Skip to main content

Συντάκτης: admin

Εταιρειοκρατία ή δημοκρατία;

Το πρόστιμο της Κομισιόν στην Apple πυροδότησε τη συζήτηση για το ποιος κυβερνά τον κόσμο, οι πολυεθνικές, η θεσμική γραφειοκρατία ή τα κοινοβούλια.

Η παγκοσμιοποίηση και η ενδυνάμωση των πολυεθνικών οι οποίες ως εταιρείες-μεγαθήρια έχουν ισχύ μεγαλύτερη από εθνικά κράτη, δημιούργησε την πεποίθηση ότι με την εκχώρηση κυριαρχίας σε υπερεθνικές οντότητες θα ήταν δυνατό να τεθούν κανόνες στη μετεξέλιξη του καπιταλισμού. Οι δομές όμως που επιλέχθηκαν παρήγαγαν μόνο γραφειοκρατία, η οποία ποτέ δεν αντιπάλεψε ουσιαστικά την εταιρειοκρατία ώστε να διασφαλιστεί το κοινωνικό συμφέρον. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών δεν ενδιαφέρεται για τη διαφάνεια και τη δημοκρατική λειτουργία, αλλά για τη διατήρηση του βαθμού ισχύος της στη λήψη των αποφάσεων και προφανώς για τα συμφέροντα των εταιρειών που στηρίζει. Οι γραφειοκράτες δεν συγκρούονται με τις εταιρείες, αφού διαπλέκονται με αυτές. Επιλέγουν ποιες θα εξυπηρετήσουν. Η συζήτηση για τη συνθήκη της TTIP και της CETA το αποδεικνύει περίτρανα, καθώς δεν επιλέχθηκε ο ανοιχτός διάλογος αλλά η κρυφή διαπραγμάτευση με όρους και ανταλλάγματα που δεν τέθηκαν σε δημοκρατικό έλεγχο. Και μπορεί η πρώτη να βουλιάζει στα απόνερα των προκαλούμενων αντιδράσεων, ο δεύτερος όμως «μικρός κλώνος», έστω και με διορθωτικές παρεμβάσεις προχωρά κανονικά.

Σε μια περίοδο που η γνώση και η πληροφορία αποτελούν πολύτιμο «αγαθό», οι πολυεθνικές του χώρου και το ιερατείο των γραφειοκρατών κυνηγούν όποιον «αποστάτη» του συστήματος μπορεί να απειλήσει τα σαθρά  θεμέλια της αδιαφάνειας, διαχέοντας την πληροφόρηση. Η τύχη του Ασάνζ είναι ενδεικτική.

Η συζήτηση για το ποιος κυβερνά τον κόσμο είναι παραπλανητική, καθώς η γραφειοκρατία με την εταιρειοκρατία αντλούν στελέχη, απόψεις και ιδέες από την ίδια δεξαμενή και γι’ αυτό οι «μεταγραφές» τύπου Μπαρόζο μπορεί να καταδικάζονται φανερά αλλά αποτελούν τον κανόνα για πλήθος πρώην πρωθυπουργών και πρόεδρων ευρωπαϊκών χωρών που καταλήγουν στην αγκαλιά είτε της ευρωγραφειοκρατίας είτε των εταιρειών.

Η σύγχρονη Αριστερά οφείλει να αναδείξει τον νέο τρόπο που αντιλαμβάνεται την πολιτική και την οικονομία. Η κάστα που θεωρεί ότι οι δημοκρατικές αποφάσεις πρέπει να αλλάζουν όταν δεν εντάσσονται στον σχεδιασμό των ελίτ, καθώς ο λαός είναι ανώριμος, απαίδευτος και έρμαιο λαϊκιστικών κραυγών, με τη στρατηγική της, οδηγεί στην απαξίωση της Πολιτικής και της αξίας της δημοκρατικής συμμετοχής, στη διαμόρφωση της λογικής του «όλοι ίδιοι είναι» και σε γενικεύσεις επικίνδυνες που τρέφουν το τέρας του φασισμού. Μέρος της εθνικής κυριαρχίας μπορεί να εκχωρηθεί στα πλαίσια του στόχου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί η λαϊκή κυριαρχία. Οι αποφάσεις σήμερα λαμβάνονται στο όνομα του λαού, χωρίς όμως τη συμμετοχή του, στο όνομα μιας αυταπάτης που καταρρέει. Τα εθνικιστικά-ακροδεξιά κόμματα έχουν αντιληφθεί την αγωνία και τη δυσαρέσκεια του κόσμου για το έλλειμμα δημοκρατίας στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων καθώς και για τη συνεχιζόμενη λιτότητα, και με ρητορική μίσους που στο πρόσωπο  του σημερινού  πρόσφυγα «δείχνουν» τον Εβραίο του μεσοπολέμου, ενισχύουν τη δυναμική τους.

Η Αριστερά πρέπει να αναδείξει ένα νέο μοντέλο δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά και οικονομικής δραστηριότητας και όχι απλά να αναλύει τα γεγονότα.

Η αμεσοδημοκρατική συμμετοχή των πολιτών με τη χρήση της νέας τεχνολογίας είναι πλέον εφικτή. Η αναγκαιότητα της αντιπροσωπευτικής συμμετοχής λόγω απόστασης ή ελλείμματος ειδικών γνώσεων δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα. Η απόσταση έχει εκμηδενιστεί με τα νέα μέσα και η λογική του πανεπιστήμονα δεν υφίσταται, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις μέρος του πολιτικού κόσμου  αποδεικνύεται κατώτερο του μέσου όρου. Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε η κοινωνία να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν όσον αφορά τη διακυβέρνηση. Τα δημοψηφίσματα παρέχουν στο λαό την ευθύνη καθορισμού πολιτικών, αλλά απαιτούνται και άλλα βήματα. Οι βουλευτές μπορούν να αποτελούν πλέον τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους σχεδιασμού και υποβολής νομοθετικών προτάσεων, με ένα διευρυμένο σώμα κληρωτών πολιτών να συνιστά το ουσιαστικό νομοθετικό σώμα με την αποφασιστική αρμοδιότητα ψήφισης των νόμων σε περιπτώσεις που θεσμικά θα προβλέπονται. Οφείλουμε να προχωρούμε προς την ανόθευτη λαϊκή κρίση και βούληση.

Ένα νέο μοντέλο και στον τομέα της επιχειρηματικότητας είναι αναγκαίο με την ενίσχυση του τοπικού και περιφερειακού ρόλου της παραγωγικής οικονομίας με οικολογικό πρόσημο. Νεοφυής επιχειρηματικότητα και κοινωνική οικονομία έχουν ισχυρή θέση σε μια τοπική κοινωνία που σέβεται το περιβάλλον. Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που δεν αποσκοπούν τόσο στο κέρδος όσο στην ανάπτυξη συλλογικής κουλτούρας (όπως το crowdfunding) και συνεταιριστικά επιχειρηματικά σχήματα μπορούν να ενισχύσουν την τοπική και περιφερειακή οικονομία, να αλλάξουν τη νοοτροπία, καθώς και το αναπτυξιακό και καταναλωτικό πρότυπο. Οι περιφέρειες αξιοποιώντας τη στρατηγική της έξυπνης εξειδίκευσης, οφείλουν να αναδείξουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα και να ενισχύσουν την περιφερειακή αλυσίδα με σκοπό την δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τις τοπικές οικονομίες. Για παράδειγμα η διασύνδεση των τουριστικών υπηρεσιών με την πρωτογενή παραγωγή και τον τομέα της μεταποίησης αναμένεται να έχει θετικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για τις τοπικές κοινωνίες. Είναι αυτονόητο λοιπόν πως η πολυπόθητη οικονομική ανάπτυξη δεν θα είναι αποτέλεσμα μόνο των άμεσων ξένων επενδύσεων και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, αλλά απαιτείται να εστιάσουμε και στα ενδογενή χαρακτηριστικά του τόπου μας, όπως το φυσικό περιβάλλον, το ανθρώπινο κεφάλαιο, ο πολιτισμός, ο πρωτογενής τομέας. Τέλος, η ευρωπαϊκή εμπειρία των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων έχει αποδείξει πως μπορούν να επανεντάσσουν το μέρος εκείνο του πληθυσμού το οποίο η ταχύτητα της καπιταλιστικής κρίσης θέτει στο περιθώριο.

Έχουμε αποδείξει συλλογικά ως πολιτικός χώρος τις καλές μας προθέσεις, αλλά δεν θα κριθούμε από αυτές. Χωρίς ένα ισχυρό εγχώριο και πανευρωπαϊκό κίνημα από κάτω δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η αλλαγή που οραματιζόμαστε σε οικονομικό-κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η συμμετοχή όλων των προοδευτικών τμημάτων της κοινωνίας στην επεξεργασία κι εφαρμογή των προγραμματικών μας στόχων πρέπει να αποτελεί μέρος του καθημερινού μας αγώνα κι αυτή η κατεύθυνση πρέπει να είναι ξεκάθαρη μέσα από τις συνεδριακές μας διαδικασίες.

 

* Ο Δημήτρης Σακελλάρης είναι μέλος Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ, ο Αντώνης Ελευθεριάδης είναι μέλος ΟΜ Χαριλάου, ο Γιώργος Κακούρης είναι μέλος ΟΜ Νέας Ιωνίας, ο Νίκος Στεφάνου είναι μέλος ΟΜ Χαριλάου και ο Άκης Καλαμαράς είναι μέλος ΟΜ Μαγνησίας

 

Δεν δίνουμε την μάχη του εφικτού – Δίνουμε την μάχη της γενιάς μας

Η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα υφίσταται σκληρά πλήγματα, στο όνομα της οικονομικής δυσπραγίας την οποία βιώνουμε. Ωστόσο, πίσω από το πρόσχημα τα κρίσης, κρύβεται μια βαθιά ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών σχεδίων και επιλογών στον τομέα της εκπαίδευσης και της παρεχόμενης γνώσης: το σχέδιο αυτών που αντιμετωπίζουν την παιδεία σαν προνόμιο, και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα μπορούν πραγματικά να απολαμβάνουν λίγοι και «εκλεκτοί», και από την άλλη το σχέδιο όσων αντιλαμβάνονται την παιδεία ως δικαίωμα όλων των πολιτών και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα μπορούν να έχουν πραγματική πρόσβαση. Στην, πρωτίστως, λοιπόν, ιδεολογική αυτή σύγκρουση που διεξάγεται, εμείς διαλέγουμε πλευρά: για μας η εκπαίδευση είναι δικαίωμα όλων, και διεκδικούμε την βελτίωση και αναβάθμιση των δομών της στο σήμερα. Η ανάγκη για άμεση αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος προκύπτει από την ίδια την λειτουργία των δομών της εκπαίδευσης αφενός ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους που διαμορφώνει ιδεολογικά τα υποκείμενα,  και αφετέρου ως εκείνης της δομής που προετοιμάζει  νέους και νέες εργαζομένους /ες. 

