Skip to main content

Συντάκτης: admin

Η κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας

Έχω περάσει τη ζωή μου σε αγώνες και δεν έχω δει παρά μονάχα προδοσίες, διασπάσεις και ήττες στο στρατόπεδο μας. Θα μ’ άρεσε να δω και μία νίκη, έστω για μια φορά. Να μάθω τι νιώθει κανείς, πώς είναι, με τι μοιάζει, πώς μυρίζει μια δική μας νίκη.

Μ. Βάργκας Γιόσα, “Ο πόλεμος της συντέλειας του κόσμου”

Είχαμε την τύχη, η ελληνική Αριστερά, να μη δούμε μόνο μία, αλλά τρεις μεγάλες νίκες από τον Ιανουάριο του 2015. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, οι νίκες αυτές προέκυψαν περισσότερο λόγω της κατάρρευσης του παλαιού πολιτικού συστήματος, υπό το βάρος της διαλυτικής για αυτό εφαρμογής των Μνημονίων, παρά από τους αγώνες που ανέπτυξε το κίνημα. Πράγματι, μετά την ανεπανάληπτη έξαρση των κινητοποιήσεων του 2011, που είχαν όμως έντονο το στοιχείο του αυθορμητισμού και συγκεχυμένη πολιτικο-κοινωνική στόχευση, τόσο το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα όσο και γενικότερα οι αγώνες γνώρισαν μια ύφεση. Ήταν σαν ο λαός, βλέποντας ότι πλησιάζαμε στην κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, να είχε εναποθέσει σε εμάς, κατ’ ανάθεση, τις ελπίδες για βελτίωση της θέσης του.

Το κενό αυτό δημιουργεί σημαντικά προβλήματα. Οι τομές μιας αριστερής διακυβέρνησης δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με επιτυχία από τα πάνω μόνο, από σοφούς και επιδέξιους κυβερνητικούς ελιγμούς, ούτε ως προϊόν κοινωνικής μηχανικής φωτισμένων ελίτ, έστω αριστερόστροφης έμπνευσης. Χρειάζονται να συνδυαστούν με τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις ενός ισχυρού κοινωνικού κινήματος (με τη δυναμική παρέμβαση και ενός ισχυρού κόμματος, αλλά αυτό είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης). Κάτι τέτοιο παραμένει ζητούμενο. Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι πλήρως αποδυναμωμένο και απονομιμοποιημένο, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας είναι τσακισμένο και αποσυρμένο από την πολιτική, και ένα όχι ασήμαντο κομμάτι του δικού μας κόσμου είναι μουδιασμένο από τον αναγκαστικό συμβιβασμό του περσινού Ιουλίου.

Το γεγονός αυτό θέτει επί τάπητος την ανάγκη για κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας στη βάση της κύριας σήμερα αντίθεσης, με άλλα λόγια την πολιτικο-κοινωνική έκφραση της αντίθεσης στον νεοφιλελευθερισμό, την ηγεμονική έκφραση της αντίστασης σε αυτόν. Οι αντικειμενικές συνθήκες διευκολύνουν το εγχείρημα αυτό, από την άποψη ότι ο ταξικός χαρακτήρας των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού και η κοινωνική καταστροφή που επιφέρει είναι ολοφάνεροι, ειδικά στην Ευρώπη, η οποία βιώνει τη συρροή της γενικότερης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, με τη στρεβλή διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από την άλλη μεριά, η εφαρμογή αντι-νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεν προσκρούει στη χώρα μας μόνο σε έλλειψη πόρων, αλλά και στις δεσμεύσεις του Μνημονίου, το οποίο, αν και πολύ ηπιότερο από τα προηγούμενα, αποτελεί και αυτό ουσιωδώς ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Το καθήκον μας είναι, συνεπώς, να εντάξουμε τις μνημονιακές δεσμεύσεις σε ένα εντελώς διαφορετικό δικό μας πρόγραμμα, για να αδρανοποιήσουμε, να αμβλύνουμε ή να εξουδετερώσουμε τις νεοφιλελεύθερες αιχμές του. Αυτό επιχειρήσαμε με τη μεταρρύθμιση των συντάξεων: τα «κακά» του Μνημονίου, όπως την περικοπή του ΕΚΑΣ και τη μείωση των δαπανών, να τις αντιμετωπίσουμε με μια σαρωτική μεταρρύθμιση που έθεσε κανόνες ισονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης στο ασφαλιστικό σύστημα.

Τα πιο σημαντικά και τα πιο δύσκολα είναι μπροστά μας. Η απόκρουση της κοινωνικής εξαθλίωσης δεν μπορεί παρά να γίνει με όρους δημοκρατικής αναγέννησης, με την αναστροφή της εργασιακής απορρύθμισης, την κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας και των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και της επαναθεμελίωσης του πολιτικού συστήματος με ένα νέο Σύνταγμα που θα κατοχυρώνει θεσμούς άμεσης δημοκρατίας και λαϊκής συμμετοχής.

Προϋπόθεση για όλα αυτά, βεβαίως, είναι και η αλλαγή συσχετισμού στην Ευρώπη. Η Ευρώπη πράγματι αλλάζει. Δεν είμαστε η μόνη πια αριστερή κυβέρνηση σε αυτή, νέες συμμαχίες χτίζονται στο Ευρωκοινοβούλιο ως πρόπλασμα γενικότερων συνεργασιών. Το αποτέλεσμα των εκλογών στην Πορτογαλία είναι μια από τις συνέπειες του ερχομού του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είχε προκύψει αν δεν υπήρχαν οι Indignados στην Ισπανία, έτσι δεν θα υπήρχε και Πορτογαλία ή ακόμα και ο Κόρμπιν στη Βρετανία, αν εμείς δεν ήμασταν ακόμα ένας κρίκος σε αυτή την αλυσίδα αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού.

Ας έχουμε την αισιοδοξία της δράσης. Ο Καμί έγραφε ότι η χρησιμότητα της εξουσίας είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να επιδιώξεις το αδύνατο (donner ses chances à l’impossible).

