Skip to main content

Συντάκτης: admin

Εκδήλωση της ΝΕ ΣΥΡΙΖΑ Πέλλας με θέμα 1ος Χρόνος Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – Ανασκόπηση Κυβερνητικού ‘Εργου

Πολιτική εκδήλωση

24/9/2016, ώρα 19:30, στην Αίθουσα Παρθεναγωγείου

Θέμα: “1ος Χρόνος Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – Ανασκόπηση Κυβερνητικού ‘Εργου”

Ομιλητές: Μάρκος Μπόλαρης, Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και

Κώστας Γκοντίνος, Συντονιστής της Περιφερειακής Συντονιστικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ Κεντρικής Μακεδονίας

 

Συνελεύσεις των Ο.Μ. το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου

Καλύβια, ομιλητής Γιώργος Πάντζας

Αμφιλοχία στις 11.00, ομιλητής Ταφλανίδης

Ληξούρι, ομιλητής Καπράνας

Ερμιονίδα, στις 19.00, ομιλητής Χρήστος Πιλάλης

Κοζάνη, ομιλητής Ντζιμάνης, Θεματική Αγροτικά

Θεσπρωτικό, στις 10.00, ομιλητής Πέτρος Καλκανδής

Φιλιπιάδα, στις 18.30, ομιλητής Πέτρος Καλκανδής

Νεολαία ΕΚΠΑ, στις 12.00, ομιλητής Σχοινάς

Διολίσθηση στον κυνισμό

Από τη μετάδοση της κρίσης ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ένα νέο αφήγημα έκανε συγχρόνως τη δυναμική εμφάνισή του στις στήλες των μεγάλων ενημερωτικών ομίλων, στον δημόσιο λόγο και στην ατζέντα των διάφορων πολιτικών αναλυτών. Η ρητορική περί λαϊκισμού ήταν η κυρίαρχη επιλογή της άρχουσας τάξης για να αντιμετωπίσει την άνοδο των ριζοσπαστικών κινημάτων στον κόσμο αλλά και στη χώρα μας. Το παρόν άρθρο όμως, εντασσόμενο στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου του 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έρχεται να αποτυπώσει μια πολεμική απέναντι σε αυτό το αφήγημα, αλλά μάλλον στο ανεστραμμένο είδωλό του.

Αρχικά, είναι περιττή η αναφορά στη μεθόδευση της σημερινής ηγεσίας της Ν.Δ. να χρεώσει στον ΣΥΡΙΖΑ μία έτσι κι αλλιώς φιλελεύθερη πρακτική, αυτή της πολιτικής ανυπακοής. Ιδιώνυμο του λαϊκισμού και της κρίσης θεσμών που παρουσιάστηκαν στη μνημονιακή περίοδο η πολιτική ανυπακοή, κατά τους πολιτικούς εκπροσώπους της καθεστηκυίας τάξης, δεν βρίσκει τις ρίζες της στην πρακτική των παραδοσιακών αριστερών / κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά στην κλασική φιλελεύθερη θεώρηση. Άλλωστε, η πολιτική ανυπακοή, με τη μορφή της προστασίας της ατομικής αυτονομίας, αποτελεί και συνταγματική υποχρέωση (αρ. 99), ενώ αναρωτιέται κανείς πώς ονομάζεται τελικά η προτροπή της Ν.Δ. στους ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών να μη νομιμοποιήσουν τον διαγωνισμό για τις συχνότητες…

Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν είναι η υιοθέτηση του ρόλου που του πιστώνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί του, αλλά η διολίσθηση στο άλλο άκρο. Ο πολιτικός πραγματισμός αποτέλεσε το φιλολογικό «αντίδοτο» των εξουσιών στις διάφορες εκφράσεις «λαϊκισμού» των ριζοσπαστικών δυνάμεων. Ενδεδυμένος το φιλολογικό αυτό πέπλο ο κυνισμός δεσπόζει ως η επικρατούσα γλώσσα στον δημόσιο διάλογο. Κατά τον Κώστα Δουζίνα ο κυνισμός μορφοποιείται στο εξής σχήμα: «Ξέρω πως αυτό που λέω/κάνω είναι λάθος/ψευδές/άδικο αλλά μπορώ να βρω τα ηθικά επιχειρήματα να το υποστηρίξω».1 Έτσι, κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια η ελληνική κοινωνία κλήθηκε να υποστεί άδικα μέτρα εξαιτίας της υποτιθέμενης διαβίωσής της πάνω από τις ικανότητές της, με την υπόσχεση της κάθαρσης μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Όμως τι σχέση έχει το σχήμα αυτό με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση της Αριστεράς; Εν μέρει εξαιτίας της βαρύτατης ήττας του τρίτου Μνημονίου το καλοκαίρι του 2015, με τους περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται στα πεδία άσκησης πολιτικής, και εν μέρει ενός πολιτικού αναχωρητισμού φαίνεται πως η κυβέρνηση υποχρεώνεται σε μια συνεχή ολίσθηση σε έναν ιδιότυπο κυνισμό. Το σχήμα που περιγράφει ο Κώστας Δουζίνας μετατρέπεται πλέον σε μια συνεχή παραδοχή ενός συσχετισμού που θεωρούμε δεδομένο κι απαράλλαχτο και άρα στην ανημπόρια μας να τον υπερβούμε ή να τον δοκιμάσουμε.

«Τι νομίζετε, μπορούμε να πάμε τον κατώτατο μισθό στα 751 ή τα 1.000 ευρώ αλλά δεν το κάνουμε;». Περίπου αυτή ήταν η ιδέα ενός άρθρου που γράφτηκε σε φιλοκυβερνητική ιστοσελίδα τη μέρα που μετωπικά σχήματα στα οποία συμμετέχει και η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ διαδήλωναν υπέρ της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων και της αύξησης του κατώτατου μισθού στη ΔΕΘ. Ο κυνισμός έγκειται στο γεγονός πως, παρά την παραδοχή πως η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτεί με αποτελεσματικότητα την επαναφορά του κατώτατου μισθού σε επίπεδα αξιοπρέπειας, κύκλοι της (συνηθίσαμε κι εμείς αυτή την ορολογία και πρακτική), αφαιρούν από το κόμμα τη δυνατότητα να διεκδικήσει ζωτικό χώρο για να υλοποιήσει τμήματα της συλλογικά συνομολογημένης στρατηγικής μας, κυβέρνησης και κόμματος.

Η ενσωμάτωση του real politik εις βάρος της απόλυτης και επείγουσας ανάγκης για αναβάθμιση του ρόλου του κόμματος είναι ακριβώς η αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που πρέπει να οδηγηθεί το συνέδριό μας. Οι περιορισμοί που διέπουν την κυβέρνηση δεν πρέπει να δεσμεύσουν τη στρατηγική του κόμματος. Είναι καιρός να πάρουμε σοβαρά υπ’ όψη πως πολλά από όσα επιδιώκουμε δεν θα προκύψουν ούτε από τη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας, ούτε από τις αναγκαίες θεσμικές τομές. Και καλό θα ήταν τη συνειδητοποίηση αυτής της παραδοχής να τη σηματοδοτήσει και μια ραγδαία μεταφορά πόρων, προσπαθειών και στελεχών από την κυβέρνηση στο κόμμα μας.

 
1 Κώστας Δουζίνας, Αντίσταση και Φιλοσοφία στην Κρίση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2011

* Ο Νώντας Φλώρος είναι μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

 

Αριστερά: «Πάντων χρημάτων (αξιών) μέτρον ο άνθρωπος»

Η αλληλεγγύη είναι το μέτρο με το οποίο μια κοινωνία «βαθμολογεί» τον εαυτό της και η βάση πάνω στην οποία διασφαλίζει τη συνοχή και την προοπτική της.

Η αλληλεγγύη, επίσης, φανερώνει το επίπεδο της ολοκληρωμένης προσωπικότητας του ανθρώπου, ως προς τη σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό, ως προς τη σχέση προσώπου με πρόσωπο, αλλά και ως προς τη σχέση του προσώπου με την κοινωνία.

Το ηθικά κοινωνικό καθήκον της αλληλοβοήθειας, της υποχρέωσης που έχουν τα μέλη μιας ομάδας να υποστηρίζονται και να ενισχύονται αμοιβαία, θα μπορούσε να αποτελεί έναν γενικό ορισμό της αξίας της αλληλεγγύης. Η οποία ως τέτοια αξία, συμπυκνώνει δύο άλλες κορυφαίες, θεμελιώδεις και πανανθρώπινες αξίες: την ελευθερία και τη Δικαιοσύνη.

