα και η λαϊκή αξιολόγηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να εργαστεί και να δράσει σε όλα τα επίπεδα για να έρθει η εποχή της «μεταπολίτευσης» των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Να γίνει αυτή η μάχη η αρχή της διαδικασίας του απεγκλωβισμού από τα μνημόνια.

 
Ο ρόλος του ΣΕΒ

Δεν μου έκαναν καμία εντύπωση τα ήξεις–αφήξεις του ΣΕΒ, σχετικά με τις εξελίξεις και τη διαπραγμάτευση για τα εργασιακά. Αντίθετα, θα ήταν έκπληξη να ήταν τα πράγματα τόσο ειδυλλιακά, αταξικά…, και σε μια κόλα χαρτί να συμφωνούσαν ουσιαστικά σε όλα οι κοινωνικοί ανταγωνιστές, ενόψει της διαπραγμάτευσης. Η προσπάθεια να υπάρχει μίνιμουμ σύγκλισης ήταν εξαιρετική και σε όσους δούλεψαν γι’ αυτήν πρέπει να τους δώσουμε τα εύσημά μας. Έτσι και αλλιώς όμως, δεν μπορούμε να έχουμε αυταπάτες. Ο ρόλος του ΣΕΒ ήταν και είναι συγκεκριμένος. Έδρασε αποτελεσματικά στην «χειρουργικής» ακρίβειας επιχείρηση κατάργησης εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, σε όλα τα Μνημόνια. Δεν ξέρω, εκτός από τις ενδείξεις των συνδικάτων, αν υπάρχουν και αποδείξεις για την βοήθειά του, στην συγγραφή τού Α και Β μνημονίου, αλλά είναι σίγουρο ότι αν κρεμούσε ένα πανό έξω από τα γραφεία του, για την περίοδο 2010-2015, το σύνθημα που θα έγραφε θα ήταν: «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΡΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ – ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ». Ελπίζω ότι αυτήν την εκ νέου πολιτική επιβεβαίωση, στις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί ο ΣΕΒ, που έχουν και ευθύνες για την σημερινή κατάσταση, δεν θα την ξαναδώσει και η σημερινή κυβέρνηση.

 
Η Κυβέρνηση

Ακούγοντας τους εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης, να μας πληροφορούν ότι θα δώσουν μάχη για τα ζητήματα που θα τεθούν (άλλα από τους θεσμούς και άλλα από την ίδια) στις διαπραγματεύσεις, όπως τις ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, τις ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ, και το θέμα της ΚΗΡΥΞΗΣ των ΑΠΕΡΓΙΩΝ, κρατάμε μικρό καλάθι. Όχι τόσο για την διαπραγματευτική ικανότητα και την εκφρασμένη θέληση της ελληνικής πλευράς, αλλά για την αποδεδειγμένη ικανότητα του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού, του ΔΝΤ και των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων της Ε.Ε.

 

Α. ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Οι δυνάμεις του παλιού πολιτικού συστήματος αλλά και οι δυνάμεις του κεφαλαίου ασκούσαν κριτική στην Αριστερά πριν 30 χρόνια για επικίνδυνο… κρατισμό. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, οι ίδιες δυνάμεις εμπνεύστηκαν, ψήφισαν, υποστήριξαν το «νέο σταλινικό» μοντέλο να αποφασίζεται ο κατώτατος μισθός από την κυβέρνηση, και τα συνδικάτα να έχουν μεταβληθεί σε εξωραϊστικούς συλλόγους. Δεν μπορούμε να ανεχτούμε αυτήν την κατάσταση. Δεν μπορούμε να μην αποφασίζονται και οι μισθοί, τα επιδόματα μέσα από τις διαπραγματεύσεις των κοινωνικών οργανώσεων των Εργαζομένων και Εργοδοτών. Δεν μπορούμε να μην επαναφέρουμε τον ρόλο του ΟΜΕΔ στην κανονικότητα. Δεν μπορούμε να μην επαναφέρουμε την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ. Δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε από την ψήφιση, του σχεδίου Νόμου Σκουρλέτη, του οποίου, όμως, σήμερα η ψήφισή του δεν φτάνει για να αποκαταστήσει την καταστροφή, αν δεν ληφθούν και επιπλέον μέτρα.