Κράτος και Τοπική Αυτοδιοίκηση

Ο καθένας μας μπορεί να αντιληφθεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίσσεται το 2ο Συνέδριό μας.
Είναι προφανές ότι μέσα σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου – από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και της διαπλοκής (εντός και εκτός συνόρων) – οι προτεραιότητες τις στιγμής και η ορθή αντιμετώπισή τους, αποκτούν στρατηγική σημασία.
Ο διατυπωμένος στόχος «να βγούμε από την κρίση με το λαό όρθιο» τα λέει όλα και δεν χρειάζεται να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτα και μάλιστα κατά τη δική μου εκτίμηση «καλά το πολεμάμε».
Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε αρχίζει ούτε πρέπει να τελειώνει σε αυτό το στόχο.
Στο σημείο αυτό με απασχολούν μερικά πρακτικά ερωτήματα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας:
Τι κράτος θα έχουμε;
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ώστε να δώσει όραμα και προοπτική στον εργαζόμενο λαό και ιδιαίτερα στη νεολαία;
Πώς θα ανοίξουμε το δρόμο για μια πιο συμμετοχική-δημοκρατική κοινωνία;
Πως το υπάρχον υδροκέφαλο γραφειοκρατικό κράτος θα μετασχηματιστεί και προς ποια κατεύθυνση;
Ποια είναι τα «εργαλεία» και ποια η Δομή;
Μελετώντας τις «Θέσεις» κάνω 2 διαπιστώσεις, μία θετική και μία αρνητική.
Θετική, είναι η διατύπωση που αναφέρουν οι «Θέσεις»:  
«…Δεύτερο συστατικό του αριστερού προγράμματος αποτελεί επομένως η συνεχής επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας. Ο εκδημοκρατισμός του κράτους, του Δημοσίου, της παιδείας και του πολιτισμού χρειάζεται να συνδυαστεί με πολύμορφους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε μεγάλα τμήματα της κοινωνικής πολιτικής να περνούν σταδιακά σε συλλογικές διαδικασίες. Η δημοκρατία αγκαλιάζει έτσι όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και μεταμορφώνεται από θεσμική διαδικασία σε νέα μορφή ζωής, με έντονη την έμφυλη διάστασή της. Ακόμα, αυτή η πάλη περιέχει συνεχείς δημοκρατικές ρήξεις, μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων σε νέους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας που αλλάζουν τους συσχετισμούς δύναμης στην κοινωνία Η πάλη για την επέκταση και την εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι στοιχείο της πάλης για τον σοσιαλισμό, τη βοηθά και ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ύπαρξή του.
Μέχρι εδώ καλά
Στη συνέχεια οι θέσεις περνάνε σε μια γενική και μάλλον αόριστη θεώρηση.
Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας πρέπει να διδαχθεί από τις διάφορες πρωτοβουλίες αυτόνομης κοινωνικής οργάνωσης και δράσης και να υποστηρίξει την άνθηση τέτοιων πρωτοβουλιών. Με αυτή την έννοια, κάθε κυβερνητική πολιτική πρέπει να προσαρμόζεται στους άξονες της ισότητας και της δημοκρατίας και να ελέγχεται για την ταξική της μεροληψία. Η συνεχής μείωση των ανισοτήτων, η βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών και η επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας αποτελούν το περιεχόμενο της καθημερινής προσπάθειας της ριζοσπαστικής Αριστεράς της εποχής μας.»
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και κυρίως η πρωτοβάθμια, που είναι;
Είμαι έτοιμος να αποδεχτώ ότι οι λίγες αράδες-ευχές, που αναφέρονται στην Τοπ. Αυτοδ. στην #4 στις προτεινόμενες 26 προγραμματικές τομές, είναι στη λογική «να πούμε κάτι και για αυτό το θέμα διότι δεν προλάβαμε να το επεξεργαστούμε».
Όμως ανησυχώ μήπως πραγματικά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα του ζητήματος.
Επιγραμματικά λοιπόν καταθέτω μερικές προσωπικές διαπιστώσεις πριν καταλήξω στην πρότασή μου:
1. Η Τ.Α 1ου βαθμού είναι ο κοντινότερος θεσμός στον πολίτη. Ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι η προσδοκία μας για ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ – στο επίπεδο της κοινωνίας -περνά ευκολότερα μέσα από αυτό το ΘΕΣΜΟ. Όχι βέβαια όπως είναι σήμερα. Το θεσμικό πλαίσιο του «Καλλικράτη» δεν δίνει καμία δυνατότητα συμμετοχής.
2. Ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την αποτελεσματική επίδραση στη ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ και τη ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ της κοινωνίας μπορεί να αποκομίσει κανείς μελετώντας την περίοδο της Εθν. Αντίστασης. (Χωρίς βέβαια να ταυτίζονται οι εποχές)
3. Υπενθυμίζω τη δεκαετία του ΄80. Όταν εμφανίστηκε – ο κουτσουρεμένος και άτυπος βέβαια – θεσμός των Συνοικιακών Συμβουλίων, προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στους πολίτες για συμμετοχή και έχω την αίσθηση ότι αυτός ήταν και ο λόγος που μεθοδεύτηκε η κατάργησή του. Επίσης θυμίζω την αυξημένη συμμετοχή και το ενδιαφέρον των πολιτών την εποχή που στα χωριά είχαμε τις «κοινότητες». Είναι βέβαια προφανές ότι δεν επικροτώ την ασυδοσία και την ανεξέλεγκτη λειτουργία εκείνης της περιόδου που η Τ.Α. ήταν τμήμα του πελατειακού κράτους.
4. Αν κοιτάξει κάποιος τις αναπτυγμένες χώρες θα διαπιστώσει ότι η Τ.Α. είναι μια αποκεντρωμένη πραγματική τοπική κυβέρνηση που διαχειρίζεται σημαντικά ποσά των φορολογικών εσόδων της χώρας.
Συντρόφισσες και σύντροφοι
Θεωρώ ότι:
1. Η Δομή ενός κράτους αποκεντρωμένου, δημοκρατικού, σύγχρονου και φιλικού στον πολίτη (με προοπτική μετεξέλιξής του στο δρόμο του κοινωνικού μετασχηματισμού που περιγράφουμε στις θέσεις μας για το Συνέδριο) πρέπει να έχει ως βασικό δομικό στοιχείο του την Τ.Α. όλων των βαθμών.
2. Οφείλουμε τώρα να μελετήσουμε πολιτικά και επιστημονικά την πρότασή μας (σε μορφή και περιεχόμενο), για το τι κράτος θέλουμε να φτιάξουμε, μετά την ολοκλήρωση της μνημονιακής εποπτείας και να το περιγράψουμε, δίνοντας όραμα και προοπτική στις δυνάμεις της κοινωνικής αριστεράς. Σε αυτή την πρόταση η Τ.Α. πρέπει να αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο».

Η  ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ:
Με δεδομένο ότι σε αυτό το Συνέδριο δεν είμαστε έτοιμοι, αλλά ο χρόνος τρέχει, προτείνω:
1. Η νέα Κ.Ε. να ορίσει ολιγομελή ομάδα με θέμα : ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ Τ.Α. (Όχι από τους εκλεγμένους σ. οι οποίοι δεν έχουν χρόνο). Η Ομάδα αυτή σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες και αξιοποιώντας την πείρα των εκλεγμένων στελεχών μας στην Τ.Α. και την Κυβέρνηση, θα μελετήσει εμπειρίες άλλων χωρών, θα αναλύσει ιδιαιτερότητες και δεδομένα της χώρας μας και θα διατυπώσει την πρότασή της (χρονικό όριο 6 μήνες).
2. Η πρόταση θα τεθεί σε «διαβούλευση» στις Οργανώσεις και στην κοινωνία, πολίτες φορείς, ειδικούς επιστήμονες κ.λ.π. (Χρονικό όριο 6 μήνες).
3. Σε 12 μήνες από σήμερα θα συγκληθεί το Διαρκές Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ – θεματικό- για να πάρει τις τελικές αποφάσεις για την Τ.Α.
        