Ισότητα μαζί με την ποιότητα
Το μοντέλο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που εμείς διεκδικούμε, περιλαμβάνει αρχικά την ισότιμη πρόσβαση όλων σε ποιοτική εκπαίδευση. Απέναντι σε ένα μοντέλο που την «καλή» μόρφωση παίρνουν οι πλούσιοι, ενώ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν πρόσβαση στην γνώση που απλά θα τους μάθει μια δουλειά, εμείς διεκδικούμε την απελευθερωμένη από ταξικούς και άλλους φραγμούς πρόσβαση στο σχολείο και μάλιστα σε όλες του τις βαθμίδες. Ενάντια στην ενίσχυση της αριστείας των λίγων , εμείς θέλουμε να «αριστεύουν» οι πολλοί και να γίνονται όλοι κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Βασική μας θέση επίσης, που αποτελεί πλέον και κυβερνητική επιλογή, είναι η κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών ως τέτοιο και η αντικατάστασή του από ένα μάθημα θρησκειολογίας που θα σέβεται την πολυπολιτισμικότητα και την διαφορετικότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Να δούμε λοιπόν και το θέμα της υποχρεωτικής πρωινής προσευχής, του υποχρεωτικού εκκλησιασμού, των εικόνων αγίων στις σχολικές αίθουσες κτλ.  Και αν αυτό είναι τα πρώτα βήματα στον διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, εμείς θα πούμε, επιτέλους! Χαιρετίζουμε την εισαγωγή των προσφυγόπουλων στο σύστημα της πρωτοβαθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και παλεύουμε αυτή να επεκταθεί, όπου υπάρχουν κέντρα προσφύγων, μεταναστευτικές κοινότητες ή άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, και σε όλη την χώρα. 

Αν δεν περιγράψουμε τα βήματα για τον στόχο δεν θα φτάσουμε ποτέ στον στόχο
Γνώμονας στην διαμόρφωση των προτάσεών μας πρέπει να είναι η ανάγκη για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα άμεσα βήματα και τους μακροπρόθεσμους στόχους. Στόχος μας λοιπόν είναι η οικοδόμηση ενός διαφορετικού μοντέλου σχολείου, με αναβάθμιση του ρόλου του Γυμνασίου και την θεσμοθέτηση του Ενιαίου υποχρεωτικού Λυκείου θεωρίας και πράξης. Στο σχολείο αυτό θα φοιτούν όλα τα παιδιά, θα παίρνουν τον ίδιο κορμό βασικών γνώσεων, γνώση που θα έχει περισσότερο πλάτος και όχι τόσο βάθος. Αυτό το σχολείο θα είναι ενιαίο για όλους, μακριά από λογικές υπερεξειδίκευσης, οι μαθητές και οι μαθήτριες θα αποκτούν όλα αυτά που τους χρειάζονται για να γίνουν ολοκληρωμένοι και κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Θέλουμε ένα απολυτήριο που θα πιστοποιεί την περάτωση μιας ολοκληρωμένης και αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας, ανεξάρτητης από την μετέπειτα πορεία του εκπαιδευόμενου, και τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις που θα αποκτά ενδεχομένως μέσω της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή μέσω της επαγγελματικής μεταλυκειακής δημόσιας εκπαίδευσης. Τα βήματα για να φτάσουμε στον στόχο αυτό είναι η αλλαγή του προσανατολισμού του σχολείου από τις εξετάσεις στην μόρφωση καθαυτή, η εισαγωγή νέων μαθημάτων που άπτονται των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτισμικών αναγκών, η ανανέωση των σχολικών εγχειριδίων επίσης στην κατεύθυνση αυτή, η κατάργηση των πανελληνίων εξετάσεων και η αντικατάστασή τους από ένα σύστημα ελεύθερης πρόσβασης με ένα προπαρασκευαστικό έτος στην επιστημονική κατεύθυνση που επιλέγει ο κάθε μαθητής. 

Τριτοβάθμια εκπαίδευση: δεν θυσιάζουμε το όραμα μπροστά στον «ρεαλισμό»
Περνώντας τώρα στο κομμάτι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι άμεσες παρεμβάσεις κρίνουμε πως πρέπει να κινούνται σε δύο κατευθύνσεις: αυτή της ενίσχυσης του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα, όπως και αυτής της κοινωνικής  χρησιμότητας της γνώσης. Το Πανεπιστήμιο, ο μαζικότερος κοινωνικός χώρος νεολαίας,  έχει κατορθώσει να «βγάζει» νέους και νέες καταξιωμένους/ -ες επιστήμονες, έχει όμως «ξεχάσει» – τα τελευταία χρόνια – τον κοινωνικό και πολιτικό του ρόλο.  Και πολιτικός και κοινωνικός ρόλος δεν μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη μας, χωρίς δημόσια εποπτεία και κρατική χρηματοδότηση. Αφενός λοιπόν διεκδικούμε, την απομάκρυνση των εργολαβιών από τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστήμιων αλλά και την φοιτητική μέριμνα, την αξιοποίηση των υποδομών των ιδρυμάτων προς όφελος των φοιτητών (πχ, πανεπιστημιακά τυπογραφεία, πολιτιστικές λέσχες κτλ.), την κατάργηση των διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα, και αφετέρου την ουσιαστική συνδιοίκηση και την κατάργηση όλων των οργάνων και διαδικασιών εποπτείας και παρέμβασης από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες.  Επιπλέον θέλουμε γνώση στην υπηρεσία των κοινωνιών αναγκών, γνώση που να μπορεί να αξιοποιηθεί για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, πανεπιστημιακή έρευνα που θα προσανατολίζεται επίσης στην κατεύθυνση αυτή. Πολλοί νέοι επιστήμονες αναγκάζονται σήμερα να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό αναζητώντας μεταξύ άλλων και καλύτερες ακαδημαϊκές προοπτικές. Δουλειά μας, λοιπόν, είναι να επαναφέρουμε τον χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου ως κύτταρο παραγωγής γνώσης και έρευνας, ως του θεσμού εκείνου που θα συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή μέσα από καινοτόμες προτάσεις και λύσεις για την παραγωγή και την οικονομία. 
Μιλώντας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δε θα πρέπει να ξεχνάμε την πάγια διεκδίκησή μας για Ενιαίο χώρο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας. Αυτό σημαίνει την κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ ΑΕΙ και ΤΕΙ, καθώς και την αναδιαμόρφωση του ακαδημαϊκού χάρτη, των πανεπιστημιακών τμημάτων κτλ. με βάση το επιστημονικό- γνωστικό αντικείμενο, και όχι με βάση την πολλές φορές σαθρή διάκριση μεταξύ επιστημονικής και τεχνικής γνώσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, πολλά τμήματα των ΤΕΙ μπορούν να ενσωματωθούν στα αντίστοιχα τμήματα των ΑΕΙ, με συναφές γνωστικό αντικείμενο, ενώ έτσι απόφοιτοι παρόμοιων τμημάτων μπορούν να έχουν ίδια επαγγελματικά δικαιώματα, με βάση και την αρχή «ενιαίο πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο». Επιπλέον θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων, ώστε τα αποτελέσματα των ερευνητικών προγραμμάτων να είναι δημόσια, και άρα άμεσα κοινωνικά αξιοποιήσιμα, και να μην μπορούν εξωπανεπιστημιακοί θεσμοί, όπως οι μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, να τα κατοχυρώνουν αποκλειστικά προς όφελός τους. 
Η μάχη για  την παιδεία είναι μάχη η οποία πρέπει να δοθεί σήμερα, πέρα κι έξω από τα όρια που θέτει η δημοσιονομική εποπτεία και το μνημόνιο. Είναι μια μάχη πρωτίστως ιδεολογική, είναι η μάχη της γενιάς μας. 

* Οι Τσεφαλά Βίκυ και Φτούλη Αλεξάνδρα- Αναστασία είναι Μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

 

Ο φόβος για δύσκολες επιλογές μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από αυτές

Η ίδια η πραγματικότητα επιτάσσει τη συγκρότηση ενός ευρύτατου προοδευτικού μετώπου, απέναντι στα χειρότερα που μας επιφυλλάσσει η αναλγησία του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού. Ενός μετώπου στο οποίο όχι μόνο μπορούν, αλλά επιβάλλεται να συναντηθούν δυνάμεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, δυνάμεις της Οικολογίας και δυνάμεις του σοσιαλδημοκρατικού χώρου

Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού από τις αρχές τις δεκαετίας του `90, καθώς και η πλήρης κυριαρχία του τα τελευταία χρόνια, δεν θα ήταν τόσο απλή υπόθεση χωρίς τη μετάλλαξη κομμάτων της Σοσιαλδημοκρατίας. Τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετατράπηκαν σε αχθοφόρο του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος. Συνέβαλαν έτσι τα μέγιστα στην παγίωση της διαλυτικής λιτότητας και του δόγματος του νεοφιλελεύθερου μονοδρόμου, με τη γερμανική Ευρώπη να αποτελεί πρότυπο στην πορεία αυτή.

Η ήπειρος στην οποία -έπειτα από αγώνες, κοινωνικές εξεγέρσεις και δημοκρατικές κατακτήσεις- θεμελίωσε μια πιο δίκαιη κοινωνία, υπέστη και υφίσταται ακόμα αλλεπάλληλες ρωγμές στην κοινωνική και πολιτική της συνοχή. Η χώρα μας ιδιαίτερα έγινε το εργαστήριο εφαρμογής των πιο ακραίων πολιτικών λιτότητας και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, γνωρίζοντας τη μεγαλύτερη μείωση ΑΕΠ που έχει γνωρίσει ποτέ χώρα σε περίοδο ειρήνης.

Οι συνέπειες της υποχώρησης των προοδευτικών αξιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι σήμερα εμφανείς – και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βιωματικές σε όλους. Η προοπτική των τεράστιων και παγιωμένων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, η γενικευμένη ανέχεια, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η εθνική περιχαράκωση και απομόνωση χτυπούν την ευρωπαϊκή πόρτα περισσότερο έντονα από ποτέ. Πρόκειται λοιπόν για σημείο – καμπή. Είναι ίσως το τελευταίο καμπανάκι για την ανασυγκρότηση και την συμπόρευση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, για την πτώση ή τη διάσωση της E.E.