Η ελευθερία, η Δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη αποτελούν συστατικό στοιχείο των ανθρώπινων δικαιωμάτων – ατομικών, κοινωνικών, πολιτικών. Ταυτόχρονα στηρίζουν το όραμα μιας «ιδανικής κοινωνίας», έτσι όπως αυτό εκφράστηκε στην κλασική Ελλάδα του 5ου αιώνα π.Χ. και στην περίοδο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Στη σύγχρονη Ελλάδα, ιδιαίτερα στις μέρες της κρίσης που τις σημαδεύει η ανεργία, η φτώχεια και η συρρίκνωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, ο πολίτης έχει αξιακά στηρίγματα τα οποία μπορεί να αναζητήσει στην «Αθήνα της αλληλεγγύης» του Περικλή και στο κοινωνικό κράτος που γέννησε ο Διαφωτισμός.

Ο άνθρωπος ως πρόσωπο, το πρόσωπο ως πολίτης και η κοινωνία ως σύνολο τέτοιων πολιτών, δηλαδή, πολιτών που ενσαρκώνουν την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη, μπορούν και τις κρίσεις να ξεπερνούν και το μέλλον τους να καθορίζουν.

Οφείλουμε εδώ να επισημάνουμε, ότι η έλλειψη αλληλεγγύης σε μια κοινωνία που βρίσκεται είτε σε κρίση είτε όχι, συνεπάγεται ότι η ελευθερία και η δικαιοσύνη χάνουν το νόημα και την καθολικότητά τους. Και ασφαλώς, μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να είναι Δημοκρατική.

Το γεγονός ότι η Αριστερά διαχρονικά συνυπογράφει με τους αγώνες της τα αιτήματα για δημοκρατία, ειρήνη και κοινωνική απελευθέρωση, συνιστά τη συμπαράταξή της με την κοινωνία των πολλών. Έτσι κι αλλιώς, εξ ορισμού, η Αριστερά είναι γέννημα της κοινωνίας των πολλών.

Εάν όμως όλα τούτα, για κάποιους είναι λόγια ή θεωρητικές κατασκευές, οι πολίτες γνωρίζουν πλέον και το κυβερνητικό πρόσωπο της Αριστεράς. Οι πολίτες γνωρίζουν ότι με το παράλληλο πρόγραμμα της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, η κοινωνική πολιτική αποκτά σάρκα και οστά. Η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η προστασία της εργασίας, η αντιμετώπιση της ανεργίας, η στεγαστική πολιτική και η Παιδεία αποτελούν τους επτά πυλώνες αυτής της πολιτικής. Πρόκειται για μια πολιτική με χειροπιαστά αποτελέσματα, η οποία είναι συνεπής με τον άμεσο στρατηγικό στόχο, να βγούμε από την κρίση με την κοινωνία όρθια.

Ο ατομικισμός και ο καταναλωτισμός καταδυναστεύουν τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Ως «αξίες», συγκροτούν την ιδεολογική βάση του νεοφιλελευθερισμού, βρίσκονται στον αντίποδα των αξιών του διαφωτισμού, απειλούν με διάλυση τις κοινωνίες και βυθίζουν τους πολίτες στην απελπισία.

Η κρίση του 2008 απέδειξε ότι το «αόρατο χέρι» που ρυθμίζει αυτόματα την ελεύθερη οικονομία μετατράπηκε σε σιδερένια γροθιά απέναντι στις κοινωνίες και τους πολίτες. Επιπλέον, απέδειξε ότι αντί για «το τέλος της Ιστορίας» ήρθε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού, καθώς αποδείχθηκε ότι η αγορά δεν είναι τελικά «ελεύθερη» αλλά πλήρως ελεγχόμενη από το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο.

Το ισχυρό όπλο που διαθέτουν τα κόμματα του νεοφιλελευθερισμού, στη δεξιά ή την δήθεν σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του, διεθνώς και εγχωρίως, είναι ο έλεγχος των επιχειρήσεων των ΜΜΕ, η παραπληροφόρηση και η συστηματική παραχάραξη της ιστορίας και της πραγματικότητας.

Η Αριστερά οφείλει να σταθεί στο πλευρό της κοινωνίας που αντιστέκεται και να συγκρουστεί αποφασιστικά σε τρία επίπεδα:

* Στο επίπεδο της αποκάλυψης των συνεπειών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής με «μετάφραση» των ρητορικών σχημάτων που χρησιμοποιεί και χτύπημα της διαφθοράς και της διαπλοκής.

* Στο επίπεδο της αναβάθμισης της Παιδείας, της κατοχύρωσης της κοινωνικής προστασίας προς όφελος των πολλών και της ουσιαστικής μέριμνας για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.

* Στο επίπεδο της ανάδειξης και της θεμελίωσης του νέου και δίκαιου μοντέλου οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ανάπτυξης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και το πέρασμα στη δίκαιη ανάπτυξη είναι η αντιστοίχιση του ΣΥΡΙΖΑ με τις κοινωνικές δυνάμεις. Το επικείμενο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την κορυφαία ευκαιρία από την οποία μπορούν να προκύψουν: η διαλεκτική σύνθεση των θέσεών μας, η πλήρης αποσαφήνιση του περιεχομένου της στρατηγικής και της πολιτικής μας, η καθαρή σχέση ανάμεσα σε κόμμα – Κοινοβουλευτική Ομάδα – κυβέρνηση, η αποτελεσματική οργάνωση και αναδιάταξη των δυνάμεών μας και η επιβεβαίωση των κινηματικών χαρακτηριστικών μας.

 
* H Χρυσούλα Κατσαβριά – Σιωροπούλου είναι βουλευτής Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ

 

Για τη λειτουργία των Τμημάτων της ΚΕ ή για την σχέση κόμματος – κυβέρνησης

Σκοπός του κειμένου αυτού είναι να συμβάλει στον προβληματισμό που αφορά στην σχέση κυβέρνησης / κόμματος, όχι τόσο μέσα από την αναφορές σε γενικές διατυπώσεις («το κόμμα στηρίζει και ελέγχει το κυβερνητικό έργο», «συμβάλλει στην διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής», «διατηρώντας την πολιτική και οργανωτική αυτονομία του» κλπ), αναφορές που άλλωστε είναι κοινά αποδεκτές και υπάρχουν σε πολλά σημεία τou προσυνεδριακού κειμένου θέσεων, αλλά κυρίως μέσα από προτάσεις «τεχνικής», προκειμένου οι γενικές αυτές διατυπώσεις να αποτυπώνονται έμπρακτα στην καθημερινότητα του κόμματος.

Ο υπότιτλος του κειμένου αυτού υπαινίσσεται την άποψη των συντακτών του: αν θεωρήσουμε ότι το ένα μέλος του ζεύγους «κυβέρνηση – κόμμα» (η κυβέρνηση) ισοδυναμεί με τα Υπουργεία, το άλλο σκέλος του ζεύγους (κόμμα), ισοδυναμεί με τα αντίστοιχα τμήματα της ΚΕ. Με άλλα λόγια, προκειμένου να οδηγηθούμε στην έμπρακτη αναζήτηση των μορφών εκείνων που θα εμπεδώνουν τις γενικές διατυπώσεις και θα τους δίνουν συγκεκριμένο περιεχόμενο (στήριξη, έλεγχος, συμβολή, αυτονομία), το επίπεδο αναζήτησης και εφαρμογής, είναι το επίπεδο «Υπουργείο- τμήμα ΚΕ».

Η παραπάνω παραδοχή υπαγορεύει στα κομματικά όργανα μια σειρά από προβληματισμούς και κινήσεις θεσμικού ή άτυπου χαρακτήρα που αφορούν σε όλους παράγοντες του «δεύτερου σκέλους της εξίσωσης».

α) Ας δούμε λοιπόν αρχικά τον παράγοντα «τμήματα της ΚΕ».

Το ερώτημα που πρέπει εδώ να απαντηθεί είναι αν η υπάρχουσα συγκρότηση των τμημάτων σε αντιστοιχία με συγκεκριμένα θεματικά αντικείμενα, πρέπει να παραμείνει η ίδια ή να τροποποιηθεί. Από μια πρώτη ανάγνωση, φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές η υπάρχουσα κατανομή θεματικών αντικειμένων (25) είναι ικανοποιητική και αντιστοιχεί στην κατανομή της Κυβέρνησης σε Υπουργεία ή των Υπουργείων σε υφυπουργεία, γεν. γραμματείες κλπ.- με άλλα λόγια δηλ. η κατανομή των τμημάτων της ΚΕ του κόμματος αντιστοιχεί με τα πεδία άσκησης πολιτικής, πράγμα που είναι και το ζητούμενο. Συζήτηση ίσως θα μπορούσε να γίνει για κάποιες επιμέρους περιπτώσεις: πχ αν το τμήμα ΑμΕΑ θα μπορούσε να διευρύνει το περιεχόμενο του θεματικού του αντικειμένου και να γίνει «τμήμα προνοιακής πολιτικής» ή «τμήμα πρόνοιας και αλληλεγγύης». Επανεξέταση ίσως χρειάζεται το αντικείμενο «μεταναστευτική πολιτική» (θα παραμείνει ως θεματική ενότητα του τμήματος δικαιωμάτων ή θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού τμήματος;).

● Δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα σε ζητήματα συνεργασίας (κοινών συνεδριάσεων των γραμματειών τους) ανάμεσα σε τμήματα με επικαλυπτόμενα αντικείμενα, γιατί αυτό ήδη προβλέπεται ως διαδικασία από το καταστατικό, θα επισημάνουμε όμως την ανάγκη για αναζήτηση μορφών μονιμότερου συντονισμού ανάμεσα σε τμήματα που τα θεματικά τους αντικείμενα έχουν άμεση συσχέτιση (πχ τμήμα αυτοδιοίκησης και τμήμα αναπτυξιακού σχεδιασμού ή τμήμα αναπτυξιακού σχεδιασμού και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τμήμα ενέργειας και τμήμα περιβάλλοντος κλπ) .

[Το αντικείμενο του τμήματος εργατικής πολιτικής, στον βαθμό που ενσωματώνει ζητήματα κομματικής παρέμβασης/παρουσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα, απαιτεί ξεχωριστή συζήτηση που θα αναζητήσει απαντήσεις σε πολλά επίπεδα, όπως πχ σε ποιον – ή ποιους- ανήκει η κομματική χρέωση / ευθύνη για την κεντρική συνδικαλιστική έκφραση, αν υπάρχουν ή όχι σε τοπικό επίπεδο κομματικές ομάδες χρεωμένες με την συνδικαλιστική παρουσία (αν υπάρχει δηλ. τοπική δικτύωση του τμήματος εργατικής πολιτικής), αν υπάρχει παραταξιακό σχήμα-«ομπρέλα» (τύπου ΜΕΤΑ) σε κεντρικό ή τοπικό επίπεδο και αν υπάρχει, ποια θα είναι η σχέση της συντονιστικής επιτροπής του πανελλαδικού αυτού σχήματος με την γραμματεία του τμήματος εργατικής πολιτικής, ποια η σχέση των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών μας σχημάτων που δραστηριοποιούνται σε χώρους που «αντιστοιχούν» σε άλλα τμήματα της ΚΕ (πχ Υγεία, Παιδεία), με το τμήμα εργατικής πολιτικής ;

Είναι ανάγκη όλα τα παραπάνω- σε συνδυασμό με μια ολοκληρωμένη πρόταση για την διάρθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος- να συζητηθούν σε ειδική συνεδρίαση της ΚΕ. ]

β) ο παράγοντας «Κεντρική Επιτροπή».

Με δεδομένη την πρόβλεψη του καταστατικού ότι τα τμήματα αποτελούν βοηθητικές επιτροπές προς την ΚΕ, δεν μπορεί να μην επισημανθεί το σοβαρό έλλειμμα που χαρακτήρισε την λειτουργία του κόμματος όλο το προηγούμενο διάστημα: οι επεξεργασίες των τμημάτων της ΚΕ ουδέποτε συζητήθηκαν στην ΚΕ! Κι αυτό παρά την υποχρέωση που απορρέει από το καταστατικό (ότι δηλ. τουλάχιστον μια φορά στην διάρκεια της θητείας της, η ΚΕ πρέπει να συζητήσει τις αποφάσεις των τμημάτων της). Έτσι, βρεθήκαμε στο σημείο το κόμμα, ως συλλογικός φορέας μέσω των αποφασιστικών οργάνων του, να μην έχει θέσεις για το ποια πολιτική θα (πρέπει να) ακολουθηθεί από το κάθε Υπουργείο.

Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να συνεχιστεί. Θα πρέπει υποχρεωτικά να συνομολογηθεί ότι αν θέλουμε πράγματι τα τμήματα να είναι το κόμμα στο δίπολο «κόμμα- κυβέρνηση», είναι απαραίτητο οι απόψεις των τμημάτων να νομιμοποιούνται μέσα από αποφάσεις της ΚΕ! Πρέπει να αποτελέσει δέσμευση της νέας ΚΕ που θα προκύψει από το συνέδριο, ο προγραμματισμός των ειδικών αυτών συνεδριάσεών της για τις θέσεις των τμημάτων.

Κι αυτό (η συζήτηση των θέσεων των τμημάτων στην ΚΕ) δεν είναι κάτι που θα αποκαταστήσει απλά την θεσμική κανονικότητα στις κομματικές διαδικασίες. Είναι κάτι που θα ενισχύσει την συλλογική υπευθυνότητα των μελών των τμημάτων και κυρίως, θα αναβαθμίσει τον ρόλο των μελών της ΚΕ. Δεν γνωρίζουμε αν στην πολύχρονη ιστορία του αριστερού κινήματος λύθηκε ποτέ το πρόβλημα του ρόλου των ΚΕ (που όπως σωστά επισημαίνει το κείμενο των θέσεων, στον ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ουσιαστικά επικυρωτικός), αλλά τουλάχιστον αυτό που μπορεί να γίνει άμεσα και χωρίς δυσκολία – και μέχρι τώρα δεν έχει γίνει-είναι να δοθούν αρμοδιότητες / χρεώσεις στα μέλη της ΚΕ.

► Προτείνεται λοιπόν στα 200 μέλη της ΚΕ, αφού αφαιρεθούν αυτά που θα είναι στην ΠΓ και στο οργανωτικό γραφείο, να κατανεμηθούν συγκεκριμένες αρμοδιότητες που θα αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα θεματικά αντικείμενα ή σε ομάδες ομοειδών θεματικών αντικειμένων (κατ’ αναλογία με τα τμήματα).

► Η αντίστοιχη χρέωση στα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας θα είναι ανά πλατιές θεματικές ενότητες που περιλαμβάνουν τα συγκεκριμένα τμήματα ή ομάδες τμημάτων: υπεύθυνος/η για την οικονομική πολιτική, για την κοινωνική πολιτική, για ζητήματα θεσμικής ανασυγκρότησης του κράτους και τα δικαιώματα, για εξωτερική πολιτική και άμυνα, για τον πολιτισμό , για την ευρωπαϊκή πολιτική και την εργατική πολιτική.

γ) Δικτύωση των τμημάτων και συγκρότηση της γραμματείας τους.

Στο κείμενο αυτό, δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει ειδική αναφορά στις προϋποθέσεις συμμετοχής μελών του κόμματος στα τμήματα. Η ανάγκη να συμμετέχουν ενεργά στα τμήματα μέλη του κόμματος με εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις πάνω στα συγκεκριμένα αντικείμενα, είναι προφανής. Αυτό όμως δεν εξασφαλίζεται με καταστατικές ρυθμίσεις. Εξασφαλίζεται μόνο μέσα από την γνώση της κομματικής «ανθρωπογεωγραφίας» σε κάθε τομέα και από μια σωστή πολιτική ανάθεσης ευθυνών στα μέλη αυτά. Συνεπώς, δεν προτείνεται κάποια άλλη διαδικασία συγκρότησης πέραν αυτής που ήδη προβλέπεται: πανελλαδική πρόσκληση και συμμετοχή όποιων ενδιαφέρονται.

Η άποψη στην οποία επικεντρώνουμε εδώ, είναι ότι τα τμήματα εκείνα που το θεματικό τους αντικείμενο αφορά σε πολιτικές που εξειδικεύονται τοπικά, πρέπει να δικτυώνονται πανελλαδικά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τοπικές επιτροπές που θα λειτουργούν στα πλαίσια των νομαρχιακών ή περιφερειακών επιτροπών του κόμματος.

► Τέτοια τμήματα μπορεί να είναι αυτά που αφορούν στον αναπτυξιακό σχεδιασμό και το περιβάλλον, στην Υγεία, στην Παιδεία, σε πολιτισμό-αθλητισμό, στην πρόνοια και αλληλεγγύη, στην αγροτική πολιτική και στον τουρισμό.

Η σχέση των τοπικών επιτροπών με τα τμήματα δεν είναι απλά σχέση αλληλοενημέρωσης και επικοινωνίας, αλλά σχέση οργανική. Τα τμήματα αυτά δηλ. είναι στην ουσία διαρθρωμένα σε τοπικές επιτροπές. (Κάτι τέτοιο ήδη έχει γίνει με το τμήμα Αυτοδιοίκησης. )

► Οι γραμματείες των τμημάτων αυτών συγκροτούνται μέσα από αυτήν την λογική της πανελλαδικής δικτύωσης: η κάθε περιφερειακή επιτροπή υποδεικνύει 1 μέλος για την γραμματεία του τμήματος. Μέλη επίσης της γραμματείας είναι και τα μέλη της ΚΕ που έχουν χρεωθεί το συγκεκριμένο θεματικό αντικείμενο (αυτό προτείνεται και για τα τμήματα που δεν θα έχουν πανελλαδική δικτύωση). Τα υπόλοιπα μέλη της (25μελούς;) γραμματείας είτε μπορεί να υποδειχθούν από άλλες ομάδες σ/φων (πχ συνδικαλιστικές ομάδες δευτεροβάθμιων οργανώσεων), είτε να εκλέγονται απευθείας από την πανελλαδική ολομέλεια του τμήματος. Η συμμετοχή στην γραμματεία κομματικών μελών που κατέχουν δημόσιο αξίωμα επιτρέπεται μέχρι ένα συγκεκριμένο ποσοστό (πχ 20%) .