* Ο Βαγγέλης Κουγιάς είναι Συντονιστής Ο.Μ. Ζωγράφου του ΣΥΡΙΖΑ

Συνελεύσεις των Ο.Μ. την Κυριακή 2 Οκτωβρίου

Ελληνικό

Παγκράτι στις 9.00, εκλογές

Σπάτα – Αρτέμιδα

Νάξος

Μύκονος

Αργολίδα στις 11.00, κλειστή Γενική Συνέλευση

Καστοριά, εκλογές

Μαρκόπουλο, Κινηματογράφος Άρτεμις

Τρίκαλα

Ραφήνα – Πικέρμι, ομιλητής Μπίρμπας

Αγία Παρασκευή στις 11.00, ομιλητής Πάνος Ρήγας

Εκδήλωση της OM Μηχανικών, Γεωτεχνικών και Υπαλλήλων Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκης

Κυριακή 02/10/2016 και ώρα 10:00  – 14.00

Κτίριο του Κέντρου Αρχιτεκτονικής Δήμου Θεσσαλονίκης – 1ος όροφος, Αγγελάκη 13

 

Θέμα: «ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ 2ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ»

Φάμελλος Σωκράτης, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος ΣΥΡΙΖΑ

Νίκος Παυλίδης,  Μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ

 

Ένα προοδευτικό New Deal για την Ευρώπη και την Ελλάδα

Η Αριστερά διεκδικεί εκ νέου και με άλλους όρους τον ηγετικό της ρόλο στον 21ο αιώνα. Οφείλει να έχει λόγο κριτικό και μαχητικό, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να είναι κυβερνώσα δύναμη με απτά αποτελέσματα που βελτιώνουν ή και μεταμορφώνουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Εδώ είναι η δική μας ευθύνη. Οι ανάγκες των ανθρώπων δεν μπορούν να περιμένουν.

Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η ευθύνη της Αριστεράς είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η νεοφιλελεύθερη θεολογία δεν σωρεύει μόνο ανισότητα και κοινωνικά ερείπια, αλλά φαίνεται να συμβαδίζει αρμονικά με πολιτικές πρακτικές ακραία συντηρητικές. Ταυτόχρονα, τα νεόπτωχα στρώματα, τα λεγόμενα “θύματα της παγκοσμιοποίησης”, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στη φενάκη του ακροδεξιού λαϊκισμού και στο εθνοφυλετικό μίσος ποικίλων δημαγωγών. Με φόντο τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, την προσφυγική κρίση και το Brexit, ο αναδυόμενος κίνδυνος είναι μια Ευρώπη που παραδίδεται στην Άκρα Δεξιά, στη γενικευμένη καχυποψία και την εθνικιστική περιχαράκωση. Μια Ευρώπη που φέρεται σαν να μην έχει διδαχτεί τίποτε από την ιστορική εμπειρία του “σκοτεινού” 20ού αιώνα.

Αυτό που απαιτείται είναι ένα New Deal για την Ευρώπη. Για την επίτευξη μιας τέτοιας πολιτικής και οικονομικής σύνθεσης χρειάζεται μια νέα προοδευτική συμμαχία. Κανείς δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος του. Η Αριστερά μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη διαλόγου και συμμαχιών με δυνάμεις της ριζοσπαστικής οικολογίας, της σοσιαλδημοκρατίας, του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Για την επίτευξη αυτής της συμμαχίας, απαιτείται η σοσιαλδημοκρατία να ανακτήσει τη μεταρρυθμιστική της ταυτότητα. Ήδη ιστορικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναζητούν εκ νέου την ταυτότητά τους εκτός νεοφιλελεύθερου πλαισίου: Εργατικό Κόμμα Βρετανίας, κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών – Πράσινων στη Σουηδία, συνάντηση SPD, Die Linke και Πρασίνων στο Βερολίνο για “μια προοδευτική πολιτική”.

Αυτή η ευθύνη πέφτει στους ώμους του ΣΥΡΙΖΑ: Να πρωταγωνιστήσει στις εξελίξεις για μια προοδευτική ηγεμονία, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Η φωνή της Ελλάδας, φωνή Δημοκρατίας και προόδου, ακούγεται ήδη στην Ευρώπη, καθαρή και δυνατή. Η φωνή της κυβερνώσας Αριστεράς πρέπει να ακουστεί πολλαπλασιαστικά και στο εσωτερικό, σαν δύναμη σύνθεσης, ενοποίησης και έμπνευσης. Και το κυριότερο: Σαν φωνή της ελπίδας για δημοκρατική αναγέννηση της χώρας.

Ήδη παρακολουθούμε μια πρωτοφανή πολεμική επιχείρηση από τους πιο αντιδραστικούς πυρήνες του παλιού πολιτικού συστήματος, των κρατικοδίαιτων και των κλεπτοκρατών, με πλήρη σύμπλευση της νεοφιλελεύθερης ρητορικής και των ακροδεξιών κραυγών. Η πολιτική αλλαγή, μετά δύο εκλογές και ένα δημοψήφισμα, από αυτούς τους κύκλους δεν εκλαμβάνεται ως δημοκρατική αλλαγή διακυβέρνησης, αλλά ως καθεστωτική αλλαγή, ως διανοητικός κλονισμός τους και κυρίως ως οδυνηρή απώλεια εξουσίας, απώλεια του κληρονομικού “μαγαζιού” και του λόγου υπάρξεώς τους. Η λυσσασμένη, ανοίκεια, μεταπολιτική αντιπολίτευση που ασκείται προέρχεται προδήλως από power junkies σε στέρηση και αρθρώνεται σε τρεις άξονες: απονομιμοποίηση της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης, ισοπέδωση του ηθικού πλεονεκτήματος και εξόντωση προσώπων (character assasination). Σε όλες αυτές τις ενέργειες απουσιάζουν τα επιχειρήματα και ξεχειλίζουν η προπαγάνδα και η εχθροπάθεια. Πολύ περισσότερο που η μεγάλη πλειονότητα των μίντια κατασκευάζει καθημερινά μετα-αλήθειες και φοβίες, αντλώντας από την post truth του Fox News – με πρώτη κορύφωση τις ημέρες πριν από το δημοψήφισμα. Η πολιτική εχθροπάθεια διαχέεται σε όλη τη δημόσια σφαίρα, θυμίζοντας τα “αέρα, αέρα να φύγει η χολέρα” του 1987-89, αλλά πολλαπλάσια σε ένταση και τοξικότητα για τον δημόσιο βίο.