 

Β. ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ

Δεν μπορούμε να βοηθήσουμε στην απελευθέρωσή τους ή στην αύξηση του μηνιαίου ορίου τους -όχι μόνο για ιδεολογικούς λόγους αλλά και για ουσιαστικούς. Οι αλλαγές που έγιναν από 2000-2005 δεν μας έδειξαν ότι αυτές δεν οδήγησαν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Το μόνο αποτέλεσμα που είχαμε ήταν να ωφεληθούν ορισμένοι επιχειρηματίες, είχαν δεν είχαν πρόβλημα, να “καθαρίσουν” πιο εύκολα και πιο οικονομικά χιλιάδες εργαζόμενους. Δεν μπορούμε επίσης να αλλάξουμε τη σύνθεση του φορέα που πρέπει να είναι το ΑΣΕ (Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας ) από το να αποφασίζει για την άδεια που χρειάζεται μια επιχείρηση για να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις. Δεν μπορούμε να αναζητούμε νέους φορείς που θα το αντικαταστήσουν.

 

Γ. ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΕΡΓΙΩΝ

Γνωρίζουμε όλοι, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, τις παθογένειες που έχουν τα ελληνικά συνδικάτα και τις ευθύνες που υπάρχουν. Αλλά το να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε αποσπασματικά και με συνοπτικές διαδικασίες τον τρόπο λήψης απόφασης απεργιών από τα συνδικάτα, δεν έχει, όχι μόνο σχέση με τις αξίες μας αλλά ούτε με την πρακτική του σάπιου αστικού πολιτικού συστήματος που κυβέρνησε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Δεν μπορούμε εμείς να συμφωνήσουμε με τέτοιες αποφάσεις.
Το τελευταίο διάστημα παρακολουθώ ορισμένους στην κυβέρνηση και στον ΣΥΡΙΖΑ να έχουν μπει σε έναΝ ολισθηρό δρόμο, να θέλουν να μιμηθούν το παλιό πολιτικό σύστημα και να στοχοποιούν στην ουσία τα συνδικάτα, αντί να ανοίξουν πόλεμο με τις παθογένειες που έχουν αλλά και με αυτούς που τις εκφράζουν. Δεν θα ήθελα να μην βάλουμε την σφραγίδα μας και ιδιαίτερα σε θέματα και νοοτροπίες που πρέπει να αλλάξουν. Ο τελικός μας όμως στόχος πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της συνδικαλιστικής δράσης και όχι η ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωσή της. Έτσι θα πρότεινα να είναι πιο προσεκτικοί ιδιαίτερα για θέματα όσοι, δεν τα γνωρίζουν γιατί δεν τα έχουν ζήσει ποτέ.

 

ΤΑ «ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ» του ΣΥΡΙΖΑ

Πώς δραστηριοποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ όλο αυτό το διάστημα του 1,5 χρόνου. Πώς προετοίμασε τα μέλη, τους ψηφοφόρους του, την κοινωνία; Ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν μπορεί να δρα μόνον κατά την περίοδο της προεκλογικής περιόδου. Έχει υποχρέωση και καθήκον:

1. Να συζητά στο εσωτερικό του, σε μια ιδιαίτερη πολιτική εποχή με πυκνές και ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Ωραία λοιπόν, η κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με την διαπραγμάτευση. Το κόμμα; Απλά παρακολουθούσε. Δεν θα μπορούσαμε να οργανώσουμε εντός του ΣΥΡΙΖΑ (και δεν εννοώ μόνον σε κάποιο τμήμα της ΚΠΕ) όλο αυτό το προηγούμενο διάστημα μια συζήτηση για την δημιουργία μιας «ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ για την ΕΡΓΑΣΙΑ»; Μιας ενιαίας δηλαδή συζήτησης για τα θέματα των Συλλογικών Συμβάσεων, της Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, της Ανεργίας, της Καινοτομίας, της Ανεπάρκειας των Κινημάτων; Όλα τα παραπάνω φαίνονται αυτοτελή αλλά έχουν περισσότερη συνάφεια μεταξύ τους από αυτήν που φανταζόμαστε.

2. Να συζητά καθημερινά με την κοινωνία και να βρίσκεται εντός αυτής.

3. Να οργανώσει τα μέλη, τους ψηφοφόρους του, να συμβάλει στη δράση και στην αναγέννηση των κοινωνικών κινημάτων που αποτελούν τις «μπαταρίες» του.

 
Δεν έχουμε να παρουσιάσουμε επιτυχημένο έργο στον τομέα αυτό.

Αν δεν συζητήσουμε, για την συμβολή μας στα συνδικάτα τον τελευταίο 1,5 χρόνο, παρακολουθούμε ένα συντηρητικό φοβικό σύνδρομο να εκφωνήσουμε το δικό μας πολιτικό αφήγημα και να οργανώσουμε την δική μας συμβολή στα συνδικάτα ξεκινώντας από την αρχή και βγάζοντας τις δυνάμεις μας, από το κάδρο του παλιού σάπιου, εργοδοτικού, αναθετικού, κυβερνητικού συνδικαλισμού.

