Skip to main content

Συντάκτης: admin

Μηνύματα στήριξης του ελληνικού λαού στον αγώνα του κατά του χρέους στέλνουν ξένες πολιτικές προσωπικότητες που παρίστανται στο #2oSynedrio

Τη στήριξη κι αλληλεγγύη τους στον δυσανάλογο αγώνα που δίνει ο ελληνικός λαός, μέσω της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την αναγέννηση των κοινωνικών αξιών στην Ευρώπη, εκφράζουν σχεδόν ομόφωνα σε αποκλειστικές δηλώσεις τους στο ΑΠΕ-ΜΠΕ οι ξένοι ηγέτες κομμάτων και προσωπικότητες της Αριστεράς που παρακολουθούν το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που οι εργασίες του ξεκίνησαν σήμερα.
Ο γγ του γαλλικού ΚΚΕ και πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, Πιερ Λοράν, τόνισε πως «θέλουμε έμπρακτα να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον ελληνικό λαό στη μάχη που δίνει για την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή του», αλλά και μαζί με το νέο περιβάλλον που αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ευρώπη, με την άνοδο των προοδευτικών δυνάμεων στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, «για να εκφράσουμε την θέλησή μας να πολεμήσουμε για μία κοινωνική Ευρώπη, ενάντια στην άνοδο των δυνάμεων της συντήρησης και της ακροδεξιάς». «Η αλλαγή στη Ευρώπη είναι αναπόφευκτη και για τούτο θα πρέπει να δείξουμε μεγαλύτερη αλληλεγγύη και να φτιάξουμε ένα μέτωπο σε μία μάχη που προαναγγέλλεται σκληρή. Η μάχη θα πρέπει να δωθεί κατά μίας Ευρώπης που προάγει με την πολιτική της, τη διαίρεση μεταξύ των εργαζομένων και την κατάλυση του κοινωνικού κράτους», πρόσθεσε ο κος Λοράν.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν κι οι δηλώσεις στο ΑΠΕ-ΜΠΕ του Πάβλο Μπουστίνδουί υπεύθυνου Εξωτερικής Πολιτικής των Podemos στην Ισπανία και στενός συνεργάτης του ηγέτη τους Πάβλο Ιγκλέσιας. «Στηρίζουμε από την αρχή τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και πριν τις εκλογές και συνεχίζουμε να τον στηρίζουμε. Παρακολουθούμε με μεγάλη ανησυχία το αντιδημοκρατικό μέτωπο και την καταπάτηση της βούλησης του ελληνικού λαού που επιβάλλει η Ευρώπη και όλες αυτές οι δυνάμεις στην Ευρώπη που συμβάλλουν με την πολιτική τους στην άνοδο του ρατσισμού και της φτώχειας , αλλά και του κινδύνου από την άνοδο της ακροδεξιάς που αντιμετωπίζει η δημοκρατική εκλεγμένη κυβέρνηση στην Ελλάδα. Θέλουμε η Ελλάδα να επιστρέψει στην κανονικότητα , απαλλαγμένη από τη λιτότητα και τη φτώχεια. Παράλληλα θα πρέπει να αντιταχθούμε κατά της καταστροφής που επεξεργάζονται για την Ήπειρό και τους λαούς της οι δυνάμεις της συντήρησης».
«Όλες οι προοδευτικές δυνάμεις θα πρέπει να πολεμήσουν για τα κοινωνικά δικαιώματα και τα κεκτημένα των λαών» για να υπάρξει μία κοινωνική κι οικονομική αλλαγή στην Ευρώπη» κι εάν «διακινδυνεύσουμε αυτά τα δικαιώματα, τότε θα παραχωρηθεί καρποφόρο έδαφος στις δυνάμεις της συντήρησης, του ρατσισμού και της ξενοφοφίας. Αυτήν την αποτυχία της Ευρώπης να οικοδομήσει ένα μοντέλο ανθρώπινο και κοινωνικό , είμαστε εμείς με τους αγώνες μας που θα την ανορθώσουμε, θα την ξαναοικοδομήσουμε».
Τη σημασία να στηριχθεί το ελληνικό πείραμα «στη μάχη κατά της λιτότητας και για να μην υποσταλεί το όραμα της κοινωνικής Ευρώπης των λαών», επεσήμανε κι ο επικεφαλής του ιταλικού κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης Πάολο Φερέρο. «Εάν η Ευρώπη δεν αλλάξει πορεία θα διαλυθεί, σε μεμονωμένες εθνικές οντότητες και θα γίνει βορά στον νεοφιλελευθερισμό»
«Πιστεύω ότι τα πεπρωμένα της Ευρώπης και της Αριστεράς συμπίπτουν. Εάν η Αριστερά καταφέρει να εξαναγκάσει την αλλαγή των πολιτικών που εφαρμόζονται, τότε υπάρχει ελπίδα για να πάει η Ήπειρος μπροστά, εάν συνεχίσουν όμως να επικρατούν η Μέρκελ κι η Λεπέν, τότε η Ευρώπη θα καταστραφεί. Όπως έλεγε κι η Ρόζα Λούξεμπουργκ έχουμε μία επιλογή: ή την Ευρώπη, ή τη βαρβαρότητα».
Αναφορικά με το μέτωπο που πασχίζουν να συμπήξουν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης, με πρωτεργάτες τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, ο κος Φερέρο τόνισε: «ελπίζω να ευοδωθεί,διότι οι δυνάμεις που το συγκροτούν είναι ετερογενείς.. Οι Ρέντσι κι Ολάντ δηλώνουν κατά της λιτότητας, αλλά οι ίδιοι είναι υπερ-φιλελεύθεροι και χρησιμοποιούν τα κοινοτικά χρήματα για να καταστρέψουν τους εργαζόμενους” πρόσθεσε ο Φερέρο.

Να αγωνιστούμε για το αυτονόητο!

Εν όψει του 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις και προβληματισμούς που νομίζω ότι απασχολούν μεγάλο κομμάτι των μελών του Κόμματος μας αλλά και της κοινωνίας γενικότερα.

Έχει έρθει η ώρα να δούμε τον εαυτό μας κατάματα, να αντικρύσουμε και κυρίως να πούμε την αλήθεια με τιμιότητα, ειλικρίνεια και θάρρος.

Η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από καθημερινά προβλήματα και περιμένει από εμάς να αγωνιστούμε με κάθε μέσο, με όλες μας τις δυνάμεις για να καταφέρουμε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση – μια κρίση που έχει καταστρέψει ζωές, που έχει βάλει τις αξίες της Αριστεράς σε δοκιμασία, που έχει φέρει στο προσκήνιο αγώνες του παρελθόντος και κυρίως καλεί στους αγώνες του μέλλοντος μας.

Πριν ένα χρόνο, το καλοκαίρι του 2015, υποχωρήσαμε αλλά δεν παραδοθήκαμε. Εξερευνήσαμε με πολύ πόνο τα εξωτερικά όρια της πολιτικής μας. Έχει έρθει η ώρα να οργανωθούμε για να αντιμετωπίσουμε τα εσωτερικά όρια. Και εξηγούμαι: Έχουμε εξαντλήσει σύντροφοι και συντρόφισσες τα περιθώρια άσκησης αριστερής πολιτικής παρά την σκληρή και άδικη εποπτεία των θεσμών; Η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή. Όχι! Υπάρχουν πολλά μικρά και μεγάλα θέματα για τα οποία οφείλουμα να δώσουμε όλη την ενέργειά μας. Όχι απλά για την κοινωνία, αλλά με την κοινωνία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι ένα Κόμμα ενεργό, ζωντανό, δημιουργικό, αποφασιστικό, χωρίς συστολή και απαισιοδοξία.

Οφείλει να εκκινεί από αρχές Ριζοσπαστικής Αριστεράς, να εμφορείται από το αξιακό της πλαίσιο. Μιας Αριστεράς που ξεκινάει από πολύ πίσω και πάει πολύ μπροστά. Και για αυτό θα πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες, να μιλήσουμε με τον κόσμο, να τον ακούσουμε και να συζητήσουμε μαζί τους. Γιατί η Αριστερά ήταν πάντα μέσα στο λαό και μαζί με τον λαό! Οφείλει όμως να μην βάλει τις αρχές και τις αξίες αυτές στην προθήκη της ιστορίας, αλλά να κοιτάξει μπροστά, στο μέλλον, με πολιτικές αιχμές και προγραμματικό λόγο που να σχεδιάζει την στρατηγική της Αριστεράς του 21ου Αιώνα, χωρίς προκαταλήψεις και αγκυλώσεις.

Το συνέδριο αυτό είναι μια ευκαιρία να αναλογιστούμε τις νίκες μας αλλά και τις ήττες μας. Τα λάθη μας και τις στιγμές εκείνες που αντικρύσαμε τον λαό με περηφάνια και αξιοπρέπεια. Να γίνουμε ένα με την κοινωνία και να σταθούμε στα πόδια μας για να βοηθήσουμε και την κοινωνία να κάνει το ίδιο. Σίγουρα πρέπει να αναστοχαστούμε επάνω στις αδυναμίες μας, την λειτουργία μας, τα λάθη μας, πάντα με πνεύμα διάθεσης για βελτίωση. Είναι ωστόσο εξίσου χρήσιμο να θυμηθούμε και την δράση μας για την ανθρωπιστική κρίση, την επαναδιεκδίκηση της δημοκρατίας – μια ταλαιπωρημένη έννοια, τα σχολεία. Το τοπίο στην Ευρώπη σήμερα δεν είναι το ίδιο με αυτό που ήταν πριν από δύο χρόνια, και αυτό έγινε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε εμάς. Για όλα τα παραπάνω, οφείλουμε να βλέπουμε το ποτήρι όχι μισοάδειο αλλά μισογεμάτο.

Η κοινωνία αγωνιά και περιμένει από εμάς απαντήσεις στα προβλήματα της. Παρά τον πόλεμο που μας γίνεται από τα παπαγαλάκια των δυνάμεων της διαφθοράς και του παρελθόντος, η κοινωνία θυμάται, γνωρίζει, αφουγκράζεται. Μήπως έχει έρθει η ώρα λοιπόν να δώσουμε τους αγώνες που μας αξίζουν; Είναι στο χέρι μας. Είναι στο μυαλό και στη συνείδηση μας.