Για να αποφύγουμε λοιπόν αυτό το εφιαλτικό σενάριο, όπου ο φόβος και η αγανάκτηση να μη θεριέψουν τις δυνάμεις του ακροδεξιού λαϊκισμού, χρειάζεται η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις, μέσω ευρύτατων συνεργασιών, να μπουν δυναμικά στην αρένα της αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης.

Η σχετική συζήτηση έχει ανοίξει και με την ανάληψη της διακυβέρνησης εκ μέρους μας αυτό έχει επιταχυνθεί. Οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη είναι μια διαρκής μάχη.

Μετατοπίσεις προς τα αριστερά και μετασχηματισμοί είναι αντιληπτοί σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και αλλού, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη συνεργασία των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών με την Αριστερά και τους Πράσινους στο Βερολίνο.

Είναι δεδομένο ότι οι μετατοπίσεις αυτές δεν πρόκειται να είναι “αναίμακτες”. Στη Βρετανία έχουν ήδη καταγραφεί δύο ανεπιτυχή εσωκομματικά πραξικοπήματα της δεξιάς πτέρυγας των Εργατικών εναντίον του Τζ. Κόρμπιν, ενώ στην Ισπανία ο ηγέτης των Σοσιαλιστών αναγκάστηκε σε παραίτηση από την ηγεσία του κόμματος, αρνούμενος να παρέχει στήριξη στον δεξιό Ραχόι. Και στις δύο χώρες, η ολιγαρχία των μίντια, φερέφωνο της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, διάλεξε ανοιχτά στρατόπεδο, κάνοντας χυδαίο πόλεμο και διαστρεβλώνοντας τις θέσεις και τις απόψεις των ηγετών των δύο μεγάλων κομμάτων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Αλλά και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, σύσσωμα τα ΜΜΕ της χώρας ουσιαστικά αποσιώπησαν προκλητικά επί σχεδόν έναν χρόνο(!) την εκλογική καμπάνια του -μακράν- πιο δημοφιλούς πολιτικού, του Μπέρνι Σάντερς.

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα η κατάσταση είναι γνωστή, καθώς η αυτοαποκαλούμενη Κεντροαριστερά έχει θέσει εαυτόν σε ένα καθεστώς ιδιότυπης ομηρείας, στοιχιζόμενη πιστά πίσω από όλες τις επιλογές της Ν.Δ. και του κ. Μητσοτάκη.

Γίνεται αντιληπτό ότι η μάχη για την αλλαγή των συσχετισμών εντός και εκτός Ελλάδας θα είναι σκληρή και σίγουρα όχι σύντομη. Έχουμε ιστορικό χρέος ως Αριστερά να δώσουμε άμεσα και συντονισμένα τη μάχη για την επαναθεμελίωση της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης πάνω στις αρχές της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Η ανάκτηση της ηγεμονίας των ιδεών της Αριστεράς στην ευρωπαϊκή κοινωνία δεν είναι ένα απλό πολιτικό στοίχημα αυτοεπιβεβαίωσης, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση ενός άλλου ευρωπαϊκού δημοκρατικού πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού εγχειρήματος.

Η ίδια η πραγματικότητα επιτάσσει τη συγκρότηση ενός ευρύτατου προοδευτικού μετώπου, απέναντι στα χειρότερα που μας επιφυλλάσσει η αναλγησία του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού. Ενός μετώπου στο οποίο όχι μόνο μπορούν, αλλά επιβάλλεται να συναντηθούν δυνάμεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, δυνάμεις της Οικολογίας και δυνάμεις του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, που συνειδητοποιούν το ολέθριο λάθος της επιλογής να συμπορευτούν με τον νεοφιλελευθερισμό.

Αν κάτι μας άφησε ως παρακαταθήκη η εμπειρία της διαπραγμάτευσης, είναι ότι σε συνθήκες όπως οι σημερινές δεν υπάρχει η πολυτέλεια της περιχαράκωσης, των αποκλεισμών και της κομματικής καθαρότητας, ότι οι συμμαχίες και κοινά βήματα είναι απαραίτητα. Ο φόβος για μετατόπιση από αριστερά προς τη Σοσιαλδημοκρατία, κρύβει έναν άλλο φόβο, πιο επικίνδυνο, πως το ιδεολογικό πολιτικό μας οπλοστάσιο στερείται υπεροχής.

 

Ο κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κόσμος της εργασίας

Ένα συνέδριο κόμματος της Αριστεράς αποτελεί πάντα σημαντικό γεγονός για τις δυνάμεις της εργασίας στη χώρα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το πρώτο συνέδριο μετά την εκλογή στη χώρα κυβέρνησης της Αριστεράς.

Ανεξάρτητα από την κρίση και τη γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας, οι απλοί εργαζόμενοι στην πλειονότητά τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για καλυτέρευση της ζωής τους στον ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε οι εργαζόμενοι στην ευρεία έννοια τους, μαζί με τους συνταξιούχους συναδέλφους, τους επισφαλώς απασχολούμενους, τους άνεργους εργάτες, αποτελούν τον συμπαγή κορμό του κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ. Οι περισσότεροι όχι από μια ξεκάθαρη ιδεολογική επιλογή αλλά επειδή ένιωσαν στο πετσί τους τις συνέπειες της άγριας λιτότητας των κυβερνήσεων Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ.

Τι περιμένει σήμερα ο καθημερινός άνθρωπος του μόχθου από τον ΣΥΡΙΖΑ; Ένα φως και μια ελπίδα μέσα στις δυσκολίες που αντιπαλεύει τόσα χρόνια. Ο κόσμος της εργασίας δεν θα μας κρίνει από τις διακηρύξεις μας και από τις στρατηγικές μας αναλύσεις γιατί έχει μάθει να βλέπει τη ζωή με ρεαλισμό. Για τον ίδιο λόγο μας στήριξε ακόμα περισσότερο στις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου, επειδή κατάλαβε τους κινδύνους τόσο από την προσπάθεια παλινόρθωσης της συντηρητικής παράταξης όσο και από τις βολονταριστικές και χωρίς σχέδιο για τη χώρα προτάσεις της ομάδας που αποχώρησε από το κόμμα προεκλογικά.

Οι πολιτικές που θα ασκήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα χρόνια δεν αφορούν αριθμούς αλλά ανθρώπους. Οι αποφάσεις για τα εργασιακά και τις συλλογικές συμβάσεις, η αντιμετώπιση της ανεργίας και η φορολογική πολιτική θα είναι καθοριστικές για την δυνατότητα εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ αυτή τη χώρα να ζήσουν αξιοπρεπώς.

Όσο κι αν η Ν.Δ. προσπαθεί να μεταφέρει την πολιτική ατζέντα στις ιδεοληψίες του νεοφιλελευθερισμού για δήθεν ανάπτυξη χωρίς τους εργαζόμενους και την κοινωνία, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα της κρίσης όπου το 80% των νοικοκυριών ζουν με χαμηλά εισοδήματα η επερχόμενη πολιτική μάχη θα κριθεί στο πεδίο αυτό. Στη δυνατότητα της κυβέρνησης της Αριστεράς να στηρίξει τα λαϊκά εισοδήματα και να μειώσει σταδιακά την ανεργία.

Άρα στην επιτυχή εφαρμογή του πολιτικού σχεδίου μας για υλοποίηση της συμφωνίας με τους δανειστές χωρίς νέα μέτρα λιτότητας και περικοπών και με προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων. Και στη διαπραγμάτευση για τη μείωση του χρέους και των πρωτογενών πλεονασμάτων που υποχρεούται να δημιουργεί η χώρα.

Στις βαθιά πολιτικές και τόσο κρίσιμες αυτές συγκρούσεις που έχουμε μπροστά μας χρειάζεται να έχουμε τον κόσμο της εργασίας ενεργά στο πλευρό μας. Όχι δι` αναθέσεως αλλά με τη συμμετοχή του στη συνολική προσπάθεια.

Αυτό όμως δεν είναι καθήκον των εργαζόμενων από μόνων τους αλλά του ίδιου του κόμματός μας. Πολύ δύσκολα στις σημερινές συνθήκες κοινωνικής παθητικοποίησης θα έρθει ο εργαζόμενος και ο άνεργος να μας χτυπήσει την πόρτα και να ζητήσει την κοινή δράση. Οι κομματικές δυνάμεις πρέπει να ανοιχτούν στη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που δεν εκπροσωπείται κοινωνικά από τον νεοφιλελευθερισμό, τη διαπλοκή και το κατεστημένο των ελίτ. Αλλά να ανοιχτούν στη βάση των καθημερινών προβλημάτων και των λύσεων που προτείνει το κόμμα και προωθεί η κυβέρνηση. Λύσεις ελάφρυνσης και στήριξης των καταχρεωμένων και σε αδιέξοδο νοικοκυριών της σημερινής Ελλάδας, όπως οι ρυθμίσεις οφειλών στις ΔΕΚΟ και οι παροχές του κοινωνικού κράτους σε απόρους και ανασφάλιστους. Τέτοιες πολιτικές που έχει υλοποιήσει η κυβέρνηση αποτελούν την πεμπτουσία και το όχημα του κοινωνικού μας ανοίγματος και πρέπει να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο.

Η αλματώδης εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 36% μέσα σε λίγα χρόνια στηρίχτηκε κυρίως όχι σε μια ιδεολογική μετατόπιση αλλά σε μια κοινωνική κίνηση μέσα στον λαό μας. Αυτά τα πλειοψηφικά κοινωνικά στρώματα που μας εμπιστεύτηκαν καλούμαστε να εκπροσωπήσουμε ακόμη καλύτερα. Και το συνέδριο ας γίνει το ξεκίνημα γι` αυτό.