Παρακολουθούμε στην χαοτική παρέμβαση μας σαν κόμμα στα συνδικάτα, μια προσπάθεια άσκησης πολιτικής παρέμβασης, εκτός κεντρικού πολιτικού σχεδίου ΣΥΡΙΖΑ, που αν αποτελούσε κεντρική πολιτική επιλογή μας, θα ήμασταν ακόμα στην εποχή του 3%.

Παρακολουθούμε απόπειρα να δεθούν και πάλι οι συνδικαλιστικές μας δυνάμεις σε ένα αποτυχημένο πολιτικό σχέδιο με σκοπό να εξυπηρετηθούν φιλοδοξίες που αφορούν την εσωκομματική «κουζίνα». Να εξυπηρετηθούν φιλοδοξίες μελών και στελεχών του κομματικού σωλήνα που μπερδεύουν τις νεανικές εξεγερσιακές ονειρώξεις τους με την καθημερινή δύσκολη συστηματική συμβολή μας στα συνδικάτα. Οι «συναλλαγές» και η κοινή συμπόρευση συνδικαλιστών του ΣΥΡΙΖΑ στον ιδιωτικό τομέα, τον τελευταίο 1,5 χρόνο, με τις γνωστές πόρνες του συνδικαλισμού, τα delivery boy της εργοδοσίας, τους άεργους συνδικαλιστές, τους παράγοντες συνδικαλιστές, τους συνδικαλιστές που είναι «εργαζόμενοι» στα πολιτικά κόμματα, τους ψευδοταξικούς συνδικαλιστές της ΛΑΕ, που πίσω από έναν μακροχρόνιο ψευδοταξικό βερμπαλιστικό λόγο προσπαθούν να κρύψουν την πολιτική και οργανωτική ανικανότητα τους, δεν βοηθά ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά πάνω από όλα δεν βοηθούν τα συνδικάτα. Οι υποκλίσεις σε αυτούς που δεν μπορούν να οργανώσουν εδώ και 20 χρόνια μια κινηματική δράση, δεν είχαν τη χαρά να συμβάλουν στην ένωση των εργαζομένων με σκοπό να διεκδικήσουν, η σύμπλευση με αυτούς, που ο κόσμος τούς έχει κατατάξει στην φωνή του αφεντικού μέσα στην επιχείρηση ή και στον κλάδο της οικονομίας, τοποθετεί τον ΣΥΡΙΖΑ στο κάδρο του παλιού και διεφθαρμένου συνδικαλισμού. Αυτές οι τακτικές απωθούν την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, δεν βοηθούν στην συσπείρωση τους στην σημερινή εποχή, που θα έπρεπε να είναι περισσότερο από ποτέ δυνατή και ισχυρή. Οι εξελίξεις στα εργασιακά θα αποδείξουν, αν όλα τα παραπάνω ήταν κινήσεις «άγνοιας»…, ή η συνήθης διαχρονική έλλειψη ενδιαφέροντος του ΣΥΡΙΖΑ για τα εργασιακά και την ευκαιρία να συμβάλει στην αναγέννηση ενός ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος ή τελικά μια στοχευμένη ενέργεια φόβου γι’ αυτήν την αναγέννηση.

Μια ενδεχόμενη αποτυχία των διαπραγματεύσεων για τα εργασιακά με τους εκπροσώπους των θεσμών πρέπει, σταθμίζοντας και άλλους ευρύτερους λόγους, να σημαίνει προσφυγή στις κάλπες εγκαλώντας τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να πάρουν θέση επί των δικών μας θέσεων και προτάσεων αλλά και επί των δικών τους πεπραγμένων κυβερνητικών ή μη. Να διατυπώσουν ανοιχτά τις θέσεις τους, πώς βλέπουν τη συμμετοχή της εργασίας στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας. Αποτελεί μια πολιτική κίνηση-μήνυμα σε όλους τους εργαζόμενους της Ευρώπης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα βοηθήσει να γίνει η Ελλάδα ένα παράδειγμα ανάπτυξης μέσα από την εξαθλίωση των εργαζομένων και των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους.

Δεν θα πρέπει να κάνουμε καμία άλλη «ανοησία» σε αυτό το ζήτημα παρά μόνον να οδηγήσουμε τη χώρα σε εκλογές στέλνοντας μήνυμα σε όλους Έλληνες πολίτες αλλά και τους ευρωπαίους εργαζόμενους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε για να μείνει και να συμβάλλει αποφασιστικά στην επιστροφή της κοινωνικής Ευρώπης. Και αυτήν την ενδεχόμενη εκλογική μάχη ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί και πάλι να την κερδίσει!

*Ο Στάθης Τραχανατζής είναι μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Εργατικής Πολιτικής της ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ, συνδικαλιστής

Συνέδριο πράξης και όχι θεωρίας

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, είναι το πρώτο συνέδριο κόμματος της Αριστεράς που βρίσκεται στην κυβέρνηση και όχι στον ασφαλή χώρο της αντιπολίτευσης και της διαμαρτυρίας.