Σε αυτό το φόντο, με σθένος, μαχητικότητα και διαύγεια εκ μέρους μας, πρέπει να δούμε τις ιστορικές προκλήσεις για την Αριστερά, τη Δημοκρατία και την Ελλάδα. Πέρα από τις αναγκαστικές πολιτικές πρακτικές των Μνημονίων και την προσπάθειά μας να ανακτήσουμε βαθμιαία ελευθερία κινήσεων και κυριαρχία, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναμετρηθούμε με τις μεταρρυθμιστικές και διοικητικές προκλήσεις στις οποίες μπορούμε να απαντήσουμε με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, σε κλάδους, δομές και πεδία που δεν υπόκεινται στις πολιτικές των Μνημονίων.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, των προνομιακών σχέσεων και “διευκολύνσεων”, της φοροδιαφυγής, της αδράνειας, με λίγα λόγια η μεταμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης σε παραγωγικό και δημοκρατικό υπηρέτη του πολίτη είναι το αυτονόητο πρώτο καθήκον. Είναι το αυτονόητο – και είναι το πιο δύσκολο.

Μέσα από τη μάχη του αυτονόητου όμως, και μόνο, θα αποκατασταθούν η πληγωμένη αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση και θα μπορέσουμε να γίνουμε πειστικοί και εμπνευστικοί, φορείς ενός ριζοσπαστικού πραγματισμού, καταλύτες μιας νέας γενικής διάνοιας, μαζί και μέσα στην κοινωνία, σαρξ εκ της σαρκός της. Οι συμπολίτες μας, και αυτοί που δεν μας ψήφισαν, περιμένουν από εμάς περισσότερα από όσα φανταζόμαστε.

Για το παρόν και το μέλλον των λαϊκών τάξεων

Το κόμμα μας, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει αναλάβει μια ευθύνη πρωτόγνωρη στη μεταπολεμική Ευρώπη. Έπειτα από μια νικηφόρα πορεία που τον ανέδειξε στο ισχυρότερο ελληνικό πολιτικό κόμμα, είναι από τον περασμένο Ιανουάριο κορμός και ηγεσία της κυβέρνησης. Αυτό, όμως, μπορεί να το ισχυριστεί για τον εαυτό του κάθε κόμμα που κυβέρνησε. Η διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι σε αυτή την πορεία μπήκε στο προσκήνιο της πολιτικής ένας μέχρι χθες «αόρατος» κόσμος: οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας, οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι βιοπαλαιστές επαγγελματίες και μικροεπιχειρηματίες. Αυτός ο κόσμος που, προπάντων μετά την επικράτηση του άγριου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, φαινόταν να έχει μπει τελειωτικά στο περιθώριο ξεσηκώθηκε και έφερε την Αριστερά στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Οι περιστάσεις αυτές είναι πρωτόγνωρες και υποδειγματικές για την πολιτική της Αριστεράς στην Ευρώπη. Οι ελπιδοφόρες εξελίξεις στην Ιβηρική, οι διαφοροποιήσεις στην ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και τους Ευρωπαίους Πράσινους έχουν στενή σχέση με την ελληνική περίπτωση, εμπνέονται και διδάσκονται από αυτήν. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε δρόμους.

Το διακύβευμα της πολιτικής σύγκρουσης που διεξάγεται είναι αν θα κυριαρχήσει αυτός ο κόσμος που αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή την τελευταία εξαετία ή θα επανέλθει το παλιό καθεστώς. Όταν μιλάμε, λοιπόν, για «ταξική μεροληψία», εννοούμε ακριβώς αυτό: πώς το αποτέλεσμα του ξεσηκωμού των λαϊκών τάξεων, που εκδηλώθηκε πολιτικά με τη νικηφόρα πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, θα αποκρυσταλλωθεί σε ιδεολογική, πολιτική και θεσμική ηγεμονία. Στις τωρινές συνθήκες, το διακύβευμα αυτό μεταφράζεται στο ερώτημα πώς, με δεδομένο το δυσμενές πλαίσιο που δεν ορίζεται μόνο από τη συμφωνία που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υπογράψει πέρσι το καλοκαίρι, αλλά και από την παγκόσμια κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, μπορεί να ασκηθεί αριστερή πολιτική που θα απεγκλωβίσει την Ελλάδα από το καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και θα οδηγήσει σε μια πορεία παραγωγικής, κοινωνικής και οικολογικής ανασυγκρότησης – αυτά για εμάς πάνε μαζί, είναι ένα τρίπτυχο που δεν επιτρέπεται να διασπαστεί.

Μέχρι τώρα, όσον αφορά την πολιτική της κυβέρνησης, έχουν γίνει πολλά και πάντοτε έπειτα από εντατική διαπραγμάτευση, συχνά σύγκρουση, με τους δανειστές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό θα συνεχιστεί. Η εχθρότητα απέναντι σε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, η επιδίωξη να κλείσει η επικίνδυνη «παρένθεση», είτε με ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είτε με την παράδοση και ενσωμάτωσή του, δεν έπαψε και δεν θα πάψει. Η αντιμετώπιση αυτής της πασιφανούς πραγματικότητας δεν γίνεται με καταγγελίες και απόσυρση σε μια θεωρητική καθαρότητα. Την πολιτική την επιβάλλουν οι περιστάσεις, και το κόμμα, έλεγε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πρέπει πάντα να βρίσκεται στο ύψος των περιστάσεων, χωρίς να χάνει από τα μάτια του τον στρατηγικό του στόχο. Όλα τα άλλα είναι ακαδημαϊσμός. Αυτόν τον δρόμο επιλέξαμε να ιχνηλατήσουμε και να ακολουθήσουμε.

Το ερώτημα που έχουμε να συζητήσουμε στο Συνέδριο είναι πώς πρέπει να ανασυγκροτηθεί το κόμμα μας ώστε να αντεπεξέλθει σε αυτή την κατάσταση, για την οποία δεν υπάρχουν παραδείγματα και θεωρητικές επεξεργασίες. Ο απολογισμός της δράσης μας στην προηγούμενη περίοδο, που κατέχει μεγάλο μέρος των «Θέσεων», είναι αναγκαίος, ώστε να διαπιστώσουμε τι μας λείπει και πρέπει να το οικοδομήσουμε, τι έχουμε και πρέπει να το καλλιεργήσουμε, τι κάναμε λάθος και πρέπει να το διορθώσουμε – τέλος: τι είναι ένα αριστερό κόμμα που ηγείται της κυβέρνησης σε μια χώρα που βρίσκεται στην καρδιά του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Νομίζω ότι δεν υπάρχει προηγούμενο τόσο αναλυτικού απολογισμού, τουλάχιστον στην πρόσφατη ιστορία των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, όπως και δεν υπάρχει προηγούμενο τόσο πλούσιων και πυκνών εμπειριών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Φυσικά χρειάζονται όλα αυτά ακόμα μεγαλύτερη επεξεργασία και εμβάθυνση, μια διαδικασία που δεν θα τελειώσει με το Συνέδριο και τις αποφάσεις του.

