Skip to main content

Συντάκτης: admin

Αναζητώντας την νέα Μεταπολίτευση

Η Μεταπολίτευση σηματοδότησε την ανάδυση δύο ισχυρών ρευμάτων με διακριτές σημάνσεις και αναφορές αλλά και ικανούς πρωταγωνιστές.
Η Κεντροδεξιά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η Κεντροαριστερά με τον Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησαν υπόσταση , εμβέλεια και συνδέθηκαν με μεγάλα διακυδεύματα . Η νέα Μεταπολίτευση που επαγγέλθηκε ο Πρωθυπουργός δεν θα θεμελιωθεί με τις προωθούμενες συνταγματικές αλλαγές. Είναι συνυφασμένη με την ανασύνθεση των δύο χώρων καθώς και με τους πρωταγωνιστές που θα την ενσαρκώσουν. Οι διεργασίες που εκτυλίσσονται δείχνουν ότι το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ποιά θα είναι τα χαρακτηριστικά του παραμένει ζητούμενο .
Η Κεντροδεξιά μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ. επιχειρεί την ανατοποθέτησή της αναζητώντας καινούργια ταυτότητα . Καθόλου εύκολο εγχείρημα καθώς προσκρούει στην υστέρηση και στον συντηρητισμό ενός μαρμαρωμένου μηχανισμού .
Η κυρίαρχη επί δεκαετίες Κεντροαριστερά από την άλλη βρίσκεται σε εξαιρετικά ρευστή κατάσταση . Η κοινωνική και εκλογική της βάση πολυδιασπάστηκε. Το μεγαλύτερο τμήμα της μεταπήδησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ επλήγη ανεπανόρθωτα. . Ταυτόχρονα αποψιλώθηκε από ικανά και επαρκή στελέχη ψάχνοντας τον Μίτο στον λαβύρινθο της Κεντροαριστεράς .
Και εδώ θα αναφέρουμε τι συνέβη σε άλλο σοσιαλιστικό κόμμα. Από το 1942 ως το 1991 το Σοσιαλιστικό Εργατικό κόμμα της Σουηδίας είχε κυβερνήσει συνολικά 43 χρόνια! Μόνο για ένα μικρό διάστημα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 βρέθηκε εκτός διακυβέρνησης. Περιέργως οι Σουηδοί Σοσιαλιστές δεν χωρίστηκαν σε αυτούς που πρέπει να φύγουν και σε αυτούς που πρέπει να έρθουν . Εντελώς φυσιολογικά οι παλαιότεροι έκαναν ένα βήμα πίσω και οι νεώτεροι ένα βήμα μπροστά . Το 1994 επέστρεψαν στην Κυβέρνηση θριαμβευτικά και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να κυβερνούν αδιατάρακτοι.
Αντιθέτως η πρακτική που ακολούθησε το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ είναι κωμικοτραγική . Τον δικό του χώρο διεκδικεί ο δημιουργός της (1) «Επόμενης Ελλάδας» Γιάννης Ραγκούσης (2) Η «Εκκίνηση- Έλληνες Δημοκράτες» της οποίας ηγείται ο Λευτέρης Οικονόμου (3) «Μεταρρυθμιστές» από τον Σπύρο Λυκούδη  που προέρχεται από την διαλυμένη ΔΗΜΑΡ , Κίνηση Ανδρέα Λομβέρδου (4) «ΡΙΚΣΥ» Συμφωνία για τη  «Νέα Ελλάδα» που ενσωματώθηκε με το ΠΑΣΟΚ στο οποίο ο ίδιος είναι Βουλευτής (5) Το «Δίκτυο» της Άννας Διαμαντοπούλου . Ο Στέφανος Τζουμάκας έφυγε από το ΠΑΣΟΚ και δημιούργησε το (6) «Σοσιαλιστικό Κόμμα» προσεγγίζει τον ΣΥΡΙΖΑ και ο τελευταίος πρόεδρός του και πρώην Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου δημιούργησε το (7) ΚΙΔΗΣΟ. Η σημερινή πρόεδρός του αδυνατεί να θεμελιώσει νέα πολιτική παρουσία . Η επιχειρούμενη προσπάθεια για συμπόρευση των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου ακόμη και αν ευοδωθεί δεν θα βρει την απαιτούμενη ανταπόκριση ούτε θα ανατρέψει τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν διότι η απουσία ηγετικής προσωπικότητας συνιστά απολύτως ανασταλτικό παράγοντα .
Οι αναδιατάξεις πολιτικές – κομματικές επιτρέπουν στον Αλέξη Τσίπρα να αναζητά τον δικό του ρόλο και λόγο . Παρά της ανέξοδης αντιπολίτευσης από όλα τα κόμματα παραμένει ισχυρός παίκτης . Η στροφή του στον ρεαλισμό του προσφέρει την ευκαιρία να εδραιώσει την θέση του στην Κεντροαριστερά . Βέβαια κάτι τέτοιο απαιτεί την πλήρη και ουσιαστική μεταστροφή του , την εγκατάλειψη των γνωστών και μονομερειών και κυρίως την απεξάρτηση από τον ιδεοληπτικό και αναχρονιστικό ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως μένει ο δρόμος προς την μεγάλη Κεντροαριστερή παράταξη του διαλόγου του ανανεωμένου και  ανασυγκροτημένου πολιτικού και προγραμματικού λόγου για ξανά ηθική δύναμη της πολιτικής παράταξης που θα κάνει ελκυστική την πολιτική στους νέους (ψήφος στα 17) .
Η αντιστροφή αυτής της αρνητικής κατάστασης δηλαδή η αναγέννηση μιας εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμιστικής δυναμικής ενδιαφέρει και μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες που βρίσκονται εντός και εκτός κομματικών μηχανισμών , στελέχη που έχουν διαφορετικές πολιτικές διαδρομές , νεώτερες ηλικίες με σημαντικές ειδικεύσεις αλλά χωρίς κομματική στράτευση , δραστήρια μέλη τοπικών κοινωνιών . Ο όρος Κεντροαριστερός χρησιμοποιείται εξ αδράνειας για να συνοψίσει την διαπίστωση ότι το πολιτικό παιχνίδι πρέπει να ανοίξει , ότι άλλη πορεία δεν μπορεί να έρθει με τις τρέχουσες κομματικές διαδικασίες και περιχαρακώσεις , ότι πρέπει να ενεργοποιηθούν στοιχειωδώς τουλάχιστον οι πολιτικές διαδικασίες μέσα στην κοινωνία η οποία μοιάζει να παρακολουθεί απαθής τις κομματικές νομενκλατούρες  που διαιωνίζονται με όλο και ποιο κυνικούς τρόπους , ότι χρειάζεται να ανοίξουν οι αρτηρίες που θα τροφοδοτήσουν με νέο αίμα το πολιτικό προσωπικό .          
Είναι προφανές ότι ο Αλέξης Τσίπρας κρατεί το κλειδί των εξελίξεων αυτού του ευρύτερου χώρου και είναι φανερές έως αποθαρρυντικές οι αντιστάσεις , οι αλληλουπονομεύσεις , οι αιώνιες κατατάξεις σε ομάδες των ιδίων πάντα ονομάτων.
Ας ξεκινήσουν λοιπόν από κάπου επιτέλους , από τον εκσυγχρονισμό πρέπει να περάσουμε στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που δείχνουν στην προοπτική τους , έστω και αχνά , του τύπου κοινωνίας που θέλουμε.
Η νέα μεταπολίτευση προϋποθέτει τον εκσυγχρονισμό της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς και τον συγχρονισμό τους με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής. Δεν θα επέλθει με κόμματα – κακέκτυπα του παρελθόντος .