Σε αυτό θα συμμετέχουν σαν σύνεδροι πρωθυπουργός και υπουργοί, γενικοί γραμματείς υπουργείων, διοικητές δημόσιων οργανισμών και άλλοι κρατικοί λειτουργοί.

Από όλους αυτούς και αυτές είναι φυσικό να περιμένουμε να μη μιλήσουν περί ανέμων και υδάτων αλλά να κάνουν συγκεκριμένο απολογισμό της δουλειάς τους, να πουν τι κατάφεραν τι δεν κατάφεραν, ποια ήταν τα εμπόδια που αντιμετώπισαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και τι προτείνουν ώστε στο μέλλον να μην υπάρξουν παρόμοια εμπόδια.

Και όλοι εμείς οι υπόλοιποι, που θα αφήσουμε 4 μέρες τις δουλειές μας, που θα ξοδευτούμε για είναι έρθουμε στο Τάε Κβον Ντο από νησιά και απόμακρες περιοχές θα πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους και να απαιτήσουμε να γίνει ένα συνέδριο της ουσίας και της πράξης και κυρίως να διασφαλίσουμε την υλοποίηση όσων αποφασιστούν.

Δεν ξέρω αν θα εκλεγώ σύνεδρος, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να μιλήσω στο συνέδριο, γι’ αυτό και με την ευκαιρία αυτού του σημειώματος θέλω να πω κάποια πράγματα με το όνομά τους, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των λεγομένων μου:

1. Δεν μπορεί να συνεχιστεί η απουσία επαφής και αλληλοενημέρωσης υπουργείων και κομματικών οργανώσεων για βασικά θέματα (π.χ. ο υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής να μην αισθάνεται την ανάγκη να ενημερωθεί από τη Ν.Ε. Λέσβου για το προσφυγικό στο νησί και να αρκείται σε -εκ των πραγμάτων- μονομερή ενημέρωση από “θεσμικούς” παράγοντες και από ΜΚΟ).

2. Δεν μπορεί να συνεχίζεται να υπάρχουν υπουργεία και κρατικοί οργανισμοί που να μη σηκώνουν το τηλέφωνο και να μην απαντούν σε αιτήματα των νομαρχιακών επιτροπών του κόμματος (χαρακτηριστική περίπτωση ο γ. γραμματέας Αθλητισμού).

3. Δεν μπορεί η Ν.Ε. και ο τοπικός βουλευτής να έχουν μεσάνυχτα και να πληροφορούνται από τοπικούς δημοσιογράφους ή και από τελείως άσχετα άτομα τις επισκέψεις υπουργών στην περιοχή ευθύνης τους (συνέβη πριν από μερικές βδομάδες με τον σ. Κουρουμπλή).

4. Δεν μπορεί να δρομολογούνται βασικά έργα υποδομών στην περιοχή ευθύνης μιας νομαρχιακής επιτροπής και να μη μπαίνει στον κόπο το αρμόδιο υπουργείο να ενημερώνει την οργάνωση ή ακόμα χειρότερο να τα προχωράει κόντρα στην άποψή της.

5. Δεν μπορεί να αποσπάται σε βουλευτικό γραφείο πρόσωπο, που δεν έχει καμία σχέση με το κόμμα, που δεν έχει κάποια ιδιαίτερα προσόντα, πλην του ότι είναι στενός συγγενής του βουλευτή και όταν αυτό επισημαίνεται “αρμοδίως” οι υπεύθυνοι της Κοινοβουλευτικής Ομάδας να το κάνουν γαργάρα.

6. Δεν μπορεί να συνεχίζεται η φημολογία ότι μόνο ένα ποσοστό των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ είναι εντάξει στις οικονομικές του υποχρεώσεις προς το κόμμα και να μη παίρνονται μέτρα για συμμόρφωση των υπολοίπων ή να μην αναφέρονται τα ονόματα των “φραγκοφονιάδων” βουλευτών.

Δυστυχώς θα μπορούσα να αναφέρω και αρκετά άλλα «στραβά», αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.

Χρόνια στο «κουρμπέτι» και έχοντας ζήσει πολλά κομματικά συνέδρια δεν τρέφω αυταπάτες ότι αυτές οι κομματικές διαδικασίες λύνουν τέτοια προβλήματα.

Γιατί το πρόβλημα βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση και στη συνείδηση του καθενός και της καθεμιάς.