► Να επισημανθεί εδώ ότι ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην σύνθεση των τοπικών επιτροπών, που πρέπει να διευρυνθεί με όλους τους σ/φους που έχουν τοποθετηθεί ή εκλεγεί στις διοικήσεις των δημόσιων φορέων που σχετίζονται με το αντικείμενο της επιτροπής. Για παράδειγμα, η επιτροπή Υγείας μιας ΝΕ, εκτός από τα μέλη που «κλασσικά» περιλαμβάνει (δηλ. υγειονομικούς του ΣΥΡΙΖΑ ), είναι πολύ σημαντικό να συμπεριλάβει και τα μέλη του κόμματος που είναι μέλη ΔΣ νοσοκομείων, που κατέχουν διοικητικές θέσεις σε φορείς του ΥΥ κλπ (αυτό θα εντάξει τους σ/φους αυτούς σε μια λογική συλλογικής κομματικής λειτουργίας). Ταυτόχρονα, στα πλαίσια κάθε περιφερειακής συντονιστικής επιτροπής* του κόμματος, θα πρέπει να δημιουργηθεί περιφερειακή επιτροπή υγείας, χρεωμένη σε ένα από τα μέλη του περιφερειακού οργάνου.

*Ανεξάρτητα από το ποια μορφή θα πάρει τελικά η βασική οργανωτική συγκρότηση του κόμματος (ΝΕ ή ΠΕ), θα είναι σημαντικό να διευρυνθεί η θεματολογία των περιφ. επιτροπών, που πρέπει να υπερβούν την μονομέρεια της ενασχόλησης με τις περιφερειακές παρατάξεις και να ασχοληθούν με γενικότερα ζητήματα ανάπτυξης, περιβάλλοντος, αγροτικής πολιτικής κλπ. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στην ενασχόληση με τον τομέα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, καθώς είναι μάλλον προφανές ότι οι οποιεσδήποτε κεντρικές θεσμικές πρωτοβουλίες στον τομέα αυτόν, δεν μπορούν παρά να υλοποιούνται στις τοπικές κοινωνίες.

δ) Η σχέση τμημάτων και ΟΜ

Παρά το γεγονός ότι η δημιουργία κλαδικών/επαγγελματικών ΟΜ «αποθαρρύνεται» από το καταστατικό του κόμματος, τέτοιες ΟΜ υπάρχουν (στην Αττική μάλιστα υπάρχουν και κλαδικές/επαγγελματικές ΝΕ) και λειτουργούν. Επειδή το ζήτημα αυτό δεν πρόκειται να λυθεί άμεσα με κάποιο σαφή και οριστικό τρόπο, προκύπτει η ανάγκη να αναζητηθούν τρόποι «συνομιλίας» ανάμεσα στις ΟΜ αυτές και στα τμήματα.

Με δεδομένο ότι: 1. όλα τα μέλη του κόμματος που σχετίζονται με έναν τομέα (πχ Υγεία) μπορούν να είναι μέλη του αντίστοιχου τμήματος ανεξάρτητα από ποια ΟΜ ανήκουν, δηλ. τα μέλη του κόμματος συμμετέχουν στην επεξεργασία της πολιτικής του κόμματος στον συγκεκριμένο τομέα με την ιδιότητα του μέλους του τμήματος και όχι με την ιδιότητα του μέλους μιας κλαδικής ΟΜ, και 2. οι ΟΜ έχουν (κυρίως) άλλο ρόλο από το να επεξεργάζονται θέσεις εισηγητικά προς την ΚΕ, εκείνο το οποίο πρέπει να διασφαλιστεί, είναι από τη μια η υποχρέωση της γραμματείας του τμήματος να ενημερώνει συστηματικά τις κλαδικές ΟΜ που υπάρχουν στον αντίστοιχο τομέα (πχ η γραμματεία του τμήματος Υγείας πρέπει να ενημερώνει για τις αποφάσεις της τις ΟΜ υγ/κών απευθείας ή μέσω των ΝΕ) και απ’ την άλλη, η δυνατότητα των ΟΜ να συζητούν και να αποφασίζουν σχετικά με τις θέσεις της γραμματείας. Σε περίπτωση που μια ΟΜ διαφωνεί με κάποια άποψη που έχει διαμορφωθεί στο τμήμα, μπορεί να αποστείλει την διαφωνία της στην ΚΕ του κόμματος, έτσι ώστε όταν η ΚΕ συζητήσει τις θέσεις για το συγκεκριμένο θεματικό αντικείμενο, να έχει υπόψη της και τις απόψεις των ΟΜ.

ε) τμήματα και ΕΠΕΚΕ.

Οι ΕΠΕΚΕ αποτελούν μια επιτυχημένη σύλληψη, καθώς μέσω αυτών μπορεί να επιτευχθεί η «ώσμωση» ανάμεσα στα τμήματα και τους βουλευτές του κόμματος. Ουσιαστικά η ΕΠΕΚΕ διαμορφώνει έναν χώρο συμμετοχής των βουλευτών σε μια κατά βάση κομματική λειτουργία, έναν χώρο όπου επιχειρείται η «ενσωμάτωση» των βουλευτών σε μια συλλογική λειτουργία διαμόρφωσης άποψης πάνω στην κυβερνητική πολιτική. Μέσα από την συνάντηση πολιτικής ηγεσίας Υπουργείου, γραμματείας τμήματος και βουλευτών, εκτός από την απαραίτητη αλληλοενημέρωση, η συζήτηση μπορεί να επιδράσει δημιουργικά πάνω στις αποφάσεις των Υπουργών, συμπληρώνοντάς τες ή τροποποιώντας τες.

Η λειτουργία των ΕΠΕΚΕ μπορεί να αναβαθμιστεί αν η ατζέντα τους συμπεριλάβει και στρατηγικού χαρακτήρα συζητήσεις και δεν αφορά μόνο στις τρέχουσες νομοθετικές πρωτοβουλίες….

στ) Τέλος, επισημαίνουμε για άλλη μια φορά την ανάγκη (προκειμένου να υλοποιείται έμπρακτα η ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στο τμήμα και το Υπουργείο) να μονιμοποιηθεί ως λειτουργία ένα είδος άτυπου πολιτικού συμβουλίου που θα συσκέπτεται συστηματικά και τακτικά. Το άτυπο αυτό συμβούλιο θα απαρτίζεται από τον αρμόδιο Υπουργό, τον /την συντονιστή /τρια του τμήματος και τον / την συντονιστή /τρια της ΕΠΕΚΕ.

Συνοψίζοντας:

Η αποδοχή της λογικής των παραπάνω προβληματισμών και προτάσεων θα σήμαινε πρακτικά ότι :

Το συνέδριο, μέσα από τις αποφάσεις του, αποδίδει σημαντικό ρόλο στα τμήματα της ΚΕ, προκειμένου ανάμεσα στην κυβέρνηση και στο κόμμα να αποκατασταθεί σχέση συνεργασίας, υποστήριξης και ελέγχου.

Η νέα ΚΕ δεσμεύεται να επανεξετάσει τα θεματικά αντικείμενα με βάση τα οποία έχουν δημιουργηθεί τα τμήματα και να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές.

Μέλη της νέας ΚΕ και της ΠΓ χρεώνονται συγκεκριμένα θεματικά αντικείμενα και τμήματα.

Η νέα ΚΕ δεσμεύεται, τηρώντας τις γενικές δεσμεύσεις του καταστατικού (που αφορούν στον ρόλο των τμημάτων, τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτά, την δυνατότητα κοινών συνεδριάσεων, την δυνατότητα δημιουργίας ομάδων θεματικών ενοτήτων σε κάθε τμήμα κλπ) , να προχωρήσει στην σύνταξη νέου εσωτερικού κανονισμού που θα αφορά στην μορφή της συγκρότησής τους και στον τρόπο ανάδειξης της γραμματείας τους (σε συνδυασμό με τον ορισμό του αριθμού των μελών της γραμματείας κλπ) και στην σχέση των ΟΜ με τα τμήματα .

Ειδικότερα, για την εργατική πολιτική και το συνδικαλιστικό κίνημα, θα παρθούν αποφάσεις σε ειδική συνεδρίαση της ΚΕ.

Τέλος, από τις πρώτες ενέργειες της νέας ΚΕ θα είναι ο προγραμματισμός των συνεδριάσεών της που θα αφορούν στις θέσεις των τμημάτων της (υποχρεωτική δέσμευση από το καταστατικό).