Αριστερά και Κυβέρνηση, Κόμμα και Κοινωνία

Α. Αριστερά και κυβέρνηση
Μια κυβέρνηση της Αριστεράς στο καπιταλιστικό πλαίσιο έχει εξ’ ορισμού αντιφατικούς ρόλους. Από την μια είναι φορέας της κρατικής εξουσίας, η οποία είναι όργανο επιβολής της αστικής τάξης στις υπόλοιπες τάξεις. Από την άλλη εκπροσωπώντας τους από κάτω,  ενσυνείδητα προσπαθεί να φέρει τέτοιες αλλαγές στην ασκούμενη πολιτική και στο κράτος ώστε να αδυνατίσει τις πολιτικές επιλογές των κυρίαρχων τάξεων την δεδομένη ιστορική περίοδο. Μια τέτοια πορεία ενδεχομένως να οδηγήσει σε εκτεταμένες αλλαγές οι οποίες κάποια στιγμή να αναιρέσουν την ίδια τη φύση της κρατικής λειτουργίας.
Πέρα από την παραπάνω γενική τοποθέτηση στην πράξη τα πράγματα αποδεικνύονται πιο σύνθετα. Όντας στην κυβέρνηση η Αριστερά σε συνθήκες νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού μοιραία θα κάνει συμβιβασμούς. Οι συμβιβασμοί είναι ανεξάρτητοι από την θέλησή της και επιβάλλονται από τον συσχετισμό δυνάμεων και από τον βαθμό ωρίμανσης της ταξικής πάλης. Οι συμβιβασμοί όμως δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις στους αριστερούς πολίτες ικανές να δημιουργήσουν προβληματισμούς, αποστρατεύσεις, πολεμική, ακόμα και διασπάσεις. Υπάρχει δίκιο σε όλα αυτά? Συναισθηματικά ναι. Πολιτικά όχι. Εξηγούμαι: Ο συμβιβασμός είναι αντίθετος στη λογική και το συναίσθημα του αριστερού γιατί υποκρύπτει τον συμβιβασμό με τον ταξικό εχθρό ή την προσχώρηση στην ιδεολογία του. Ορθά λοιπόν συναισθηματικά τον απορρίπτει. Ο ίδιος ο αριστερός ξέρει ότι η δυνατότητά της Αριστεράς να παρέμβει στην πραγματικότητα εξαρτάται από την ίδια μόνο στο βαθμό της θέλησης και της απόφασης. Κυρίως όμως εξαρτάται από τις συνθήκες και τον συσχετισμό των δυνάμεων. Κάτω από αυτή την οπτική ο συμβιβασμός είναι απαραίτητο στοιχείο άσκησης πολιτικής. Συμβιβάζεσαι όχι επειδή προσχωρείς στο στρατόπεδο του αντιπάλου αλλά για να μην του επιτρέψεις να σε συντρίψει. Η κυβέρνηση για την Αριστερά είναι άλλο ένα πεδίο πάλης, ανάλογο με τον συνδικαλισμό και την τοπική αυτοδιοίκηση. Σε έναν σκληρό εργατικό αγώνα μπορεί να επέλθει συμβιβασμός όχι τόσο ευνοϊκός για τους εργαζόμενους. Κάποιοι θα σπεύσουν να κατηγορήσουν την συνδικαλιστική ηγεσία. Οι πολλοί θα ξέρουν ότι κυρίως φταίει η αδιαλλαξία της εργοδοσίας. Αντίστοιχα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους συμβιβασμούς που κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς. Άλλωστε έχεις ηττηθεί όταν ο αντίπαλος καταφέρνει να νικήσει την θέληση και την απόφασή σου να τον πολεμήσεις.  
Εν τούτοις υπάρχει ένα ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε: Ποιος είναι ο ρόλος της κυβέρνησης της Αριστεράς σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων? Ή για να το προχωρήσουμε: Μέχρι πιο σημείο «επιτρέπεται» σε μια τέτοια κυβέρνηση να υποχωρεί απέναντι στον αντίπαλο? Η απάντηση είναι:  Συμμετέχεις στην κυβέρνηση παλεύοντας για κατακτήσεις που ματαιώνουν τις επιδιώξεις του αντιπάλου ή προωθούν το δικό σου σχέδιο. Αναδεικνύεις τις διαφορές σου από τις πολιτικές των κυρίαρχων τάξεων καλώντας τον λαό να πάρει θέση. Φροντίζεις δηλαδή για την ένταση της ταξικής πάλης όπου σαφώς τοποθετείσαι υπέρ των αδυνάτων.  Χτίζεις διεθνείς συμμαχίες έχοντας πλήρη επίγνωση ότι εθνικές λύσεις δεν υπάρχουν, διαμορφώνοντας ευνοϊκότερους συσχετισμούς για τα επόμενα βήματά σου. Σταματάς να συμμετέχεις στην κυβέρνηση όταν οι παραπάνω προϋποθέσεις παύουν να ισχύουν. Αυτή είναι η λύση της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κάθε άλλη προσέγγιση καταλήγει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παρακολούθημα του ιδιόμορφου επαναστατικού αναχωρητισμού του ΚΚΕ.
Β. Κόμμα και κοινωνία
Το κόμμα μας από το 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 δούλεψε για τον σκοπό της εκλογικής νίκης. Η δουλειά των οργανώσεων ακολουθούσε τις κεντρικές πολιτικές επιλογές και υπηρετούσε τις τρέχουσες κάθε φορά καμπάνιες του κόμματος. Σε περιόδους μεγάλων μαχών υπήρχε έξαρση συμμετοχής και αγωνιστικότητας η οποία υποχωρούσε μετά. Στα μεσοδιαστήματα η όποια δραστηριότητα εξαντλούνταν σε κάποιες ευκαιριακές δράσεις. Κυρίως όμως όλο αυτό το διάστημα οι οργανώσεις ασχολούνταν με τον εαυτό τους. Με διαρκές άγχος για το πόσο αριστεροί είμαστε και με «άμιλλα» ποιος θα στήσει καλύτερο εσωκομματικό μηχανισμό. Με κίνδυνο να αδικήσω κάποιες, η πλειοψηφία των οργανώσεων δεν ασχολήθηκαν με τα ιδιαίτερα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών. Αγνοούσαμε ή καμιά φορά σνομπάραμε τα τοπικά προβλήματα με αποτέλεσμα οι δεσμοί μας με την κοινωνία να είναι αδύναμοι.
Η ίδια λογική ακολουθήθηκε και κατά την διάρκεια της πρώτης κυβέρνησης μέχρι την διάσπαση. Από τον Σεπτέμβριο άρχισε να μπαίνει σε όλες τις οργανώσεις το ερώτημα για τον ρόλο του κόμματος στις νέες συνθήκες. Η εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών θέτει σε δοκιμασία την σχέση μας με τις κοινωνικές ομάδες που εκφράζουμε. Αυτό μεγεθύνθηκε από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και από τις τραμπούκικες πρακτικές τμημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, διαμορφώνοντας μια κατάσταση ιδιόμορφης αγοραφοβίας για τις οργανώσεις μας. Ταυτόχρονα εσωτερικά πληθαίνουν οι φωνές για ένα πιο αναβαθμισμένο ρόλο των οργανώσεων στη ζωή του κόμματος ότι το κόμμα δεν πρέπει να γίνει παρακολούθημα της κυβέρνησης και άλλα αντίστοιχα. Όλοι πάντως συμφωνούμε ότι οι ΟΜ είναι το κόμμα στον χώρο ευθύνης τους.
Είναι καιρός λοιπόν να γίνουμε πραγματικά το κόμμα στον χώρο μας. Να ασχοληθούμε με ζητήματα που είτε απασχολούν ήδη τις τοπικές κοινωνίες είτε θα τα αναδείξουμε εμείς. Οι τομείς δραστηριοποίησης απαραίτητα πρέπει να περιλαμβάνουν: Παραγωγική ανασυγκρότηση σε συνδυασμό με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής. Ανάδειξη επενδυτικών ευκαιριών και δυνατοτήτων απασχόλησης. Ανάπτυξη δομών κοινωνικής οικονομίας. Χρονίζοντα ζητήματα των τοπικών κοινωνιών. Παρεμβάσεις όπου εμφανίζονται ζητήματα κρατικής αυθαιρεσίας ή δυσλειτουργίες των κρατικών υπηρεσιών. Πρόκειται για θέματα που αν δεν τα κινήσουμε εμείς πιθανόν να μην κινηθούν ποτέ. Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι πολιτικός, άρα η ευθύνη θα ανήκει στις Νομαρχιακές Επιτροπές, συγκεκριμένος και με καθορισμένα χρονοδιαγράμματα. Οι κομματικές δυνάμεις θα απαιτούν συνεργασία με τους αρμόδιους από την κυβέρνηση και θα αναλαμβάνουν την πρόοδο και επίλυση των προβλημάτων καθώς και την υλοποίηση των σχεδίων, επιτυγχάνοντας έτσι την πολυπόθητη ώσμωση του κόμματος με την κυβέρνηση. Ένας τέτοιος σχεδιασμός θα δημιουργήσει εκ νέου ζωτικό χώρο για τις οργανώσεις μας και θα δώσει την ευκαιρία στους πολίτες να μας πλησιάσουν. Θα βρεθούμε εκ των πραγμάτων στην πρωτοπορία της κοινωνίας και θα αυξήσουμε το κύρος του κόμματος. Θα γίνουμε η φωνή του κυβέρνησης στην κοινωνία και η φωνή της κοινωνίας στην κυβέρνηση. Το κόμμα με αυτό τον τρόπο βοηθάει την κυβέρνηση να ασκήσει την πολιτική της και την ίδια στιγμή το ίδιο βοηθάει τον εαυτό του να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί.  
 
* O Δημήτρης Λαγουβάρδος είναι Συντονιστής ΟΜ Παιανίας Γλυκών Νερών

Παρέμβαση στον προσυνεδριακό διάλογο

Το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που θα λάβει χώρα τον Οκτώβρη αποτελεί μια ευκαιρία για αναστοχασμό και ανασύνταξη ενόψει μιας ακόμη δύσκολης περιόδου. Μάλιστα, για ένα κόμμα αριστερό και δημοκρατικό όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί αναγκαιότητα η όσο το δυνατό συχνότερη προσφυγή σε όργανα αμεσοδημοκρατικά που εμπλέκουν όλα τα μέλη στις διαδικασίες. Μια τέτοια κορυφαία διαδικασία είναι το Συνέδριο και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η σύγκλησή του άργησε να λάβει χώρα. Οι ειδικές συνθήκες του περασμένου καλοκαιριού αποτελούν αιτιολογία για αυτή την καθυστέρηση αλλά εφόσον η νεοφιλελεύθερη επίθεση στην κυβέρνηση και τη χώρα δεν είναι κάτι που πρόκειται να σταματήσει, οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε τις δημοκρατικές διαδικασίες μας ως όπλο απέναντί της και όχι να τις παγώνουμε επ’αόριστον.

Η εμπειρία μας από τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποκρυσταλλωθεί γρήγορα σε χρήσιμα συμπεράσματα καθώς ο πολιτικός χρόνος είναι συνέχεια πυκνός. Η απότομη προσαρμογή στο ρεαλισμό μας έβαλε δύσκολα, ομολογουμένως, διλήμματα και έθεσε υπό αμφισβήτηση τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας μας. Παράλληλα όμως μας έκανε να αναμετρηθούμε στην πράξη με πράγματα τα οποία αντιμετωπίζαμε για χρόνια σε θεωρητικό επίπεδο.
Η επιτακτική ανάγκη χρηματοδότησης της οικονομίας, η πραγματική λειτουργία του κράτους πρόνοιας, η πρόκληση της διαχείρισης του προσφυγικού, η συνεννόηση με μια εχθρικά ουδέτερη δημόσια διοίκηση (τουλάχιστον ως προς τα υψηλόβαθμα στελέχη) είναι μερικά από τα ζητήματα που αντιμετωπίσαμε σε αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Η ανταπόκρισή μας σε αυτά τα ζητήματα έδειξε ότι το στελεχιακό μας δυναμικό διέπεται από αίσθημα ευθύνης και ότι έχει ικανότητες. Παρ’όλη την εχθρική αντιμετώπισή μας από τα ΜΜΕ, η πραγματικότητα δείχνει ότι κάναμε βήματα μέσα σε αντίξοες συνθήκες ώστε να ανταποκριθούμε στις αυξημένες ανάγκες των πιο αδύνατων κοινωνικών ομάδων και αυτών που εχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση. Ωστόσο, αν θελουμε να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες που έχει ο λαός από μια κυβέρνηση της Αριστεράς, δεν πρέπει να φοβόμαστε την αυτοκριτική με στόχο να ανακαλύψουμε τα αδύνατα σημεία με σκοπό να τα διορθώσουμε. Η ταχύτητα με την οποία έχουμε κινηθεί μέχρι στιγμής θα ήταν ικανοποιητική υπό συνθήκες ομαλότητας αλλά οφείλει να γίνει πολύ μεγαλύτερη υπό τις παρούσες συνθήκες κρίσης.

Ο έλεγχος του κρατικού μηχανισμού είναι ένα ζητούμενο και η αναμέτρησή μας με τις καθεστωτικές νοοτροπίες ,που επικρατούν δυστυχώς ακόμα, πρέπει να είναι πιο αποφασιστική. Η ιδεολογική μας τοποθέτηση με τη μεριά του εργαζομένου μερικές φορές έχει ταυτιστεί με ιδεοληψία και υπάρχουν στελέχη της δημόσιας διοίκησης τα οποία το εκμεταλλεύονται αυτό θεωρώντας το αδυναμία μας να τους πειθαρχήσουμε σε μια νέα νοοτροπία αποτελεσματικότητας και εξυπηρέτησης του πολίτη. Έτσι λειτουργούν ως κράτος εν κράτει, προσθέτοντας στη φύση ενός συχνά καταπιεστικού οικονομικού συσήματος μια καταπίεση του πολίτη υπό το βάρος κάποιων δημόσιων λειτουργών που δρουν εν είδει φεουδάρχη.
Αυτό που μπορεί να κάνει το συνέδριό μας είναι να θέσει το ζήτημα στη σωστή του διάσταση και να μας δώσει και την ιδεολογική και θεωρητική κατάρτιση να αντιμετωπίσουμε αυτά τα καθεστωτικά φαινόμενα. Θεωρώ πως είναι η ώρα η δημόσια διοίκηση να εκσυγχρονιστέι πραγματικά και να πάρει εκείνα τα στοιχεία από τον ιδιωτικό τομέα που τον καθιστούν αποτελεσματικότερο, όπως τα αξιοκρατικά κριτήρια και τα μετρήσιμα αποτελέσματα. Μην ξεχνάμε πως η ουσία του κράτους πρόνοιας βρίσκεται στη φύση των στόχων που θέτει και όχι στον τρόπο αξιολόγησής τους. Για παράδειγμα η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας μπορεί να παράξει μετρήσιμα αποτελέσματα ως προς την αντιμετώπιση των περιστατικών και την βελτίωση της υγείας των πολιτών, χωρίς αυτό να σημαίνει περικοπές κατά τη νεοφιλελεύθερη συνταγή.