Η κατάσταση είναι πολύ ρευστή για να μπορεί κανείς να σχεδιάσει τα πάντα με λεπτομέρεια. Σε αυτές όμως τις στιγμές είναι που πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, να βάλουμε σαν οδηγό μας τις αρχές της Αριστεράς.

Για το παρελθόν αλλά και για το μέλλον μας. Για τους αγώνες που νικήσαμε αλλά και για αυτούς που χάσαμε. Για τα παιδιά μας και για τους γονείς μας, για να μπορούν να είναι περήφανα που μεγαλώνουν σε έναν κόσμο καλύτερο, πιο δίκαιο, με ανάπτυξη δίκαιη, για τους πολλούς και όχι για τους λίγους.

Έχει έρθει η ώρα λοιπόν να αγωνιστούμε για το αυτονόητο!

Μάνια Παπάζογλου

Πιερ Λοράν στο #2oSynedrio: Είστε όρθιοι και εμείς είμαστε δίπλα σας

Ο Πρόεδρος του ΚΕΑ και Εθνικός γραμματέας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Πιέρ Λωράν, υπογράμμισέ τη στήριξη της ευρωπαϊκής Αριστεράς στη μεγάλη και πολύ σημαντική μάχη που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ανέδειξε τη σημασία για τη στρατηγική συνεργασία των χωρών του Νότου ενάντια στη λιτότητα

Ο φόβος για δύσκολες επιλογές μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από αυτές

Η ίδια η πραγματικότητα επιτάσσει τη συγκρότηση ενός ευρύτατου προοδευτικού μετώπου, απέναντι στα χειρότερα που μας επιφυλλάσσει η αναλγησία του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού. Ενός μετώπου στο οποίο όχι μόνο μπορούν, αλλά επιβάλλεται να συναντηθούν δυνάμεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, δυνάμεις της Οικολογίας και δυνάμεις του σοσιαλδημοκρατικού χώρου

Η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού από τις αρχές τις δεκαετίας του `90, καθώς και η πλήρης κυριαρχία του τα τελευταία χρόνια, δεν θα ήταν τόσο απλή υπόθεση χωρίς τη μετάλλαξη κομμάτων της Σοσιαλδημοκρατίας. Τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετατράπηκαν σε αχθοφόρο του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος. Συνέβαλαν έτσι τα μέγιστα στην παγίωση της διαλυτικής λιτότητας και του δόγματος του νεοφιλελεύθερου μονοδρόμου, με τη γερμανική Ευρώπη να αποτελεί πρότυπο στην πορεία αυτή.

Η ήπειρος στην οποία -έπειτα από αγώνες, κοινωνικές εξεγέρσεις και δημοκρατικές κατακτήσεις- θεμελίωσε μια πιο δίκαιη κοινωνία, υπέστη και υφίσταται ακόμα αλλεπάλληλες ρωγμές στην κοινωνική και πολιτική της συνοχή. Η χώρα μας ιδιαίτερα έγινε το εργαστήριο εφαρμογής των πιο ακραίων πολιτικών λιτότητας και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, γνωρίζοντας τη μεγαλύτερη μείωση ΑΕΠ που έχει γνωρίσει ποτέ χώρα σε περίοδο ειρήνης.

Οι συνέπειες της υποχώρησης των προοδευτικών αξιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι σήμερα εμφανείς – και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βιωματικές σε όλους. Η προοπτική των τεράστιων και παγιωμένων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, η γενικευμένη ανέχεια, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η εθνική περιχαράκωση και απομόνωση χτυπούν την ευρωπαϊκή πόρτα περισσότερο έντονα από ποτέ. Πρόκειται λοιπόν για σημείο – καμπή. Είναι ίσως το τελευταίο καμπανάκι για την ανασυγκρότηση και την συμπόρευση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, για την πτώση ή τη διάσωση της E.E.

Για να αποφύγουμε λοιπόν αυτό το εφιαλτικό σενάριο, όπου ο φόβος και η αγανάκτηση να μη θεριέψουν τις δυνάμεις του ακροδεξιού λαϊκισμού, χρειάζεται η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις, μέσω ευρύτατων συνεργασιών, να μπουν δυναμικά στην αρένα της αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης.

Η σχετική συζήτηση έχει ανοίξει και με την ανάληψη της διακυβέρνησης εκ μέρους μας αυτό έχει επιταχυνθεί. Οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη είναι μια διαρκής μάχη.

Μετατοπίσεις προς τα αριστερά και μετασχηματισμοί είναι αντιληπτοί σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και αλλού, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη συνεργασία των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών με την Αριστερά και τους Πράσινους στο Βερολίνο.

Είναι δεδομένο ότι οι μετατοπίσεις αυτές δεν πρόκειται να είναι “αναίμακτες”. Στη Βρετανία έχουν ήδη καταγραφεί δύο ανεπιτυχή εσωκομματικά πραξικοπήματα της δεξιάς πτέρυγας των Εργατικών εναντίον του Τζ. Κόρμπιν, ενώ στην Ισπανία ο ηγέτης των Σοσιαλιστών αναγκάστηκε σε παραίτηση από την ηγεσία του κόμματος, αρνούμενος να παρέχει στήριξη στον δεξιό Ραχόι. Και στις δύο χώρες, η ολιγαρχία των μίντια, φερέφωνο της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, διάλεξε ανοιχτά στρατόπεδο, κάνοντας χυδαίο πόλεμο και διαστρεβλώνοντας τις θέσεις και τις απόψεις των ηγετών των δύο μεγάλων κομμάτων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Αλλά και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, σύσσωμα τα ΜΜΕ της χώρας ουσιαστικά αποσιώπησαν προκλητικά επί σχεδόν έναν χρόνο(!) την εκλογική καμπάνια του -μακράν- πιο δημοφιλούς πολιτικού, του Μπέρνι Σάντερς.

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα η κατάσταση είναι γνωστή, καθώς η αυτοαποκαλούμενη Κεντροαριστερά έχει θέσει εαυτόν σε ένα καθεστώς ιδιότυπης ομηρείας, στοιχιζόμενη πιστά πίσω από όλες τις επιλογές της Ν.Δ. και του κ. Μητσοτάκη.

Γίνεται αντιληπτό ότι η μάχη για την αλλαγή των συσχετισμών εντός και εκτός Ελλάδας θα είναι σκληρή και σίγουρα όχι σύντομη. Έχουμε ιστορικό χρέος ως Αριστερά να δώσουμε άμεσα και συντονισμένα τη μάχη για την επαναθεμελίωση της Ευρώπης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης πάνω στις αρχές της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Η ανάκτηση της ηγεμονίας των ιδεών της Αριστεράς στην ευρωπαϊκή κοινωνία δεν είναι ένα απλό πολιτικό στοίχημα αυτοεπιβεβαίωσης, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση ενός άλλου ευρωπαϊκού δημοκρατικού πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού εγχειρήματος.

Η ίδια η πραγματικότητα επιτάσσει τη συγκρότηση ενός ευρύτατου προοδευτικού μετώπου, απέναντι στα χειρότερα που μας επιφυλλάσσει η αναλγησία του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού. Ενός μετώπου στο οποίο όχι μόνο μπορούν, αλλά επιβάλλεται να συναντηθούν δυνάμεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, δυνάμεις της Οικολογίας και δυνάμεις του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, που συνειδητοποιούν το ολέθριο λάθος της επιλογής να συμπορευτούν με τον νεοφιλελευθερισμό.

Αν κάτι μας άφησε ως παρακαταθήκη η εμπειρία της διαπραγμάτευσης, είναι ότι σε συνθήκες όπως οι σημερινές δεν υπάρχει η πολυτέλεια της περιχαράκωσης, των αποκλεισμών και της κομματικής καθαρότητας, ότι οι συμμαχίες και κοινά βήματα είναι απαραίτητα. Ο φόβος για μετατόπιση από αριστερά προς τη Σοσιαλδημοκρατία, κρύβει έναν άλλο φόβο, πιο επικίνδυνο, πως το ιδεολογικό πολιτικό μας οπλοστάσιο στερείται υπεροχής.

 

Το αίτημα της ενότητας της αριστεράς παραμένει

Ανοίγονται μεγάλα περιθώρια παρέμβασης για μια αριστερά οργανωμένη, η οποία θα έχει τη θεωρητική ευαισθησία, κατάρτιση, συγκρότηση και την οργανωτική ευρηματικότητα, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά περιθώρια παρέμβασης και αυτό πρέπει να τεθεί στο συνέδριο.

Η αριστερά ήταν πάντα η θεωρία στην πράξη. Εάν έχεις μόνο πράξη χωρίς θεωρία, όπως συνέβη συχνά τον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης, καταλήγεις στο βολονταρισμό. Η συντηρητική αριστερά είναι η θεωρία χωρίς πράξη, που οδηγεί στην αριστερή μελαγχολία και στην αποχώρηση από τον αγώνα, για να κρατήσουμε τα χέρια μας καθαρά. 

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί χρυσή ευκαιρία για να συζητήσουμε πέρα από τη σκληρή πολιτική επικαιρότητα, για να τεθούν οι στόχοι και τα οράματα του κόμματος, για να αποσαφηνιστεί το στίγμα αυτού. Ο Κώστας Δουζίνας και ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης είναι πάντα πρόθυμοι να προβληματιστούν πάνω σε αυτό το πλαίσιο. Και εμείς αδράξαμε αυτή την ευκαιρία.