 

* Ο Σταμάτης Θεοδωρόπουλος είναι μέλος της Γραμματείας του Τομέα Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Πεντέλης

 

Ασυνέχεια

Να σχεδιάσουμε τη δίκαιη ανάπτυξη με γνώμονα τη μείωση της ανεργίας και την επιστροφή των νέων επιστημόνων από το εξωτερικό, την προστασία της εργασίας, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του περιβάλλοντος, σε αντιδιαστολή με λογικές «success story», «άνεργης ανάπτυξης», μαύρης και αδήλωτης εργασίας

Η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σημείο καμπής για την έκβαση της ταξικής πάλης και τον χαρακτήρα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Όποιες αναλύσεις κι αν κάναμε τα προηγούμενα χρόνια για το κράτος και την Ε.Ε., για τον ρόλο και τη στρατηγική των αντιπάλων μας, κατανοούμε καθημερινά πως η σφαίρα της εφαρμοσμένης πολιτικής είναι πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη. Αυτό φάνηκε τόσο κατά την περσινή διαπραγμάτευση και την ήττα που υποστήκαμε λόγω του οικονομικού πραξικοπήματος από τους δανειστές όσο και από τη συνεχιζόμενη επίθεση που δεχόμαστε από τους εγχώριους εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού σε όλα τα πεδία του κράτους. Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι η όποια σύγκρουση με τη διαπλοκή λαμβάνει χώρα τους τελευταίους μήνες δεν πρέπει απλώς να εκλαμβάνεται ως μια σύγκρουση που στοχεύει στον «αστικό εκσυγχρονισμό». Αντίθετα, αποτελεί ολομέτωπη σύγκρουση με τις εγχώριες νεοφιλελεύθερες ελίτ ακριβώς επειδή η ίδια η διαπλοκή είναι μία από τις εκφάνσεις του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα.

Το συνέδριο του κόμματός μας πραγματοποιείται σε μια περίοδο συμπιεσμένου πολιτικού χρόνου. Για εμάς, η συζήτηση πρέπει να εκκινεί από την παραδοχή πως κάθε πολιτική μας επιλογή δεν ξεχνά τον στρατηγικό μας στόχο, τον κοινωνικό μετασχηματισμό, τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, με δημοκρατία και ελευθερία. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και τον ρόλο που θέλουμε να επιτελεί τόσο η κυβέρνηση όσο και το κόμμα μας, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από βήματα μπροστά, από άλματα και πισωγυρίσματα. Σε μια διαδικασία όπου η πάλη για την «αριστερή ηγεμονία» αποτελεί απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση για το προχώρημα του εγχειρήματός μας. Η μάχη αυτών των ημερών, οριοθετείται από τις σχέσεις εκπροσώπησής μας με τις κοινωνικές τάξεις που θέλουμε να εκφράζουμε, τους δημοσιονομικούς περιορισμούς του 3ου Μνημονίου και την επιτροπεία, το προσφυγικό, τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις που έχουν αναπτυχθεί καθώς και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή.

Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να είμαστε πολιτικά αυστηροί με τους εαυτούς μας, να καταδείξουμε αδυναμίες, παθογένειες και να ορίσουμε πολιτικές προτεραιότητες και αιχμές.

Χρειαζόμαστε ένα συνέδριο πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης

 

Πολιτική ανασυγκρότηση

α) Εκπόνηση πολιτικού σχεδίου προσανατολισμένου στην όξυνση της ταξικής σύγκρουσης: Να προσανατολιστούμε δηλαδή στη λεγόμενη «πολιτική με π μικρό», είτε αυτό αφορά τους χώρους δουλειάς, τη σύγκρουση με την εργοδοσία και την ανασυγκρότηση των συνδικάτων, είτε αυτό σχετίζεται με ζητήματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είτε με τη διεύρυνση της δουλειάς μας στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης κ.ο.κ. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο που θα τροφοδοτεί τις Ο.Μ. του κόμματος, θα συσπειρώνει κόσμο, θα πυροδοτεί κοινωνική κίνηση και θα μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε πέρα από την ήττα. Όπως προαναφέραμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το οξυγόνο του κόμματος είναι οι ίδιες οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλουμε να εκπροσωπούμε.

β) Εκπόνηση ενός προγράμματος που θα δεσμεύει κυβερνητικές επιλογές και θα ορίζει τις πολιτικές προτεραιότητες του επόμενου βραχυπρόθεσμου και μεσοπρόθεσμου διαστήματος, χωρίς να δημιουργεί κενά τα οποία θα καλύπτονται από προσωπικές στρατηγικές και ιεραρχήσεις, από βλέψεις που ουδεμία σχέση έχουν με την Αριστερά. Η όποια συζήτηση γι` αυτό που έναν χρόνο πριν ονομάσαμε παράλληλο πρόγραμμα πρέπει να εξειδικευθεί. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης του Μνημονίου, το οποίο δεν αποτελεί δικό μας πρόγραμμα, έχει πρωταρχικά το στοιχείο της σύγκρουσης με τους δανειστές ακριβώς επειδή οι αντίπαλοί μας διεκδικούν διαρκώς νέο χώρο παρέμβασης που θα εξυπηρετεί την περαιτέρω κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω της συνέχειας της εσωτερικής υποτίμησης.

β1. Να σχεδιάσουμε τη δίκαιη ανάπτυξη με γνώμονα τη μείωση της ανεργίας και την επιστροφή των νέων επιστημόνων από το εξωτερικό, την προστασία της εργασίας, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του περιβάλλοντος, σε αντιδιαστολή με λογικές «success story», «άνεργης ανάπτυξης», μαύρης και αδήλωτης εργασίας.

β2. Να σχεδιάσουμε την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους δίνοντας προτεραιότητα στη διεύρυνση και υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας καθώς και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι τομές που έχουν ξεκινήσει πρέπει να ενταθούν.

β3. Να σχεδιάσουμε τις παρεμβάσεις που πρέπει να συνεχιστούν στο κράτος και τους θεσμούς για το ξερίζωμα του συστήματος εκείνου που τόσα χρόνια μεροληπτεί υπέρ των δυνατών και των πλουσίων. Να εισάγουμε θεσμούς δημοκρατίας και κοινωνικού ελέγχου και να διευρύνουμε τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε και την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ως μία διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης στις αιχμές που ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό. Σε αυτή τη διαδικασία το κόμμα δεν μπορεί να απουσιάζει αλλά οφείλει να χαράξει στρατηγική συσπείρωσης του κόσμου.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε πως το όποιο σχέδιο, εάν δεν περιλαμβάνει τους νέους ανθρώπους, αυτούς που στο παρελθόν χαρακτηρίστηκαν «χαμένη γενιά», δεν μπορεί να περπατήσει. Οι νέοι άνθρωποι είναι εκείνη η κοινωνική δύναμη που μπορεί να συμβάλει με ουσιαστικό τρόπο στις βαθιές τομές που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Προς τα εκεί πρέπει να στρέψουμε το βλέμα μας, τον λόγο και τις προτεραιότητές μας. Σε αυτό το κομμάτι εδώ και αρκετούς μήνες μένουμε μετεξεταστέοι.

 

Οργανωτική ανασυγκρότηση

Ένα πολιτικό σχέδιο για να μπορέσει να προχωρήσει θα πρέπει να έχει και τις αντίστοιχες οργανωτικές προεκτάσεις. Την περίοδο που διανύουμε παρατηρήσαμε τα δομικά όρια που παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Από τη λειτουργία των οργάνων και των Ο.Μ. μέχρι τη σχέση του κόμματος με την κυβέρνηση.

α) Βασική προϋπόθεση μιας δημοκρατικής ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η αναβάθμιση του ρόλου της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας. Ένα από τα βασικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει καθημερινά ο χώρος μας είναι τα πολλαπλά κέντρα λήψης αποφάσεων, κυρίως εκτός του κόμματος. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί θέτοντας στο επίκεντρο τον ρόλο των κομματικών οργάνων. Η Κ.Ε. και η Π.Γ πρέπει να είναι τα κεντρικά όργανα που θα λαμβάνουν τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις για την πορεία του κόμματος και της κυβέρνησης. Πρέπει να ορίζουν τις πολιτικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης και τις προτεραιότητές της. Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε να έχουμε όλοι μερίδιο στις νίκες και τις ήττες καθώς τα αποτελέσματα της εκάστοτε επιλογής βαραίνουν τις πλάτες όλων μας ακόμα και χωρίς τον αντίστοιχο καταμερισμό ευθυνών. Άρα χρειαζόμαστε μία αναβαθμισμένη πολιτικά και οργανωτικά Κ.Ε., η οποία να μπορεί ως συλλογικότητα να υπηρετεί τις συνεδριακές αποφάσεις, τους στόχους και τα μέτωπα που έχει ορίσει το κόμμα, χωρίς παρερμηνείες και αντιφάσεις, που να μπορεί να παρεμβαίνει στη συγκυρία. Η αλλαγή που προτείνεται στο καταστατικό για «ποσόστωση κράτους» στο 25% του οργάνου μπορεί να διασφαλίσει τη δημιουργία μιας Κ.Ε που θα μπορεί να αξιοποιεί την κρατική και κυβερνητική εμπειρία ορίζοντας παράλληλα στόχους παρέμβασης τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Αντίστοιχα, χρειαζόμαστε δευτεροβάθμια όργανα που θα μπορούν να υπηρετούν ένα συλλογικά διαμορφωμένο και αποφασισμένο σχέδιο. Να ξαναβρούν τα μέλη λόγο συμμετοχής, να αντιληφθούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο καθένας και η καθε μία που παλεύει σε κάθε κοινωνικό χώρο για την επίτευξη των συνδιαμορφωμένων πολιτικών μας στόχων. Πρέπει να τελειώνουμε οριστικά με τις συνελεύσεις και τις διαδικασίες δημοσιογραφικού χαρακτήρα ενημέρωσης του κυβερνητικού έργου, να σπάσουμε τη λογική της ανάθεσης, να δοθεί περιεχόμενο δουλειάς στις οργανώσεις.

β) Αντιμετωπίζουμε ένα ουσιαστικό πρόβλημα στο κόμμα, αυτό της υστέρησης στελεχών. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κεντρικών στελεχών πήγε στην κυβέρνηση και το περσινό καλοκαίρι βιώσαμε μια διάσπαση έχει οδηγήσει σε αποδιοργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας του κόμματος, της συνοχής των διαδικασιών, του τρόπου που συζητάμε και της πολιτικής κατεύθυνσης που έχουμε. Η συνθήκη αυτή πρέπει μετά το συνέδριο να αλλάξει. Το κόμμα πρέπει να δημιουργήσει κομματική σχολή, με διαδικασίες και σεμινάρια γύρω από πολιτικά και οργανωτικά ζητήματα, που θα διαπαιδαγωγούν τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν κεντρικές ευθύνες στην κομματική ιεραρχία. Πολλές φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι ακόμη και με προβλήματα κατανόησης και παρερμηνείας της κεντρικής πολιτικής γραμμής, γεγονός που δημιουργεί συγχίσεις, ενώ παράγουν στρεβλές πολιτικές κατευθύνσεις για τις οργανώσεις και την δουλειά τους. Χρειαζόμαστε επίσης σύσταση τμήματος θεωρίας της Κ.Ε. του κόμματος, το οποίο σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς θα επεξεργάζεται ζητήματα συγκυρίας, ιδεολογικού χαρακτήρα, θεωρητικού προβληματισμού, ιστορίας και μνήμης, συμβάλλοντας στην αναγκαία πολιτικοποίηση των μελών του κόμματος και στη διαμόρφωση ιδεολογικής ταυτότητας.