Ένα δεύτερο σημείο συμβολής μου στο δημόσιο προσυνεδριακό διάλογό μας είναι η αναβάθμιση του ζητήματος της αποκέντρωσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όντας βουλευτής επαρχίας και έχοντας θητεύσει σε αυτοδιοικητικές θέσεις, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι το πραγματικό κύτταρο της δημοκρατίας είναι η τοπική αυτοδιοίκηση και ειδικά οι πρώτς βαθμίδες της. Εκεί ο πολίτης έρχεται σε άμεση επαφή με τους εκλεγμένους, μπορεί να έχει ενημέρωση από πρώτο χέρι και να συμβάλλει αν θελει ουσιαστικά στην επίλυση των προβλημάτων που τον απασχολούν. Όσο λιγότεροι μεσολαβούν μεταξύ  της τελικής απόφασης και του υποκειμένου αυτής, που ειναι οι πολίτες, τόσο το καλύτερο για τη δημοκρατία. Άρα οφείλουμε να κατοχυρώσουμε με τις νέες καλλικρατικές δομές περισσότερες και ουσιαστικότερες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό άλλωστε ήταν πάγιο αίτημα της Αριστεράς από παλιότερες, δυσκολότερες εποχές και οι τότε σύντροφοι είχαν την οξυδέρκεια να καταλάβουν τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών στα κέντρ λήψης αποφάσεων. Οι ελληνικές κοινότητες και όχι το περιβόητο DNA ήταν αυτές που αποδεικνύουν τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού ως κοιτίδα δημοκρατίας. Και αν παρατηρούνται στοιχεία παρακμής ακόμα και εκεί, αυτό είναι σημείο των καιρών και δεν ευθύνονται οι κοινοτικές δομές για αυτά. Όπως και στην υψηλή πολιτική, έτσι και στην πολιτική της καθημερινότητας, το στοίχημα της δημοκρατίας είναι η συμμετοχή της κοινωνικής πλειοψηφίας σε αυτά που την αφορούν. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι στο χέρι των μελών του ΣΥΡΙΖΑ να πρωτοστατήσουν και σε αυτή τη διαδικασία.

*Ο Κώστας Σέλτσας είναι βουλευτής Φλώρινας του ΣΥΡΙΖΑ

Περί συνεδρίων και όχι μόνο

Ας πάρουμε τον αφορισμό του «Όποιος ξεχνάει την  ιστορία του είναι καταδικασμένος να τη ξαναζήσει» και ας ξεκινήσουμε από κει…

Oπως έχει γραφτεί αρκετές φορές λοιπόν ο Συριζα ήταν ένα μικρό πολυτασικό κόμμα της «ακτιβίστικης» ριζοσπαστικής Αριστεράς που «βίαια και απροσδόκητα» και για διάφορους λόγους και συγκυρίες εκτοξεύτηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης  την Άνοιξη του 2012.

Oπως επίσης έχει γραφτεί αρκετές φορές ο Συριζα δεν ήταν επουδενί έτοιμος για κάτι τέτοιο όπως  και αποδείχτηκε αργότερα.

Αυτό που μάλλον δεν έχει γραφτεί και πολύ είναι πως κάποιοι μέσα στο ίδιο το κόμμα  έκαναν ότι περνούσε απ το χέρι τους προκειμένου ο Συριζα το Γενάρη του 2015 να πάει παντελώς απροετοίμαστος κι ως «πρόβατο επί σφαγή» τόσο στο εσωτερικό μέτωπο της κυβέρνησης όσο και στο εξωτερικό της διαπραγμάτευσης . Κι εδώ δε μπορούμε να μιλάμε ούτε για «αφέλεια», ούτε για «ρομαντισμό» ή «έλλειψη πείρας» αλλά για ξεκάθαρη και ωμή σκοπιμότητα και κακοήθεια.  Μήπως την «αριστερή παρένθεση» την θέλησαν και μέσα απ τον τότε Συριζα;

Αν όχι, τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως κεντρικά στελέχη ( της Πολιτικής Γραμματείας, του Κεντρικού Συμβουλίου, της Κοινοβουλευτική μας ομάδας) άνθρωποι με πολλά χρόνια «θητείας» στην Αριστερά και στα «κινήματα» ήσαν παντελώς ανόητοι ή αφελείς άνθρωποι που δεν μπορούσαν να εννοήσουν ούτε για ένα λεπτό πως  τα δυόμισι χρόνια που ο Συριζα κατείχε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντι να αξιοποιηθούν κατάλληλα για την δημιουργία, με πρωτοπόρο το Σύριζα, ενός στιβαρού κοινωνικού κινήματος σπαταλήθηκαν σε τασικούς ανταγωνισμούς και ψευδό-επαναστατικούς βερμπαλισμούς. Έτσι και παρά τους ψήφους που χε πάρει ο Σύριζα τόσο στις διπλές εκλογές ου ’12 όσο και στις Ευρωεκλογές , ορισμένοι έκαναν ότι περνούσε απ το χέρι τους ώστε ο Συριζα να παραμείνει μια κλειστή, ελεγχόμενη απ τις παρέες τους, σέχτα, φροντίζοντας επιμελώς να δίνουν μια απωθητική εικόνα του κόμματος στην ευρύτερη κοινωνία ενώ την ίδια στιγμή, οι ίδιοι  οι όποιοι αντιμετώπιζαν την Αριστερά με λογικές γκρουπούσκουλου, υμνολογούσαν ένα ανύπαρκτο (υπεύθυνη τους) «κίνημα» και διεκήρυτταν με στόμφο πως μόλις εκλεγεί ο Συριζα την άλλη μέρα κιόλας «θα τα σαρώσει όλα» !! Πανηγύριζαν την νίκη ενώ ετοίμαζαν την ήττα με απλά λόγια.

Έτσι οδηγηθήκαμε εκόντες-άκοντες  στο συνέδριο-παρωδία του ’13 στο οποίο οι συνιστώσες κι oi ανθυπο-συνιστώσες με τους παρατρεχάμενους τους ,αντί να διαλυθούν όπως προβλεπόταν, πήραν «παράταση» και συνέχισαν το διαβρωτικό τους έργο θριαμβολογώντας με μικροαστική έπαρση πως «η πλειοψηφία δεν τόλμησε» ! Ακόμα και σαν πρωθυπουργός , στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του, ο Τσίπρας ήταν όμηρος τους αφού κάθε φορά που καθόταν στο τραπέζι με την Μέρκελ έπρεπε , εκτός απ όλα τα αλλά, να σκέφτεται τι θα πει ύστερα στον Λαφαζάνη, τον Ριναλντι , το Νταβανέλλο και τους… «53».

Τι μας απέμενε μετά απ όλα αυτά σα κόμμα ; Η συρρίκνωση του λόγου της Αριστεράς σε μια στείρα «αντιμνημονιακή» ρητορεία η οποία οφείλουμε να παραδεχτούμε πως σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία της δε διέφερε ουσιαστικά απ αυτήν της Ακροδεξιάς ή της «πανω πλατείας» αν προτιμάτε (προδότες, πουλημένοι, γερμανοτσολιάδες κτλ) κι η οποία γύρισε εν τέλει μπούμερανγκ διότι αν διακηρύττεις πως όποιος ψηφίζει κι εφαρμόζει μνημόνια είναι «Τσολάκογλου»  τότε κι η σημερινή κυβέρνηση που αναγκαστικά βρίσκεται υπό την εποπτεία των δανειστών είναι συμπερασματικά μια κυβέρνηση «Τσολάκογλου»! Λες κι η αυτή η έρμη χωρά πριν τα μνημόνια δεν είχε καθόλου προβλήματα!  Να μην αναφέρουμε και  τις «δεν πληρώνω» προτροπές μερικών στελεχών που σήμερα με τους στόχους που χεις θέσει ακούγονται τραγικά αστείες.

Η δε Νεολαία Σύριζα στην οποία ανήκω απ το 2012, με την ευθύνη κυρίως προσώπων συγκεκριμένης κυρίαρχης τάσης (δε ευθυνόμαστε όλοι το ίδιο εφόσον δεν είχαμε όλοι τις ίδιες απόψεις για τις αποφάσεις που παίρνονταν, αλλά όλα κρίνονται απ το ποιος κατέχει την πλειοψηφία δυστυχώς) κινούνταν κάπου μεταξύ ενός αλλοπρόσαλλου αριστερισμόυ και μιας «αντισυστημικής» αναρχίας κυριαρχούμενη από εμμονές και κομπλεξισμούς όπως «να μην φανεί πως είμαστε στα διάφορα στέκια πως είμαστε συριζαίοι κομματοσκυλα» και φυσικά της περίφημη σύνδεση της με τα λεγόμενα«κινήματα» (δηλαδή τους διαβόητους πλέον αλληλέγγυους που τελευταία έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο επιτιθέμενοι σα κοινοί τραμπούκοι σε γραφεία και εκδηλώσεις του Συριζα).

Εν κατακλείδι ας ελπίσουμε πως στα μέσα του επόμενου θα πάμε σε ένα συνέδριο πραγματικής επανίδρυσης αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού στο οποίο θα χαρακτεί μια εντελώς νέα στρατηγική θα γίνει ένα γενναίο κι οργανωμένο άνοιγμα στην κοινωνία και απαντηθούν κρίσιμα  και απαντηθούν με ειλικρίνεια βασικά ερωτήματα όπως που είχαν «ανακαλύψει» ορισμένοι σύντροφοι τα δισεκατομμύρια του «υπερφιλόδοξου» προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Μόνο έτσι θα καταπολεμηθεί η απογοήτευση στην κοινωνία  για την οποία όλοι έχουμε τις ευθύνες μας αν και όχι ισόποσα.

* O Βασίλης Φαναράκης είναι μέλος της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Λάρισας

Τι πρέπει να γίνει ώστε να ανακοπεί η μη αναστρέψιμη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί σωρευτικά να έχουν επιδράσει αρνητικά όλα τα Μνημόνια, με τελευταία τα δυσβάστακτα μέτρα για το ασφαλιστικό και το φορολογικό, αλλά είναι πολλά τα κακώς κείμενα στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα αναφερθώ μόνο σε δύο: α) την πολιτική στελεχών και β) την επικοινωνιακή πολιτική του κόμματος.

α) Δεν υπάρχει πολιτική στελεχών στον ΣΥΡΙΖΑ. Τι υπάρχει; Υπάρχουν οι τασικές σχέσεις και επιρροές, οι προσωπικές γνωριμίες, η αξιοποίηση “προσωπικοτήτων” και οι μεταγραφές. Έτσι στελεχώθηκε η κυβέρνηση, αλλά και όλες οι θέσεις. Ευτυχώς η κυβέρνηση είναι το δέκα το καλό της υπόθεσης. Οι περισσότεροι βαθμολογούνται με λίαν καλώς έως άριστα (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων).

Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Κοινοβουλευτική Ομάδα, την Κεντρική Επιτροπή, τις Νομαρχιακές Επιτροπές και τη στελέχωση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των υπουργείων, των οργανισμών, των διοικήσεων διαφόρων φορέων. (Στην καταμέτρηση και αξιολόγηση εξαιρώ μερικές δεκάδες έμπιστα πρόσωπα των υπευθύνων διαφόρων φορέων, που δικαιούνται να χρησιμοποιούν).

Γιατί συνέβη και συνεχίζει να συμβαίνει αυτό; Γιατί στη στελέχωση κυριαρχούν οι μέτριοι, οι ανεπαρκείς, οι βολεμένοι και οι ιδιοτελείς; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Η στελέχωση δεν έγινε με κάποιο στοιχειώδη θεσμικό τρόπο. Ένα αόρατο κέντρο χωρίς συλλογικές διαδικασίες, διαφάνεια, αξιοκρατία αποφάσισε και συνεχίζει να αποφασίζει. Αποτέλεσμα: οι περισσότεροι βρίσκονται σε διάφορες θέσεις για να βολευτούν προσωπικά και όχι να υπηρετήσουν την κυβέρνηση, την κοινωνία και τελικά τον ΣΥΡΙΖΑ.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

1. Κατάργηση των τάσεων. Η λειτουργία των τάσεων δεν συμβαδίζει με τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη συλλογικότητα και την αξιοκρατία. Οι τάσεις υπάρχουν μόνο για την εξουσία. Την εξουσία στο κόμμα, στην κυβέρνηση, στις διάφορες θέσεις. Αλλά, όπως είπα παραπάνω, δεν είναι όλοι ικανοί, κατάλληλοι και άξιοι. Βρίσκονται εκεί όπου βρίσκονται γιατί ανήκουν σε κάποια τάση.