 

Τη συζήτηση συντόνισαν η Ιωάννα Δρόσου και ο Παύλος Κλαυδιανός

Τη συζήτηση που οργάνωσε η «Εποχή» πριν λίγες βδομάδες απασχόλησε πολύ η ανάγνωση της περιόδου που διανύουμε στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η οποία χαρακτηρίστηκε ως μεταβατική. Τι περιθώρια δράσης έχει η Αριστερά σε αυτό το πλαίσιο;

Σπουρδαλάκης: Δεν προτιμώ την επιλογή της λέξης «μετάβαση», διότι το πρώτο ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι «προς τα πού;» Δεύτερον μου θυμίζει μια συντηρητική αριστερά, η οποία κρίνει συνεχώς πως βρίσκεται σε μια μετάβαση, θεωρώντας ότι εκεί που πάει θα συναντήσει δεδομένους συσχετισμούς. Αυτό δεν ισχύει αν επιμείνουμε στην κριτική παράδοση του μαρξισμού. Ωστόσο εκείνο, που διαπιστώνουμε –και αν αυτό εννοούσαν οι ομιλητές της εκδήλωσης θα με βρουν σύμφωνο- είναι πως το μοντέλο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας βιώνει βαθιά κρίση. Το σύστημα δεν ισορροπεί ούτε πείθει. Υπάρχει αποξένωση των κοινωνικών υποκειμένων. Δημιουργούνται νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, που αναζητούν νέους τρόπους ένταξης στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Υπό αυτή την έννοια, ανοίγονται μεγάλα περιθώρια παρέμβασης για μια αριστερά οργανωμένη, η οποία θα έχει τη θεωρητική ευαισθησία, κατάρτιση, συγκρότηση και την οργανωτική ευρηματικότητα, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στα νέα πεδία που ανοίγονται. Θεωρώ, λοιπόν, πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά περιθώρια παρέμβασης και αυτό είναι ένα από τα μεγάλα ζητήματα, που θα πρέπει να θέσει τουλάχιστον στο συνέδριο.

Δουζίνας: Αν μιλάμε στη λογική ενός μεταβατικού προγράμματος για το σοσιαλισμό, πρέπει να σας πω πως δεν έχουμε, από τη θεωρία, καμία «συνταγή» για το τι σημαίνει Αριστερά στον 21ο αιώνα, την οποία θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε, να εφαρμόσουμε και να αξιολογήσουμε. Σήμερα δεν θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε μία περίοδο μετάβασης, αλλά βιώνουμε τη φυσιολογική εξέλιξη της κυβέρνησης από το στάδιο της διακυβέρνησης στο στάδιο της αριστερής «κυβερνησιμότητας». Και είναι απαραίτητο να περάσουμε άμεσα στο επόμενο στάδιο, διότι έτσι θα μπορέσουμε να μπούμε από την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του νεοφιλελευθερισμού όπως είναι η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, στην αντιμετώπιση των αιτιών που μας οδήγησαν ως εδώ. Αυτή η περίοδος έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: συνεχείς ρήξεις και αλλεπάλληλα κύματα ριζοσπαστικοποίησης στο ταξικό επίπεδο, νέες δικαιωματικές κατακτήσεις στο χώρο των ταυτοτήτων –όπως είναι η σχέση κράτους-εκκλησίας, τα δικαιώματα μειονοτήτων, η «διαφορετικότητα»- και επέκταση της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα: στο κόμμα, την κυβέρνηση, την κοινοβουλευτική ομάδα. Αυτός ο δεύτερος χρονικός κύκλος κατευθύνεται από το αριστερό όραμα, που τώρα διακρίνεται ως ίχνος μόνο, αλλά αν το δούμε σαν ορίζοντα ή καλύτερα σαν οδοδείκτη, μας δείχνει τη κατεύθυνση της πορείας. Άλλωστε, ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε ήταν η έλλειψη διαβούλευσης για τον κυβερνητικό σχεδιασμό.

 

Οι αντιφάσεις της περιόδου

Πάντα μας απασχολούσε η διαλεκτική σχέση των κινημάτων, του κόμματος και της κυβέρνησης. Έγκαιρα, θαρρώ, εντοπίσαμε το ζήτημα, όμως δεν απαντήσαμε επαρκώς, με αποτέλεσμα σήμερα αυτά τα τρία να εξελίσσονται σχεδόν παράλληλα.

Σπουρδαλάκης: Πρόκειται για τρία διαφορετικά πεδία ευθύνης και δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί η ισορροπία ανάμεσα στα τρία πεδία. Σε αυτή αποφασιστικό ρόλο θα παίξει το κόμμα. Και συμφωνώ απόλυτα με τα τρία χαρακτηριστικά που έθεσε ο Κώστας και θα ήθελα να επιμείνω σε ένα ακόμα, που είναι το ζήτημα της διαφθοράς, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού. Η εφαρμογή κανόνων, λοιπόν, του κράτους δικαίου είναι αυτή που θα υπονομεύσει τις αναπαραγωγικές του προϋποθέσεις. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το διακριτό ρόλο που έχουν η κυβέρνηση, το κόμμα και το κίνημα. Και να σας πω ένα παράδειγμα: εμφανίζεται από ορισμένους πως η συμμετοχή κάποιου φίλου ή μέλους του κόμματος σε μία κινηματική διεκδίκηση –όπως είναι ο φράχτης στον Έβρο- είναι σε ρήξη με την επιλογή του να στηρίξει την κυβέρνηση της Αριστεράς. Και όμως, δεν τίθεται συνειδησιακό ζήτημα, αντίθετα έτσι οδηγούμαστε στο βάθεμα της δημοκρατίας, ενώ το κίνημα συμβάλει, στο βαθμό που μπορεί, στο να πιέσει την κυβέρνηση. Από την άλλη, ο ρόλος του κόμματος δεν είναι να καπελώσει το κίνημα, να το υποκαταστήσει ή να να το ελέγξει. Οφείλει να έχει τα εργαλεία και τις οργανωτικές ευαισθησίες, ώστε να παράξει μια πολιτική πέρα από την κυβέρνηση. Τέλος, ευθύνη της κυβέρνησης είναι να υλοποιήσει την πολιτική που της υποδεικνύει το κόμμα και το κίνημα και προσαρμόζει στις δυνατότητες που έχει.

Δουζίνας: Είναι εντυπωσιακό, πάντως, πώς η αντιπολίτευση και ορισμένα ΜΜΕ προσπαθούν να παρουσιάσουν τις αντιφάσεις της περιόδου που διανύουμε ως αδυναμία που θα οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κατάσταση αδράνειας. Είναι, όμως, ευκαιρία, που αν την αδράξουμε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε.

 

Ποιες είναι οι αντιφάσεις της περιόδου;

Δουζίνας: Η πρώτη περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από δύο κεντρικές αντιφάσεις. Η πρώτη είναι ανάμεσα στο αριστερό κόμμα και την κυβέρνηση της αριστεράς και η δεύτερη ανάμεσα ανάμεσα στην αριστερή ιδεολογία και την εφαρμογή του μνημονίου, που αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε. Όπως γνωρίζουμε από την κλασική μαρξιστική θεωρία, στον καπιταλισμό η κρατική εξουσία είναι οργανωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέπει την άνοδο της αριστεράς. Και στις σπάνιες ιστορικές περιπτώσεις που απέτυχε και η αριστερά έφτασε στην εξουσία, η κρατική εξουσία προσπαθεί να ματαιώσει προσπάθειες που κάνει η κυβέρνηση στο ταξικό και στο δικαιωματικό επίπεδο. Όπως καταγγέλλουν υπουργοί της κυβέρνησης, η κυβέρνηση βρίσκεται σε ομηρία, αφού δεν έχει τη στήριξη των κρατικών λειτουργών. Ως προς τη δεύτερη αντίφαση, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να υιοθετεί μέτρα αντίθετα στην ιδεολογία της αριστεράς. Και αυτό δημιουργεί το πεδίο στο οποίο το κόμμα, η νεολαία και τα κινήματα είναι υποχρεωμένα να εκφράζουν την αντίθεσή τους στις κυβερνητικές πολιτικές. Η στάση αυτή δεν είναι «τρέλα», όπως λέει η αντιπολίτευση και τα Μέσα, αλλά υποχρέωση. Ένα αριστερό κόμμα, που παραμένει στη λογική μιας ιδεολογίας σοσιαλιστικής, πρέπει να είναι κριτικά υποστηρικτικό στην κυβέρνηση.

Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η κυβέρνηση είναι όλου του ελληνικού λαού και όχι μόνο των αριστερών. Η κυβέρνηση οφείλει να έχει ταξική μεροληψία, αλλά να μιλάει εκ μέρους του συνόλου του ελληνικού λαού. Αντίφαση είναι λοιπόν το όνομα μιας αριστερής κυβέρνησης που πλέει σ` ένα πέλαγος νεοφιλελευθερισμού.

Σπουρδαλάκης: Η αριστερά που δεν πιστεύει στον αγώνα, στην πάλη, τη διεκδίκηση είναι η συντηρητική αριστερά. Αυτή η αριστερά είναι που χάνεται στην αντίφαση που περιέγραψες Κώστα και κάνει την ήττα στρατηγική της, με αποτέλεσμα να βγαίνει στο περιθώριο. Άλλωστε, ο εύκολος δρόμος είναι να πεισθείς ότι ο αγώνας για την ανθρώπινη χειραφέτηση μπορεί να γίνει μόνο απέξω. Αυτή η αριστερά αντιλαμβάνεται το κράτος κυρίως εργαλειακά και παραγνωρίζει τη δυνατότητα διαχείρισης της κρατικής εξουσίας, ώστε να να παρέμβεις σε κοινωνικά διλήμματα ύψιστης σημασίας όπως για παράδειγμα «αγορά ή κοινωνικά αγαθά, κοινωνικός έλεγχος». Διότι μέσω αυτής της διαχείρισης, θα μπορέσεις να αξιοποιήσεις την κινηματικά παραγόμενη γνώση σε όλα τα επίπεδα και να μετατοπίσεις λίγο το επίπεδο της κατανόησης, της θεσμικής αποτύπωσης, αλλάζοντας τους συσχετισμούς. Αυτή ήταν πάντα η στρατηγική της επαναστατικής αριστεράς.

Δουζίνας: Η αριστερά ήταν πάντα η θεωρία στην πράξη. Εάν έχεις μόνο πράξη χωρίς θεωρία, όπως συνέβη συχνά τον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης, καταλήγεις στο βολονταρισμό. Αυτό που ονόμασε ο Μιχάλης συντηρητική αριστερά είναι η θεωρία χωρίς πράξη, που οδηγεί στην αριστερή μελαγχολία και στην αποχώρηση από τον αγώνα – και τους πραγματιστικούς συμβιβασμούς τους – για να κρατήσουμε τα χέρια μας καθαρά.