γ) Το κόμμα θα πρέπει να βγει από το συνέδριο με κανόνες δεοντολογίας και με συγκεκριμενοποίηση του πολιτικού και οργανωτικού ρόλου των επαγγελματικών στελεχών, των έμμισθων στελεχών στην κυβέρνηση και το κράτος. Ένα αριστερό κόμμα δεν πρέπει να δημιουργεί σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μόνιμου χαρακτήρα με τα μέλη του. Όπως προτείνεται όριο δύο θητειών στους βουλευτές, αντίστοιχα αυτό θα πρέπει να ισχύει για τα επαγγελματικά στελέχη, για τους επιστημονικούς συνεργάτες κ.λπ. Ένα από τα συγκριτικά στοιχεία της ανάπτυξης της εκάστοτε γραφειοκρατίας είναι η λογική του «αναντικατάστατου», φαινόμενο το οποίο έχει ταλανίσει πολλές δεκαετίες τα κόμματα και δη της Αριστεράς.

Έχουμε καθήκον να φτιάξουμε και να μαζικοποιήσουμε το κόμμα μας, χωρίς όμως να βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Η δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές τάξεις που θέλουμε να εκπροσωπούμε, η εμπλοκή τους στις διαδικασίες και στη ζωή των οργανώσεων πρέπει να έχει περιεχόμενο. Χωρίς σχέδιο δεν θα πείσουμε κανέναν. Χρειαζόμαστε νέο πολιτικό προσανατολισμό, πολιτική ειλικρίνεια και μεθοδολογία παρέμβασης. Μια συνολική πρόταση ζωής που θα εμπνεύσει τους φτωχούς να εναντιωθούν στη φτώχεια τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει, γιατί μαζί του θα χάσει ολόκληρη η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το βαρος της Ιστορίας είναι πολύ μεγάλο και έχουμε την ευθύνη να το κουβαλήσουμε μέχρι το τέλος.

 

* Ο Ιάσονας Σχινάς Παπαδόπουλος είναι γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Το αναγκαίο τέλος των τάσεων, ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας

Η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου ήταν μια συνύπαρξη διαφορετικών ρευμάτων, τα περισσότερα αριστερής προέλευσης, που έφεραν το ιδεολογικό τους στίγμα. Ρεύματα που ήθελαν να παραμείνουν διακριτά και να υπερασπιστούν το ιδεολογικό τους παρελθόν ως απόδειξη συνέπειας. Αυτά τα ρεύματα συγκρότησαν τις τάσεις / συνιστώσες, ως κόμματα μέσα στο κόμμα. Δημιούργησαν τους δικούς τους μηχανισμούς και την εκλογική κάθοδο ώστε να εκλέγουν όσο δυνατόν περισσότερα μέλη τους στα όργανα. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της πραγματικότητας ήταν ότι πρακτικά δεν μπορούσαν να εκλεγούν μέλη του ΣΥΝ εκτός τάσεων. Έτσι στις επιτροπές πάντα υπήρχαν εκπρόσωποι των τάσεων. Λέγαμε τότε και μετά ότι οι εκτός τάσεων έπρεπε να συγκροτήσουν μια ατασική τάση. Τότε χρησιμοποιήθηκε έντονα η διαπραγμάτευση μεταξύ των τάσεων για να καταλήγουν σε αποδεκτές αποφάσεις από, σχεδόν, όλους.

Οι τάσεις, εκτός από ό,τι ιδεολογικό εκπροσωπούσαν, εξελίχτηκαν σε χώρους περιχαράκωσης και εκλογικούς μηχανισμούς που μάλιστα αλληλοϋποβλέπονταν. Αυτού του είδους η συγκρότηση λειτουργούσε και λειτουργεί σε βάρος της δημοκρατικής λειτουργίας, αφού η κάθετη λειτουργία του κόμματος μέσω των πολιτικών κινήσεων και των οργάνων υποκαταστάθηκε από την οριζόντια λειτουργία εντός και μεταξύ των τάσεων παραγκωνίζοντας τα μέλη. Αυτή η κατάσταση καμία τάση δεν ενόχλησε είτε στο παρελθόν είτε τώρα που γεννά ερωτηματικά για το πώς αντιλαμβάνονται τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος.

Αντί λοιπόν οι τάσεις σταδιακά να ατονήσουν, ώστε το κόμμα να γίνει κόμμα των μελών του, αυτές παραμένουν και επιμένουν «εγωιστικά». Θα ήταν απλοϊκό κάποιος να ζητήσει την καταστατική κατάργηση των τάσεων και να τις αναγκάσει να περάσουν στην «παρανομία» και στις υπόγειες λίστες των εκλογών. Θα περίμενε όμως να μελετήσουν την εμπειρία από τη λειτουργία του κόμματος και το περιεχόμενο συμμετοχής των μελών του στο κομματικό γίγνεσθαι και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους για το τι είναι πιο σημαντικό. Η επιβίωσή τους και οι μικροεξουσίες ή το κόμμα και τα μέλη του; Γιατί να είναι ή να γίνει κάποιος μέλος του ΣΥΡΙΖΑ; Για να συνδιαμορφώνει την πολιτική του κόμματος ή να την σχολιάζει εκ των υστέρων; Η «κατάργηση» των τάσεων βέβαια θα πρέπει να συνοδευτεί και με την αλλαγή της σχέσης κόμματος – κυβέρνησης. Δηλαδή το κόμμα να μην παρακολουθεί τις πολιτικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αλλά να είναι αυτό που θα παίρνει πρωτοβουλίες μέσα από τη δημοκρατική λειτουργία του, που να ενστερνίζεται η κυβέρνηση. Αυτό βέβαια ισχύει και για τον δήμο και την Περιφέρεια για τις αντίστοιχες πολιτικές κινήσεις.

Σήμερα, με τα ηλεκτρονικά μέσα, οι Π.Κ. μπορούν να συνδιαμορφώνουν την πολιτική του κόμματος με την ηγεσία. Αρκεί να υπάρχει η πολιτική επιλογή. Αντλώντας διδάγματα από τη λειτουργία της Αθηναϊκής δημοκρατίας θα πρέπει στα όργανα να εκλέγεται με κλήρωση ένα ποσοστό των μελών τους (π.χ. 1/3) ώστε σταδιακά όλοι να αναλαμβάνουν ευθύνες. Ο «εκδημοκρατισμός» του ΣΥΡΙΖΑ είναι όρος και προϋπόθεση για την επιτυχή έξοδο από τα Μνημόνια και τη δημοκρατική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας με αριστερό και οικολογικό πρόσημο. Είναι εγγύηση να μην αφομοιωθεί από την (κυβερνητική) εξουσία. Ο δημοκρατικός ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συσπειρώσει δυνάμεις και να αναδειχτεί σε πρωτοπορία και δημοκρατικό υπόδειγμα για την κοινωνία.

 

* Ο Ροίκος Θανόπουλος είναι τέως μέλος ΣΥΡΙΖΑ

Η δημοκρατία μόνιμο αίτημα

Οι βουλευτές που νομοθετούν για τις περικοπές των εργαζομένων, τους βασικούς τους μισθούς ή για τα επιδόματα των συνταξιούχων να μην εξαιρούν εαυτούς. Να μην ξεχνούμε ότι οι πολιτειακοί θεσμοί έχουν και παιδευτικό χαρακτήρα. Αν πρέπει να βάλουμε όλοι πλάτη, να βάλουμε όλοι και όχι μόνο οι εναπομείναντες εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι, ο μόνιμος στόχος της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας

1. Η Αριστερά στην κυβέρνηση σήμερα, έστω και κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες, μας δίνει μια μοναδική ευκαιρία: να οικοδομήσουμε ένα νέο «παράδειγμα» άσκησης της εξουσίας, χωρίς τις ρεπλίκες του παρελθόντος. Το παρελθόν, με τα πολιτικά μοντέλα διακυβέρνησης που παρήλασαν από τον τόπο, μπορούν να αποτελέσουν πεδίο αναστοχασμού προκειμένου να προσδιορίσουμε πώς θέλουμε να κυβερνήσουμε και κυρίως πώς δεν θέλουμε. «Οι δικοί μας και οι άλλοι» αποτέλεσε στην μεταπολίτευση και για τις επόμενες δεκαετίες τη βάση ενός ιδιόμορφου πολιτικού απαρτχάιντ, δηλ. αποκλεισμού των «άλλων» από την κρατική -και όχι μόνο- μηχανή.

2. Να θεσπιστεί ένα μητρώο στελεχών ανοιχτό, δημόσιο, προσβάσιμο, να μπορούν όλοι να ενημερώνονται και να βλέπουν το βιογραφικό του κάθε κυβερνητικού στελέχους, τον χώρο εργασίας του, την κοινωνική του δράση. Έτσι ο κάθε υπουργός / υφυπουργός (κ.λπ.) εάν χρειάζεται κάποιον ειδικό να μην προσφεύγει αναγκαστικά στην «τάση του» για να αναζητήσει τον κατάλληλο ή στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Κατ` αυτόν τον τρόπο, ίσως αποφευχθούν φαινόμενα συνυπηρέτησης σε ένα υπουργείο: του συζύγου, της συζύγου, του κουμπάρου και της συμπεθέρας.

3. Να θεσπιστεί ένα πλαφόν στις απολαβές των συμβούλων, των ειδικών, των παρατρεχάμενων των υπουργών, ως ελάχιστη ένδειξη σεβασμού στον χειμαζόμενο κόσμο της εργασίας. Δεν εισηγούμαι να πληρώνονται με 690 ευρώ, που είναι ο μισθός του νεοδιόριστου εκπαιδευτικού στην επαρχία…

4. Το νομοθετικό σώμα, οι βουλευτές που νομοθετούν για τις περικοπές των εργαζομένων, τους βασικούς τους μισθούς ή για τα επιδόματα των συνταξιούχων να μην εξαιρούν εαυτούς. Να μην ξεχνούμε ότι οι πολιτειακοί θεσμοί έχουν και παιδευτικό χαρακτήρα. Αν πρέπει να βάλουμε όλοι πλάτη, να βάλουμε όλοι και όχι μόνο οι εναπομείναντες εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι, ο μόνιμος στόχος της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας.