Ο αντιπρόεδρος σ. Δραγασάκης κατά καιρούς έχει αναφερθεί «στις βαρονίες, στα φέουδα, στις κλειστές ομάδες». Στο τελευταίο του σημείωμα στην «Αυγή» (17.07.2016), επαναλαμβάνει πολλά απ’ αυτά τα σωστά πράγματα. Αναρωτιέμαι, τόσο δύσκολο είναι να μπει μπροστά μια διαδικασία επίλυσής τους;

2. Το Συνέδριο να γίνει ύστερα από έξι μήνες (το νωρίτερο), ώστε συστηματικά το κόμμα να μαζικοποιηθεί με την εγγραφή νέων μελών. Το υποψήφιο μέλος ν’ απαντά σ’ ένα συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο και, για λόγους διαφάνειας, να δέχεται ότι αυτό το βιογραφικό θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να δημοσιοποιηθεί.

3. Να επανεξεταστεί η τοποθέτηση όλων όσους χρησιμοποιεί το κόμμα σε διάφορες θέσεις. Η νέα κρίση και η επαναξιολόγηση να γίνει με έναν στοιχειώδη θεσμικό τρόπο. Η νέα διάταξη των στελεχών να εξυπηρετεί την ενίσχυση του κόμματος στους διάφορους μαζικούς φορείς ώστε, σε βάθος χρόνου, να έχει αξιοπρεπή εκπροσώπηση στον συνδικαλισμό, στην αυτοδιοίκηση κ.λπ.

Αντιλαμβάνομαι ότι μ’ αυτή την πρόταση γίνομαι δυσάρεστος στην τωρινή νομενκλατούρα του κόμματος. Νομίζω, όμως, ότι έτσι πρέπει να πράξει ένα στοιχειωδώς σοβαρό κόμμα, πόσο μάλλον ένα κόμμα της Αριστεράς.

β) Επικοινωνία: Οι μόνοι που κάνουν ουσιαστική επικοινωνιακή πολιτική δουλειά για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Τσίπρας, ο Καρτερός και ο… Λαζόπουλος (Aλ Τσαντίρι). Φαίνεται ότι το ίδιο αόρατο κέντρο επιθυμεί η επικοινωνιακή δουλειά να γίνεται μόνο από την κυβέρνηση και όχι από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά αν δεν οργανωθεί συστηματικά η επικοινωνιακή δουλειά από το κόμμα, και δεν συμμετάσχει το σύνολο των μελών του, τότε… αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια…

Διακινδυνεύω την εκτίμηση και την πρόβλεψη ότι το αόρατο κέντρο, η ηγετική ομάδα, η νέα νομενκλατούρα, που λέγαμε, δεν ενδιαφέρεται για την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος μακράς πνοής και μακράς προοπτικής. Ενδιαφέρεται για τη διατήρηση των προνομίων μερικών δεκάδων στελεχών και πέραν τούτου ουδέν. Εννοείται μετά την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας.

Η κίνηση – τάση, Ανένταχτοι (δηλαδή ατασικοί) Συριζαίοι, ναι, συριζοφρουροί (δηλαδή άκριτοι χειροκροτητές), όχι, έχει έναν και μοναδικό στόχο: την κατάργηση των τάσεων. Η εκλογή στο συνέδριο και στα διάφορα όργανα θα γίνεται με κλήρωση. Μπορεί να προβλέπεται και εναλλαγή κ.λπ.

* Ο Σούλης Φωτίου είναι μέλος της Οργάνωσης Μελών Χολαργού – Παπάγου

Τα συνέδρια των κομμάτων δεν συνιστούν ασκήσεις επί χάρτου

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιείται υπό συνθήκες πρωτόγνωρες για κόμμα της Αριστεράς. Αφενός, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην κυβέρνηση, αποτελώντας τον κορμό της. Επομένως εκ των πραγμάτων τα στοιχεία που συνθέτουν την κυβερνητική πολιτική συμπλέκονται με τον ιδεολογικό – πολιτικό προσανατολισμό του κόμματος. Αφετέρου, η πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση είναι εν πολλοίς αναγκαστική, λόγω συνθηκών, δεδομένου ότι η χώρα εδώ και πολλά χρόνια είναι υπό επιτροπεία.

Ταυτόχρονα, το συνέδριο είναι συνέχεια του ιδρυτικού συνεδρίου, κατά το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματίστηκε από κόμμα συνιστωσών σε κόμμα μελών. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που εκπροσωπεί τον κόσμο της εργασίας. Συγχρόνως, υπό τις παρούσες συνθήκες επιτροπείας της χώρας και βίαιου κοινωνικού μετασχηματισμού, με τη φτωχοποίηση των μεσαίων στρωμάτων και την πληβειοποίηση των κατώτερων στρωμάτων, η κοινωνική εκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ εκτείνεται και σε αυτά τα στρώματα, των οποίων το βιοτικό επίπεδο έχει καταβαραθρωθεί.

Συνεπώς, εκτός της επαναβεβαίωσης του ιδεολογικού – πολιτικού πλαισίου του κόμματος, γεγονός που προσδίδει μία οραματική και εκ των πραγμάτων μακροπρόθεσμη διάσταση στην πολιτική του, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να απευθυνθεί στον Έλληνα πολίτη, να υποβάλλει προτάσεις και να προτείνει λύσεις για την καθημερινότητά του, δεδομένου ότι αυτός (ο Έλληνας πολίτης), μετά τη βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του, εξακολουθεί «να τα φέρνει δύσκολα».

Τα συνέδρια των κομμάτων δεν πραγματοποιούνται εν κενώ και δεν συνιστούν ασκήσεις επί χάρτου. Απευθύνονται στην κοινωνία και τους πολίτες. Η ζώσα πραγματικότητα απαιτεί πολιτικές προτάσεις και λύσεις που να είναι ρεαλιστικές, εφικτές, να συνδέονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες και να λαμβάνουν υπόψη τους συσχετισμούς δυνάμεων. Συγχρόνως, οι πολιτικές προτάσεις και λύσεις εξ ορισμού έχουν προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο.

Η αναγκαστική ψήφιση του τρίτου Μνημονίου έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο κανόνων και ρυθμίσεων προς υλοποίηση, που, χωρίς αμφιβολία, δυναστεύει την ελληνική κοινωνία.

Επομένως, εκτός από τη μάχη που διεξάγεται για τη διευθέτηση του μη βιώσιμου δημόσιου χρέους, χρειάζονται αντισταθμιστικές πολιτικές που να αμβλύνουν τις υφεσιακές και αντικοινωνικές αιχμές των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι τομείς στους οποίους υπάρχει δυνατότητα να εκτυλιχθούν οι αντισταθμιστικές πολιτικές, είναι η Δημόσια Διοίκηση, η εκπαίδευση, η Υγεία και οι επενδύσεις που μπορούν να δώσουν ανάσες και να οδηγήσουν σε ανάπτυξη και σε δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η Δημόσια Διοίκηση αποτελεί τον «μεγάλο ασθενή» του ελληνικού κράτους. Λειτουργεί ως τροχοπέδη για την προσέλκυση και στήριξη επενδύσεων και για την εξυπηρέτηση του πολίτη. Η σύγχυση που δημιουργεί η πολυνομία και η γραφειοκρατία μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω συγκεκριμένων τομών, όπως η οργανωτική ανασύνταξη των δομών του Δημοσίου, η λογοδοσία, η διαφάνεια και η ορθολογική αξιοποίηση του προσωπικού.

Η εκπαίδευση χρειάζεται εκ βάθρων αναδιάρθρωση. Να συνδεθεί με την ανθρωπιστική διάσταση της Παιδείας, με σκοπό την ανάδειξη ενεργών δημοκρατικών πολιτών αλλά και με την παραγωγή, ώστε το επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό της χώρας να μπορεί να απορροφάται από τους τομείς της οικονομίας στους οποίους δίδεται προτεραιότητα.

Στον τομέα της Υγείας, που αποτελεί τη σημαντικότερη παράμετρο της κοινωνικής πολιτικής, απαιτείται να υπάρξει εξορθολογισμός της συνέργειας των νοσοκομειακών μονάδων, των Κέντρων Υγείας, των ΠΕΔΔΥ, του εξοπλισμού με τους διατιθέμενους πόρους, ώστε η ιατρική περίθαλψη να

είναι προσβάσιμη σε όλους τους πολίτες, και κυρίως στους κατοίκους της περιφέρειας.

Οι επενδύσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στο νέο παραγωγικό πρότυπο, το οποίο περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό της κοινωνικά δίκαιης παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Να είναι στοχευμένες σε τομείς της οικονομίας που συνδέονται με την παραγωγή, δημιουργούν υπεραξία και θέσεις εργασίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο πρωτογενής τομέας, συνδυαστικά με τη μεταποίηση και την οργανωμένη διάθεση των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, αλλά και την προσφορά επαγγελματικών ποιοτικών αγροτουριστικών υπηρεσιών, αποτελεί προτεραιότητα. Όπως επίσης και η παραγωγή προϊόντων που ενσωματώνουν καινοτομικές πρωτοβουλίες και δράσεις και μπορούν να διατεθούν στην αγορά. Επιπλέον, ο τουρισμός και η ενέργεια μπορούν να αποτελέσουν άξονες ανάπτυξης.

Η μάχη κατά του συστήματος διαπλοκής και διαφθοράς συνεχίζεται, επιδεικνύοντας επιτυχίες, όπως η νομοθέτηση και υλοποίηση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών συχνοτήτων, η σταδιακή εκκαθάριση των διαφόρων λιστών, η ενεργοποίηση της δικαιοσύνης σε θέματα που χρειάζονται διαλεύκανση και εκκαθάριση, με σκοπό την απόδοση όσων οφείλονται στο Ελληνικό Δημόσιο και συνακόλουθα την επιστροφή στην «κανονικότητα» και την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου του ελληνικού λαού.

Αυτή η πολιτική πρέπει και μπορεί να συνοδευτεί από πρωτοβουλίες που να επιδιώκουν προοδευτικές συμμαχίες σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Το διεθνές και το ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι εξαιρετικά ασταθή. Πλέον στην Ευρώπη και όχι μόνον, ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και εκ των πραγμάτων οδηγούν τις πολιτικές δυνάμεις του κεντροαριστερού χώρου (δυστυχώς πλην Ελλάδος) στον απεγκλωβισμό τους από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η σχετική υπερβατική διαδικασία απαιτεί χρόνο.

Σ’ αυτό το κοινωνικό και πολιτικό εσωτερικό, ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διαδραματίσει την αποστολή του, ως κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, το οποίο έχει αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Έχει καθήκοντα στήριξης αλλά και ελέγχου της κυβέρνησης της Αριστεράς. Στήριξη δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά γόνιμη συμμετοχή στη διαμόρφωσή της και εν συνεχεία ανάδειξή της και ενεργή αντιπαράθεση με τις αντιτιθέμενες σ’ αυτήν πολιτικές. Ο δε έλεγχος της κυβερνητικής πολιτικής δεν μπορεί να περιορίζεται σε ατεκμηρίωτη κριτική, αλλά, μέσω της κριτικής, πρέπει να επιδιώκεται η γονιμοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής με στοιχεία που την καθιστούν καλύτερη και αποτελεσματικότερη.