 

Ο σκοπός της αριστεράς

Το συνέδριο έρχεται ενάμιση χρόνο μετά να αποτιμήσει όσα κατάφερε η κυβέρνηση της Αριστεράς μέσα από τις αντίξοες συνθήκες που λειτούργησε. Τι απολογισμό κάνετε εσείς;

Δουζίνας: Δεν συμφωνώ με όσα λένε ορισμένοι πρώην σύντροφοι ότι εγκαταλείψαμε τις ιδέες μας και τα οράματά μας. Δεν είναι η στιγμή του συνολικού απολογισμού, ώστε να δούμε πόσα καταφέραμε και πόσα όχι. Ούτε μπορούμε ακόμα να κρίνουμε αν τα λάθη μας ήταν αποτέλεσμα των υποχρεώσεων που έχουμε αναλάβει ή αποτέλεσμα της θεωρητικής έλλειψης, της ελλιπούς αντίληψης του συσχετισμού δύναμης ή του βολονταρισμού. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να πούμε, από τη στιγμή δεν έχουμε ένα μοντέλο για την αριστερά του 21ου αιώνα, είναι πως η κυβέρνηση υπηρετεί το σκοπό της αριστεράς, που είναι να αλλάζει συνεχώς την ισορροπία δύναμης μεταφέροντας πόρους και ισχύ από το κεφάλαιο στους εργαζόμενους και από το κράτος στους πολίτες. Και σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται όσα πετύχαμε. Τώρα, όμως, πρέπει να μπούμε στη συζήτηση του απολογισμού, έτσι ώστε την περίοδο μετά το συνέδριο και τη δεύτερη αξιολόγηση να είμαστε έτοιμοι, για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που διατάραξαν τη σχέση κυβέρνησης και κόμματος και τη σχέση κυβέρνησης και κινήματος.

Σπουρδαλάκης: Ένα μικρό παράδειγμα σε αυτό που είπε ο Κώστας. Μια από τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού είναι «ό,τι πληρώνεις, παίρνεις». Η κυβέρνηση, με το δικαίωμα 2,5 εκατομμυρίων συμπολιτών μας στο σύστημα υγείας αποσύνδεσε τη συνεισφορά των ασφαλισμένων με το δικαίωμα τους στην υγειονομική προστασία κι ασφάλιση. Το συμβολικό αποτύπωμα αυτού πάει κόντρα στο νεοφιλελευθερισμό. Δυστυχώς, αποτύχαμε να το κάνουμε συνείδηση στο λαό και γι’ αυτό πρέπει να εντοπίσουμε τις οργανωτικές και επικοινωνιακές ελλείψεις αδυναμίες.

 

Περί ιδεολογικής ηγεμονίας

Τον Σεπτέμβρη ο κόσμος που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, το έκανε με «ανοιχτά βιβλία». Ωστόσο, βλέπουμε πως σήμερα αποστασιοποιείται και ασκεί έντονη κριτική. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό και που οδηγούμαστε;

Δουζίνας: Αντίθετα με όσα λέει ο κ. Μητσοτάκης, ζούμε μια ακόμα ιστορική πρωτοτυπία: είχαμε τέσσερις εκλογικές νίκες, χωρίς η αριστερά να έχει κατακτήσει την ιδεολογική ηγεμονία. Η εκλογική επιτυχία στην εξάντληση του κόσμου από τα μνημόνια και την απόρριψη του παλιού συστήματος εξουσίας, στις αντιστάσεις και την συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται λοιπόν η αντιστοίχηση της εκλογικής με την ιδεολογική επιρροή των αριστερών ιδεών. Αυτό είναι το μεγάλο πρόταγμα του συνεδρίου. Αυτό δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Άλλωστε, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο ιδεολογία, αλλά ένα σύνολο συμπεριφορών που κάνει το άτομο να βάζει τα συμφέροντα του στο κέντρο και να εγκαταλείπει την κοινή δράση. Πρέπει να βρούμε τους τρόπους να επανενεργοποιήσουμε τους πόρους της ελληνικής κοινωνίας, που υπήρχαν πριν από 40 χρόνια και είναι στηριγμένοι στη λογική της φιλοξενίας, του φιλότιμου, της φιλίας, που ο εκσυγχρονισμός, αλλά και τα μνημόνια εξαφάνισαν. Το ιδεολογικό διακύβευμα είναι να βοηθήσουμε με πολιτικές και με πρακτικές το σχεδιασμό ένα δημοκρατικού κοινοτισμού. Και βέβαια υπάρχει και η φθορά της κυβερνητικής πολιτικής, που για να αντιστραφεί πρέπει να υπάρξει παρέμβαση στο επίπεδο της καθημερινότητας.

Σπουρδαλάκης: Το ένα δεδομένο είναι τα λάθη και οι παραλείψεις. Όμως, το πιο σημαντικό σημείο που πρέπει να δούμε είναι αυτό που είπε και ο Κώστας, πως το αίτημα της ενότητας της αριστεράς παραμένει ένα αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ. Έμπρακτα ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να στεγάσει και να κινητοποιήσει το όλον της αριστεράς. Αυτός είναι και ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ κίνησε και κινεί το ενδιαφέρον σε παγκόσμια κλίμακα, διότι αποτελεί το πρώτο οργανωτικό πείραμα που έβαλε κάτω από τη δυναμική του το ρεύμα της παραδοσιακής αριστεράς με αυτό της νέας αριστεράς. Όσοι ζήσαμε στο εξωτερικό ξέρουμε ότι οι αριστερές συνήθως κινούνταν παράλληλα. Εμείς καταφέραμε, με κόστος και κόπο, να φέρουμε τον κόσμο μαζί, διότι η αριστερά δεν παράγεται μόνο σε κάποια επιτελεία συνιστωσών, αλλά στην κοινωνία. Από την άλλη, πράγματι μερίδα του κόσμου έχει απογοητευτεί και οπισθοχωρεί ή εκφράζει τον έντονο σκεπτικισμό του για το εγχείρημα γιατί δεν βλέπει διαφορετικές συμπεριφορές και σχέσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση, οι όσες και όσοι έχουν αναλάβει ή αναλαμβάνουν ευθύνες πρέπει να σκέφτονται και να πράττουν διαφορετικά από την πεπατημένη. Να δρουν εναλλακτικά και κόντρα στο ρεύμα της αδράνειας που επιβάλλουν οι θεσμοί.

 

Το κόμμα και η κυβέρνηση

Το κόμμα φαίνεται πως έχει αδρανήσει. Η κυβερνητική πολιτική θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα πολιτικού σχεδιασμού, ανάλυσης, αξιολόγησης προτεραιοτήτων του κόμματος. Εμφανίζεται η κυβέρνηση να είναι αυτή που χαράσσει το δρόμο που θα ακολουθήσει το κόμμα. Μήπως αυτός πρέπει να σχεδιαστεί από το συνέδριο;

Δουζίνας: Το συνέδριο θα θέσει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις. Αυτό που πράγματι είναι σημαντικό είναι να γίνει συνειδητό πως οποιαδήποτε συζήτηση περί κυβερνητικής πολιτικής θα πρέπει να ξεκινά από το κόμμα ή/και από τα κινήματα. Άλλωστε, υπάρχει μεγάλη τεχνογνωσία που πρέπει να αξιοποιηθεί. Το πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού στο οποίο εξελίσσεται το «παράλληλο» στο επόμενο στάδιο πρέπει να σχεδιαστεί από το κόμμα μαζί με την κυβέρνηση. Φυσικά, στο τέλος η κυβέρνηση είναι αυτή που έχει την ευθύνη συνταγματικά και πολιτικά, χρειάζεται όμως να ακούσει αυτό που λέει ο κόσμος. Μπορεί να βλέπουμε τα κινήματα να έχουν αδρανήσει, λειτουργώντας στη λογική της ανάθεσης, όμως ζούμε και στιγμές που μας επιστρέφουν στις μεγάλες μέρες του Ιουνίου του 2011. Το προσφυγικό και η αλληλεγγύη έδειξε ότι ο κόσμος βγαίνει έξω την κατάλληλη στιγμή. Η κυβέρνηση και η κατανοητή λογική ανάθεσης δεν «τελείωσε» τον δρόμο. Αυτή την εμπειρία πρέπει να αξιοποιήσει η κυβέρνηση, με τη συζήτηση να ξεκινά από το κόμμα.

Σπουρδαλάκης: Το κόμμα έχει διαφορετικές ευθύνες και διαφορετικό πεδίο δράσης από την κυβέρνηση και τούμπαλιν. Γι’ αυτό πρέπει να διεκδικήσουμε το κόμμα να αποκτήσει αυτονομία από την κυβέρνηση. Και να σας δώσω κάποια παραδείγματα: Μετά τον Ιανουάριο είχαμε μπροστά μας ένα ναρκοθετημένο πεδίο σε επίπεδο διαπραγματεύσεων. Αυτό δεν έπρεπε να εμποδίσει το κόμμα να βγει στις γειτονιές, αλλά και σε όλη την Ευρώπη και να κάνει καμπάνια ενάντια στις πολιτικές των μνημονίων. Δεύτερον, ο πρωθυπουργός πήγε και μίλησε στο κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών. Αυτό γιατί εμπόδισε το κόμμα μας να κινητοποιήσει το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) και να δέιξει ότι ανήκει σε άλλη κομματική οικογενεια, με άλλη προοπτική, άλλα οράματα και άλλες αξίες; Πέρα, όμως, από την αυτονομία το κόμμα πρέπει να κατανοεί και το ρόλο του και τα πεδία δράσης. Γι’ αυτό πρέπει να διεκδικηθεί μια άλλη οργανωτική δομή στο κόμμα.

 

Είναι φανερό πως χρειαζόμαστε οργανώσεις ενεργών πολιτών. Προχωρώντας προς οριζόντιες δικτυώσεις και διεργασίες φτιάχνεις μια λογική όπου το κόμμα μπαίνει μέσα στα κινήματα και μαθαίνει από αυτά, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να προσφέρει σε αυτά.