Το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον και η αντανάκλασή του στη χώρα μας είναι το δεύτερο μεγάλο ζήτημα. Οι οικονομικοί και πολιτικοί κλυδωνισμοί του ευρωπαϊκού οικοδομήματος (π.χ. Brexit, προσφυγικό, τραπεζική κρίση), οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, ο πολυπολικός κόσμος που αλλάζει κάθε μέρα απαιτούν από όλη την Αριστερά να ξανασκεφτεί τον εαυτό της: πώς πρέπει να είναι τα κόμματά μας, σε τι είδους κοινωνικά κινήματα μπορούμε να στηριζόμαστε και πώς θα αναπτυχθούν αυτά, ποιες συμμαχίες είναι δυνατό και αναγκαίο να συνάψουμε και πώς μπορούμε να καλλιεργήσουμε το έδαφος ώστε να γίνουν πραγματικότητα – σε κυβερνητικό, αλλά και σε κομματικό επίπεδο. Αυτά είναι ερωτήματα που σε ένα κοντινό παρελθόν μας απασχόλησαν, αλλά απαντήθηκαν όπως μπορούσε να τα απαντήσει ένα μικρό κόμμα. Σήμερα, όμως, είμαστε το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς στην Ευρώπη. Επομένως η ευθύνη και οι απαιτήσεις είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες, όχι μόνο για την πολιτική που ασκούμε ως κυβέρνηση, όχι μόνο για τη δραστηριότητα του κόμματος στον τόπο μας, αλλά για το παρόν και το μέλλον των λαϊκών τάξεων και της Αριστεράς στην ήπειρό μας.

Ριζοσπαστική πολιτική, ρεαλιστική πρακτική

Η κυβερνητική εμπειρία ενάμισι έτους και η εσωκομματική αντιπαράθεση, που οδήγησε στην αποχώρηση μελών και στελεχών τον περασμένο Αύγουστο, αποτελούν σοβαρούς λόγους, να συνειδητοποιήσουμε ότι το 2ο Συνέδριο είναι μια μεγάλη ευκαιρία να αναμετρηθούμε με την ίδια την ιστορία μας, η οποία δεν περιλαμβάνει μόνο αγώνες και ηρωισμούς, αλλά και λάθη, ιδεοληψίες, ακόμη και αβελτηρίες.

Η ελληνική Αριστερά και τα κόμματα που την αποτελούσαν, επί δεκαετίες υποτίμησαν την αξία διαμόρφωσης πολιτικού προγράμματος διακυβέρνησης και υποκατέστησαν την αναγκαιότητα αυτή με την υιοθέτηση του συνόλου των αιτημάτων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, χωρίς ιεράρχηση και χωρίς αξιολόγηση δυνατότητας υλοποίησής τους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε μια στρεβλή κατάσταση, δηλαδή το πολιτικό κόμμα να μετατρέπεται σε προέκταση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και να μην παράγεται πολιτική και πολιτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Φυσικά αυτό το φαινόμενο διαμορφώθηκε με τον εξ ορισμού αποκλεισμό της Αριστεράς από την προοπτική συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας μετά την ήττα του `49 και καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου. Απότοκο αυτής της στάσης ήταν την περίοδο 2012-2014 ο ΣΥΡΙΖΑ να δίνει την εντύπωση της υιοθέτησης όλων των αιτημάτων που γεννούσε η οικονομική κρίση, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τις συνθήκες χρεοκοπίας της χώρας, ως εκ τούτου τις περιορισμένες δυνατότητες που υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν, από τη δημοσιονομική στενότητα που έχει επιβληθεί και των αρνητικών ευρωπαϊκών συσχετισμών.

Είναι καλό ν’ αναλογιστούμε σήμερα ότι αυτή η αδυναμία συγκρότησης ρεαλιστικών προγραμματικών προτάσεων μόνο πολιτικό κόστος γεννούσε. Αφ’ ενός μεν γιατί, αν και ήταν βέβαιο ότι το κόμμα μας θα ήταν ο νικητής των επόμενων εκλογών, μια και το εκλογικό σώμα θα τιμωρούσε εκείνους που έριξαν τη χώρα στη χρεοκοπία και κατόπιν επέτειναν την κοινωνική και οικονομική κρίση, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις Σαμαρά – Βενιζέλου, στερούμασταν την αποδοχή πολιτών που, εκτός από την οργή, αξιολογούσαν και την προοπτική διακυβέρνησης. Αφ’ ετέρου, δε, γιατί σήμερα αντιμετωπίζουμε την «κατηγορία» της μεταβολής των απόψεών μας, όσον αφορά ορισμένους τομείς της κυβερνητικής πολιτικής.

Ακόμη χειρότερα είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε «προτάσεις» παρελθόντων ετών προερχόμενες από το κόμμα, οι οποίες όχι μόνο δεν είχαν καμία ρεαλιστική βάση, όσον αφορά το περιεχόμενό τους και τους υπάρχοντες συσχετισμούς για την υλοποίησή τους, αλλά μερικές από αυτές κινούντο εκτός του υφισταμένου νομικού πλαισίου, που αν είχαν υιοθετηθεί θα μας εξέθεταν απολύτως. Έχω κατά νου την «απαίτηση» κομματικών κύκλων να νομοθετήσουμε υποχρεωτικό εκλογικό σύστημα στις αθλητικές ομοσπονδίες και τ’ αθλητικά σωματεία, κάτι που είναι αντισυνταγματικό και παράνομο.

Σήμερα που η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μπορεί να συγκρούεται μέχρι τέλους με τη διαφθορά και τη διαπλοκή, με τα οικονομικά συμφέροντα, να υπερασπίζεται τις λαϊκές ανάγκες, να επαναδιαπραγματεύεται με επιτυχία ακόμη και εκεί που βρήκε συμφωνίες ολοκληρωμένες από την προηγούμενη κυβέρνηση, όπως στο Ελληνικό και τα περιφερειακά αεροδρόμια, το κόμμα μας πρέπει να σταθεί και αυτό στην πρώτη γραμμή. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να εξαντληθεί στην ενημέρωση των μελών και φίλων του κόμματος για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε και τα μέτρα που έχουν ληφθεί (αν και δεν είναι μεμονωμένες οι περιπτώσεις που μέλη του κόμματος έχουν μαύρα μεσάνυχτα ακόμη και για τις τελευταίες αναπροσαρμογές του ΕΝΦΙΑ προς όφελος των πολιτών με χαμηλά εισοδήματα, εξαιτίας προφανώς της λειτουργίας του κόμματος), ούτε στη δημοσιοποίηση της επίτευξης των κυβερνητικών στόχων, διαδικασία αναγκαία και απαραίτητη στις σημερινές συνθήκες παραπληροφόρησης και επικοινωνιακού πολέμου, στον οποίο έχουν αποδοθεί εναντίον μας οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, επειδή επιτέλους πληρώνουν για τις δημόσιες συχνότητες που κατέχουν.

Το κύριο μέλημα από το Συνέδριο και μετά θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση του κυβερνητικού σχεδίου στις παρούσες συνθήκες, η ανίχνευση δυνατοτήτων, η διαμόρφωση πολιτικών άμεσα εφαρμόσιμων, που θα παράγουν αποτελέσματα και θα αλλάζουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς, δηλαδή θα διευρύνουν το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο του κόσμου της εργασίας.

Στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος παρουσιάζονται παραδείγματα επαναστατικών κυβερνήσεων, που για να διασφαλίσουν την επίτευξη του στρατηγικού στόχου, προέβησαν σε τακτικές αναδιπλώσεις και τελικά δικαιώθηκαν. Φαντάζομαι πως σήμερα δεν βρίσκεται κανένας που να μην καταλαβαίνει γιατί ο Λένιν αποδέχτηκε τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ ή γιατί εφάρμοσε τη ΝΟΠ. Γι’ αυτά όμως χρειάζεται εκτός από μία αποφασισμένη κυβέρνηση, που τη διαθέτουμε, ένα αποφασισμένο κόμμα, που ως συλλογικός διανοούμενος θα διαμορφώσει πολιτικό πρόγραμμα, θα το υπερασπιστεί στο μαζικό κίνημα και θα είναι στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους ταξικούς και πολιτικούς ανταγωνιστές μας. Δηλαδή, να οικοδομήσουμε αυτό που σήμερα έχουμε και δεν έχουμε: κόμμα.

Περί Δημοκρατίας

Βαδίζοντας  προς το συνέδριο και προσπαθώντας να συμβάλλω στον συνεχιζόμενο διάλογο θα εστιάσω στο θέμα της λειτουργίας της δημοκρατίας στο κόμμα που ασφαλώς αφορά και τα μέλη μας που είναι στην κυβέρνηση. Πιστεύω πως όλα τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ενστερνίζονται την άποψη ότι είμαστε ένα αριστερό δημοκρατικό κόμμα όπου το κάθε μέλος είναι ισότιμο και η άποψή του λαμβάνεται υπόψιν στην τελική διαμόρφωση μίας πρότασης ή απόφασης με συναίνεση ή με ψηφοφορία. Κάνοντας τον απολογισμό μας και την αυτοκριτική μας από το τελευταίο συνέδριο ως εδώ, οφείλω να ομολογήσω πως γενικά δεν τα καταφέραμε καλά σε αυτόν τον τομέα. Θα μιλήσω για την περιοχή των Ιωαννίνων που γνωρίζω καλά. Οι ΟΜ έχουν μικρή συμμετοχή συνήθως  και οι προτάσεις-αποφάσεις τους δεν επεξεργάζονται πάντα στις θεματικές για να γίνουν κτήμα της ΝΕ και ακολούθως προτάσεις στα Τμήματα και συνολικά στο κόμμα για να τις προωθήσει στην κυβέρνηση. Το ίδιο συμβαίνει σε ότι αφορά την τροφοδότηση που πρέπει να παρέχει το κόμμα στις παρατάξεις της τοπικής αυτοδιοίκησης που στηρίζει. Γενικά δεν καταφέραμε ως τώρα να λειτουργήσει σωστά και συνέχεια το απαραίτητο δίκτυο παραγωγής πολιτικής στη βάση, επεξεργασίας της σε όλα τα επίπεδα οργάνων με έναν παλινδρομικό τρόπο αλληλοεπεξεργασίας και αλληλοενημέρωσης έτσι που μία ιδέα να φτάσει στον τελικό προορισμό υλοποίησης όσο γίνεται πιο τέλεια επεξεργασμένη και αποτελεσματική. Συνέπεια ή και αιτία αυτής της ανεπάρκειας είναι να παρατηρούνται αυτονομήσεις προσωπικές ή συλλογικές, εσκεμμένα πιθανόν για ίδιο όφελος παλαιοκομματικού πελατειακού τύπου ή κάτω από την πίεση ταχείας επίλυσης ατομικών ή συλλογικών αδικιών ή προβλημάτων. Όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι αυτό δεν μπορεί να πάει μακριά γιατί δεν είναι ούτε αριστερό ούτε δημοκρατικό.
Αν πραγματικά θέλουμε όλοι να αλλάξουμε τα πράγματα και τον κόσμο (και πιστεύω ότι οι περισσότεροι το θέλουμε πολύ) οφείλουμε να δούμε ψύχραιμα τα λάθη και τις παραλείψεις του παρελθόντος , να τα αποφύγουμε και να επανασχεδιάσουμε το μέλλον μας. Για παράδειγμα θα έλεγα τα εξής για την Περιφερειακή Επιτροπή και την Νομαρχιακή Επιτροπή. Η υπάρχουσα Περιφερειακή Συντονιστική Επιτροπή (της οποίας είμαι συντονιστής στην Ήπειρο) δεν μπόρεσε να λειτουργήσει στην πράξη όπως θα έπρεπε και θα θέλαμε, λόγω αδυναμίας διαθεσιμότητας- παρουσίας βουλευτών και εκλεγμένων της Περιφέρειας. Στα τρία χρόνια έγιναν μόνο δύο συναντήσεις και μία πράγματι καλή εκδήλωση για το αγροτοδιατροφικό πρόβλημα και τη διαχείριση των υδάτων στην περιοχή μας. Η βοήθεια του κόμματος στην Περιφερειακή παράταξη (της οποίας είμαι εκλεγμένο μέλος στο ΠΣ) είναι μικρή παρά τις ηρωϊκές προσπάθειες ορισμένων. Για τις υπάρχουσες ΝΕ και για τη δική μας (είμαι ένα χρόνο συντονιστής) κατανοούμε όλοι ότι  είναι αναγκαστικό αποτέλεσμα της διάσπασης και  των  συνεχών μεταθέσεων  του συνεδρίου. Αυτό βέβαια δεν την απαλλάσσει από την αδυναμία της να παράξει το έργο που της αναλογούσε κυρίως μέσω των θεματικών της επιτροπών. Επί του πρακτέου: Ναι στις ΠΕ για να παίξουν τον ρόλο του δικτύου παραγωγής και διακίνησης πολιτικής στην Περιφέρεια προς την Περιφερειακή παράταξη. Ναι στις ΝΕ αλλά όχι υποβαθμισμένες σε ρόλο μόνο εκτελεστικό κεντρικότερων αποφάσεων. Οι ΝΕ είναι καλύτερο να είναι ολιγομελείς όχι απαραίτητα μονοψήφιες (θα πρότεινα έως 15  ανάλογα με θεματικές και μέλη) αλλά κυρίως δεν πρέπει να χάσουν το σημαντικό τους ρόλο συμπύκνωσης της πολιτικής που παράγεται στις ΟΜ μέσω των θεματικών της. Μία σημαντική επισήμανση: Όσοι θέτουν υποψηφιότητα σε οποιοδήποτε όργανο οφείλουν να έχουν πλήρη συναίσθηση των ευθυνών και των δυνατοτήτων  τους.