Προκειμένου να ασκήσει αυτή την αποστολή και να κρατήσει ζωντανή τη σχέση του με την κοινωνία και τα προβλήματά της, το κόμμα πρέπει να λειτουργεί ανοιχτά, δημοκρατικά, πλουραλιστικά, με μέλη ενεργά και τέτοιου αριθμού, ο οποίος να αντιστοιχεί πολιτικά στην εκλογική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ.

 
* Ο Γιώργος Παπαηλιού είναι βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ

Συνεχίζουμε με σύνεση και τόλμη

Τρεις σύντομες παρατηρήσεις που στόχο έχουν να τονίσουν ζητήματα που βάζουν οι Θέσεις.

1. Ζήτημα θεωρίας

Η πορεία προς τον σοσιαλισμό είναι μια πορεία προς έναν άγνωστο τόπο. Η πολυπλοκότητά της και η διάρκειά της είναι αδύνατον να προβλεφθούν. Οι Θέσεις, εκτιμώντας τις ιστορικές εμπειρίες που αφορούν τις προσπάθειες εφαρμογής του σοσιαλισμού αναφέρουν: «τα δυο ρεύματα (…) Σοσιαλδημοκρατικό (…) Κομμουνιστικό (…) απέτυχαν να κάνουν πράξη το όραμα της κοινωνικής και ανθρώπινης απελευθέρωσης. Η κατάρρευση του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’ (…) οδήγησε σε κρίση το σύνολο της Αριστεράς ανεξαρτήτως των κομματικών της εκφράσεων».

Οι ηγεσίες αυτές δεν κατάφεραν να αποδώσουν τα προσδοκώμενα από τους λαούς τους και γι’ αυτό δεν άντεξαν την πίεση του καπιταλισμού. Σήμερα είναι ιστορικές παρενθέσεις από τις οποίες μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

* Γιατί αφομοιώθηκαν, κατέρρευσαν ή μεταλλάχθηκαν (π.χ. Κίνα) αυτές οι εξουσίες;

* Γιατί λαϊκές μάζες εγκαταλείπουν την Αριστερά και χειραγωγούνται από εθνικιστές και φασίστες;

* Γιατί έχασε την ελκτική της δύναμη η Αριστερά παρότι αγωνίζεται ενάντια στη λιτότητα και τον αυταρχισμό;

Αυτά είναι μόνο κάποια από τα ερωτήματα που ανακύπτουν. Δυστυχώς αυτή η ιστορική πραγματικότητα μας πείθει πως ο σοσιαλισμός δεν υπήρξε. Ως αποτέλεσμα, έχουμε την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στον πλανήτη και τις εκ νέου εμφανίσεις εθνικιστών και φασιστών.

Προτείνω ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνεργασία με το ΚΕΑ, να βάλει προς συζήτηση το σοβαρό ζήτημα της θεωρίας, γιατί οι επιμέρους έως σήμερα προσεγγίσεις δεν επαρκούν. Το πρόβλημα φυσικά δεν είναι μόνο θεωρητικό, είναι και τι ιδεολογικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες αναπτύσσουμε σε συνάρθρωση με τα κοινωνικά κινήματα. Η θεωρία του σοσιαλισμού πρέπει να «επαναθεμελιωθεί» με «σύγχρονους όρους», γιατί ο σοσιαλισμός δεν είναι μια ανεφάρμοστη δογματική ουτοπία ή ένα αποτυχημένο πολιτικό σύστημα που εφαρμόστηκε, είναι μια εφικτή ιστορική αναγκαιότητα ανοιχτή στον άνθρωπο και το μέλλον του.

2. Συμμετοχικός σοσιαλισμός

Επειδή στον σύγχρονο κόσμο οι έννοιες Δημοκρατία και ελευθερία έχουν κακοποιηθεί, θεωρώ ότι το να λέμε πως αγωνιζόμαστε: “για σοσιαλισμό με Δημοκρατία και ελευθερία» δεν αρκεί. Νομίζω ότι εάν προσθέσουμε και την έννοια συμμετοχή, θα έχουμε έναν πιο σαφή προσδιορισμό της ουσίας του σοσιαλισμού.

Η έννοια συμμετοχή βέβαια είναι διάσπαρτη στις Θέσεις, μπαίνει όμως αποσπασματικά και όχι ως γενικός προσδιορισμός του σοσιαλισμού. Ιστορικά, όπου και για όσο υπήρξε ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στα πολιτικά δρώμενα, τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά. Το πρόβλημα είναι πως αυτή η συμμετοχή ήταν προσωρινή γιατί εκτοπιζόταν από κομματικές γραφειοκρατίες. Είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε πλέον να φανταστούμε τον Σοσιαλισμό χωρίς Δημοκρατία, ελευθερία και ουσιαστική θεσμοθετημένη συμμετοχή των πολιτών.
Ο σοσιαλισμός ή θα είναι συμμετοχικός ή δεν θα υπάρξει

3. Παράλληλο πρόγραμμα και ΣΥΡΙΖΑ

Το τρίτο Μνημόνιο, ως αποτέλεσμα εκβιασμών, προφανώς δεν επιλύει προβλήματα που συσσώρευσαν τα δυο προηγούμενα. Η κυβέρνηση, παρά τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, προσπαθεί με το παράλληλο πρόγραμμα να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση χαράσσοντας έτσι και τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Η ενίσχυση και η ένταξη του παράλληλου προγράμματος σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο που θα μας οδηγήσει σε βαθιές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και μετασχηματισμούς μπορεί να μας βγάλει από τα ερείπια των Μνημονίων.

Στις μάχες που θα δοθούν εναντίον του διεφθαρμένου παλαιού συστήματος ο διάλογος και ο κοινός αγώνας με άλλες πολιτικές δυνάμεις που έχουν τον ίδιο στόχο θα ανανεώσει και θα διευρύνει τις συμμαχίες μας. Σε αυτόν τον δύσβατο δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα των μελών του και όχι ως γραφειοκρατικός οργανισμός, θα πρέπει να ενεργοποιηθεί συλλογικά, με μέθοδο, για την υλοποίηση του προγράμματός του.

 
* Ο Μένιος Αϊδίνης είναι φίλος της Οργάνωσης Μελών ΣΥΡΙΖΑ Αγίας Παρασκευής

Συνδικαλιστικές ελευθερίες

Με αφορμή την έναρξη των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς για τη δεύτερη αξιολόγηση ανακινούνται διάφορα θέματα που έχουν να κάνουν με την προστασία των εργαζομένων στους τόπους δουλειάς και με τις συνδικαλιστικές τους ελευθερίες.

Ήδη στο Τμήμα Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ξεκινήσει από καιρό οι συζητήσεις γι’ αυτά τα ζητήματα και αρκετοί σύντροφοι και συντρόφισσες έχουν καταθέσει σημαντικές προτάσεις.

Οι παρακάτω σκέψεις αποτελούν τη δική μου συμβολή σ’ αυτό τον διάλογο, με συγκεκριμένες παρατηρήσεις κατ’ άρθρον στον υπάρχοντα Ν. 1264/82.

Επιτρέψτε μου, όμως, πριν από αυτό, να αναφερθώ, για ιστορικούς λόγους στο τι προϋπήρχε του Ν. 1264/82.

Πριν από τη δικτατορία, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και μέχρι το 1982, η λειτουργία των συνδικάτων διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 330 επονομαζόμενου του νόμου Λάσκαρη, και επικρατούσαν τα εργοδοτικά και εργοτοπατεριστικά σωματεία.

Τα προοδευτικά συνδικάτα, κύρια μετά τη Μεταπολίτευση, εκφράζονταν μέσα από διάφορες μορφές συντονισμού, όπως ΣΕΔΟ, ΣΑΔΕΟ κ.λπ., διεκδικώντας τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος.

Ο Ν. 1264/82 αποτέλεσε τομή για το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας και ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων αγώνων των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων η ψήφισή του.

Περιέχει σημαντικές διατάξεις που κατοχυρώνουν και προστατεύουν τη συνδικαλιστική δράση, απαγορεύουν την ανάμειξη του/της εργοδότη ή εκπροσώπου του/της στη δράση του σωματείου, όπως απαγορεύεται η εγγραφή ως μελών του σωματείου διευθυντικών στελεχών.

Υποχρεώνει τον/την εργοδότη σε μια σειρά παραχωρήσεις προς το σωματείο (παραχώρηση γραφείου, πινάκων ανακοινώσεων, χώρου για τη διενέργεια των γενικών συνελεύσεων κ.ά.).

Τα επισημαίνω αυτά για να φανεί η αναγκαιότητα να γνωρίσουν οι νέοι, νέες συνάδελφοι τις δυνατότητες που τους δίνονται για να αναπτύξουν συνδικαλιστική δράση.

Συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις για τροποποίηση στον Ν. 1264/82:

Άρθρο 1 παρ. 1 Είναι μέλη του ίδιου σωματείου όσοι, όσες απασχολούνται με οποιαδήποτε μορφή εργασίας στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, στα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ, μετανάστες και μετανάστριες.

Παρ. 2 α και β Για τις δημοσιογραφικές οργανώσεις και τους ναυτεργάτες υπάρχει εξαίρεση και υπάρχει ανάγκη συνεννόησης με δυνάμεις αυτών των χώρων για να υπάρξει βελτίωση της υπάρχουσας κατάστασης.

Άρθρο 6. παρ. 2 Επειδή αφορά ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, ίσως χρειάζεται τροποποίηση και, αντί για υπογραφή ΕΓΣΣΕ, να ορίζεται ότι υπάρχει η δυνατότητα να εισπράττεται η εισφορά των μελών μέσω της μισθοδοσίας.

 
Οπόταν απαλείφεται η παρ. 3 του άρθρου

Να επισημάνω σε σχέση και με το άρθρο 5 ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο η αξιοποίηση της χρηματοδότησης των συνδικάτων, αλλά προϋποθέσεις χρηματοδότησης των συνδικάτων με βάση αριθμό μελών, δραστηριότητες σε όφελος των εργαζομένων, απολογισμός και αξιολόγηση αποτελεσμάτων για την επόμενη χρηματοδότηση. Αν δεν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, το συνδικάτο δεν επαναχρηματοδοτείται. Τα προηγούμενα χρόνια έγινε κατασπατάληση πόρων από συνδικάτα που πρόσκεινταν στο εκάστοτε κυβερνών κόμμα και συνδικάτα που είχαν αξιόλογη δράση δεν είχαν καμία οικονομική βοήθεια.

Άρθρο 9 παρ. 3 δεύτερη πρόταση… εκλέγει τους αντιπροσώπους της για τη γ/θμια οργάνωση και όχι ομοσπονδία.

Άρθρο 12 παρ. 5 Απαλείφεται η ρύθμιση και επιβάλλεται η εφαρμογή της απλής αναλογικής.

Θα ήταν οξύμωρο να έχει ψηφιστεί η απλή αναλογική ως εκλογικός νόμος του κράτους και να υπάρχει στα συνδικάτα είδος απλής αναλογικής με μπόνους εδρών για την παράταξη με το μεγαλύτερο υπόλοιπο ψήφων για τη δεύτερη, τρίτη κατανομή εδρών και τις αδιάθετες έδρες.

Προστίθεται παρ. 7, ως εξής Συγχρόνως με τις αρχαιρεσίες για ανάδειξη των μελών του Δ.Σ. και εκπροσώπων για τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις, διενεργούνται αρχαιρεσίες και για την εκλογή μελών για την Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Ν. 3850/10.

Σε περίπτωση μη διενέργειας αρχαιρεσιών για ανάδειξη μελών της ΕΥΑΕ, οι αντιπρόσωποι του σωματείου δεν δύνανται να συμμετέχουν στα συνέδρια των β/θμιων οργανώσεων.