 

Το κόμμα που οραματιζόμαστε

Και ερχόμαστε στο τελευταίο σημείο που θέλουμε να συζητήσουμε. Τι κόμμα θέλουμε;

Σπουρδαλάκης: Αυτό που θα τεθεί στο συνέδριο είναι το ερώτημα «τι κόμμα θέλουμε;». Δεν θα απαντηθεί, όμως, πριν από το καταστατικό συνέδριο, που έχει προγραμματιστεί για την επόμενη χρονιά. Το κόμμα που οραματίζομαι απέχει από αυτό της παραδοσιακής δομής που γνωρίζουμε. Οραματίζομαι σχηματικά ένα οικοδόμημα σε κάθε χώρο ζωής και συλλογικότητας, όπου θα υπάρχει ένα δωμάτιο για να συναντιούνται τα κινήματα, ένα δωμάτιο για να εργάζονται οι βουλευτές και να γειώνονται με την κοινωνία, ένα άλλο που θα συντονίζει τις προσπάθειες του κόμματος και ένα άλλο που θα λύνει τα ιδεολογικά ζητήματα. Και αυτά τα δωμάτια θα βρίσκονται περιμετρικά του μεγάλου δωματίου που θα αποτελεί το χώρο συνάντησης για όλους τους χώρους. Έτσι θα υπάρχει η διαλεκτική ελευθερία και αυτονομία, ενώ ταυτόχρονα το κόμμα θα θωρακίζεται από τον κίνδυνο κοινοβουλευτικοποίησης. Ένας βρετανός διανοούμενος της αριστεράς είπε κάποτε πως δύο βουλευτές ανταγωνιστικών πολιτικών κομμάτων μοιάζουν πιο πολύ ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά από ότι ένας βουλευτής με ένα μέλος του ίδιου κόμματος. Αν γίνει αυτό που περιέγραψα τότε το κόμμα θα γίνει ένας πόλος αναφοράς, όπου θα αποτυπώνονται όλες οι στρατηγικές.

Δουζίνας: Και να προσθέσω ένα ακόμα κεντρικό δωμάτιο, ένα μπαρ με υπολογιστές, βιβλία και παιχνίδια, κέντρο πολιτισμού, δικτύωσης, έκφρασης της νεανικής πρωτοβουλίας και φαντασίας. Αυτό το δωμάτιο θα προσελκύσει τη νεολαία, που δυστυχώς έχουμε εγκαταλείψει. Το πρόσφατο φεστιβάλ Σπούτνικ ήταν μια αρχή, αλλά πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη για να ξαναγίνουν οι αριστερές ιδέες ελκυστικές για τους νέους. Είναι πια φανερό πως χρειάζονται δομές διαφορετικές από αυτές που ξέραμε στην κλασική κομματική ιεραρχία και οργάνωση. Έχω πει επανειλημμένα πως η μορφή του κάθετου ιεραρχικού κόμματος με επετηρίδα είναι ξεπερασμένη. Τα δύο κόμματα που έχουν τη μεγαλύτερη επιτυχία στην Ευρώπη σήμερα είναι οι Ποδέμος και ο Κόρμπιν, επειδή εφαρμόζουν τη λογική των οριζόντιων δικτυώσεων. Παλιότερα λέγαμε ότι η οργάνωση πρέπει να είναι το κόμμα στο χώρο του. Σήμερα είναι φανερό πως χρειαζόμαστε οργανώσεις ενεργών πολιτών. Προχωρώντας προς οριζόντιες δικτυώσεις και διεργασίες φτιάχνεις μια λογική όπου το κόμμα μπαίνει μέσα στα κινήματα και μαθαίνει από αυτά, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να προσφέρει σε αυτά.

Σπουρδαλάκης: Στόχος μας πρέπει να είναι ο εκδημοκρατισμός του κράτους. Βεβαίως, στόχος μας είναι οι ενεργοί πολίτες, αλλά απώτερος στόχος μας είναι να γίνουν όλοι οι πολίτες ενεργοί, και ύστερα να φύγει το επίθετο!

Να αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα, με στόχο να την αλλάξουμε

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ καλείται να απαντήσει συλλογικά σε εξαιρετικά κρίσιμα, ιστορικά ερωτήματα.

 

Με βάση τη συσσωρευμένη συλλογική μας εμπειρία από το 1ο Συνέδριο (2013) μέχρι σήμερα, οφείλουμε να κάνουμε τον απολογισμό μιας περιόδου με πρωτοφανή, συγκλονιστικά πολιτικά γεγονότα που ζήσαμε στη χώρα μας, την Ευρώπη και τον κόσμο. Αλλά και να χαράξουμε συνεκτική πολιτική στρατηγική με μετρήσιμους κεντρικούς στόχους για την επόμενη περίοδο. Με άλλα λόγια, να αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα, με στόχο να την αλλάξουμε.

Ερώτημα πρώτο: Τι συνέβη και τι κάνουμε τώρα;

Για μας είναι σαφές: Πριν τις εκλογές του Γενάρη, ορίσαμε ένα πλαίσιο διεκδικήσεων.  Μετά την ιστορική μας νίκη, η κυβέρνηση τα διεκδίκησε όλα. Ενεργοποίησε κάθε μέσο, για να απαντήσει στους εκβιασμούς. Φτάσαμε να μην πληρώσουμε δόση δανείου, δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες των πολιτών. Όταν φτάσαμε και πάλι να εκβιαζόμαστε, επιλέξαμε το δημοψήφισμα για να απαντήσει ο ίδιος ο λαός στον εκβιασμό. Στο τέλος βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την απειλή όχι απλώς της εξόδου από το ευρώ, αλλά της άμεσης κατάρρευσης των τραπεζών και άρα της ελληνικής οικονομίας. Αυτό το ενδεχόμενο δεν αντιμετωπιζόταν με τυχοδιωκτισμούς. Δεν είχαμε όμως κανένα δικαίωμα να παίξουμε τις τύχες του λαού στα ζάρια, όπως προέτρεπαν εγχώριοι τυχοδιώκτες, ο Σόιμπλε και μεγάλα funds του εξωτερικού.

Προχωράμε μπροστά, χωρίς να αποδεχόμαστε την ορθότητα ή τη νομοτέλεια των συνταγών που μας επιβλήθηκαν. Αλλά υπερασπιζόμενοι κρίσιμα κομμάτια της δικής μας πολιτικής σε αυτή την πορεία. Εφαρμόζουμε πολλά θετικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, την καταπολέμηση της ανεργίας, την επιβολή της ισονομίας και της ισοτιμίας. Δυστυχώς, εφαρμόζουμε και μέτρα που κινούνται εκτός του προγράμματός μας, τα οποία είναι απόρροια της συμφωνίας του Ιουλίου ’15. Ακόμη και γι αυτά, δίνουμε τη μάχη για αναλογικότερη επιβάρυνση προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων.  Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτοί είναι οι παρόντες συσχετισμοί δύναμης. Αυτούς πρέπει να αλλάξουμε.

Ερώτημα δεύτερο: Με ποιο Κόμμα;

Το Κόμμα μας πρέπει να ανακτήσει το ρόλο του ως συλλογικός διανοούμενος, αλλά και ως φορέας συλλογικής δράσης και αδιάκοπης αλληλεπίδρασης με τις κοινωνικές δυνάμεις των οποίων τα συμφέροντα υπερασπιζόμαστε εντός του ασφυκτικού πλαισίου επιτήρησης: τον κόσμο της μισθωτής εργασίας δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, την νεολαία που δεν γνωρίζει άλλο καθεστώς από την επισφάλεια και την αναγκαστική μετανάστευση, τους πιεζόμενους μικρομεσαίους, ελεύθερους επαγγελματίες και αυταπασχολούμενους,  τους μικρούς και μεσαίους αγρότες και παραγωγούς, τους χαμηλοσυνταξιούχους, αλλά και τις γυναίκες, τους ΑμεΑ, τους πρόσφυγες και μετανάστες, τους LGBTQI πολίτες έναντι της βαρβαρότητας, του ρατσισμού, του σεξισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού.   

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει ένα αναβαθμισμένο, μαζικό πολιτικό εργαστήρι, ένα κόμμα που θα ανοίγει τις πόρτες του στην κοινωνική διαθεσιμότητα και  ταυτόχρονα θα επιχειρεί να τη διευρύνει συνεχώς, προωθώντας  προτάσεις και πολιτικές που θα κατοχυρώνουν αλλαγές στο κράτος, τους θεσμούς, τη δημόσια πολιτική. Αλλαγές με αριστερό πρόσημο, πτυχές ενός συνολικού σχεδίου για την οικονομική, παραγωγική, κοινωνική, θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας, που θα εμβαθύνουν τη χειραφέτηση των πολιτών, θα δίνουν ρόλο στους φορείς συλλογικής έκφρασης της κοινωνίας και θα διευρύνουν τη δημοκρατία. Η συνεχής πίεση του Κόμματος για την ενίσχυση του αριστερού αποτυπώματος της κυβέρνησης δεν αποτελεί εμμονή για τη «σωτηρία της ψυχής» μας. Είναι αναγκαία προϋπόθεση, όχι μόνο για να συνεχίσει να υπάρχει η κυβέρνηση, αλλά και για να μείνει ανοιχτός ο ορίζοντας του Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα που αποτελεί αταλάντευτα το στρατηγικό μας στόχο. Αν αυτοπεριοριστούμε μόνο στη  διαχείριση της κρίσης, τότε αυτή σύντομα θα μετατραπεί σε κρίση διαχείρισης.