5. Να θεσπιστεί ένα είδος ασυμβίβαστου μεταξύ κυβερνητικής και κομματικής θέσης. Είναι απαραίτητο ένας υπουργός να είναι και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής;

6. Το «κόμμα των μελών» δεν οικοδομήθηκε ή μάλλον οικοδομήθηκε στη βάση ενός παράδοξου συνταγματικού άξονα στην κορυφή του οποίου ήταν οι «σοφοί» και στη βάση τα μέλη: ένας στρατός, ένα προλεταριάτο για τις αφισοκολλήσεις. Συχνά η βάση χρησιμοποιήθηκε για να επιβραβεύσει (ή να «τρέξει») τις επιλογές ή τις αποφάσεις του κόμματος οι οποίες λαμβάνονταν ερήμην της. Δεν απαλλάσσει κανέναν η παραδοχή ότι τα «απλά» μέλη δεν εισακούστηκαν, που γράφεται στο κείμενο θέσεων αλλά και στο κείμενο συμβολής. Η δημοκρατία είναι αίτημά μας!

7. Το κόμμα πρέπει να διαπερνάται, σαν ηλεκτρικό ρεύμα, από τα ιδεώδη της δημοκρατίας. Να τα τηρεί. Να τα επιτελεί. Να τα συγκεκριμενοποιεί. Να τα ασκεί. Αριβισμός, ιδιοτέλεια, βόλεμα προσωπικό δεν μπορούν να έχουν θέση. Με την αποχώρηση μελών που επρόσκειντο στη ΛΑΕ εμφανίστηκαν κομματικά στελέχη με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες με μόνο άγχος να ανέβουν στην ιεραρχία. Το άγχος αυτό δεν βοήθησε την ανάγνωση, τον εμπλουτισμό της γνώσης και κυρίως την μελέτη. Τα κείμενα, οι παραγόμενες ιδέες, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί δεν περιποιούν τιμή στο κόμμα και ούτε είναι ανάλογα με την ιστορία του.

Κόμμα όσο ποτέ άλλοτε

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, να δούμε και να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα της σχέσης του κόμματος, της κυβέρνησης και της κοινωνίας, με το φως της νέας εμπειρίας του ενάμισι χρόνου διακυβέρνησης της Αριστεράς

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον η Αριστερά των δικαιωμάτων, της εργασίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού ανέλαβε τις τύχες μιας χώρας που ήταν σε κάθετη πτώση. Νεοφιλελεύθερες επιλογές, διαπλοκή, ένα σαθρό / σάπιο πολιτικό σύστημα, εργασιακή γαλέρα, ήταν ό,τι καθόριζε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Μέσα σε μια Ευρώπη που είχε λησμονήσει τις ιδρυτικές της αξίες, της αλληλεγγύης και της ισότητας, στενάζοντας στον μονόδρομο της λιτότητας, βαδίζοντας ολοταχώς στα βράχια της διάλυσης και της ακροδεξιάς επέλασης.

Η Αριστερά, η δική μας Αριστερά, τον Ιούλιο του 2015 έκανε μια σαφή ιστορική και στρατηγική επιλογή. Να αγωνιστεί για να αντιστρέψει σιγά σιγά την κατάσταση στην Ελλάδα και να συμβάλει ώστε να αρχίσει να αχνοφέγγει η ελπίδα και στην Ευρώπη. Η επιλογή αυτή δικαιώθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους και πιστεύω πως δικαιώνεται καθημερινά από τότε, με αδυναμίες, με καθυστερήσεις αλλά σιγά σιγά μπαίνει μπροστά η «μηχανή». Οι δείκτες αρχίζουν να αλλάζουν θετικά, η ελεύθερη πτώση σταμάτησε, η νεοφιλελεύθερη γαλέρα στους χώρους της εργασίας αντιμετωπίζεται, η διαπλοκή χτυπιέται, αλλά βεβαίως έχουν πάρα πολλά ακόμα να γίνουν.

Επίδικα και ταυτοτικά ζητήματα όπως η ένταση των παρεμβάσεών μας στους χώρους της εργασίας, εκεί που η εργατική τάξη στενάζει από τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες, τη διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα (χρωστάς δεδουλευμένα 8-10 μηνών, αλλά ζεις πλουσιοπάροχα…), εκεί που η υγιής επιχειρηματικότητα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, εκεί που το συνδικαλιστικό κίνημα προσπαθεί να ξαναβρεί τον χαμένο (ανάμεσα σε γραφειοκρατία και αριστοκρατία) βηματισμό του, εκεί που ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, οι νέες θέσεις εργασίας και η αντιμετώπιση της ανεργίας πρέπει να ξεπεράσουν τις πολιτικές ανακύκλωσης και τις συναλλαγές του voucher στα σχετικά προγράμματα. Στον ευρύ χώρο της εργασίας συναντιέται όλη η Ελλάδα, όλη η κοινωνία. Ο χώρος της εργασίας και οι συνθήκες που αναπαράγονται καθορίζουν την κουλτούρα, τη ζωή και την ελπίδα ολόκληρου του λαού. Γι` αυτό έχουμε την ιστορική ανάγκη και υποχρέωση, αυτός ο χώρος, ο χώρος της εργασίας, να είναι το κύριο μέλημα της δικής μας Αριστεράς.

Για όλα αυτά τίθενται νέα ερωτήματα. Παλιά διερευνούσαμε το ζήτημα της σχέσης του κόμματος με την κοινωνία και τις συλλογικές εκφράσεις της. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, να δούμε και να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα της σχέσης του κόμματος, της κυβέρνησης και της κοινωνίας, με το φως της νέας εμπειρίας του ενάμισι χρόνου διακυβέρνησης της Αριστεράς.

Με κριτήρια, το βασικότερο από τα οποία είναι το ότι όλοι εμείς που βρεθήκαμε να υπηρετούμε την Αριστερά από κυβερνητικές θέσεις, βρεθήκαμε εκεί γιατί το κόμμα κέρδισε τις εκλογές.

Η σχέση του κόμματος και της κυβέρνησης, μια σχέση αλληλεξάρτησης και αυτονομίας, μια σχέση επικοινωνίας και σεβασμού των ρόλων, αλλά και μια σχέση που καθορίζεται από στρατηγικές που όλοι μαζί αποφασίζουμε και όλοι μαζί -με κοινό βηματισμό- υπηρετούμε.

Η σχέση της κυβέρνησης με την κοινωνία, μια σχέση διαρκούς διαλόγου, μια σχέση με ανοιχτές πόρτες, με ανοιχτές δομές, με θεσμούς ενδυνάμωσης της διαβούλευσης, χωρίς φοβικά σύνδρομα, αλλά με πίστη στο έργο που επιτελούμε, στην προοπτική του και στο διαφορετικό που είμαστε.

Τέλος, η σχέση κόμματος και κοινωνίας, μια σχέση ανοικτή, διαλόγου και εξωστρέφειας, ζύμωσης προτάσεων και απόψεων, μια σχέση που θα επιτρέψει σε όλους και όλες να δούνε το αύριο με ένα μάτι ελπίδας, με ένα μάτι θετικής σύγκρισης με το παλιό και σάπιο που οικοδομήθηκε επί μισό και πλέον αιώνα και τώρα πεθαίνει. Επιτροπές, εξορμήσεις, κινήσεις πολιτών παντού, με σημαία τις θέσεις μας, ανοιχτοί στην κριτική και επιθετικοί γιατί οι επιλογές μας είναι η μόνη ελπίδα για να αλλάξει η καταστροφική ρότα που ιχνογράφησαν οι άλλοι για τη χώρα μας.

Όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα είναι το απόλυτο διακύβευμα του συνεδρίου μας. Κόμμα – κυβέρνηση – κοινωνία. Δεσμοί ενότητας και συνεργασίας, δεσμοί εμπιστοσύνης και ελέγχου, δεσμοί επικοινωνίας και διαλόγου, γιατί αυτό, όλο αυτό, είναι η δική μας Αριστερά.

 

* Ο Ανδρέας Νεφελούδης είναι μέλος της οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ Πεντέλης

Σύγκλιση ή απόκλιση Αριστεράς και Οικολογίας;

Πρέπει να δείξουμε στον λαό ένα σχέδιο συνειδητής επιλογής για αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς και τρόπου ζωής για να οδηγηθούμε στη λεγόμενη δίκαιη αλλά και «βιώσιμη ευημερία» ή «λιτή ευημερία» ή «δίκαιη λιτότητα»

Στη χρονική περίοδο που διανύουμε, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι δυνάμεις του «νεοφιλελευθερισμού» κέρδισαν έδαφος συνολικά στον πλανήτη. Χτίζονται οικονομίες που συγκεντρώνουν τον πλούτο σε λίγους (1% του πληθυσμού της γης κατέχει πλούτο όσο το υπόλοιπο 99% του παγκόσμιου πληθυσμού).

 

Διαμορφώνεται μια παγκόσμια οικονομία με την κυριαρχία των πολυεθνικών επιχειρήσεων και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι η διαμόρφωση ενός άδικου και ασταθούς παγκόσμιου κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Σήμερα ζούμε τη νέα πραγματικότητα της «νεοφιλελεύθερης» παγκοσμιοποίησης.

 

Σε τούτη τη νέα πραγματικότητα η ελληνική Αριστερά, με τον ΣΥΡΙΖΑ, θέλει να εκφράσει τα αιτήματα του κόσμου της εργασίας για κοινωνική δικαιοσύνη, οραματιζόμενη έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Επέλεξε να διαχειριστεί ως κυβέρνηση το υπάρχον σύστημα προσπαθώντας να το μεταρρυθμίσει.

 

Τα μεγάλα προβλήματα του 21ου αιώνα

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής, εάν το δούμε στη δυναμική της εξέλιξής του, είναι η πιθανή κατάρρευση τοπικών ή περιφερειακών οικονομιών και ένα «ντόμινο» της παγκόσμιας οικονομίας που οικοδομείται με ένα σχέδιο υπερ-συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής, της εξουσίας και του παγκόσμιου πλούτου σε πολύ λίγους. Στην κατεύθυνση αυτή μας οδηγούν επιταχυνόμενα, με την προώθηση και των διατλαντικών εμπορικών συμφωνιών TTIP και CETA.

Η νέα πραγματικότητα είναι αυτή της πιθανής κατάρρευσης οικονομιών και κοινωνιών που θα φέρει μεγαλύτερη δυστυχία αλλά και τεράστιες περιβαλλοντικές καταστροφές, που θα είναι μεγαλύτερες από αυτές που γνωρίσαμε μέχρι τώρα (Αμαζόνιος, κλιματικές αλλαγές, λιώσιμο πάγων, ερημοποίηση, ρύπανση ποταμών, λιμνών και θαλασσών).