Η αιτιολογία γι’ αυτή την πρόταση είναι ότι στη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων, 31 χρόνια μετά τον Ν. 1568/85 «Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων», δεν έχουν συσταθεί Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (ΕΥΑΕ), με αποτέλεσμα την πλημμελή οργάνωση και παροχή υπηρεσιών υγείας και ασφάλειας τους εργαζομένους, -ες των επιχειρήσεων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Έχουν σοβαρή ευθύνη γι’ αυτό οι συνδικαλιστικοί φορείς, που βλέπουν ανταγωνιστικά την ύπαρξη και λειτουργία των ΕΥΑΕ.

Άρθρο 16 παρ. 8. Η Εργατική Εστία καταργήθηκε. Πρέπει να προταθεί φορέας που θα εισπράττει το πρόστιμο. Και βέβαια αναπροσαρμόζονται τα ποσά.

Άρθρο 19 παρ. 2. Γνώμη μου είναι ότι πρέπει να απαλειφθεί, γιατί έγινε κατάχρηση του περιεχομένου της ρύθμισης και σχεδόν όλες οι απεργίες σ’ αυτούς τους χώρους κηρύσσονταν παράνομες και καταχρηστικές, σε κάθετη αντίθεση με την παρ. 3 του άρθρου 22. Ιδιαίτερα μετά το 1985, δεν υπήρχε απεργία που οι δικαστικές αρχές να μην τη χαρακτήριζαν παράνομη και καταχρηστική, υιοθετώντας ανάλογη θέση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ηγεσίας της ΠΑΣΚΕ. Τα αριστερά συνδικάτα δεινοπάθησαν από αυτή την διάταξη.

Άρθρο 21. Η εμπειρία μου είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις το προσωπικό ασφαλείας που υποχρεούται να ορίσει το συνδικάτο είναι περισσότερο από το υπηρετούν προσωπικό (βλ. χώρους Υγείας και αλλού, όπως αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 19).

Πρέπει να καθορίζεται το προσωπικό ασφαλείας ανάλογα με το υπηρετούν προσωπικό, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες που υπάρχει υποστελέχωση. Διαφορετικά τα συνδικάτα θα βρίσκονται υπόλογα στην επιχείρηση κατά την ημέρα απεργίας για προσωπικό ασφαλείας που δεν υφίσταται. Υπάρχει εμπειρία αντίστοιχη από τα νοσοκομεία και γενικότερα από χώρους κοινωνικής προσφοράς.

Άρθρο 22, παρ. 2 Ήδη σε συνάντηση των κοινωνικών εταίρων και του υπουργού Εργασίας υπήρξε συμφωνία ότι δεν χρειάζεται κατάργηση της ρύθμισης.

Άρθρο 23 Οι ποινικές διατάξεις πρέπει να αφορούν και το Δημόσιο, που μέχρι σήμερα έχει το ανεξέλεγκτο, και να μετατραπούν σε ευρώ.

Άρθρο 24 Δεν γνωρίζω αν σήμερα υπάρχουν απολυμένοι/ες συνδικαλιστές/τριες για να παραμείνουν οι διατάξεις του άρθρου ή αν χρειάζεται να τροποποιηθούν κάποιες παράγραφοι.

Άρθρο 25 Έχω τη γνώμη ότι πρέπει να παραμείνει ως έχει, γιατί με τον κυβερνητικό συνδικαλισμό δεν γνωρίζουμε τι κατάσταση επικρατεί στα συνδικάτα. Σίγουρα μένουν “ουρές” από τον παλιό εργατοπατερισμό που είναι και οι μπαλαντέρ στα συνέδρια εργατικών κέντρων, ομοσπονδιών και τριτοβάθμιων οργανώσεων.

Άρθρο 26 Επειδή εισάγεται το σύστημα της απλής αναλογικής στο άρθρο 12, κρίνω σκόπιμο να παραμείνει το άρθρο ως έχει, με τις μεταβατικές διατάξεις.

Άρθρο 27 Αν είμαι καλά ενημερωμένη, ο ΟΔΕΠΕΣ καταργήθηκε. Πάγιο αίτημα των δυνάμεων της Αριστεράς. Οπότε το άρθρο απαλείφεται και αλλάζει η μετέπειτα αρίθμηση των άρθρων.

Άρθρο 28. Τροποποιείται η παράγραφος 1 Μέσα σε έναν χρόνο από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκδίδεται το εκλογικό συνδικαλιστικό βιβλιάριο. Μέχρι την έκδοση του εκλογικού συνδικαλιστικού βιβλιαρίου ο,η εργαζόμενος/η συνεχίζει να χρησιμοποιεί το ασφαλιστικό του βιβλιάριο.

Άρθρο 29. παρ. 1 Προστίθεται: …Εκδίδονται σε 6 μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Παρ. 2 Υπάρχει εμπειρία χρόνων και δεν συντρέχει λόγος για γνώμη της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας οργάνωσης.

Άρθρο 30 Γνώμη μου είναι ότι το Δημόσιο ως εργοδότης δεν πρέπει να συνεχίσει να είναι ανεξέλεγκτο. Γι’ αυτό προτείνω να απαλειφθούν οι εξαιρέσεις από τα άρθρα 14 παρ. 3-10, αρθ. 16 παρ. 7-10 και άρθ. 22 παρ. 1 και 2.

Για τα άρθρα 24 και 27 ισχύει ότι πιο πάνω ανέφερα.

Στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ η Επιθεώρηση Εργασίας δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει τήρηση ωραρίων, χορήγηση ρεπό και αδειών και καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι προνομιούχοι για να στερούνται δικαιώματα που ισχύουν για τους/τις εργαζόμενους/ -ες του ιδιωτικού τομέα.

Άρθρο 31 Από το 1982 μέχρι σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει στον Τύπο. Ηλεκτρονική έκδοση εφημερίδων, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιστολόγια με εργαζόμενους/ες ανυπεράσπιστους και χρειάζεται να υπάρξει σχετική ρύθμιση.

Άρθρο 32 Δεν έχουν νόημα σήμερα αυτές οι ρυθμίσεις. Προτείνω να απαλειφθεί.

Συμπερασματικά, παρά τις προτάσεις για συγκεκριμένες τροποποιήσεις που καταθέτω, αν είναι να χαθούν στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης κεκτημένα, καλύτερα να μείνει ως έχει ο Ν. 1264/82..

Να μην χάσουμε τον δρόμο

Η στρατηγική ήττα του περασμένου καλοκαιριού δεν ήταν απλώς μια ήττα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και ήττα για την Αριστερά συνολικά, η οποία δεν κατάφερε να αρθρώσει ένα ρεαλιστικό εναλλακτικό σχέδιο διεξόδου. Η αμηχανία των οργανώσεων και των κομμάτων της υπόλοιπης Αριστεράς υπερβαίνει ακόμη και την -λογική- παγωμάρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η περιθωριοποίηση των κομματιών της Αριστεράς που αποσπάστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και η αδυναμία συγκρότησης ενός υποτυπώδους φορέα είναι ενδεικτική. Η κατηγορία πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ασπαστεί το “Τhere is no alternative” πέφτει μάλλον στο κενό εάν κανείς σκεφτεί ότι μέχρι και σήμερα, ένα χρόνο και κάτι μετά, το περιβόητο εναλλακτικό σχέδιο αγνοείται.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε, ορθώς, να μην εγκαταλείψει τη μάχη και να διατηρήσει το “οχυρό” της κυβέρνησης, η οποία ακόμα και κάτω από τον συντριπτικό συσχετισμό και τους εκβιασμούς αποτελεί το φως απέναντι στο σκοτάδι που απλώνεται στην Ευρώπη.

 
Τα προβλήματα κάτω από το χαλί παραμένουν προβλήματα

Για να καταλήξουμε όμως σε ουσιώδη συμπεράσματα για την επόμενη μέρα του κόμματος θα πρέπει με ειλικρίνεια να δούμε μερικές από τις προβληματικές που αναδείχθηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα:

* Η υιοθέτηση του Μνημονίου ως πολιτικού προγράμματος από στελέχη εντός και εκτός κυβέρνησης. Η προσπάθεια των διαβόητων “κύκλων” να αποτινάξουν την λογική της επιβολής και του εκβιασμού και να αγκαλιάσουν το πρόγραμμα ουδεμία σχέση έχει με τον ΣΥΡΙΖΑ και αποτελεί ευθεία προσβολή για τα μέλη του κόμματος που, ενώ είδαν να καταρρέουν μπροστά τους οράματα, ελπίδες χρόνων παρέμειναν στον χώρο για να παλέψουν.

* Ο τυφλός κυβερνητισμός από μέλη του κόμματος. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα μέλη του κόμματος έχουν βρεθεί να υποστηρίζουν την κάθε κίνηση και επιλογή της κυβέρνησης, υιοθετώντας, πολλές φορές, επιχειρηματολογία που μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά δεν ταιριάζει.

* Το αφήγημα ενός αριστερού “success story” και ο δρόμος προς την ανάπτυξη. Η ανάπτυξη γενικώς και αορίστως δεν υπήρξε λογική του ΣΥΡΙΖΑ. Το Μνημόνιο αποτελεί μια έκτακτη συνθήκη η οποία υπαγορεύει συγκεκριμένης κατεύθυνσης πολιτικές. Η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει σαφώς να κάνει βήματα στην κατεύθυνση της αναδιανομής και της ελάφρυνσης των λαϊκών στρωμάτων, ωστόσο η ύπαρξη της επιτροπείας δυσχεραίνει κάθε κίνηση προς την εφαρμογή ενός αντιπαραθετικού σχεδίου απέναντι στη λιτότητα.

* Η πρόταξη του “ρεαλισμού” έναντι του οράματος. Η Αριστερά οφείλει να μάχεται στις δοσμένες συνθήκες και συσχετισμούς με στόχο την ανατροπή τους. Σαφώς η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί “λάθος” στη σημερινή ευρωπαϊκή κατάσταση, κάτι που έχει φανεί σε σειρά ζητημάτων, με πιο λαμπρό παράδειγμα τη διαχείριση του προσφυγικού. Την ίδια όμως στιγμή, υποχωρήσεις σε θέματα δημοκρατίας, δικαιωμάτων αλλά και η υιοθέτηση πτυχών του νεοφιλελελυθερου προγράμματος αποτελούν μια επικίνδυνη ατραπό. Να μην δεχτούμε ότι είχαμε “αυταπάτες”. Είχαμε σχέδιο το οποίο ηττήθηκε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και υπό την πίεση ανυπέρβλητων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. Χρειαζόμαστε νέο σχέδιο, όχι να πετάξουμε στα σκουπίδια τις επεξεργασίες και θέσεις χρόνων.

* Οι καίριες θέσεις ευθύνης που δόθηκαν σε ανθρώπους του αντιπάλου και έδρασαν υπονομευτικά. Δεν είναι μακριά το παράδειγμα Σαγιά, ο ρόλος του Στέργιου Πιτσιόρλα στο τιμόνι του ΤΑΙΠΕΔ και άλλες περιπτώσεις. Οι ταξικοί αντίπαλοι που θεωρούν τσιφλίκι τους το κράτος δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχτούν ότι οι “ξυπόλητοι” βρίσκονται στην κυβέρνηση και σε επιτελικά πόστα. Θα κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να αλλάξουν αυτή την κατάσταση όσο το δυνατόν συντομότερα.

Αριστερά χωρίς κόμμα δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Κόμμα χωρίς την Αριστερά δεν μπορεί να είναι χρήσιμο.