Η κατοχύρωση διακριτών ρόλων λοιπόν μεταξύ Κόμματος και κυβέρνησης σημαίνει  στήριξη σε κάθε μεταρρύθμιση που υπηρετεί το πολιτικό μας σχέδιο για τις ανάγκες των πολλών, αλλά και έλεγχο και εποικοδομητική κριτική του Κόμματος προς την κυβέρνηση όταν κρίνεται αναγκαίο, ως η «αριστερή συνείδηση» της. Σημαίνει ταυτόχρονα και τη διαμόρφωση ενός Κόμματος που με τη σκέψη και τη δράση του στην κοινωνία και τους θεσμούς θα διαμορφώνει όρους για την κατάκτηση της ιδεολογικής, πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας. Μόνο ένα τέτοιο Κόμμα μπορεί να επιτελέσει το ρόλο  της εμπροσθοφυλακής στη μάχη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι πολίτες δεν επέλεξαν  το ΣΥΡΙΖΑ ούτε για να κομματικοποιήσει το κράτος, αλλά ούτε και για να «κρατικοποιηθεί» ο ίδιος. Τον επέλεξαν για να συνδράμει στη διαμόρφωση μιας «νέας κατάστασης», που πλέον γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από αδιάκοπο αγώνα εν μέσω πρωτοφανών δυσκολιών και ιστορικών προκλήσεων στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Ερώτημα τρίτο: Με ποια πολιτική συμμαχιών;

Για να αλλάξουμε τα πράγματα, πρέπει να αλλάξουμε τους συσχετισμούς δύναμης στη χώρα μας (όπου αναμετρόμαστε καθημερινά με το νεοφιλελεύθερο και διεφθαρμένο κατεστημένο στους μηχανισμούς του κράτους), αλλά και στην Ευρώπη, εκεί που ηγεμονεύουν ακόμη οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού, παρότι το δικό τους μοντέλο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έφερε την κρίση και σήμερα ανοίγει το δρόμο ακόμη και στην ανάδυση των πιο σκοτεινών, ακροδεξιών πολιτικών σχεδίων. 

Για να το κάνουμε αυτό, χρειαζόμαστε συμμαχίες, που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά μας στεγανά. Η κρίση οξύνει τις πολώσεις και απαιτεί καθαρές τοποθετήσεις από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλουν να θέσουν αποφασιστικά τα κρίσιμα ερωτήματα προς τις υπόλοιπες δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές και αυτό ακριβώς κάνουμε μέσω των πολύμορφων πολιτικών πρωτοβουλιών που έχουμε αναλάβει την τελευταία περίοδο. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και οι Ευρωπαίοι Πράσινοι καλούνται λοιπόν να απαντήσουν στο κομβικό ερώτημα: Κοινή δράση για την ανάσχεση της λιτότητας, τη δίκαιη ανάπτυξη και την υπεράσπιση της δημοκρατίας, της εργασίας, του κοινωνικού κράτους και της λαϊκής κυριαρχίας ή συνέχιση της νεοφιλελεύθερης καταστροφής; Συμμαχία με την Αριστερά στα πρότυπα της Πορτογαλίας και της ατζέντας του Τζέρεμι Κόρμπιν ή συνέχιση του «μεγάλου συνασπισμού» με την ευρωπαϊκή Δεξιά; Ως η μοναδική δύναμη της Ευρωπαϊκής Αριστεράς που βρίσκεται σε θέση διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της αναγκαίας πανευρωπαϊκής συμμαχίας, που συγχρονίζεται, αλλά διατηρεί και την αυτονομία του από τις αντίστοιχες, σημαντικές προσπάθειες που κάνει η κυβέρνηση (Ευρωμεσογειακή Σύνοδος, διμερείς και πολυμερείς επαφές κ.α).   

Αντί επιλόγου: Δώδεκα προτάσεις για ένα «μάχιμο» ΣΥΡΙΖΑ

Για να βγούμε από το 2ο Συνέδριό μας με ένα Κόμμα «αναβαπτισμένο», χρειαζόμαστε ένα «οργανωτικό και πολιτικό σοκ», που θα μας απαλλάξει από βασικά παθογενή χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου και θα καταστήσει το ΣΥΡΙΖΑ ένα φορέα ικανό να ανταπεξέλθει στα πρωτοφανή καθήκοντα της περιόδου. Για να το πετύχουμε αυτό, μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα παρακάτω:

  • Θεσμοθέτηση οργάνου δεοντολογίας, για να διαφυλάσσουμε συλλογικά το ηθικό μας πλεονέκτημα, έναντι φαινομένων αυθαιρεσίας και ιδιοτέλειας.
  • Λογοδοσία και αξιολόγηση των Οργάνων του κόμματος καθώς και όλων όσοι απασχολούνται σε έμμισθες θέσεις (επιστημονικοί συνεργάτες, επαγγελματικά στελέχη, μετακλητοί, αποσπασμένοι κ.α). Η νέα Κεντρική Επιτροπή (Κ.Ε.) του Κόμματος μπορεί στην πρώτη συνεδρίαση κάθε έτους να ασχολείται αποκλειστικά με τον απολογισμό του προηγούμενου διαστήματος (λειτουργία ΠΓ και Τμημάτων, στόχοι οργανωτικής ανάπτυξης, αποτελέσματα πολιτικών εκστρατειών κ.α.) και τη χάραξη πολιτικών στόχων για το νέο έτος. Το προσχέδιο απολογισμού καθώς και η προτεινόμενη πολιτική στοχοθεσία της Κ.Ε. να φτάνει στις Ν.Ε και τις Ο.Μ πριν τη σύνοδο της Κ.Ε. για αξιολόγηση και συμβολή.
  • Αλλαγή του τρόπου σύστασης και αναβάθμιση της λειτουργίας των Τμημάτων της Κ.Ε. Τα Τμήματα δεν πρέπει να συνεχίσουν να  αποτελούν  μόνο χαλαρές «δεξαμενές σκέψης» ή χώρους αναπαραγωγής τασικών ισορροπιών, αλλά να αποτελέσουν χώρους συνεχούς παραγωγής πολιτικής πρότασης ανά τομέα. Οι Συντονιστές/τριες των Τμημάτων να είναι υποχρεωτικά μέλη της Κ.Ε. και να προχωρήσουμε σε συγχωνεύσεις Τμημάτων με όμορα θεματικά αντικείμενα, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι αλληλεπικαλύψεις.
  • Διοργάνωση εσωτερικής συζήτησης για το ρόλο του «μέλους ΣΥΡΙΖΑ»: Ο ρόλος του μέλους ενός αριστερού κόμματος εξουσίας, πως συμμετέχει στη διεύθυνση της κοινωνίας, πως οργανώνεται αυτή η συμμετοχή κ.ο.κ.
  • Διοργάνωση με ευθύνη της νέας Κ.Ε. και του εκάστοτε αρμόδιου Τμήματος ανοικτών διαδικασιών διαβούλευσης για την ανάδειξη συγκεκριμένων προτάσεων για κομβικά ζητήματα που αφορούν το κράτος: Τη λειτουργία του Δημοσίου, την αυτοδιοίκηση, τη δικαιοσύνη, την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας κ.ο.κ.
  • Η εν εξελίξει μάχη για τα εργασιακά βρίσκεται στην κορυφή των πολιτικών μας μετώπων και για να είναι αποτελεσματική αυτή η μάχη χρειαζόμαστε ένα δυναμικό εργατικό κίνημα, ενεργό στον αγώνα για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Χρειαζόμαστε ταυτόχρονα και τη  χάραξη συγκεκριμένου σχεδίου αναγέννησης του συνδικαλιστικού κινήματος, που αποτελεί κομβικό μέρος ενός συνολικού σχεδίου ανασυγκρότησης όλων των συλλογικών μορφών έκφρασης της κοινωνίας.                        Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να πρωταγωνιστήσουν στην προσπάθεια για την υπέρβαση των δομικών πια φαινομένων εργοδοτικού συνδικαλισμού και γραφειοκρατίας, που έχουν απαξιώσει το συνδικαλιστικό κίνημα στα μάτια των ίδιων των εργαζομένων.
  • Εκπόνηση επικαιροποιημένου σχεδίου δράσης για το προσφυγικό ζήτημα, που αποτελεί μια από τις βασικές αιχμές της κομματικής μας δουλειάς, ώστε να αποκρουστεί αποτελεσματικά ο κίνδυνος ηγεμόνευσης των ακροδεξιών ιδεών, να εξασφαλιστεί η συνέχεια των κινήσεων αλληλεγγύης και να συμβάλουμε στις διαδικασίες ενσωμάτωσης των προσφύγων.
  • Συνεργασία της Κ.Ε. με το Κεντρικό Συμβούλιο της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ με στόχο την εκπόνηση ενός ειδικού σχεδίου εξωστρεφών δράσεων και πολιτικών πρωτοβουλιών για τη νεολαία με εξειδικευμένους στόχους ανά κοινωνικό χώρο (σχολεία, πανεπιστήμια, εργασιακοί χώροι, χώροι άθλησης και πολιτισμού κ.α.).
  • Συγκρότηση επιτροπής επικοινωνιακής στρατηγικής, που θα χαράξει νέο πλαίσιο για τη δημόσια παρουσία του Κόμματος, καθώς και για το ρόλο  και το εύρος απεύθυνσης των ΜΜΕ που έχουν άμεση σχέση με το Κόμμα.
  • Αναβάθμιση της λειτουργίας του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει μια εξωστρεφή δεξαμενή σκέψης, που να επιμορφώνει τα στελέχη του, να παράγει διαρκώς τεκμηριώσεις, να ενεργοποιεί νέους επιστήμονες, να γεννά νέα θεωρητική σκέψη. Πρώτο βήμα μπορεί να είναι η διοργάνωση ενός μεγάλου κύκλου διαβούλευσης και προβληματισμού με αφορμή τις μεγάλες επετείους του επόμενου διαστήματος: 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση (2017), 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ (2018), 170 χρόνια από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (2018).
  • Δημιουργία ενός οργάνου που θα παίζει ρόλο διαύλου επικοινωνίας μεταξύ  τοπικών φορέων/κοινωνικών ομάδων και κυβέρνησης, καταγράφοντας  μέσα από καθημερινή συνεργασία με τις Ν.Ε. και τις Ο.Μ. προβλήματα καθημερινότητας και συλλογικά αιτήματα. 
  • Τελευταίο, αλλά κομβικό ζήτημα: Αλλαγή του τρόπου αντίληψης και λειτουργίας των τάσεων. Η ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων είναι αυτονόητη σε ένα Κόμμα πολιτικής ενότητας, μια Αριστερά μαζική και πολύμορφη. Οι τάσεις όμως πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως επιμέρους κόμματα με εσωτερικές ιεραρχίες και επετηρίδες ανάδειξης στελεχών, βουλευτών κλπ. Να υποχρεούνται καταστατικά να δημοσιοποιούν τις συναντήσεις τους και να δικαιούνται να καταθέτουν χωριστές λίστες εκλογής σε Όργανα μόνο εφόσον καταθέτουν συνολικά αντιπαραθετικά κείμενα έναντι των εκάστοτε πλειοψηφούντων.