Στον ενάμιση χρόνο αριστερής διακυβέρνησης είδαμε υπουργούς και άλλους κυβερνητικούς παράγοντες, ευτυχώς όχι πολλούς, που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις πρακτικές και το στιλ των προκατόχων τους, της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Και αντίθετα (και ευτυχώς) γνωρίσαμε και ζήσαμε πολλούς και πολλές, πραγματικά διαμάντια, με συνέπεια και σεμνότητα, με εργατικότητα και στοχοπροσήλωση, με δημοκρατικότητα και συντροφική συμπεριφορά, που τιμούν τη λέξη και την ιδέα «ΑΡΙΣΤΕΡΑ».

Ας ελπίσουμε ότι το ισοζύγιο θα γέρνει όλο και περισσότερο προς αυτή τη δεύτερη κατηγορία των άξιων συντρόφων και συντροφισσών.

Για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα σίγουρα θα μιλήσουν άλλοι…

 
* Ο Βασίλης Τεντόμας είναι αναπληρωτής συντονιστής της Ν.Ε. Λέσβου του ΣΥΡΙΖΑ

Homework: 21 ασκήσεις πολιτικής που ίσως συμβάλλουν

Αυτό το συνέδριο είναι κάτι σαν τις Πανελλήνιες. Κρινόμαστε για όλα. Πόση πραγματική γνώση κατακτήσαμε και πόσα μάθαμε παπαγαλία; Τι πρακτική εμπειρία συγκεντρώσαμε; Τι μένει να αλλάξουμε για να πάμε μπροστά; Ποια στερεότυπα και αντιλήψεις χρόνων πρέπει να εγκαταλείψουμε, ποιες υπερβάσεις είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε;

Μερικά από αυτά με τις πρακτικές τους εφαρμογές περιγράφω, λίγο σχηματικά χάριν συντομίας.

1. Να μάθουμε να σεβόμαστε τους καιρούς: Αυτό είναι το πρώτο. Οι άνθρωποι, ασφαλώς, παίζουμε σημαντικό ρόλο, όμως οι συνθήκες καθορίζουν. Οι καιροί δίνουν τις ευκαιρίες, οι καιροί τις παίρνουν πίσω, με τους καιρούς ξανάρχονται.

Ας μην κάνουμε, λοιπόν, την επιθυμία πραγματικότητα. Δεν μπορείς να σπέρνεις και να θερίζεις την ίδια στιγμή. Στο κόμμα, π.χ. υπάρχουν οι γοητευτικοί καιροί της εξωστρέφειας (η πρώτη νίκη το 2015, ο ενθουσιασμός, η αποδοχή της κοινωνίας, η προσέλκυση νέων), αλλά και η πολύτιμη εποχή της εσωστρέφειας (η συνθηκολόγηση, το μούδιασμα). Είναι η ευκαιρία, να ξαναβάλουμε κάτω τα δεδομένα, άγνοιες κι αγωνίες. Να προετοιμάσουμε το μέλλον, αντί για ανεδαφικές ονειρώξεις για νέα μέλη, μαζικές εξορμήσεις και φυλλάδια που αραχνιάζουν ακόμα στα γραφεία. Ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής, τέλος.

2. Ωριμότητα σημαίνει, να προλαβαίνεις: Άλλο να μελετάς και να αναλύεις, άλλο να εκτιμάς, να ζυγίζεις και να παίρνεις αποφάσεις. Το πρώτο απαιτεί κυρίως μέθοδο και γνώσεις, το δεύτερο, κυρίως εμπειρία και “σπουδές” ζωής. Επιτέλους, ας κάνουμε λίγο κράτει με τους πανεπιστημιακούς. Ας εμπιστευθούμε κι αυτούς που ξέρουν από “πιάτσα και αγορά”. Θα μειώσουμε αισθητά τις ψευδαισθήσεις!

3. Δεν υπάρχει γενικά σωστό και γενικά λάθος: Το σωστό ή το λάθος, ορίζονται πάντα σε σχέση με τις συνθήκες. Αυτό που σήμερα είναι σωστό, αύριο μπορεί να είναι λάθος. Η ζωή είναι αλλαγή. Μόνο η αλλαγή είναι αιώνια.

Ανήκουν κι αυτά στην «αδίδακτη ύλη» της πολιτικής θεωρίας μας, που… δεν βρήκαμε χρόνο να ασχοληθούμε. Παιδιά του Μαρξ και του Ένγκελς, που πολλοί δεν ξέρουν ούτε εξ όψεως τους γονείς τους!

4. Πρόοδος και συντήρηση: Οι συντηρητικοί είναι οπαδοί των βεβαιοτήτων, οι προοδευτικοί τής αμφιβολίας. Αυτό και μόνο αρκεί για να κατατάξετε το ΚΚΕ εκεί που ανήκει.

5. Η αντίθεση δεν συνιστά θέση: Στην πράξη τα πράγματα αποδεικνύονται πάντα πιο σύνθετα. Η καταγγελία και η άρνηση του παλιού δεν αρκεί για να οδηγηθούμε στο νέο.