Η επόμενη μέρα του συνεδρίου οφείλει να φέρει ένα κόμμα που λειτουργεί ξανά ως τέτοιο. Με λειτουργία των οργανώσεων, συμμετοχή των μελών στην ενημέρωση, τη λήψη και υλοποίηση αποφάσεων. Ένα κόμμα με ουσιαστικό ρόλο μέσω των τμημάτων του στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής και που παράλληλα θα μπορεί να στέκεται κριτικά απέναντι σε αποφάσεις που ξεπερνούν το πλαίσιο αξιών και αρχών του.

Να προχωρήσει η κυβέρνηση χωρίς φόβο και με πείσμα στη νομοθέτηση μέτρων για τη νέα γενιά, για την προστασία της εργασίας, για τη θωράκιση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, την προστασία των δημόσιων αγαθών αλλά και των λαϊκών στρωμάτων.

Είναι αναγκαίες όσο ποτέ οι ανασυνθετικές διαδικασίες εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Χρειαζόμαστε ρεύματα και τάσεις ιδεολογικού χαρακτήρα που εντάσσονται στον γενικό συλλογικό σκοπό, όχι γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που είτε νέμουν την εξουσία είτε στοιχίζονται πίσω από πρόσωπα. Με ειλικρίνεια να ενωθούν δυνάμεις, τα χέρια και τα μυαλά των συντρόφων και των συντροφισσών προκειμένου να ανοίξουμε την κουβέντα και να απαντήσουμε στο ποιος είναι σήμερα ο χαρακτήρας και ο ρόλος της σύγχρονης Αριστεράς και του κόμματος της. Η ιστορική εμπειρία της Ελλάδας είναι μια σπουδαία παρακαταθήκη.

Να έρθουμε ξανά σε επαφή με τον κόσμο εκείνο που βρέθηκε δίπλα μας στα κινήματα, στον πολιτικό αγώνα ενάντια στις προηγούμενες κυβερνήσεις, στην εκλογική μάχη του Ιανουαρίου, στον ιστορικό και σπουδαίο αγώνα του Όχι. Κανείς και καμία δεν περρισεύει. Να αλλάξουμε το κλίμα της αποστράτευσης και της απογοήτευσης. Η Αριστερά είναι οι άνθρωποί της και οι λαϊκοί πόθοι. Δίχως αυτά, είναι γυμνή.

Να προστατεύσουμε την Αριστερά. Είναι σπουδαίο πράγμα η παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, όμως κάποια στιγμή η κυβέρνηση θα αλλάξει. Αν η Αριστερά έχει χαθεί και περιθωριοποιηθεί έως τότε, όλα όσα αγωνιζόμαστε σήμερα να κερδίσουμε θα μοιάζουν με αδειανό πουκάμισο.

Να προχωρήσουμε με βάθος, επιμονή και συνέπεια στη διαδικασία της θεωρητικής επαναθεμελίωσης. Η κοινωνική χειραφέτηση και ο σοσιαλισμός οφείλουν να παραμείνουν οι στρατηγικοί στόχοι. Κάτι που είναι αδύνατον χωρίς θεωρητικά εργαλεία βασισμένα στις παραδοσιακές διδαχές του Μαρξισμού, εμπλουτισμένα από την ιστορική εμπειρία του σήμερα, της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Ευρώπη. Χρειαζόμαστε τις εις βάθος επεξεργασίες και τη συμβολή συντρόφων και συναγωνιστών εντός και εκτός του κόμματος, εντός και εκτός Ελλάδας.

Η Ιστορία φόρτωσε στις δικές μας πλάτες το καθήκον να πρωτοστατήσουμε απέναντι στην Ευρώπη των τεράτων. Την Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού, του ρατσισμού, της λιτότητας. Μας έδωσε όμως και το ιστορικό καθήκον να κρατήσουμε την Αριστερά ζωντανή και για πρώτη φορά μετά “το τέλος της ιστορίας” σε ρόλο πρωταγωνιστή.

* Να μην ξεχάσουμε από πού ερχόμαστε για να μην χάσουμε το πού θέλουμε να πάμε.

*Ο Σπύρος Ραπανάκης είναι μέλος της Γραμματείας του ΚΣ της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Venceremos, σύντροφοι

1. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική κρίση, που στο επίκεντρό της είναι η φτώχεια και ο πλούτος. Κυρίαρχος ο καπιταλισμός με όσες δυνάμεις διαθέτει (όπλα – τράπεζες – πολιτικές) πολεμά τις δυνάμεις της φτώχειας και της εργασίας για συνέχιση της κυριαρχίας του. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός με το νεοφιλελεύθερο όχημά του προτιμά να ισοπεδώσει πολίτες και λαούς, προκειμένου να επιβάλλει την πολιτική του. Είναι επιτακτική ανάγκη η σύγχρονη Αριστερά να επεξεργαστεί ένα ανταγωνιστικό, επίκαιρο πρόγραμμα και να καλέσει τους εργαζόμενους και τους λαούς να παλέψουν για την υλοποίησή του. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να συμβάλλει στη συγκρότηση αυτού του προγράμματος και να συμμετέχει στις διεργασίες για την ανασύσταση της Αριστεράς στον 21ο αιώνα.

2. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε και αποτελεί ανάχωμα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Μικρό μεν, αλλά η σπορά του έπεσε και άρχισε να βλασταίνει ,όπως φαίνεται και από τις εξελίξεις σε χώρες όπως η Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία και αλλού. Για το πώς και γιατί φτάσαμε στην υπογραφή της συμφωνίας το καλοκαίρι του 2015 τα έχουμε πει. Οι διακηρυγμένες μας θέσεις για μια άλλη πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι δεδομένες. Το ζητούμενο είναι να συνεχίσουμε στον δρόμο που χαράχτηκε τον Ιανουάριο του 2015. Η καθημερινότητα, η εξουσία, οι πιέσεις από μέσα και απέξω δεν πρέπει να μας σπρώχνουν σε κινήσεις συμβιβασμού. Το ηθικό πλεονέκτημα που έχει η αριστερά με περγαμηνές ανιδιοτέλειας πρέπει να κυριαρχήσουν και στην κυβερνητική πολιτική.

3. Γι’ αυτήν την πρωτόγνωρη κατάσταση για τους συντρόφους στην κυβέρνηση, η συμβολή του κόμματος πρέπει να είναι καθοριστική, να συνδέει τις ανάγκες της κοινωνίας με την κυβέρνηση. Είναι έτοιμο το κόμμα να συμβάλλει σε αυτήν την κατεύθυνση και παράλληλα να αποτελεί προωθητική δύναμη στην κοινωνία, να δημιουργεί εποικοδόμημα για το μεγάλο όραμα και τον σοσιαλισμό; Είναι ευκαιρία σύντροφοι στο 2ο Συνέδριό μας να συζητήσουμε όσο πιο τολμηρά μπορούμε για το κόμμα, τη δημοκρατία, τη διαφάνεια, τη γραφειοκρατία στο κόμμα, την αποτελεσματικότητα και την εξωστρέφειά του και τελικά για τον ρόλο των Ο.Μ. Θέλουμε οργανώσεις βάσης; Θέλουμε οργανώσεις μελών με τη σημερινή τους συμβολή; Θεωρητικά όλοι συμφωνούμε ότι οι Ο.Μ. είναι ο βασικός κρίκος του κόμματος με την κοινωνία, τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί και τις συμμαχίες του. Τι γίνεται όμως στην πράξη;

Α) Οι αποφάσεις της Κ.Ε. δεν υλοποιούνται, ή αν υλοποιούνται κάποια κομμάτια δεν υλοποιούνται από όλο το κόμμα.

Β) Οι αποφάσεις των Ο.Μ. δεν υλοποιούνται ή υλοποιούνται από μικρό αριθμό συντρόφων.

Γ) Οι επεξεργασίες προτάσεων των Ο.Μ. προς την κοινωνία και στη συνέχεια προς τις Νομαρχιακές Επιτροπές και την Κ.Ε. δεν λειτουργούν.

Δ) Αποφάσεις των Νομαρχιακών Επιτροπών δεν συζητιούνται στις Ο.Μ.

Ε) Η πολιτική και οργανωτική σχέση των Ο.Μ. με τα ανώτερα όργανα είναι εξαιρετικά χαλαρή.

ΣΤ) Υπάρχουν ΟΜ που θεωρούνται επιρροές τάσεων, βουλευτών, στελεχών.

Ζ) Για τις δε κλαδικές τι να πρωτοπούμε…

Η) Η πολιτική ανάδειξης νέων στελεχών είναι στα χέρια των τάσεων.

Θ) Οι Ν.Ε. εκλέγονται και λειτουργούν με βάση τους ενδοκομματικούς συσχετισμούς και όχι τις ανάγκες για προώθηση της δουλειάς και της εύρυθμης λειτουργίας του κόμματος.

Ι) Υπάρχουν Ο.Μ. που δεν έχουν σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες, τους πολίτες. Η συμβολή των ΝΕ προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ανύπαρκτη, μόνο τσιτάτα (βάλτε νέα μέλη).

Μήπως είμαστε λίγο χύμα;

4) Πώς μπορούμε να παρέμβουμε σε όλα τα παραπάνω, ανατρέποντας ταυτόχρονα και το κλίμα απογοήτευσης και αποστράτευσης; Είναι απαραίτητο να γίνουν τα ακόλουθα:

I) Οι γραφειοκράτες των τάσεων σε όλο το φάσμα του κόμματος να επανεξετάσουν τη στάση τους μέσα στο κόμμα. Να βγάλουν στην επιφάνεια την αριστερή τους συνείδηση, την ανιδιοτέλεια που έδειξαν στη ζωή τους, ανοίγοντας δρόμους αξιοκρατίας στο κόμμα και όχι επιβουλής των απόψεών τους.

ΙΙ) Η αποτελεσματικότητα στη δράση μας να είναι μέγεθος μετρούμενο και συγκρίσιμο. Η Κ.Ε. να ξεκινήσει από τις αποφάσεις της, πώς και γιατί δεν υλοποιούνται, και αν υλοποιούνται σε ποιο βαθμό, με ανάλογα συμπεράσματα που θα βγουν και που πρέπει να γνωρίζουμε.

ΙV) Η λειτουργία των τμημάτων των Περιφερειακών και Νομαρχιακών Επιτροπών πρέπει να είναι ουσιαστικός και ο ρόλος τους σαφής στην επεξεργασία θέσεων, που θα ξεκινάει από τις Ο.Μ. και στη συνέχεια θα γίνονται αποφάσεις από τα αντίστοιχα όργανα του κόμματος. Το πόσο σημαντική θα είναι η εμπλοκή των Ο.Μ. σε αυτή τη διαδικασία είναι νομίζω κατανοητή. Και δημιουργεί έρεισμα στις Ο.Μ. να ασχοληθούν με τα προβλήματα στις περιοχές τους και να αναδειχτούν στελέχη από το μαζικό κίνημα.

V) Πολιτική ανάδειξης και αξιοποίησης του στελεχιακού δυναμικού του κόμματός μας με συγκεκριμένες πλευρές που να αφορούν την αποτελεσματικότητα, την εργατικότητα, το ήθος, την αφοσίωσή του στις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς και όχι τασικών επιλογών.

 * Ο Τάσος Παπαντωνίου είναι μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Α’ Θεσσαλονίκης

2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ: Ελπίδες, προσδοκίες και προοπτικές

Mένουν λίγες εβδομάμες για την διεξαγωγή του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί θα έχουμε την ευκαιρία να αναστοχαστούμε για τον ενάμιση χρόνο αριστερής διακυβέρνησης στη χώρα μας, να σημειώσουμε τα θετικά σημεία αυτής της προσπάθειας, να εντοπίσουμε λάθη και παραλείψεις και να προβούμε σε διορθώσεις και νέες θέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Θα έχουμε, επίσης, την ευκαιρία να αναστοχαστούμε πάνω στη σχέση κυβέρνησης, κόμματος και κοινωνίας και να προτείνουμε ιδέες για τον εμπλουτισμό και την αναζωογόνηση αυτής της σχέσης.