Να φτιάξουμε τη συλλογικότητα που μας αξίζει, για να παλέψουμε από τη Δευτέρα με καλύτερες προϋποθέσεις για την κοινωνία, τη χώρα και την Ευρώπη που μας αξίζει. Αυτή είναι η αποστολή του κρίσιμου 2ου Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ και είμαστε αποφασισμένοι να την υπηρετήσουμε. 

 

Μπορούμε, σύντροφοι;

Στόχος του 2ου συνεδρίου του κόμματός μας είναι να απαντήσει στα ερωτήματα και στις προκλήσεις που μεσολάβησαν από το προηγούμενο συνέδριο του 2013. Είναι γνωστό ότι η νίκη του Ιανουαρίου και η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς στη χώρα μας γέμισε με ελπίδες τον ελληνικό λαό και περισσότερο τα μέλη του κόμματος, «που πετάγαμε στον ουρανό» με τον όρκο που έδωσε ο σύντροφος Τσίπρας στη Βουλή και με την παρουσία του στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Τι κάνουμε μετά;

Υπογραφή μιας ενδιάμεσης συμφωνίας (γέφυρα την ονομάσαμε, τρομάρα μας).

Στην πρώτη συνέλευση της οργάνωσής μου, μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου στις 8.3.2015, εξέφρασα την άποψη ότι πηγαίνοντας στην Ευρώπη θα βρούμε ένα συμπαγές τείχος απέναντί μας και αυτό βεβαίως έγινε. Μου δημιουργήθηκαν όμως ερωτήματα: Ποιες οι συμμαχίες για να πετύχουμε τον στόχο μας; Γιατί να μην πηγαίναμε στις διαπραγματεύσεις με ένα δικό μας πρόγραμμα για τη λειτουργία του κράτους και τον δημόσιο χώρο; Γιατί τα μέλη του κόμματος παρακολουθούσαν άφωνα αυτή τη διαδικασία; Γιατί υιοθετήθηκε η λαθεμένη ρητορική της Αριστερής Πλατφόρμας «Μνημόνιο – αντιμνημόνιο»; Γιατί να μη γινόταν έκτακτο συνέδριο, να πουν τα μέλη του κόμματος τη γνώμη τους.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, αυτό που έλειπε δεν ήταν το Plan B αλλά το Plan A. Και φτάνουμε στον Ιούλιο 2015 με την αναγκαστική συμφωνία και την υπογραφή Mνημονίου. «Αναταράξεις στο ΣΥΡΙΖΑ που έπαψε να είναι αυτό που ήταν.» Το γιατί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκε να αποδεχθεί μια συμφωνία η οποία δεν τον εξέφραζε θα πρέπει με εντιμότητα και θάρρος να κατανοηθεί σε όλη την κλίμακα του κόμματος μας.

Ο Λένιν το 1917 τόνιζε: Οι συνθήκες της αστικής δημοκρατίας μας αναγκάζουν πολύ συχνά να πάρουμε τη μια ή την άλλη θέση απέναντι σ` ένα πλήθος μικρές και μικρότερες μεταρρυθμίσεις που θα λύνουν άμεσα τα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας (και όποιος περιμένει μια καθαρή σοσιαλιστική επανάσταση, αυτός δεν θα τη δει ποτέ του).

Και πάμε πάλι για εκλογές. Στην ολομέλεια της οργάνωσής μου για την προετοιμασία των εκλογών δήλωσα παρών, αισιόδοξος και πάλι ότι μπορούμε να νικήσουμε. Και νικήσαμε!

Γιατί αναφέρω τα παραπάνω; Γιατί ακόμα, σύντροφοι, δεν φτιάξαμε το κόμμα των μελών που ονειρευόμαστε. Γιατί μεγάλο μέρος των μελών του κόμματος δεν κατανόησε σε ποιες συνθήκες δίνουμε τη μάχη σήμερα και γιατί με νύχια και με δόντια πρέπει να έχουμε σίγουρα τη δεδηλωμένη στο Κοινοβούλιο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Γιατί ακόμη και σήμερα τα μέλη αισθάνονται ότι δεν ακούγεται η γνώμη τους. Όπως εκλογή βουλευτών, δημάρχων και Περιφερειαρχών, των στελεχών στις Περιφέρειες. Ιδιαίτερα σήμερα, πολλά στελέχη αισθάνονται αυτάρκης σε όλα τα ζητήματα. Ορισμένα στελέχη, δυστυχώς, αναδείχθηκαν μέσα από μηχανισμούς και σε άλλες συνθήκες, χωρίς να έχουν σύνδεση με την κοινωνία και τους φορείς, με αποτέλεσμα να περνάνε μια καθηκοντολoγία στις οργανώσεις ή να μιλάνε ατελείωτα και να κουράζουν και ενίοτε να μην μπορούν να απαντήσουν και σε πολλά ερωτήματα των συντρόφων. Θέτω λοιπόν αυτόν τον προβληματισμό μου στο συνέδριο προς συζήτηση.

Τώρα, για τον Δήμο Μαραθώνα που ανήκω, κάποια θέματα που πρέπει να πάρει υπ` όψιν το κόμμα μας και η κυβέρνηση είναι και τα εξής: Πότε θα γίνει η επέκταση του Προαστιακού μέχρι τη Ραφήνα, που θα ανακουφίσει τους πολίτες της Ανατολικής Αττικής, (Υπάρχει μελέτη από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004).

Γιατί η αστική συγκοινωνία να μην φτάνει μέχρι τον Μαραθώνα και την Αγία Μαρίνα; Πότε επιτέλους θα παρουσιάσουμε στον Δήμο Μαραθώνα την πρότασή μας για την αγροτική ανάπτυξη, τον τουρισμό και την ανασυγκρότηση της περιοχής με τους τοπικούς φορείς;

Τι γίνεται με το ΧΥΤΑ Γραμματικού

Υπάρχει προοπτική για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων;

Πότε επιτέλους θα γίνει ανθρώπινη η Μαραθώνια διαδρομή;

Τι γίνεται με τον Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου Σχοινιά που είναι ξέφραγο αμπέλι;

Τι γίνεται με την απόφαση του υπουργείου Οικονομικών και του υπουργείο Εσωτερικών το 2005 για την απευθείας παραχώρηση των παραλιών στους ΟΤΑ; Φυτρώνουν σαν μανιτάρια διάφορα μαγαζιά που κατασκευάζονται νύχτα και κάτω από την προστασία γνωστών – αγνώστων.

Ποιος θα σπάσει τον φαύλο κύκλο της παρανομίας και πότε;

Αυτά και άλλα πολλά απασχολούν τους δημότες του Μαραθώνα.

Το συνέδριο οφείλει να επιχειρήσει την ανάλυση του κόμματος και της κυβέρνησης σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Να μιλήσουμε ειλικρινά για τους συμβιβασμούς που κάναμε, χωρίς εξωραϊσμούς. Να απευθυνθούμε ξανά στην εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα που είναι οι σύμμαχοι μας, να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους αλλά και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Μπορούμε, σύντροφοι, με το άνοιγμα που πρέπει να κάνουμε στην κοινωνία μετά τις αποφάσεις του συνεδρίου, ο πρόεδρος, τα στελέχη, οι βουλευτές, τα μέλη του κόμματος, να απαντήσουμε στην τύφλωση ορισμένων από τα αριστερά και από τα δεξιά που τους φοβίζει πολύ το να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ!

Μπορούμε, Σύντροφοι!!!

 

* Ο Κώστας Μουκούλης είναι μέλος της Ο.Μ. Μαραθώνα

Δεν δίνουμε την μάχη του εφικτού – Δίνουμε την μάχη της γενιάς μας

Η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα υφίσταται σκληρά πλήγματα, στο όνομα της οικονομικής δυσπραγίας την οποία βιώνουμε. Ωστόσο, πίσω από το πρόσχημα τα κρίσης, κρύβεται μια βαθιά ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών σχεδίων και επιλογών στον τομέα της εκπαίδευσης και της παρεχόμενης γνώσης: το σχέδιο αυτών που αντιμετωπίζουν την παιδεία σαν προνόμιο, και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα μπορούν πραγματικά να απολαμβάνουν λίγοι και «εκλεκτοί», και από την άλλη το σχέδιο όσων αντιλαμβάνονται την παιδεία ως δικαίωμα όλων των πολιτών και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα μπορούν να έχουν πραγματική πρόσβαση. Στην, πρωτίστως, λοιπόν, ιδεολογική αυτή σύγκρουση που διεξάγεται, εμείς διαλέγουμε πλευρά: για μας η εκπαίδευση είναι δικαίωμα όλων, και διεκδικούμε την βελτίωση και αναβάθμιση των δομών της στο σήμερα. Η ανάγκη για άμεση αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος προκύπτει από την ίδια την λειτουργία των δομών της εκπαίδευσης αφενός ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους που διαμορφώνει ιδεολογικά τα υποκείμενα,  και αφετέρου ως εκείνης της δομής που προετοιμάζει  νέους και νέες εργαζομένους /ες. 