 

*Ο Γιώργος Γιαννόπουλος είναι συντονιστής του Τμήματος Υγείας

Νέες πραγματικότητες: Κινηματική κυβέρνηση και Αριστερά του αποτελέσματος

Όταν η αριστερά κυβερνά υπό καθεστώς επιτροπείας

Στα κινήματα, όπως ευφυώς αναφέρει ο Ν Μπελαβίλας με αφορμή το Ελληνικό και τους Ολυμπιακούς του 2004, παρουσιάζεται συχνά το δίλημμα “όλα ή τίποτα” ή “σώζουμε ότι σώζεται”. Κι αυτό είναι ένα γενικότερο δίλημμα στην πολιτική που ξεχωρίζει τους ενσωματωμένους στην πραγματικότητα που δουλεύουν βάσει των συσχετισμών από εκείνους που θεωρούν ότι οποιοσδήποτε συμβιβασμός είναι προδοσία.

Με λίγα λόγια ο διαχωρισμός επέρχεται από την διαχείριση της ήττας. Στην σπάνια διαχείριση της νίκης τα πράγματα παραμένουν θολά με συχνά καταστροφικά “υπαρκτά” αποτελέσματα.

Στις δυσκολίες της καθημερινής μας ζωής, όλοι και όλες δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με αυτό το δίλημμα. Με βασικό κριτήριο την επιβίωση φροντίζουμε πάντοτε να διασώσουμε ότι σώζεται, να πετύχουμε κάποιον θετικό ή λογικό έστω συμβιβασμό από το να τα χάσουμε όλα, όταν τα πράγματα πάνε όχι όπως θα θέλαμε αλλά όπως μπορέσαμε.

Στην πολιτική/κινηματική ζωή τα πράγματα συχνά θολώνουν.
Το δίκιο και το άδικο συγκρούονται τόσο πολύ σε αφηρημένο και φραστικό επίπεδο ώστε ανοίγει πολύς χώρος για δημαγωγία και ηρωισμό. Ξεχνάμε εύκολα τα συμφέροντα της κοινωνίας και επίσης εύκολα κάνουμε τους/τις ασυμβίβαστες ακόμη και όταν έχουμε φανερά αρνητικούς συσχετισμούς που σημαίνουν καθαρή ήττα. Εκεί ακούγεται η έκκληση “να πέσουμε ηρωικά” – δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανευθυνότητα από αυτήν την επιλογή για ηγεμονεύοντες των κινημάτων.

Ως ατομική επιλογή είναι συχνά μια ώριμη και αναγκαία στάση – μια στάση που βάζει υποθήκες, αναδεικνύει αξίες και ενισχύει τον ιδεαλισμό, και τα οράματα μιας κοινωνίας δικαιοσύνης: τέτοια πχ ήταν η στάση του Τσε Γκεβάρα. Αλλά ως επιλογή της ηγεσίας ενός κινήματος είναι αυτοκτονική. Όπως είναι για την αριστερά ο αριστερισμός ή ο αναρχισμός  – μονίμως ηττημένοι.

Είναι μήπως λύση η παράδοση; Όχι φυσικά, αυτή είναι η ιδεολογική φύση των δεξιών και συντηρητικών κινημάτων. Είναι η άποψη “δεν γίνεται τίποτα, δεν αλλάζει τίποτα”. Αυτή η μεγάλη χοάνη της πλήρους ενσωμάτωσης που κατάπιε την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τις τελευταίες δεκαετίες.

Η λύση της αριστεράς είναι “ο αγώνας συνεχίζεται”.
Από όπου είναι δυνατόν καλύτερα.

Γι αυτό και η αριστερά στην Ελλάδα δεν παραιτήθηκε από την διακυβέρνηση κι ας ηττήθηκε στην κόντρα της με τους δανειστές. Γιατί η πραγματικότητα λέει ότι μπορεί να κάνει τεράστιες αλλαγές ακόμη και υπό αυτό το καθεστώς. Μπορεί να βάλει τις βάσεις για μια έξοδο πραγματική κάποια στιγμή από την εξάρτηση, όπως και αν εκφράζεται αυτή ενδυναμώνοντας το εσωτερικό μέτωπο και διευρύνοντας εξωτερικές συμμαχίες. Γιατί οι συσχετισμοί αλλάζουν με κοπιώδη προσπάθεια. Αντίθετα η επιστροφή στην αντιπολίτευση δεν αλλάζει τίποτα – όσο και το να βγεις στο βουνό, επιλογή που έκανε η αριστερά το 1945-49 αυτοκτονώντας και εγκαταλείποντας την μεγάλη της επιρροή στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία με τα γνωστά αποτελέσματα.

Η σημερινή αριστερή κυβέρνηση είναι μια κινηματική κυβέρνηση.

Προστατεύει τον ελλαδικό πληθυσμό από την οικονομική, οικολογική, παραγωγική συντριβή που αποπειράθηκε να επιφέρει ο νεοφιλελευθερισμός κάνοντάς την πειραματόζωο των νέων αναζητήσεών του. Διέσπασε το αρραγές μέτωπό του με τους σοσιαλδημοκράτες, υπονόμευσε τις απορρυθμιστικές πολιτικές των μνημονίων με ισχυρότατη διαπραγμάτευση και διαρκή προσκόμματα και εναλλακτικές δημοσιονομικές προτάσεις, διεθνοποίησε το πρόβλημα και το αίτημα για διευθέτηση του χρέους.
Είναι το φίλτρο μέσω του οποίου τα μέτρα θανάτου των μνημονίων μεταμορφώνονται σε χλιαρές καταιγίδες.
Είναι η ομπρέλα που προστατεύει από την πύρινη βροχή της απόλυτης φτώχειας όσους περισσότερους πολίτες είναι δυνατόν.
Είναι το εμπόδιο στην οριστική διάλυση του παραγωγικού ιστού και η “υπόγεια” προετοιμασία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Ναι, αυτή είναι η πραγματικότητα, φοβερά δύσκολη  – και αυτή είναι η αριστερά που την κληρονόμησε αναλαμβάνοντας τις ευθύνες διαχείρισής της όπως ήθελε ο λαός.
Και σε μια τέτοια κατάσταση, η ήττες είναι πολλές – τουλάχιστον στην αρχή.
Και είναι εύκολο για εντόπιες δυνάμεις νεοφιλελεύθερες και ξενόδουλες να σε χτυπούν αλύπητα την ώρα που γονατίζεις από το βάρος, ενώ οι ίδιες σε έχουν παγιδεύσει στο αδιέξοδό τους, στο χρέος τους και στην κρίση τους. Και να τα βάζεις την ίδια στιγμή με όλη την διαπλοκή στην επικοινωνία, να μην μπορείς να διαδόσεις την αλήθεια όπως είναι και να μην προλαβαίνεις να δεις τα μέτρα σου όχι να αποδίδουν αλλά καν να εξηγούνται.

Αλλά αυτή είναι η φύση των κινημάτων, του αγώνα για ζωή και δικαιοσύνη.
Βήμα το βήμα, συμμαχία την συμμαχία, αλλαγή την αλλαγή, συμβιβασμό τον συμβιβασμό, νέα διεκδίκηση, βήμα το βήμα κοκ…

Κι αυτή είναι η αριστερά. Γι αυτό υπάρχει.
Ούτε για να αυτοκτονεί με εμφυλίους ούτε για να προδίδει προσχωρώντας στο στρατόπεδο του αντιπάλου όπως έκανε σε αυτήν την κρίση στην χώρα μας η σοσιαλδημοκρατία ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ.

Η πράξη και το αποτέλεσμα είναι ό,τι έχει να προσφέρει η κινηματική αυτή κυβερνώσα αριστερά.
Μπορεί να φαίνεται σαν νεολογισμός το “κινηματική κυβέρνηση” αλλά όποιος θέλει, καταλαβαίνει. Για όποιον δεν θέλει υπάρχει ο εύκολος δρόμος: η επίκληση της προδοσίας, η γκρίνια, η απολυτότητες – και για τους εχθρούς, η αλητεία, η ρουφιανιά και η υπονόμευση των λίγων επιλογών που πραγματικά έχει η χώρα.

Η ιστορία σίγουρα θα κρίνει θετικά την προσπάθεια αυτής της αριστεράς – αλλά εμάς τους ακόμη ζωντανούς και ζωντανές  μας συμφέρει και να επιβιώσουμε στο πολύ συγκεκριμένο σήμερα. Να βγούμε όρθιοι και όρθιες από αυτήν την περιπέτεια, ισοδύναμη με πόλεμο και κατοχή, που μας έριξε η σαραντάχρονη διακυβέρνηση από ΝΔ ΠΑΣΟΚ, κάνοντάς μας το πρώτο και πιο ευάλωτο θύμα της τελευταίας διεθνούς οικονομικής κρίσης.