 

Το ζητούμενο σήμερα για κάθε χώρα είναι να οικοδομήσει ένα άλλο μοντέλο ευσταθούς οικονομίας, διαφορετικό από αυτό που της σερβίρεται από τις δυνάμεις της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης».

 

Το μοντέλο αυτό της βιώσιμης οικονομίας έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που το προσδιορίζουν και δεν περιορίζεται στην ονοματολογία ως «βιώσιμου» που τη χρησιμοποιούν πολλά κόμματα με μεγάλη ευκολία, χωρίς να το εννοούν και κυρίως χωρίς να κάνουν τίποτα για τούτο.

 

Σε αυτό το μοντέλο της βιωσιμότητας αφιερώνεται μικρό μόνο μέρος στα κείμενα και τον προβληματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Από το βασικό σκεπτικό του λείπει η στρατηγική οικοδόμησης ενός άλλου τύπου οικονομίας, που εκτός από δίκαιη θα είναι ισχυρή και υγιής, ώστε να μην καταρρέει σε περιφερειακούς ή παγκόσμιους κλυδωνισμούς και εδώ δεν εννοώ τις προτάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος.

 

Η χάραξη του δρόμου της βιωσιμότητας προφανώς θα είναι σε άλλη κατεύθυνση από τον νεοφιλελευθερισμό. Επομένως η «λυδία λίθος» για την ορθή πολιτική βιωσιμότητας και για τις συμμαχίες είναι η στάση μας απέναντι στον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της κοινωνίας και της οικονομίας.

 

Ένας βαθύς μετασχηματισμός του κοινωνικού – οικονομικού συστήματος σε βιώσιμη και δίκαιη κατεύθυνση θα πρέπει να έχει ως βασικούς άξονες τα αιτήματα που έφεραν νέα κινήματα που αμφισβητούν το σημερινό μοντέλο τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση.

 

Η οικολογική σκέψη προτείνει ένα διαφορετικό σχέδιο οικοδόμησης μιας βιώσιμης οικονομίας που έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

 

* Θα αντέχει σε όποιες διεθνείς κρίσεις και δεν θα καταρρέει.

 

* Θα εξασφαλίζει τη διατροφική αυτάρκεια των Ελλήνων πολιτών και σε περιπτώσεις αναταράξεων.

 

* Θα διασφαλίζει όλα τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας: αποκέντρωση, ισχυρές τοπικές οικονομίες, ισορροπία μεταξύ τομέων παραγωγής (όχι τουριστική μονοκαλλιέργεια), οικονομία φυσικών πόρων, προστασία του περιβάλλοντος, αειφορική παραγωγή, αντικαταναλωτική συμπεριφορά κ.λπ.

 

Απαιτείται πρόγραμμα με βήματα ενίσχυσης των τοπικών οικονομιών, με αποκέντρωση, διοικητική, οικονομική και πληθυσμιακή. Επίσης πρόγραμμα για αυτάρκεια ή έστω σχετική αυτάρκεια στα τρόφιμα με συγκεκριμένα μέτρα, αλλά οπωσδήποτε πλεονασματικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών στα αγροτικά προϊόντα. Το σημερινό ποσοστό της αγροτικής παραγωγής, που είναι 3,8% επί του ΑΕΠ, πρέπει να διπλασιαστεί, κάτι που θα οδηγήσει σε οικονομική ανεξαρτησία.

 

Η λογική της οικονομίας των φυσικών πόρων μάς οδηγεί σε ένα σύστημα κυκλικής οικονομίας για την καλύτερη αξιοποίηση και τον περιορισμό της σπατάλης.

 

Μια οικονομία με όρους βιώσιμης ανάπτυξης και αειφορίας σημαίνει πρακτικά στροφή σε ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, που κινείται στα οικολογικά όρια του οικοσυστήματος και του πλανήτη.

 

Η εφαρμοζόμενη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, με διακηρυγμένο στόχο το «όχι στη λιτότητα», δεν εκφράζει την Πολιτική Οικολογία. Αυτός ο στόχος σε συνθήκες ανοικτών οικονομικών συνόρων, σε χώρες χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς εθνικό νόμισμα δεν είναι μεσοπρόθεσμα υλοποιήσιμος. Οι υποσχέσεις για κατάργηση της λιτότητας αποτελούν κάτι διαφορετικό από την εξάλειψη της φτώχειας. Οι υποσχέσεις παροχών σε κλίμα συρρίκνωσης του ΑΕΠ οδηγούν σε πολιτική ελλειμμάτων, η δε πολιτική ελλειμμάτων διατηρεί την εξάρτηση από τους δανειστές.

 

Η πολιτική της οικολογίας για οικονομία φυσικών και ανθρωπίνων πόρων δεν εκφράζεται από το σύνθημα «όχι στη λιτότητα». Αντίθετα, χρειάζεται σταθεροποίηση της συνολικής κατανάλωσης, λύνοντας με δίκαιη ανακατανομή τα προβλήματα των φτωχών και εξαθλιωμένων.

 

Πρέπει να δείξουμε στον λαό ένα σχέδιο συνειδητής επιλογής για αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς και τρόπου ζωής για να οδηγηθούμε στη λεγόμενη δίκαιη αλλά και «βιώσιμη ευημερία» ή «λιτή ευημερία» ή «δίκαιη λιτότητα».

 

Επομένως η άποψη ότι η Πολιτική Οικολογία περιέχεται στο πρόγραμμα και την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν ευσταθεί. Περιέχονται αρκετά σημεία, περισσότερα από άλλα κόμματα, αλλά η Οικολογία δεν εμποτίζει επαρκώς το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και την πολιτική της κυβέρνησης.

 

Για να γίνει πιο συγκεκριμένη η αναφορά θα φέρω μερικά παραδείγματα:

 

* Δρομολογούνται νέα οδικά έργα πέραν της αποπεράτωσης των ημιτελών. Η πολιτική βιωσιμότητας απαιτεί τολμηρό αναπροσανατολισμό των πόρων π.χ. σε έργα υποδομής αγροτικής παραγωγής, τυποποίησης και συσκευασίας των αγροτικών προϊόντων (αρδευτικά έργα, έργα ορθής αξιοποίησης των υδάτων, αποκατάσταση εδαφών κ.λπ.).

 

* Δρομολογούνται νέες μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (σύνθετες) με φορολογικά και πολεοδομικά κίνητρα. Τούτο οδηγεί τον τουρισμό από τις μικρομεσαίες μονάδες σε μεγάλες μονάδες και αυξάνει την ανισορροπία της ελληνικής οικονομίας. Δεν φέρνω το αρνητικό παράδειγμα της πώλησης και ανοικοδόμησης του «Ελληνικού» γιατί υπήρχαν υπογεγραμμένες συμβάσεις και μνημονιακές δεσμεύσεις. Πάντως, το όλο σχέδιο της επένδυσης είναι σε μη οικολογική κατεύθυνση.

 

* Επανέρχονται τα σχέδια εξόρυξης υδρογονανθράκων στις περιοχές του Πατραϊκού Κόλπου και του Ιονίου Πελάγους, καθώς υλοποιούνται και νέες λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

 

Αυτή η πολιτική, παρ` ότι εν μέρει γίνεται «εξ ανάγκης», είναι πολιτική απόκλισης της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ από την Οικολογία.

 

* Ο Γιώργος Δημαράς είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος των Οικολόγων Πράσινων

 

Το συνέδριο και η ψηφιακή επανάσταση

Ένα συνέδριο πρέπει να πάρει σοβαρά υπόψιν του τις επαναστάσεις που μεσολάβησαν από το προηγούμενο. Και σε έναν κόσμο που αλληθωρίζει προς την Ακροδεξιά, προς τον Ούγγρο Ορμπάν και τον Αμερικανό Τραμπ, οι επαναστάσεις αυτές ήταν συγκεκριμένες: των Podemos στην Ισπανία, του Κόρμπιν στη Μεγάλη Βρετανία και του Σάντερς στις ΗΠΑ. Μπορεί να μην κατάφεραν να πάρουν την εξουσία αλλά και οι τρεις πέτυχαν ριζικές ανατροπές. Άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό στη χώρα τους, κατάφεραν να ριζοσπαστικοποιήσουν και να φέρουν στην πολιτική εκατομμύρια πολίτες, ιδίως νέους. Και τα κατάφεραν χάρις στο κοινό όπλο που χρησιμοποίησαν: το Ίντερνετ και τα social media.

Χάρις στα νέα ψηφιακά μέσα και οι τρεις αυτές μικρές επαναστάσεις βρήκαν ένα αντίβαρο στην καταθλιπτική υπεροχή των αντιπάλων τους στα παραδοσιακά ΜΜΕ.

Ασφαλώς η τηλεόραση εξακολουθεί να παραμένει το βασικό μέσο ενημέρωσης στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά δεν είναι πλέον παντοδύναμη. Επομένως μια σύγχρονη επικοινωνιακή στρατηγική, στην Ελλάδα, την Ισπανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν μπορεί να εξαντλείται στις ρυθμίσεις και τις μάχες για τις τηλεοπτικές άδειες, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές. Η αναξιοπιστία των συμβατικών μέσων ενημέρωσης αλλά και των δημοσιογράφων κάνει τους Έλληνες να παρακολουθούν τα νέα μέσω των social media και των ενημερωτικών ιστοσελίδων σε μεγαλύτερα ποσοστά από ό,τι σε άλλες χώρες, σύμφωνα με την πρόσφατη (2016) έρευνα του Ινστιτούτου Reuters για την Ελλάδα (πίνακας).