*O Κώστας Μπασιούκας Συντονιστής ΠΣΕ Ηπείρου και ΝΕ Ιωαννίνων

Μια ιστορική ευκαιρία για την ίδια την ιστορία

Γεννηθήκαμε το 1968, τότε που στη χώρα μας η δικτατορία φυλάκιζε συντρόφους στα κολαστήρια της Μπουμπουλίνας, τότε που σε παράνομα τυπογραφία και παρεμβαίνοντας κυνηγημένοι τις νύχτες στους δρόμους της Αθήνας, μιλούσαμε για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Δημιουργήσαμε το ΚΚΕ-ες γιατί δεν θέλαμε η «γραμμή» να έρχεται απέξω, γιατί θέλαμε να διαχωρίσουμε τη θέση μας από τη δυσφήμηση του Σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ, από την σταλινική γραφειοκρατία και από τις εξορίες των «αντιεπαναστατών».

Μεταπολίτευση και ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ με τα δικά μας συνθήματα, η «Αριστερά των σαλονιών», όπως μας χαρακτήριζαν, ήταν πάντα παρούσα σε κάθε μικρή και μεγάλη μάχη, μιλούσαμε για την Ευρώπη των λαών, τον διεθνισμό, τον φεμινισμό και την οικολογία. Ένα κόμμα του 3%, μια χούφτα άνθρωποι, σκέφτονταν και δρούσαν με όρους ηγεμονίας, με όρους πραγματικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ατένιζαν το μέλλον με αισιοδοξία και αντιλαμβάνονταν ότι η Αριστερά δεν είναι για να διαμαρτύρεται αλλά για να γεννά συνειδήσεις, να αλλάζει την κοινωνία, να αλλάζει και η ίδια.

Ενιαίος Συνασπισμός, το αίτημα για την ενότητα της Αριστεράς πιο αναγκαίο από ποτέ, η μετουσίωση ενός λαϊκού αιτήματος δεκαετιών σε πράξη, αφουγκραζόμενοι και τότε την κοινωνία και κάνοντας πίσω στην ιδεολογική μας καθαρότητα. Κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, συγκυβέρνηση με τη Δεξιά, διάσπαση και η ανανεωτική Αριστερά χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μετά από πολλά χρόνια. Σε μια δεκαετία πλήρους ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, σε μια εποχή που οι πάντες είχαν την Αριστερά ξεγραμμένη, στην εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων και τον διακοποδανείων, μιλούσαμε για την προστασία του φυσικού μας πλούτου και τις ανοιχτές παραλίες.

Ιδρύουμε τον χώρο διαλόγου και κοινής δράσης της αριστεράς. Βασικός στόχος η ενότητα της Αριστεράς διότι η Αριστερά μόνο ενωμένη μπορεί να είναι νικηφόρα και να έχει ουσιαστική παρέμβαση και στη Βουλή και στα κινήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γεγονός, μια τομή για το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η 25η Γενάρη 2015 ήταν μια ημερομηνία σταθμός για την ελληνική και την παγκόσμια Αριστερά, ύστερα από 7 χρόνια οικονομικής κρίσης και πολιτικών λιτότητας, ύστερα από 40 χρόνια δικομματισμού, ένα κόμμα της Αριστεράς κατακτά την κυβερνητική εξουσία, μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, σε μια Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας. Εξαντλήσαμε κάθε δυνατότητα κάθε όπλο που είχαμε για να πετύχουμε το καλύτερο για τον ελληνικό λαό. Χάσαμε γιατί το κόστος της ιδεολογικής ήττας ήταν μεγαλύτερο από το οικονομικό κόστος που θα είχαν οι ευρωπαϊκές ελίτ, σε περίπτωση μιας συμφωνίας με τα δικά μας χαρακτηριστικά. Ο λαός μας πείστηκε και μας στήριξε και δεύτερη φορά, δίνοντας μας ίσως την τελευταία μας ευκαιρία.

Όλα αυτά τα χρόνια κουβαλούσαμε όμως στις πλάτες μας όλες τις παθογένειες του αριστερού λαϊκού κινήματος, τις οποίες ακόμα και σήμερα δεν τις έχουμε αποβάλλει. Ο φόβος των μαζών, η περιχαράκωση και η εσωστρέφεια, η στοχοποίηση πολλές φορές της διαφορετικής άποψης, ο δογματισμός. Όλα αυτά στο συνέδριο πρέπει πλέον να ξεπεραστούν. Με το ουσιαστικό άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία σε κάθε πολίτη αριστερό και μη που συμφωνεί και κριτικά ακόμα με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Με ευρύτερες συμμαχίες ακόμα και με χώρους εκτός της παραδοσιακής Αριστεράς, όπως η Σοσιαλδημοκρατία . Ειδικά άμα θέλουμε να μιλήσουμε για Πανευρωπαϊκή αλλαγή, με βάση τους συσχετισμούς που αποτυπώνονται αυτή την στιγμή, αλλαγή χωρίς συμμαχίες με τη Σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. Τέλος να λειτουργήσουν τα όργανα του κόμματος, να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση και την υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος και να μην έχουν τα μέλη μας ρόλο χειροκροτητή και κυβερνητικού εκπροσώπου. Συχνές συνεδριάσεις λοιπόν όλων των οργάνων και στα 3 επίπεδα (Ο.Μ. – Νομαρχιακή – ΚΠΕ) και συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Οι ιστορικές αναφορές δεν έγιναν τυχαία, σε όλη μας την ιστορία η θέση μέσα από την οποία παλεύαμε ήταν κάτω από πολύ δύσκολες ή και πολλές φορές δυσμενείς συνθήκες. Ήταν οι φυλακές, τα ξερονήσια, ήταν η δεκαετία του 90’ χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αν πριν μερικά χρόνια στη συλλογική μας ζωή γίνονταν αναφορές στην Αριστερά και στην εξουσία, σίγουρα θα γελούσαμε και ίσως να θεωρούσαμε περισσότερο πιθανό την εύρεση εξωγήινης ζωής.

Αυτό ακριβώς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, αυτό το «η Αριστερά δεν κυβέρνησε ποτέ» που λέγανε οι αριστεροί δεκαετίες, αυτό το «αν μας δινόταν η ευκαιρία ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος». Η ευκαιρία μας δόθηκε, ας παλέψουμε ο καθένας και η καθεμιά ξεχωριστά, μέσα από την καθημερινότητα μας, μέσα από το κόμμα μας ώστε η ευκαιρία να μην χαθεί όχι μόνο για μας αλλά και για τον αριστερό του μέλλοντος που ίσως αυτή η ευκαιρία να μην του δοθεί ποτέ.