Γιατί η αριστερά δεν είναι κάτι το αφηρημένο, δεν έχει ιερά βιβλία και δόγματα ούτε σοσιαλιστικούς παραδείσους – αυτά είναι για τους θρησκευόμενους.  Η αριστερά είναι απλά ο αιώνιος αγώνας να μην παρασιτούν οι λίγοι τους πολλούς, να μην τους φορτώνουν τις κρίσεις και τα αδιέξοδα των συστημάτων τους – ο παντοτινός αγώνας για γη και ελευθερία, για δικαιοσύνη.

Κι αυτή ήταν μια προσπάθεια παρουσίασης της “αριστεράς του αποτελέσματος” του Αλέξη Τσίπρα, της αριστεράς της πολύ συγκεκριμένης εποχής μας δλδ της χτεσινής μέρας, της σημερινής και της αυριανής.

*Ο Γιώργος Παπασπυρόπουλος είναι μέλος της ΟΜ Διονύσου κ​αι του Τμήματος Βιομηχανίας του ΣΥΡΙΖΑ

Χρειαζόμαστε πιο ανοιχτές και ευρείες διαδικασίες

Είμαι 52 ετών, μηχανολόγος μηχανικός (ΕΜΠ) και εργάστηκα για 24 συνεχή χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρείες στην Ελλάδα, τη Μότορ Όιλ, ενώ από τον Οκτώβριο του 2015 είμαι άνεργος μετά την παύση της εργασίας μου στην εν λόγω εταιρεία.

Από τότε που άρχισα να σκέφτομαι συνειδητά είμαι αριστερός και, πρακτικά εδώ και ένα έτος, είμαι μέλος της Οργάνωσης Μελών του ΣΥΡΙΖΑ στην Αγία Παρασκευή Αττικής και έχω λάβει μέρος σε ορισμένες συνελεύσεις ή συγκεντρώσεις, όπως και σε εκδηλώσεις της.

Δεδομένου του γεγονότος ότι είμαι άνεργος, έχω ανεμπόδιστα ελεύθερο χρόνο να παρακολουθώ τις εξελίξεις μέσα από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο και, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή μου στον ΣΥΡΙΖΑ και την εργασία μου στον ιδιωτικό τομέα, επιθυμώ να σας εκφράσω τις απόψεις μου σε σχέση με το θέμα το παρόντος e-mail μου.

Οι βασικές μου πηγές πληροφόρησης είναι από την τηλεόραση η ΕΡΤ1, ραδιοφωνικά ο σταθμός «Στο Κόκκινο» και το Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, όσο δε για το Διαδίκτυο η σελίδα του «Κόκκινου» και τα sites της «Αυγής» και της «Ναυτεμπορικής».

Από όλα τα παραπάνω ΜΜΕ ξεχωρίζω κατά προτεραιότητα ενδιαφέροντος και ουσίας το site της «Αυγής», στη συνέχεια τον σταθμό «Στο Κόκκινο» ραδιοφωνικά και ως site, το site της «Ναυτεμπορικής» ως συστημική πληροφόρηση και τέλος την ΕΡΤ, η οποία κατά τη γνώμη μου «πελαγοδρομεί» ανάμεσα στον κατ’ ανάγκη πλουραλισμό της δημόσιας τηλεόρασης και την αντικειμενική, κατά το δυνατόν και εφικτό, πληροφόρηση.

Σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ ως κομματική οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία και με αναφορά σε άρθρα στην «Αυγή» στελεχών, όπως και σε θέσεις του Αλέξη Τσίπρα στην Κεντρική Επιτροπή και με βάση τη σύντομη εμπειρία μου από την προσωπική μου συμμετοχή στην τοπική κομματική οργάνωση, θεωρώ ότι είναι απόλυτα σωστή η θέση για ”γείωση« στην κοινωνία, κάτι που κατά την άποψή μου, κρίνοντας από τη συμμετοχή μου στην τοπική κομματική οργάνωση, βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα. Δυστυχώς, αναγνωρίζω περισσότερο «κλειστές» και περιχαρακωμένες κατά κανόνα διαδικασίες και λειτουργίες, με ορισμένα μέλη να είναι »δέσμια« εσωστρεφών ιδεολογητικών ιδεολογημάτων ή θέσεων και πρακτικών, παρά τη γείωση με την κοινωνία και τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και ως μέρος αυτής ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα και κυβέρνηση. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι πιο πολύ αναγνωρίζω άγονες συζητήσεις ή καλύτερα αναφορές θέσεων και αυτές στο »περίπου”, παρά απόψεις και θέσεις που έχουν άμεση σχέση με την αμείλικτη πραγματικότητα.

Άποψή μου είναι ότι η καλύτερη και ουσιαστική εκπροσώπηση των μελών δεν κρίνεται εσωτερικά στην οργάνωση (αν κι αυτό είναι θεμιτό), αλλά στη λεγόμενη ”έξωθεν καλή μαρτυρία” των μελών, τόσο ομαδικά όσο και προσωπικά και ιδιαίτερα με συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στη θεωρία από τη μία και τη στάση, τη συμπεριφορά και ιδίως τις πράξεις και τις ενέργειες από την άλλη.

Θα πρότεινα, λοιπόν, σαφώς πιο ανοιχτές και ευρείες διαδικασίες (π.χ. εκδηλώσεις) τόσο προς την κοινωνία, όσο και εσωτερικά μέσα στην οργανωτική δομή του κόμματος, ώστε να είναι εφικτή η αλληλεπίδραση και η ώσμωση τόσο στην κοινωνική όσο και την κομματική βάση, γεγονός που είναι απόλυτα αναγκαίο και ζητούμενο για την Αριστερά τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά.

Δεδομένου ότι η κυβέρνηση και το κόμμα δέχονται έναν συνεχή και αδιάλειπτο πόλεμο από την αντιπολίτευση εν γένει και ιδιαίτερα από την αξιωματική αντιπολίτευση, θα ήθελα να προτείνω μια άλλη οπτική στη θεμελιώδη διαφορά μας από την αξιωματική αντιπολίτευση.

Η Νέα Δημοκρατία και ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν είναι απλώς εκφραστές του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, αλλά το αποδεικνύουν και με τη ρητορική τους και τις δηλώσεις τους και τις πρακτικές τους.

Ο Μητσοτάκης, κι αυτό δεν έχει κατά τη γνώμη μου καταδειχθεί και καταγγελθεί με επαρκή σαφήνεια, παρουσιάζεται με τις θέσεις που παίρνει ή αποφεύγει να πάρει, ακόμα και με το στιλ του, κυρίως ως manager ιδιωτικής εταιρείας, παρά ως συντηρητικός πολιτικός.

Θα μου πείτε αυτά έχει μάθει στο Χάρβαρντ πιθανόν. Όμως πρέπει να καταδειχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ότι πέρα από τις όποιες ιδεολογικές διαφορές με τη Νέα Δημοκρατία, το ζητούμενο από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν είναι το θέμα του ικανού ή ικανότερου manager, αλλά η σαφής πολιτική στόχευση για το ευρύτερο κατά το δυνατόν τμήμα της κοινωνίας και των πολιτών της, το οποίο καλούνται να υπηρετήσουν τα κόμματα και οι κυβερνήσεις τους.

Διότι με αυτή τη λογική, δηλαδή του Μητσοτάκη, θα πρέπει να θεωρήσουμε πως η χώρα μας δεν είναι χώρα πολιτών, αλλά μια μεγάλη ιδιωτική εταιρεία που βασικά το μόνο που την ενδιαφέρει είναι κάθε χρόνο να έχει «κέρδη», αντιμετωπίζοντας τους πολίτες ως απλούς συντελεστές, αδιαφορώντας για τις εργασιακές σχέσεις και συνθήκες, όπως συμβαίνει σε πολύ μεγάλο ποσοστό στις μεγάλες κυρίως ιδιωτικές εταιρείες, σύμφωνα με την προσωπική μου εμπειρία από την εργασία μου στη Μοτόρ Όιλ. Ειναι η ίδια λογική με το κακώς εννοούμενο management όπου υπάρχουν τα επίλεκτα ευνοημένα ανώτερα στελέχη, τα οποία συντηρούν και υποστηρίζουν την οποιαδήποτε κερδοφορία της εταιρείας αδιαφορώντας πλήρως κατ’ ουσίαν για το πώς διαβιούν οι υπόλοιποι και ιδιαίτερα, στις χαμηλότερες βαθμίδες εργαζόμενοι.