Αυτού του είδους ο αναστοχασμός είναι αναγκαίος εάν επιθυμούμε -και πράγματι το επιθυμούμε- να στεφθεί με επιτυχία το παράδειγμα της αριστερής διακυβέρνησης στη χώρα μας· ένα παράδειγμα που δεν έπαψε ποτέ να εμπνέεται από τις ιδέες για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για κοινωνική δικαιοσύνη, πρόοδο, αλληλεγγύη, ισότητα και αδελφοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται μερικές προτάσεις κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού, ως συμβολή στον προσυνεδριακό διάλογο.

Α. Ανάγκη για ένα νέο αφήγημα και μια νέα ιδεολογική ταυτότητα της Αριστεράς

Στον ενάμιση χρόνο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έγινε σαφές ότι ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ οφείλει και πρέπει να είναι άλλο πράγμα από τον ΣΥΡΙΖΑ της αντιπολίτευσης. Αυτό γιατί κυβερνάω σημαίνει πως από τον αντίλογο και την άρνηση περνάω στην κατάφαση, ότι από το πεδίο της κριτικής περνάω στο πεδίο της απόφασης και της δράσης. Κυβερνάω σημαίνει, επίσης, συγκρούομαι με το χθες, σημαίνει διαπραγματεύομαι, υποχωρώ, υπολογίζω αν μου βγαίνει ο λογαριασμός, σημαίνει ακόμα ακόμα ότι διαπερνώ και ορισμένες από τις κάποτε αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές.

Με αυτή την έννοια το πέρασμα του ΣΥΡΙΖΑ από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση (και μάλιστα σε καθεστώς οικονομικής και κοινωνικής ασφυξίας) είναι σαφές ότι πρέπει να οδηγήσει σε ιδεολογικές και προγραμματικές διορθώσεις και, μέσω αυτών, σε μια νέα πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα της Αριστεράς και σε ένα νέο συμβόλαιο με τον λαό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ της διακυβέρνησης, επομένως, οφείλει να γράψει ένα νέο αφήγημα· το αφήγημα της κυβερνώσας Αριστεράς και μαζί το αφήγημα ενός νέου αριστερού και ευρωπαϊκού ανθρωπισμού.

To νέο αυτό αφήγημα θα πρέπει να έχει τρεις βασικούς πυλώνες αναφοράς, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, θα είναι και πλαίσια δεσμεύσεων και υποχρεώσεων: α) τις θεμελιώδεις και διαχρονικές αξίες της Αριστεράς, β) το ευρωπαϊκό κεκτημένο, απότοκο των αρχών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης και γ) τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας.

Έχει ο ΣΥΡΙΖΑ έως σήμερα προχωρήσει στις αναγκαίες πολιτικές και ιδεολογικές διορθώσεις; Έχει, με άλλα λόγια, γράψει το νέο αφήγημα της Αριστεράς; Η απάντηση στο ερώτημα είναι πώς μάλλον όχι, δεν το έχει γράψει! Και όσο δεν το έχει γράψει, οι παλινωδίες, η αμφιταλάντευση και η αμφισημία στη λήψη των αποφάσεων και η ομοιότητα, η μίμηση και η ταύτιση με τις πολιτικές του παρελθόντος φαίνεται αναμενόμενη έως και αναπόφευκτη.

 
Β. Όχι μόνο διαχειριστική λογιστική, αλλά και τολμηρές μεταρρυθμίσεις με αριστερό πρόσημο

Από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2016 έως και την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου Μνημονίου (Μάιος – Ιούνιος 2016) η κυβέρνηση βρέθηκε σε ένα καθεστώς ιδιότυπης πολιτικής ομηρείας. Το κύριο μέλημα της κυβέρνησης ήταν να συμφωνηθούν τα απαραίτητα μνημονιακά μέτρα, ώστε οι δανειστές να δώσουν το πράσινο φως για την έναρξη και την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Η προσήλωση της κυβέρνησης στην αξιολόγηση την ώθησε σε μια σαφώς διαχειριστική λογική, με τις ανάγκες και τα προβλήματα του καθημερινού ανθρώπου να μπαίνουν, κατ’ ανάγκην, στο περιθώριο.

Η αξιολόγηση, εντούτοις, ολοκληρώθηκε! Η κυβέρνηση απέκτησε τον πολιτικό χρόνο που της χρειαζόταν για να ανασάνει. Είναι ώρα, επομένως, η κυβέρνηση να επικεντρωθεί σε πολιτικές και νομοθετικές πράξεις που είναι συμβατές με το αξιακό φορτίο της Αριστεράς· με τις έννοιες της ισότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με τις ανάγκες και τις αγωνίες του καθημερινού ανθρώπου, με την πράσινη και ανθρωποκεντρική ανάπτυξη και με την προστασία και φροντίδα του περιβάλλοντος.

Τέτοιες πολιτικές και νομοθετικές πράξεις θα είχαν να κάνουν π.χ. με την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, με τον σχεδιασμό ενός μοντέλου ανάπτυξης φιλικό προς τον άνθρωπο και το περιβάλλον, με πρόνοιες για την προστασία της εργασίας και την καταπολέμηση της ανεργίας, με μέτρα εναντίον της διαπλοκής και της διαφθοράς κ.ο.κ.

Αυτά τα απτά έργα -που θα έδιναν νέο περιεχόμενο και νέο νόημα στην καθημερινότητα των ανθρώπων- είναι που θα κρίνουν, εν τέλει, την επιτυχία και την μακροβιότητα της σημερινής κυβέρνησης και θα αναζωογονήσουν την ελπίδα για ένα καλύτερο και δικαιότερο μέλλον για τον κόσμο.

Γ. Εκσυγχρονισμός, αξιοκρατία, διαφάνεια

Η τρίτη προϋπόθεση για την επιτυχία της προσπάθειας της σημερινής κυβέρνησης συνδέεται με την εδραίωση ενός καθεστώτος αξιοκρατίας και διαφάνειας σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου (υπηρεσίες, διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση κ.ο.κ.). Είναι καιρός η κυβέρνηση με τολμηρές νομοθετικές ρυθμίσεις να προχωρήσει σε εκτεταμένο και βαθύ εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε να πλήξει στη ρίζα τις μολυσματικές νοοτροπίες του παρελθόντος που συνδέονται με τη γραφειοκρατία, τον κρατισμό, τη διαπλοκή, την οικογενειοκρατία, τις πελατειακές σχέσεις κ.ά.

Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να νομοθετήσει και με αυτόν τον τρόπο να δείξει στον κόσμο ότι μια άλλη αντίληψη στην άσκηση της εξουσίας και ένα άλλο μοντέλο διακυβέρνησης, διοίκησης και ανάπτυξης είναι εφικτό είναι σίγουρο πως στο μέλλον θα αποδειχθεί το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της Αριστεράς.

Και είναι αυτή η διακριτά προοδευτική λειτουργία της κυβέρνησης σε σχέση με τους πολιτικούς της αντιπάλους που θα οδηγήσει, εν τέλει, στην κατίσχυση της αριστερής πολιτικής φιλοσοφίας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα που αυτή τη στιγμή ηγεμονεύει στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.

 
Δ. Κυβέρνηση, κόμμα, κοινωνία, κινήματα

Τέταρτη και, ίσως, σημαντικότερη προϋπόθεση για την κυριάρχηση των ιδεών του αριστερού πολιτικού εγχειρήματος απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία φαίνεται πως είναι η δημιουργία και η ενδυνάμωση μιας νέας σχέσης της κυβέρνησης με το κόμμα, την κοινωνία και τα κινήματα, καθώς και η ενίσχυση των πρακτικών της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας.

Πράγματι, είναι γεγονός πως η ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν συνοδεύτηκε από την αποκατάσταση μιας οργανικής σχέσης ανάμεσα στην κυβέρνηση, το κόμμα και την κοινωνία. Επίσης η προσήλωση της κυβέρνησης στην εκπλήρωση των μνημονιακών της υποχρεώσεων (αξιολόγηση του τρίτου Μνημονίου) είχε συνέπεια τόσο την αποσάθρωση των δεσμών της κυβέρνησης με το κόμμα όσο και τη δυσκολία και την αμηχανία των Οργανώσεων Μελών (Ο.Μ.) του κόμματος να παρακολουθήσουν και να υποστηρίξουν τις κυβερνητικές επιλογές.

Ένα είναι σίγουρο, πάντως. Πως, εάν οι σχέσεις κυβέρνησης – κόμματος είναι προβληματικές και το κόμμα βρίσκεται σε συνθήκες οργανωτικής και ιδεολογικής αμηχανίας, τότε οποιαδήποτε επαφή της κυβέρνησης με την κοινωνία και τα κινήματα καθίσταται αδύνατη, αφού το κόμμα αποτελεί εν τέλει τη ζωτική συγκολλητική ουσία των σχέσεων κυβέρνησης, κοινωνίας και κινημάτων.

Φαίνεται να απαιτείται, επομένως, ένας ισχυρός επανακαθορισμός της σχέσης κυβέρνησης – κόμματος και μία ριζική αναδιοργάνωση της λειτουργίας του κόμματος.

Το νέο και αναβαπτισμένο κόμμα οφείλει και πρέπει να έχει ισχυρά χαρακτηριστικά αυτονομίας, να είναι ο θεματοφύλακας των αριστερών παραδόσεων και αξιών και να έχει ισχυρή παρουσία και δικτύωση με την κοινωνία και τα κινήματα. Να στηρίζει τις κυβερνητικές επιλογές όταν αυτές έχουν σαφή αριστερό και προοδευτικό προσανατολισμό, αλλά να αναλαμβάνει και την ευθύνη της κριτικής όταν και όποτε αυτό χρειάζεται.

Θα πρέπει, με άλλα λόγια, το κόμμα να μετατραπεί σε ένα πραγματικό κόμμα των μελών και φίλων με βασική οργανωτική αρχή την αρχή της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας. Να είναι ένα κόμμα ανοιχτό στην κοινωνία και τον κόσμο, ζωντανό κύτταρο δημοκρατίας και, μαζί, δραστήριο κέντρο έρευνας, πολιτισμού και πολιτικού προβληματισμού της τοπικής κοινωνίας.

Με αυτές τις νέες λειτουργίες και δράσεις είναι δυνατόν το κόμμα (σε στενή συνεργασία και σε οργανική σύνδεση με την κυβέρνηση) να αποκαταστήσει τη χαμένη επαφή του με την κοινωνία και να επιτύχει τον αναγκαίο εμπλουτισμό του με νέους φίλους και φίλες.

 
Αν όχι τώρα πότε, αν όχι εμείς ποιοι;

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, αν μας ενώνει κάτι, αυτό είναι η κοινή επιθυμία να επιτύχει στη χώρα μας το μεγάλο εγχείρημα δημοκρατίας, πολιτισμού και ανθρωπισμού που επιχειρείται από τη σημερινή κυβέρνηση. Να επιτύχει, με άλλα λόγια, η πολιτική πρόταση για ένα άλλο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης και προόδου που -στον αντίποδα της ηγεμονίας των αριθμών και των οικονομικών δεικτών- νοηματοδοτείται από τις ανάγκες και τις ελπίδες των καθημερινών ανθρώπων και από την ανάγκη για πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη.

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πρόκριμα και ασφαλές προγεφύρωμα για την ολοκλήρωση αυτής της προσπάθειας. Να γιατί έχει νόημα να βοηθήσουμε όλοι και όλες στην επιτυχία αυτού του συνεδρίου!

 
* Ο Απόστολος Κ. Καρύδας είναι εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης από τη Θεσσαλονίκη