Συνελεύσεις των Ο.Μ. το Σάββατο 1 Οκτωβρίου

Καστοριά στις 19.00, Καλκανδής

Ηλιούπολη, στο Αναψυκτήριο Ηλιούπολης

Αχαρναί στις 11.00, στην Δημοτική Αίθουσα Εκδηλώσεων

Άνδρος, ομιλητής Κλαυδιανός

Σύρος, ομιλητής Δουζίνας

Ιθάκη – Ληξούρι – Αργοστόλι, εκλογές

Ένα αίτημα από… παλιά

Είθισται να λέγεται για τα κομματικά συνέδρια ότι είναι «ιστορικά», ότι αποτελούν «καμπή», ότι «γυρίζουν σελίδα», ότι «συνιστούν ρήξη». Όμως, αρκετές φορές, λίγο ως ελάχιστα αυτοί οι χαρακτηρισμοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ωστόσο, το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ διαφέρει. Διαθέτει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συν ακόμη ένα: Ότι παράλληλα με την επεξεργασία εκείνων των θέσεων που θα ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες, συνδυάζοντας, με αξιόπιστες απαντήσεις, τις σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης, κόμματος, κινημάτων, κοινωνίας και κράτους, οφείλει να μην υποτιμήσει ένα αίτημα των μελών μας που έρχεται από παλιά. Μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν αρκεί για να αντιληφθεί κανείς ότι ακόμη και οι καλύτερες, οι πιο επεξεργασμένες θέσεις παραμένουν στα χαρτιά όταν καλείται να τις υλοποιήσει ένας κομματικός μηχανισμός εγκλωβισμένος από τάσεις, που λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες και όχι ως προωθητικές δυνάμεις.

Σήμερα, λοιπόν, με αίσθηση της σοβαρότητας και της συνθετότητας της συγκυρίας, πρέπει να αντιμετωπιστεί το θέμα των τάσεων όχι ως κάτι δευτερεύον ή γραφειοκρατικό, αλλά ως κάτι ουσιαστικό. Να αντιμετωπιστεί δηλαδή στο πλαίσιο της δομικής μεταρρύθμισης κυρίως των νοοτροπιών και παράλληλα των δομών λειτουργίας ενός κόμματος που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις έκφρασης όλων και όχι μόνο εκείνων που είναι «πολιτογραφημένοι» σε τάσεις.

Άλλως, η αντιμετώπιση του ζητήματος των τάσεων οφείλει να γίνει με εκείνο τον τρόπο που δεν θα στερεί από τον ΣΥΡΙΖΑ τον γόνιμο, παραγωγικό εσωτερικό διάλογο και την αντιπαράθεση, που βασίζονται στο χεγκελιανό τρίπτυχο θέση – αντίθεση – σύνθεση, ενώ θα τον απαλλάσσει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και από ένα βάρος που λειτουργεί αντιπαραγωγικά. Που δημιουργεί κλειστούς παράλληλους μηχανισμούς, οι οποίοι, σε τελευταία ανάλυση, πλήττουν την ενότητα του κόμματος και υποβαθμίζουν τα μέλη προς όφελος των τάσεων: Εξακολουθούμε σε μεγάλο βαθμό να μην έχουμε «ισότιμα μέλη» για να επιδιώκουμε «ισότιμες τάσεις»!

Μπορούμε λοιπόν να καταργήσουμε τις τάσεις από τη μια μέρα στην άλλη;

Στο προηγούμενο Συνέδριό μας, λειτουργήσαμε σαν εκκρεμές, πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο άκρο, επιχειρώντας να διαλύσουμε τις συνιστώσες, χωρίς προηγουμένως να εξυγιάνουμε το πώς λειτουργούν οι φράξιες και οι τάσεις. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό, όπως και το γεγονός ότι χάσαμε πολύτιμο χρόνο για την οικοδόμηση του κόμματος που θέλουμε και απαιτεί η κοινωνία.

Αν αποφασίζαμε σήμερα να καταργήσουμε με μια μονοκοντυλιά τις τάσεις, θα κάναμε πάλι λάθος, διότι μόνο τύποις αυτές θα εξαφανίζονταν. Στην πραγματικότητα θα μετατρέπονταν σε «υπόγειες» φράξιες, με τα ίδια, αν όχι και χειρότερα, αποτελέσματα.

Άρα, τούτη τη φορά, στο 2ο Συνέδριο, παρ` ότι δεν είναι καταστατικό, πρέπει, στη βάση της εμπειρίας των περασμένων χρόνων, να κάνουμε το κρίσιμο, στρατηγικής σημασίας βήμα. Το βήμα που θα μας φέρει κοντύτερα στον στόχο μας: το άνοιγμα στην κοινωνία, την πλουραλιστική έκφραση των ιδεών και των απόψεων, αλλά -ίσως το κυριότερο- την υλοποίηση των συλλογικά ειλημμένων αποφάσεων.

Ο δρόμος δεν είναι εύκολος, αλλά είναι μονόδρομος. Και αφετηρία του έχει την εξής προσέγγιση: ότι διατήρηση των τάσεων δεν σημαίνει μονιμότητά τους, αλλά συγκρότησή τους γύρω από την αποδοχή ή μη της απόφασης του Συνεδρίου κάθε τρία χρόνια. Με άλλα λόγια, μακριά από συγκρούσεις για διεκδίκηση κομματικής εξουσίας, οι δύο, τουλάχιστον, τάσεις (η πλειοψηφική, που ενέκρινε την απόφαση του Συνεδρίου, και η μειοψηφική, που δεν την υπερψήφισε, καθώς και τάσεις, οι οποίες θα συνδέονται με την υπεράσπιση κάποιας / ων τροπολογιών) μπορούν να λειτουργήσουν ως παραγωγοί ιδεών μέσα από την αντιπαράθεση, με επίκεντρο το κείμενο της απόφασης του Συνεδρίου. Αμέσως δε έπειτα από κάθε συνέδριο, οι μέχρι εκείνη τη φάση τάσεις θα αυτοδιαλύονται.

Με λίγα λόγια, θα πρόκειται για πραγματικά ρεύματα ιδεών για την επεξεργασία απόψεων, προτάσεων, σχεδιασμών, εστιασμένες στην απόφαση του Συνεδρίου τάσεις με ημερομηνία λήξεως. Τάσεις που δεν προσωποποιούν τις διαφορές, δεν «κόβουν» υποψηφιότητες, δεν περιθωριοποιούν τις ανεξάρτητες, εκτός «κουτιού» απόψεις. Το αντίθετο. Βοηθούν στην ενότητα του κόμματος, αφήνοντας όλες τις φωνές και απόψεις να ακουστούν, την ίδια ώρα που εγγυώνται την υλοποίηση των συλλογικών αποφάσεων.

Είναι μια πρόταση διαφορετική σε σχέση με τη σημερινή εμπειρία. Μια πρόταση που αποσκοπεί στη διατήρηση αφενός του ενιαίου χαρακτήρα του κόμματος και αφετέρου του πολυτασικού του χαρακτήρα. Μια πρόταση που επιχειρεί να καταστήσει τις τάσεις από ανασταλτικούς σε προωθητικούς παράγοντες εκείνης της δυναμικής που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός σύγχρονου, αριστερού, εξωστρεφούς κόμματος. Ενός κόμματος που δεν φοβάται τον εσωκομματικό διάλογο και προκρίνει την παραγωγή ιδεών και προτάσεων από τη στείρα αντιπαράθεση και τη διεκδίκηση εσωκομματικής εξουσίας. Ενός κόμματος έτοιμου να δώσει και να κερδίσει μάχες για την κοινωνία.