Έτσι, λοιπόν, ο Μητσοτάκης, με την επίκληση της δήθεν αξιοκρατίας και αξιολόγησης, στην ουσία επιθυμεί να γίνει manager της «εταιρείας» Ελλάδα για να αποφέρει κέρδη στα αφεντικά του, τους κύριους μετόχους της εταιρείας, που γι’ αυτόν είναι τα ντόπια και ξένα μεγαλοεπιχειρηματικά συμφέροντα, και τους ”τσάτσους” τους. Γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης δεν λέει κουβέντα στην ουσία για κοινωνικό κράτος, ανεργία, φτώχεια και περιθωριοποίηση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Απλά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί γι’ αυτόν όλα αυτά είναι απλά νούμερα, άσχετα με τα «κέρδη» της ”εταιρείας” που θέλει να μανατζάρει.

Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον επικεφαλής του, οι οποίοι με παρρησία έχουν σαφώς πολιτικές θέσεις, προτάσεις και όραμα σε σχέση με την πλειονότητα της κοινωνίας και ιδιαίτερα των πλέον ευάλωτων ομάδων της.

Αυτή λοιπόν τη διαφορά θέλω να καταδείξω και θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηματολογία σε σχέση με τη θεμελιώδη τεράστια διαφορά και το ουσιώδες χάσμα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα με τη Νέα Δημοκρατία και τον εκλεκτό της Μητσοτάκη, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό.

* Ο Φώτης Μεραναίος είναι μέλος της Ο.Μ. του ΣΥΡΙΖΑ Αγίας Παρασκευής

Λόγος και πράξη στην κοινωνική αλλαγή

Η μελέτη των προτάσεων για τον προσυνεδριακό διάλογο πανελλαδικά φωτίζει και μεγεθύνει σημεία, ανάλογα με τις γνώσεις και τα ενδιαφέροντα κάθε συντρόφου. Πρόκειται για ολοκληρωμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης της χώρας, με όλες τις δυσκολίες που το συνοδεύουν.

Με μια ματιά, φαίνονται τα συγκριτικά μας «μειονεκτήματα», που καλούμαστε να μετατρέψουμε σε πλεονεκτήματα, αυθωρεί και παραχρήμα. Ξεκάθαρο το «τι» χρειάζεται η Ελλάδα και η Ευρώπη, ζητείται το «πώς». Επικαλείται πρωτοτυπία στις Ο.Μ., συνεργατικό πνεύμα, μέσα σε μια κοινωνία μεγαλωμένη και σπουδαγμένη στον ατομικισμό-νεοφιλελευθερισμό. Δύσκολα πράγματα, όχι ακατόρθωτα. Τυχεροί στην ατυχία μας, το ευρωπαϊκό αναπτυξιακό και κοινωνικό μοντέλο απέτυχαν – εξαερώθηκαν. Πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση, με συνειδητοποιημένη εντολή, ανέλαβε τη διεύρυνση της αραχνοειδούς ρωγμής στο νέο πολιτικό μοντέλο.

Εχθροί πολλοί, και ιδιαίτερα τα «οικεία βέλη». Περιμένεις να αντιδράσει οπωσδήποτε ο εξωχώριος και εσωχώριος αστικός συντηρητισμός. Άραγε είναι εύκολη η προσαρμογή, λόγω συμφερόντων, λόγω γνωστικής οκνηρίας; Καθόλου, εντελώς αναμενόμενο! Ύπαρξη όμως εχθρών «αριστερών», η χαρά της Δεξιάς, συγκλίνοντες στο αποτέλεσμα με τον συντηρητισμό, με επίκληση ιδεολογικής καθαρότητας στην ουτοπία, είναι απερίγραπτο! Δεν αναφερόμαστε στους ζηλωτές-εφαπτόμενους του νεοφιλελευθερισμού, της όψιμης Κεντροαριστεράς, όχι, προφανής η συμβολή τους στη διατήρηση του ευρωπαϊκού μεταλλαγμένου κεκτημένου. Μιλάμε γι’ αυτούς που αδυνατούν να καταλάβουν την ευελιξία που χρειάζεται η διαπραγμάτευση, αν στοχεύεις στην ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ κοινωνική αλλαγή.

«Όχι! Επανάσταση, λένε! Μα δεν ψηφίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ για να βγει από την Ευρώπη. Όχι, είπε ψέματα! Χτυπιούνται χέρια-πόδια του παλιμπαιδισμού, στο πάτωμα και στα τραπέζια! Μα ο ρεαλισμός απαιτούσε προσαρμογή, όσο και αν πονάει η παρέκκλιση προγράμματος. Όχι, θα κάτσουμε μακριά να βλέπουμε, αν τα καταφέρετε, μπορεί και να μας ξαναδείτε! Ευχαριστούμε, για τη ΜΗ στήριξη, για τον πολλαπλάσιο αγώνα που θα χρειαστούν οι σύντροφοι μέσα!».

Είναι αυταπόδεικτη η φτωχή επικοινωνιακή πολιτική που χρησιμοποίησε ο χώρος μας. Αγνοήθηκαν οι τεκμηριωμένες προτάσεις των «σοφών», δεν εκπαιδεύτηκαν κατάλληλα τα στελέχη μας στην προσέγγιση του πληθυσμού. Η επιστημονική τεκμηρίωση εφαρμογής έμεινε στα συρτάρια. Τι να πρωτοκάνεις, λένε κάποιοι. Δεκτό, είναι όμως η ώρα. Μετά το ξεκαθάρισμα του δύσοσμου τοπίου στα ΜΜΕ, να προσεγγίσουμε σωστά τους ανθρώπους, λεκτικά, και έμπρακτα.

Τα μοντέλα επικοινωνίας σε περιόδους κοινωνικής αλλαγής δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που χρησιμοποιούνται σε χρόνια πολιτικής σταθερότητας. Από εκεί πηγάζει η προφανής αμηχανία του παλαιοκομματικού κόσμου. Δεν ξέρουν, και ευτυχώς! Εμείς οφείλουμε να ξέρουμε και ξέρουμε, είναι βέβαιο. Μένει να το εφαρμόσουμε έγκαιρα και άμεσα!

Ο ελληνικός πληθυσμός πάσχει, οικονομικά και συναισθηματικά, είναι βαρύ το φορτίο της κρίσης που «ζαλώθηκε». Ζητάει λύσεις, αμφισβητεί, θέλει απτές αποδείξεις, ποιότητα στη ζωή του.

Προέχει η έντιμη πειθώ. Χρειάζονται έντιμοι πομποί μηνυμάτων, όχι ξερόλες αυθεντίες. Τα κατάλληλα μηνύματα με μειονοκεντρικό προσανατολισμό είναι ενδεδειγμένα. Μη μας φοβίζει η νέα ορολογία, αν δεν ξέρουμε ρωτάμε, υπάρχουν ειδικοί επιστήμονες στα απαραίτητα για την εποχή μοντέλα επιρροής και προσέγγισης του πληθυσμού.

Χρειαζόμαστε όλους τους σκεπτόμενους Έλληνες μαζί μας. Μένει να πείσουμε ότι η αμφισβήτηση χρειάζεται κατάλληλο προσανατολισμό. Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία δείχνει τη μη αλληλέγγυα Ευρώπη, την ελληνική πραγματικότητα που μας κατέστρεψε και την αριστερίστικη ιδεοληψία του μοναχικού, που «απενίψατο τας χείρας» Πιλάτου.

Τρόπος υπάρχει, απαιτεί όμως μέγιστη προσπάθεια από όλους μας!