6. Η επιμονή της μηλιάς: Μονότονα κάθε χρόνο, η μηλιά -αν και ξέρει τη διαδικασία- επιμένει πρώτα να ανθίζει, μετά να δένει καρπό και τέλος να τον ωριμάζει. Μερικά πράγματα όσο προφανή κι αν είναι έχουν τον κύκλο τους και πρέπει να τον σεβόμαστε. Δεν μπορείτε να καταργήσετε την εφηβεία. Μπορείτε μόνο να τη διευκολύνετε.

7. Η συλλογικότητα ως “κουρτίνα”: Γνωστή η αξία της συλλογικότητας στην Αριστερά. Όμως τώρα, σε συνθήκες άσκησης εξουσίας, η συλλογικότητα μπορεί να γίνεται η “κουρτίνα” για να κρύβεται η ατομική ανεπάρκεια. Άλλωστε οι πολίτες, επιλέγουν και πρόσωπα, πέρα από πολιτικές. Καλό θα είναι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παντού -και στις τοπικές κοινωνίες- να φροντίζουν για τη δημόσια “έκθεσή τους”, να μετρούν την προσωπική τους εμβέλεια, μέσα στη ζωή. Εκεί κρίνονται.

Οι ικανοί έχουν το προσόν να ξεχωρίζουν. Οι μέτριοι έχουν το ταλέντο να αλληλοϋποστηρίζονται! (καμιά φορά, φτιάχνουν και εσωκομματικές τάσεις).

8 . Εκ των πραγμάτων (de facto): Η άσκηση, π.χ., κυβερνητικής εξουσίας, εκ των πραγμάτων, εμπεριέχει τον κίνδυνο διαφθοράς. Η αποτροπή -όσο είναι δυνατόν- αυτού του κινδύνου, δεν προκύπτει μόνο από τις αγωνιστικές περγαμηνές των συντρόφων, αλλά κυρίως από τη δημιουργία μηχανισμών λαϊκού ελέγχου, τακτικής λογοδοσίας στην κοινωνία και στο κόμμα.

Για να μην “πέφτουμε από τα σύννεφα” αύριο, οφείλουμε σήμερα να πάρουμε μέτρα γι’ αυτό.

9. “Βλέποντας τον τρόπο σου, παύει να με ενδιαφέρει ο στόχος σου”: Σε ένα κλίμα διαρκούς σύγκρουσης σε οξείς τόνους -ο μέσος ακροατής- παύει να ενδιαφέρεται για το ποιος έχει δίκιο. Αισθάνεται κυρίως ανασφαλής για το μέλλον. Συνεπώς, πέρα από θέσεις, επιχειρήματα και αντιθέσεις, υπάρχει ένα τεράστιο θέμα τρόπου και συμπεριφοράς που να εμπνέει εμπιστοσύνη, σεμνότητα και σοβαρότητα.

10. Ποια ενημέρωση προτιμάτε; Κάποιοι προτιμούν την ενημέρωση ενός μέσου που, κυρίως θα πληροφορεί για τις θέσεις του κόμματός τους. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι δημοκρατική ενημέρωση σημαίνει: η είδηση, ο ολόπλευρος φωτισμός της και η σύγκρουση απόψεων για την ερμηνεία της (απόψεις όχι μόνο των ειδικών ή των κομμάτων αλλά και της ίδιας της κοινωνίας).

Η τρέχουσα ανάγκη για το πρώτο, δεν αναιρεί τη διαρκή ανάγκη για το δεύτερο.

11. Οι δικοί μας και οι άλλοι: Δικοί μας είναι όσοι υποστηρίζουν με λόγια και έργα, ότι ο άνθρωπος είναι πάνω από το χρήμα, πιστεύουν στη συμμετοχή των πολιτών και σέβονται το περιβάλλον. Όσοι με τον «γονιμοποιό» λόγο τους, δεν αφήνουν τον νου μας να βολευτεί. Κι ας διαφωνούν συγκυριακά με τις πολιτικές μας επιλογές.

Ίσως, π.χ. ο Διον. Σαββόπουλος να είναι… πιο δικός μας από τον Χ δηλωμένο υποστηρικτή μας.

12. Όταν η διανόηση δεν πάει στο βουνό… Οι κορυφαίοι διανοητές, επιστήμονες, καλλιτέχνες, δημιουργοί είναι εν δυνάμει “οξυγόνο της κοινωνίας”, ανεξάρτητα από τις κομματικές τους επιλογές. Η Αριστερά δεν αρκεί να επιθυμεί τον διάλογο, πρέπει να δημιουργεί ανοιχτόκαρδα το κλίμα, τις προϋποθέσεις γι’ αυτό. Ειδικά σε συνθήκες κρίσης, πρέπει να πάει “το βουνό στον Μωάμεθ”.