Με βάση μια επίσης πρόσφατη έρευνα της Public Issue, το 32% του πληθυσμού στην Ελλάδα άνω των 18 ετών (σχεδόν ο 1 στους 3) έχει λογαριασμό σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 2.851.000 άτομα. Σύμφωνα με άλλες μετρήσεις, το 62% των κινητών τηλεφώνων είναι smartphone και το 45% χρησιμοποιεί mobile Internet.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του νέου ηγέτη των Βρετανών Εργατικών ήταν ένα ψηφιακό μανιφέστο, για το οποίο τόνισε στη παρουσίασή του: «Η εκστρατεία μου είναι πρωτοπόρος στην αξιοποίηση των επιτευγμάτων της νέας τεχνολογίας για την οργάνωση πολιτικών εκστρατειών, όπως ποτέ στο παρελθόν… Η δημιουργικότητα της δικτυωμένης νέας γενιάς είναι πρωτοφανής. Έχουμε χιλιάδες νέους εθελοντές που συμμετέχουν σε αυτήν την ψηφιακή επανάσταση. Θα διοχετεύσουμε αυτή τη νέα ενέργεια και δημιουργικότητα στη εκστρατεία των Εργατικών για τις γενικές εκλογές, όποτε γίνουν, και είναι με αυτόν τον τρόπο που το Εργατικό Κόμμα θα επιστρέψει στην κυβέρνηση». Χάρη στην κινητοποίηση μέσω του Ίντερνετ, τα μέλη του Εργατικού Κόμματος αυξήθηκαν κατά 60.000 μέσα σε μια εβδομάδα, γεγονός που χάρισε τη νίκη στον Κόρμπιν, όταν αμφισβητήθηκε από τους βαρόνους του Εργατικού Κόμματος. Το Ίντερνετ δίνει τα όπλα για τη δημιουργία σύγχρονων και ανοιχτών στη κοινωνία κομμάτων νέου τύπου εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών και των οπαδών του κόμματος στη λήψη των αποφάσεων και την εκλογή της ηγεσίας του.

Για την Αριστερά, η χρησιμοποίηση των νέων μέσων ενημέρωσης και των social media έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για δύο λόγους. Πρώτον, οι χρήστες στο Ίντερνετ και τα social media κινούνται βασικά σε προοδευτική κατεύθυνση.

Σύμφωνα με την έρευνα της Public Issue για την πολιτική ιδεολογία των χρηστών: το 36% τοποθετούνται στην Αριστερά, έναντι 22% στη Δεξιά. Δεύτερον, μια βασική αιτία γι` αυτό είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται περισσότερο από νέους. Οι νέοι 18-34 ετών εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό (81%), ακολουθούν τα άτομα ηλικίας 35-54 ετών (47%), ενώ μικρότερη αντιπροσώπευση στα social media έχουν τα άτομα 55 ετών και άνω (17%). Είναι επομένως ζωτικής σημασίας η ευρύτερη χρησιμοποίησή τους από τον ΣΥΡΙΖΑ, που καλείται να ανοιχτεί στην κοινωνία και ειδικότερα στους νέους, για να αντιστοιχίσει τη μικρή οργανωτική του δύναμη με την πολύ μεγαλύτερη εκλογική και πολιτική επιρροή που διαθέτει.

Το Ίντερνετ και οι εμπειρίες από τις τρεις προαναφερθείσες ψηφιακές επαναστάσεις προσφέρουν χρήσιμα διδάγματα για την ελληνική Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, στην εκστρατεία για τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, τα social media και το Ίντερνετ χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά, με δημιουργικότητα και φαντασία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εκλογική νίκη του κόμματος. Όλη αυτή η τεχνογνωσία δεν πρέπει να πάει χαμένη και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και ενόψει του συνεδρίου, για την προσέλκυση ευρύτερων ομάδων πολιτών στην προσυνεδριακή διαδικασία. Είναι γεγονός ότι το συνέδριο γίνεται σε σχεδόν έκτακτες συνθήκες, λόγω της οικονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης προσπάθειας της Δεξιάς να πετύχει, και μέσω των κατεστημένων ΜΜΕ, την «αριστερή παρένθεση». Αλλά αυτές οι έκτακτες καταστάσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι η επόμενη επανάσταση θα είναι ψηφιακή.

Μπορούμε, σύντροφοι;

Στόχος του 2ου συνεδρίου του κόμματός μας είναι να απαντήσει στα ερωτήματα και στις προκλήσεις που μεσολάβησαν από το προηγούμενο συνέδριο του 2013. Είναι γνωστό ότι η νίκη του Ιανουαρίου και η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς στη χώρα μας γέμισε με ελπίδες τον ελληνικό λαό και περισσότερο τα μέλη του κόμματος, «που πετάγαμε στον ουρανό» με τον όρκο που έδωσε ο σύντροφος Τσίπρας στη Βουλή και με την παρουσία του στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Τι κάνουμε μετά;

Υπογραφή μιας ενδιάμεσης συμφωνίας (γέφυρα την ονομάσαμε, τρομάρα μας).

Στην πρώτη συνέλευση της οργάνωσής μου, μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου στις 8.3.2015, εξέφρασα την άποψη ότι πηγαίνοντας στην Ευρώπη θα βρούμε ένα συμπαγές τείχος απέναντί μας και αυτό βεβαίως έγινε. Μου δημιουργήθηκαν όμως ερωτήματα: Ποιες οι συμμαχίες για να πετύχουμε τον στόχο μας; Γιατί να μην πηγαίναμε στις διαπραγματεύσεις με ένα δικό μας πρόγραμμα για τη λειτουργία του κράτους και τον δημόσιο χώρο; Γιατί τα μέλη του κόμματος παρακολουθούσαν άφωνα αυτή τη διαδικασία; Γιατί υιοθετήθηκε η λαθεμένη ρητορική της Αριστερής Πλατφόρμας «Μνημόνιο – αντιμνημόνιο»; Γιατί να μη γινόταν έκτακτο συνέδριο, να πουν τα μέλη του κόμματος τη γνώμη τους.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, αυτό που έλειπε δεν ήταν το Plan B αλλά το Plan A. Και φτάνουμε στον Ιούλιο 2015 με την αναγκαστική συμφωνία και την υπογραφή Mνημονίου. «Αναταράξεις στο ΣΥΡΙΖΑ που έπαψε να είναι αυτό που ήταν.» Το γιατί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκε να αποδεχθεί μια συμφωνία η οποία δεν τον εξέφραζε θα πρέπει με εντιμότητα και θάρρος να κατανοηθεί σε όλη την κλίμακα του κόμματος μας.

Ο Λένιν το 1917 τόνιζε: Οι συνθήκες της αστικής δημοκρατίας μας αναγκάζουν πολύ συχνά να πάρουμε τη μια ή την άλλη θέση απέναντι σ` ένα πλήθος μικρές και μικρότερες μεταρρυθμίσεις που θα λύνουν άμεσα τα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας (και όποιος περιμένει μια καθαρή σοσιαλιστική επανάσταση, αυτός δεν θα τη δει ποτέ του).

Και πάμε πάλι για εκλογές. Στην ολομέλεια της οργάνωσής μου για την προετοιμασία των εκλογών δήλωσα παρών, αισιόδοξος και πάλι ότι μπορούμε να νικήσουμε. Και νικήσαμε!

Γιατί αναφέρω τα παραπάνω; Γιατί ακόμα, σύντροφοι, δεν φτιάξαμε το κόμμα των μελών που ονειρευόμαστε. Γιατί μεγάλο μέρος των μελών του κόμματος δεν κατανόησε σε ποιες συνθήκες δίνουμε τη μάχη σήμερα και γιατί με νύχια και με δόντια πρέπει να έχουμε σίγουρα τη δεδηλωμένη στο Κοινοβούλιο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Γιατί ακόμη και σήμερα τα μέλη αισθάνονται ότι δεν ακούγεται η γνώμη τους. Όπως εκλογή βουλευτών, δημάρχων και Περιφερειαρχών, των στελεχών στις Περιφέρειες. Ιδιαίτερα σήμερα, πολλά στελέχη αισθάνονται αυτάρκης σε όλα τα ζητήματα. Ορισμένα στελέχη, δυστυχώς, αναδείχθηκαν μέσα από μηχανισμούς και σε άλλες συνθήκες, χωρίς να έχουν σύνδεση με την κοινωνία και τους φορείς, με αποτέλεσμα να περνάνε μια καθηκοντολoγία στις οργανώσεις ή να μιλάνε ατελείωτα και να κουράζουν και ενίοτε να μην μπορούν να απαντήσουν και σε πολλά ερωτήματα των συντρόφων. Θέτω λοιπόν αυτόν τον προβληματισμό μου στο συνέδριο προς συζήτηση.

Τώρα, για τον Δήμο Μαραθώνα που ανήκω, κάποια θέματα που πρέπει να πάρει υπ` όψιν το κόμμα μας και η κυβέρνηση είναι και τα εξής: Πότε θα γίνει η επέκταση του Προαστιακού μέχρι τη Ραφήνα, που θα ανακουφίσει τους πολίτες της Ανατολικής Αττικής, (Υπάρχει μελέτη από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004).

Γιατί η αστική συγκοινωνία να μην φτάνει μέχρι τον Μαραθώνα και την Αγία Μαρίνα; Πότε επιτέλους θα παρουσιάσουμε στον Δήμο Μαραθώνα την πρότασή μας για την αγροτική ανάπτυξη, τον τουρισμό και την ανασυγκρότηση της περιοχής με τους τοπικούς φορείς;

Τι γίνεται με το ΧΥΤΑ Γραμματικού

Υπάρχει προοπτική για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων;

Πότε επιτέλους θα γίνει ανθρώπινη η Μαραθώνια διαδρομή;

Τι γίνεται με τον Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου Σχοινιά που είναι ξέφραγο αμπέλι;

Τι γίνεται με την απόφαση του υπουργείου Οικονομικών και του υπουργείο Εσωτερικών το 2005 για την απευθείας παραχώρηση των παραλιών στους ΟΤΑ; Φυτρώνουν σαν μανιτάρια διάφορα μαγαζιά που κατασκευάζονται νύχτα και κάτω από την προστασία γνωστών – αγνώστων.

Ποιος θα σπάσει τον φαύλο κύκλο της παρανομίας και πότε;

Αυτά και άλλα πολλά απασχολούν τους δημότες του Μαραθώνα.

Το συνέδριο οφείλει να επιχειρήσει την ανάλυση του κόμματος και της κυβέρνησης σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Να μιλήσουμε ειλικρινά για τους συμβιβασμούς που κάναμε, χωρίς εξωραϊσμούς. Να απευθυνθούμε ξανά στην εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα που είναι οι σύμμαχοι μας, να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους αλλά και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Μπορούμε, σύντροφοι, με το άνοιγμα που πρέπει να κάνουμε στην κοινωνία μετά τις αποφάσεις του συνεδρίου, ο πρόεδρος, τα στελέχη, οι βουλευτές, τα μέλη του κόμματος, να απαντήσουμε στην τύφλωση ορισμένων από τα αριστερά και από τα δεξιά που τους φοβίζει πολύ το να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ!

Μπορούμε, Σύντροφοι!!!

 

* Ο Κώστας Μουκούλης είναι μέλος της Ο.Μ. Μαραθώνα