* Η Σοφία Αράβου-Παπαδάτου είναι μέλος της Ο.Μ. Λειβαθούς-Κεφαλλονιάς

Σκέψεις για τον προσυνεδριακό διάλογο

Το να μιλάμε σήμερα με όρους μνημονίου-αντιμνημονίου η με όρους νίκης η ήττας είναι ξεπερασμένο από την ζωή, γιατί το να απλουστεύουμε με αυτόν τον τρόπο τις υπαρκτές αντιθέσεις σε ένα πολύπλοκο  ευρωπαικό και παγκόσμιο περιβάλλον συνήθως μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα και πρακτικές που μπορεί να καταλήξουν σε καταστροφικά αποτελέσματα.
Η εσφαλμένη και ακραία ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για έξοδο από τα μνημόνια αναμφίβολα «πατούσε» επάνω σε μια γενικά σωστή εκτίμηση των αιτιών της κρίσης,  στην κριτική των μνημονίων, και σωστά τοποθετούσε στο κέντρο της πολιτικής του την απομείωση  του χρέους, όταν η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου υιοθετούσε πλήρως και με δουλικό τρόπο την λογική της τρόικας .
Ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύοντας τον αντιπολιτευτικό του  λόγο  βασισμένο πάνω σ αυτή τη λογική, διατύπωνε μια σωστή αλλά μη ρεαλιστική πρόταση, στα πλαίσια των επιβαλλομένων μνημονίων, που δεν είχε βέβαια σκοπό την παραπλάνηση του Ελληνικού λαού αλλά  σηματοδοτούσε την πρόταση εξόδου από την κρίση. Υπέκυψε όμως κάτω από την πίεση των πιο σκληρών, δεξιών νεοφιλελεύθερων κέντρων της Ευρώπης, ψηφίζοντας το 3 μνημόνιο. Ταυτόχρονα όμως ανέλαβε την σπουδαία πολιτική πρωτοβουλία να απευθυνθεί εκ νέου στον ελληνικό λαό προκηρύσσοντας τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκτίμησε σωστά
– τον ρόλο του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, το εθνικό συμφέρον του κάθε κράτους και την ανάγκη δημιουργίας συμμαχιών.
-δεν αντιλήφθηκε  έγκαιρα τον ρόλο των βρυξελλών  και των οικονομικών μηχανισμών τους, καθώς επίσης και την στρατηγική  των οικονομικών ¨ελιτ’ αλλά και των ντόπιων συνοδοιπόρων σε σχέση με την αντιμετώπιση μιας Αριστερής κυβέρνησης που τυχόν επιτυχία της θα δημιουργούσε ένα κακό προηγούμενο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
-Έγιναν λάθη τακτικής στην διαπραγμάτευση[μπορεί το δίκαιο να ήταν με το μέρος μας και οι θεωρητικές αναλύσεις σωστές ,αδιάφορο για την τρόικα] που κόστισε όμως πολιτικό χρόνο και σπάταλη δυνάμεων, παρά την ψήφιση του 3 μνημονίου με ευνοικότερους όρους.[μικρά πρωτογενή πλεονάσματα κλπ.]
Με αυτήν την λογική θεωρώ σωστή την «αναδίπλωση» της κυβέρνησης, η οποία  με γνώμονα το συμφέρον της χώρας και με το «πιστόλι στον κρόταφο»,παρέμεινε ζωντανή, για να μπορέσει μέσα από μια επίμονη και δύσκολη προσπάθεια να αναγεννήσει την χώρα και να δημιουργήσει  προυποθέσεις για την ιδεολογική ηγεμονία της στην πορεία μετασχηματισμού του κράτους και της κοινωνίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έπραξε σωστά ,γιατί το να θέλουμε να κάνουμε πράξη τις πολιτικές μας επιλογές, χωρίς να λαμβάνουμε υπ΄ όψιν το πώς έχει διαμορφωθεί η πραγματικότητα, συνήθως οδηγεί σε καταστροφικά αποτελέσματα. Και η Αριστερά το γνωρίζει καλα!

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ένα από τα πιο σημαντικά και δυσκολότερα ζητήματα που έχει να επιλύσει μια κυβέρνηση και ιδιαίτερα μια κυβέρνηση με Αριστερό πρόσημο είναι το φορολογικό και αυτό γιατί, το φορολογικό σύστημα θα πρέπει να είναι δίκαιο ,ενιαίο, σταθερό και με λογική αναπτυξιακή.
Το φορολογικό σύστημα δεν θα πρέπει  να αντιμετωπίζεται απλά σαν ένα τεχνοκρατικό ζήτημα, με σκοπό την συγκέντρωση όλο και περισσότερων φόρων, αλλά κατ’ εξοχήν πολιτικά. Από πού θα πάρω και που θα δώσω ,ώστε να κατανεμηθεί δικαιότερα ο πλούτος της χώρας. Είναι από τα κομβικά ζητήματα που θα διακρίνει μια Αριστερή – προοδευτική προσέγγιση από την νεοφιλελεύθερη συντηρητική.
Μια Αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει να υπερασπίζεται και να εγγυάται
-Το αφορολόγητο του εισοδήματος που  βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Κανένα προσωπικό εισόδημα δεν θα πρέπει να  φορολογείται αν το οικογενειακό εισόδημα στο οποίο συμμετέχει βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας ‘οικογενειακό αφορολόγητο εισόδημα’[το προσωπικό εισόδημα θα πρέπει να θεωρείται ενιαίο, ανεξάρτητα της πηγής προέλευσης του.]
-την δίκαιη και ισότιμη φορολόγηση των Ελλήνων πολιτών [ ενιαία αντιμετώπιση  στο αφορολόγητο των εισοδημάτων.]
– Το φορολογικό σύστημα θα πρέπει να είναι στην κατεύθυνση τόνωσης της επιχειρηματικότητας, των επενδύσεων και την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής[απαγορευτικοί  οι υψηλοί συντελεστές φορολόγησης]
Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί θα πρέπει
-να διευρυνθεί η φορολογική βάση[δεν μπορεί να υπάρχουν ομάδες πολιτών που επί χρόνια δεν πληρώνουν φόρους]
-να λυθεί επειγόντως το θέμα της απόδοσης του ΦΠΑ[θα πρέπει να κρατείται αυτόματα σε κάθε συναλλαγή]
– να ψηφιστεί άμεσα η καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών
-να καθιερωθεί χαμηλός  συντελεστής  φορολόγησης της ελεύθερης επιχειρηματικότητας  15%-20%.
  Απαιτείται μια ‘ιερή’ συμφωνία κράτους και πολιτών για την έκδοση αποδείξεων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα.
-σκληρή αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής[μαύρη λίστα αυτών που φοροδιαφεύγουν]

TΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Αναλύοντας την σημερινή πραγματικότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα διαπιστώσουμε ότι
-οι δομές συρρικνώνονται και εγκαταλείπονται
-οι πόροι της λιγοστεύουν, περιορίζοντας περαιτέρω τις παραδοσιακές αυτοδιοικητικές δράσεις
-οι αρμοδιότητες παραδίδονται περαιτέρω στην περιφέρεια ελλείψει χρημάτων.
Για όλα αυτά δεν ευθύνεται ο Καλλικράτης που γενικά με τις όποιες αδυναμίες του θα πρέπει να θεωρηθεί στην σωστή κατεύθυνση της οργάνωσης της ΤΑ σαν συνέχεια του Καπποδίστρια.
Απλά ο Καλλικράτης ήρθε σε μια στιγμή που ξεκινούσε η κρίση αποδυναμώνοντας την δυναμικότητα του. Η τοπική αυτοδιοίκηση βρέθηκε να κολυμπά σ’ ένα νέο θεσμικό πλαίσιο και ταυτόχρονα στα βαθιά νερά της κρίσης.
Τώρα είναι η  στιγμή να δούμε την κρίση σαν ευκαιρία δημιουργίας μιας παράπλευρης τοπικής εξουσίας που θα έχει διακριτές αρμοδιότητες από το κεντρικό κράτος, θα συμβάλλει στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας και οι  κοινωνικές δομές της θα αποτελέσουν τους πρωτεργάτες της κοινωνικής αλληλεγγύης διαφυλάσσοντας την κοινωνική συνοχή.
Είναι η ώρα που η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει με μεταρρυθμίσεις σε συνταγματικό επίπεδο που θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του Καλλικράτη και θα περιλαμβάνουν
-την ριζική αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων
-την αλλαγή του εκλογικού συστήματος .Απλή αναλογική στην εκλογή συμβούλων και άμεση η έμμεση εκλογή Δημάρχων κ Περιφερειαρχών.
– την επανεκκίνηση της οικονομίας σε τοπικό επίπεδο μέσα από συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα.

Σύντομα ο ΣΥΡΙΖΑ θα προχωρήσει στο συνέδριο του. Η νέα ανάγνωση της πραγματικότητας σηματοδοτεί την ανάγκη αναζήτησης καινούργιας ταυτότητας και την διαμόρφωση νέων κοινωνικών συμμαχιών.
Τα μνημόνια δεν είχαν σκοπό να αντιμετωπίσουν μόνο το χρέος αλλά και να αλλάξουν την λογική διακυβέρνησης και λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας μέσω των μεταρρυθμίσεων. Επομένως η ελληνική κοινωνία εξελίσσεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο συνεργασίας και αντίστασης στα μνημόνια ,αναδιαμορφώνεται και συνδιαμορφώνεται με αυτά.
Στο πλαίσιο αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να απαντήσει σε 2 υπαρξιακά ερωτήματα.
1.Θέλει να παραμείνει  ένα πολιτικό ρεύμα με αξιώσεις διακυβέρνησης η να μετατραπεί  σ’ ένα ρεύμα ιδεών και κριτικής, ένα κίνημα διαμαρτυρίας με προσδοκίες στο απροσδιόριστο μέλλον?
2.Σε ποιους απευθύνεται? Είναι το κόμμα της φτωχολογιάς η απευθύνεται σ’ ένα εθνικό ακροατήριο, προσπαθώντας να συνδυάσει τα συμφέροντα των πολλών με τις μεγάλες εκείνες παρεμβάσεις που θα ορίσουν την αυριανή κοινωνία?
Η απάντηση στα δύο ερωτήματα επιτάσσει να βρούμε την γέφυρα στο ρεαλισμό και στα οράματα μας.

*Ο Πέτρος Τσαπαρόλους είναι από τη Βέροια