13. Οι καθαρές λύσεις: Οι καθαρές λύσεις υπάρχουν μόνο στα εργαστήρια φυσικής, όχι στην πραγματική ζωή. Στην πολιτική, οι καθαρές λύσεις είναι συνήθως, ένας βρώμικος εκβιασμός.

14. Οι αξίες της Αριστεράς έχουν “εφευρεθεί” πριν από αυτήν! Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ισότητα, η μη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν είναι αριστερές αξίες, αλλά πανανθρώπινες αξίες, που η πολιτική φιλοσοφία της Αριστεράς υποστηρίζει ότι έχει τον τρόπο να τις κάνει πραγματικότητα. Η Αριστερά είναι εργαλείο και όχημα κι όχι σκοπός και αξία “καθεαυτή”.

15. Ο φασισμός τρέφεται από τον φανατισμό και την πόλωση: Μην τον ταΐζετε, με αντίστοιχες -αντιφασιστικές- συμπεριφορές.

16. Το επιχειρείν τώρα: Η αξία του επιχειρείν, η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα, η καινοτομία, η παραγωγή και εξέλιξη κοινωνικά ωφέλιμων αγαθών, η τόλμη και το ρίσκο είναι ανθρώπινες αρετές. Αξίες που δεν αναιρούνται, επειδή ο καπιταλισμός θέλει να τις υποτάσσει στη μονομανία της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους.

Αξίες σήμερα, ζωτικής σημασίας που, όμως, για να αποδώσουν καρπούς πρέπει να καλλιεργηθούν.

17. Ανάπτυξη σημαίνει, η κοινωνία μπαίνει σε κίνηση: Η ανάπτυξη που θέλουμε δεν είναι υπόθεση τεχνικών γραφείων και ειδικών. Είναι πολιτικό, επιστημονικό και κοινωνικό παράγωγο. Είναι κίνηση μαζών.

Ο διάλογος για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας ή θα γίνει μέσα και μαζί με την κοινωνία, θα εμπνεύσει και θα εμπνευστεί από αυτήν ή θα αποτύχει.

18. Τα 5 “Κ”: Στη σχέση των “5Κ” (Κυβέρνηση, Κοινωνία, Κράτος, Κόμμα, Κίνημα) κάθε ζευγάρι αποτελεί και ευκαιρία εφαρμογής μιας άλλης λογικής. Για παράδειγμα, στην επιλογή και διορισμό σε δημόσια θέση, το όχημα πρέπει να είναι ο διαγωνισμός και όχι ο διορισμός, ακόμη κι αν ο νόμος τον επιτρέπει.

Τα τυπικά προσόντα, η συνέντευξη ικανότητας -αντίληψης- αξιών και η έξωθεν καλή μαρτυρία είναι επαρκή εργαλεία, αλλά και «δείγμα γραφής» μιας νέας εποχής. Για θέσεις ειδικών απαιτήσεων, το στοιχείο της πολιτικής επάρκειας αποτελεί δικλίδα ασφαλείας.

19. Ποιος είναι ο αντίπαλός μας: Υποστηρίζουμε μια πολιτική που επιδιώκει το κοινό καλό των εργαζόμενων και μέσα από αυτό, του συντριπτικού κομματιού της κοινωνίας. Εξαιρούνται όσοι με τα συμφέροντα και τη στάση τους πηγαίνουν κόντρα σε αυτήν την κοινή προοπτική. Ό,τι όμως δεν μπορέσαμε ακόμη να πείσουμε, δεν κατατάσσεται αυτομάτως στους αντιπάλους.

20. Η αλήθεια του άλλου: Τίποτα το θετικό δεν θα έρθει όσο -με έπαρση- εξακολουθούμε να ευτελίζουμε την αλήθεια του άλλου.

21. Προσωπικός και ιστορικός χρόνος: Είναι καλό να δίνουμε κάθε μάχη σαν να πρόκειται να ανατρέψουμε το ρου της Ιστορίας. Αρκεί να καταλαβαίνουμε τη διαφορά του προσωπικού από τον ιστορικό χρόνο. Αρκεί, δηλαδή, να γνωρίζουμε ότι αυτό που τελικά, ίσως, πετύχουμε είναι ένα μεγαλειώδες τόσο δα βηματάκι.

* Ο Θανάσης Χαλιώτης είναι ένας σύντροφος

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ιστορική ευθύνη του απέναντι στη νεολαία

Η κυβέρνηση με τον εκλογικό νόμο που έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το καλοκαίρι, θεσμοθέτησε την παροχή του εκλογικού δικαιώματος στους νέους και τις νέες από τα 17 έτη της ηλικίας τους. Μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποστήριζαν πως αυτή η κίνηση αποσκοπούσε στο να καταστήσει τους νέους υπεύθυνους πολίτες και συμμέτοχους στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Επίσης, ισχυρίζονταν πως η μείωση του ηλικιακού ορίου για την απόκτηση του δικαιώματος του εκλέγειν θα θωράκιζε τους νέους έναντι της αποπολιτικοποίησης.

Προσωπικά, είμαι πεπεισμένος πως η απλή ελάττωση κατά ένα έτος -ακόμη και παραπάνω- του ελάχιστου ηλικιακού ορίου για να θεωρηθεί κάποιος εκλογέας δεν αποτελεί λύση στο εγνωσμένο πρόβλημα της αποπολιτικοποίησης που μαστίζει τη σημερινή νεολαία. Και αυτό αφενός μεν επειδή το πρόβλημα της απομάκρυνσης των νέων από την πολιτική είναι πολυπαραγοντικό, και συνεπώς δεν επιλύεται με μία μόνο κίνηση, αφετέρου δε επειδή το γεγονός ότι το ηλικιακό όριο ήταν -πριν από την αλλαγή- στα 18 έτη δεν αποτελούσε παράγοντα του προαναφερθέντος προβλήματος.

Ας μην τρέφουμε αυταπάτες: αυτό που χρειάζεται η νεολαία για να προσεγγίσει ξανά την πολιτική σκηνή, την οποία τώρα βλέπει από μακριά με επιφύλαξη ή αδιαφορία, είναι το -χαμένο σήμερα- αίσθημα εμπιστοσύνης. Οι ευθύνες για την απώλεια ή -εν πάση περιπτώσει- την εξασθένιση του αισθήματος εμπιστοσύνης βαρύνουν κυρίως τα κόμματα που κυβερνούσαν τη χώρα έως τον Ιανουάριο του 2015.

Έναντι των άλλων (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ), όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: το γεγονός ότι προσπάθησε να βάλει μια τάξη σε πολλούς τομείς στους οποίους οι άλλοι ανέχονταν ή και ευνοούσαν την ανομία, όπως επί παραδείγματι στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Αυτό είναι το «όπλο» που πρέπει να εκμεταλλευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να δημιουργήσει τη γέφυρα ανάμεσα στη νεολαία και το πολιτικό σύστημα. Και είναι βέβαιο πως η Ιστορία δεν θα ξεχάσει ποτέ τον χτίστη της γέφυρας αυτής.

Η πολιτική ενεργοποίηση των νέων δεν αποτελεί ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ μόνο, αλλά του πολιτικού κόσμου εν συνόλω. Ωστόσο, αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μοναδικό κόμμα εξουσίας που έχει τη δυνατότητα -λόγω του προαναλυθέντος πλεονεκτήματός του- να απευθύνει κάλεσμα πολιτικής ενεργοποίησης στον κόσμο των νέων. Εδώ όμως υπάρχει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: η δυνατότητα αυτή του ΣΥΡΙΖΑ -που του την προσφέρει η συγκριτικά με τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα μεγαλύτερη συνέπειά του σε σχέση με τις υποσχέσεις του- αποτελεί ταυτόχρονα και μεγάλη ευθύνη απέναντι στους νέους.

Αυτό που θα πρέπει να προσέξει ο ΣΥΡΙΖΑ για να επιτύχει ένα μεγαλύτερο άνοιγμα προς τη νεολαία είναι κυρίως να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος και των χρεοκοπημένων πολιτικών της χώρας. Και αυτό επειδή η τυχόν επανάληψη των πάσης φύσεως αμαρτιών του χθες θα εξισώσει -και δικαιολογημένα- στα μάτια του ελληνικού λαού τους προηγούμενους με τους νυν. Επίσης, είναι αναγκαία η περαιτέρω εκλαϊκευμένη γνωστοποίηση στον ελληνικό λαό των προσπαθειών αλλά και των επιτυχιών της κυβέρνησης σε όλους τους τομείς διακυβέρνησης. Μονάχα έτσι ο λαός θα μπορέσει να καταλάβει τη διαφορά της υφιστάμενης κυβέρνησης από τις προηγούμενες.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κάνει ευρύτερα γνωστό στον ελληνικό λαό το ιδεολογικό του υπόβαθρο και -πολύ περισσότερο- να περάσει κατά το δυνατόν από τη vita contemplativa (θεωρία) στη vita activa (πράξη). Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα τελειώσει οριστικά με το χθες και θα δείξει στον ελληνικό λαό ποιοι είναι αυτοί που τον έριξαν στα βάραθρα και ποιοι είναι αυτοί που με όραμα αγωνίζονται για κάτι καλύτερο.

 
*Ο Παντελής Μαρκούλης είναι πρωτοετής φοιτητής Νομικής ΑΠΘ