Ισότητα μαζί με την ποιότητα
Το μοντέλο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που εμείς διεκδικούμε, περιλαμβάνει αρχικά την ισότιμη πρόσβαση όλων σε ποιοτική εκπαίδευση. Απέναντι σε ένα μοντέλο που την «καλή» μόρφωση παίρνουν οι πλούσιοι, ενώ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν πρόσβαση στην γνώση που απλά θα τους μάθει μια δουλειά, εμείς διεκδικούμε την απελευθερωμένη από ταξικούς και άλλους φραγμούς πρόσβαση στο σχολείο και μάλιστα σε όλες του τις βαθμίδες. Ενάντια στην ενίσχυση της αριστείας των λίγων , εμείς θέλουμε να «αριστεύουν» οι πολλοί και να γίνονται όλοι κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Βασική μας θέση επίσης, που αποτελεί πλέον και κυβερνητική επιλογή, είναι η κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών ως τέτοιο και η αντικατάστασή του από ένα μάθημα θρησκειολογίας που θα σέβεται την πολυπολιτισμικότητα και την διαφορετικότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Να δούμε λοιπόν και το θέμα της υποχρεωτικής πρωινής προσευχής, του υποχρεωτικού εκκλησιασμού, των εικόνων αγίων στις σχολικές αίθουσες κτλ.  Και αν αυτό είναι τα πρώτα βήματα στον διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, εμείς θα πούμε, επιτέλους! Χαιρετίζουμε την εισαγωγή των προσφυγόπουλων στο σύστημα της πρωτοβαθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και παλεύουμε αυτή να επεκταθεί, όπου υπάρχουν κέντρα προσφύγων, μεταναστευτικές κοινότητες ή άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, και σε όλη την χώρα. 

Αν δεν περιγράψουμε τα βήματα για τον στόχο δεν θα φτάσουμε ποτέ στον στόχο
Γνώμονας στην διαμόρφωση των προτάσεών μας πρέπει να είναι η ανάγκη για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα άμεσα βήματα και τους μακροπρόθεσμους στόχους. Στόχος μας λοιπόν είναι η οικοδόμηση ενός διαφορετικού μοντέλου σχολείου, με αναβάθμιση του ρόλου του Γυμνασίου και την θεσμοθέτηση του Ενιαίου υποχρεωτικού Λυκείου θεωρίας και πράξης. Στο σχολείο αυτό θα φοιτούν όλα τα παιδιά, θα παίρνουν τον ίδιο κορμό βασικών γνώσεων, γνώση που θα έχει περισσότερο πλάτος και όχι τόσο βάθος. Αυτό το σχολείο θα είναι ενιαίο για όλους, μακριά από λογικές υπερεξειδίκευσης, οι μαθητές και οι μαθήτριες θα αποκτούν όλα αυτά που τους χρειάζονται για να γίνουν ολοκληρωμένοι και κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Θέλουμε ένα απολυτήριο που θα πιστοποιεί την περάτωση μιας ολοκληρωμένης και αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας, ανεξάρτητης από την μετέπειτα πορεία του εκπαιδευόμενου, και τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις που θα αποκτά ενδεχομένως μέσω της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή μέσω της επαγγελματικής μεταλυκειακής δημόσιας εκπαίδευσης. Τα βήματα για να φτάσουμε στον στόχο αυτό είναι η αλλαγή του προσανατολισμού του σχολείου από τις εξετάσεις στην μόρφωση καθαυτή, η εισαγωγή νέων μαθημάτων που άπτονται των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτισμικών αναγκών, η ανανέωση των σχολικών εγχειριδίων επίσης στην κατεύθυνση αυτή, η κατάργηση των πανελληνίων εξετάσεων και η αντικατάστασή τους από ένα σύστημα ελεύθερης πρόσβασης με ένα προπαρασκευαστικό έτος στην επιστημονική κατεύθυνση που επιλέγει ο κάθε μαθητής. 

Τριτοβάθμια εκπαίδευση: δεν θυσιάζουμε το όραμα μπροστά στον «ρεαλισμό»
Περνώντας τώρα στο κομμάτι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι άμεσες παρεμβάσεις κρίνουμε πως πρέπει να κινούνται σε δύο κατευθύνσεις: αυτή της ενίσχυσης του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα, όπως και αυτής της κοινωνικής  χρησιμότητας της γνώσης. Το Πανεπιστήμιο, ο μαζικότερος κοινωνικός χώρος νεολαίας,  έχει κατορθώσει να «βγάζει» νέους και νέες καταξιωμένους/ -ες επιστήμονες, έχει όμως «ξεχάσει» – τα τελευταία χρόνια – τον κοινωνικό και πολιτικό του ρόλο.  Και πολιτικός και κοινωνικός ρόλος δεν μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη μας, χωρίς δημόσια εποπτεία και κρατική χρηματοδότηση. Αφενός λοιπόν διεκδικούμε, την απομάκρυνση των εργολαβιών από τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστήμιων αλλά και την φοιτητική μέριμνα, την αξιοποίηση των υποδομών των ιδρυμάτων προς όφελος των φοιτητών (πχ, πανεπιστημιακά τυπογραφεία, πολιτιστικές λέσχες κτλ.), την κατάργηση των διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα, και αφετέρου την ουσιαστική συνδιοίκηση και την κατάργηση όλων των οργάνων και διαδικασιών εποπτείας και παρέμβασης από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες.  Επιπλέον θέλουμε γνώση στην υπηρεσία των κοινωνιών αναγκών, γνώση που να μπορεί να αξιοποιηθεί για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, πανεπιστημιακή έρευνα που θα προσανατολίζεται επίσης στην κατεύθυνση αυτή. Πολλοί νέοι επιστήμονες αναγκάζονται σήμερα να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό αναζητώντας μεταξύ άλλων και καλύτερες ακαδημαϊκές προοπτικές. Δουλειά μας, λοιπόν, είναι να επαναφέρουμε τον χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου ως κύτταρο παραγωγής γνώσης και έρευνας, ως του θεσμού εκείνου που θα συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή μέσα από καινοτόμες προτάσεις και λύσεις για την παραγωγή και την οικονομία. 
Μιλώντας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δε θα πρέπει να ξεχνάμε την πάγια διεκδίκησή μας για Ενιαίο χώρο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας. Αυτό σημαίνει την κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ ΑΕΙ και ΤΕΙ, καθώς και την αναδιαμόρφωση του ακαδημαϊκού χάρτη, των πανεπιστημιακών τμημάτων κτλ. με βάση το επιστημονικό- γνωστικό αντικείμενο, και όχι με βάση την πολλές φορές σαθρή διάκριση μεταξύ επιστημονικής και τεχνικής γνώσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, πολλά τμήματα των ΤΕΙ μπορούν να ενσωματωθούν στα αντίστοιχα τμήματα των ΑΕΙ, με συναφές γνωστικό αντικείμενο, ενώ έτσι απόφοιτοι παρόμοιων τμημάτων μπορούν να έχουν ίδια επαγγελματικά δικαιώματα, με βάση και την αρχή «ενιαίο πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο». Επιπλέον θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων, ώστε τα αποτελέσματα των ερευνητικών προγραμμάτων να είναι δημόσια, και άρα άμεσα κοινωνικά αξιοποιήσιμα, και να μην μπορούν εξωπανεπιστημιακοί θεσμοί, όπως οι μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, να τα κατοχυρώνουν αποκλειστικά προς όφελός τους. 
Η μάχη για  την παιδεία είναι μάχη η οποία πρέπει να δοθεί σήμερα, πέρα κι έξω από τα όρια που θέτει η δημοσιονομική εποπτεία και το μνημόνιο. Είναι μια μάχη πρωτίστως ιδεολογική, είναι η μάχη της γενιάς μας. 

* Οι Τσεφαλά Βίκυ και Φτούλη Αλεξάνδρα- Αναστασία είναι Μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

 

Ο κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κόσμος της εργασίας

Ένα συνέδριο κόμματος της Αριστεράς αποτελεί πάντα σημαντικό γεγονός για τις δυνάμεις της εργασίας στη χώρα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το πρώτο συνέδριο μετά την εκλογή στη χώρα κυβέρνησης της Αριστεράς.

Ανεξάρτητα από την κρίση και τη γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας, οι απλοί εργαζόμενοι στην πλειονότητά τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για καλυτέρευση της ζωής τους στον ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε οι εργαζόμενοι στην ευρεία έννοια τους, μαζί με τους συνταξιούχους συναδέλφους, τους επισφαλώς απασχολούμενους, τους άνεργους εργάτες, αποτελούν τον συμπαγή κορμό του κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ. Οι περισσότεροι όχι από μια ξεκάθαρη ιδεολογική επιλογή αλλά επειδή ένιωσαν στο πετσί τους τις συνέπειες της άγριας λιτότητας των κυβερνήσεων Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ.

Τι περιμένει σήμερα ο καθημερινός άνθρωπος του μόχθου από τον ΣΥΡΙΖΑ; Ένα φως και μια ελπίδα μέσα στις δυσκολίες που αντιπαλεύει τόσα χρόνια. Ο κόσμος της εργασίας δεν θα μας κρίνει από τις διακηρύξεις μας και από τις στρατηγικές μας αναλύσεις γιατί έχει μάθει να βλέπει τη ζωή με ρεαλισμό. Για τον ίδιο λόγο μας στήριξε ακόμα περισσότερο στις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου, επειδή κατάλαβε τους κινδύνους τόσο από την προσπάθεια παλινόρθωσης της συντηρητικής παράταξης όσο και από τις βολονταριστικές και χωρίς σχέδιο για τη χώρα προτάσεις της ομάδας που αποχώρησε από το κόμμα προεκλογικά.

Οι πολιτικές που θα ασκήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα χρόνια δεν αφορούν αριθμούς αλλά ανθρώπους. Οι αποφάσεις για τα εργασιακά και τις συλλογικές συμβάσεις, η αντιμετώπιση της ανεργίας και η φορολογική πολιτική θα είναι καθοριστικές για την δυνατότητα εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ αυτή τη χώρα να ζήσουν αξιοπρεπώς.

Όσο κι αν η Ν.Δ. προσπαθεί να μεταφέρει την πολιτική ατζέντα στις ιδεοληψίες του νεοφιλελευθερισμού για δήθεν ανάπτυξη χωρίς τους εργαζόμενους και την κοινωνία, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα της κρίσης όπου το 80% των νοικοκυριών ζουν με χαμηλά εισοδήματα η επερχόμενη πολιτική μάχη θα κριθεί στο πεδίο αυτό. Στη δυνατότητα της κυβέρνησης της Αριστεράς να στηρίξει τα λαϊκά εισοδήματα και να μειώσει σταδιακά την ανεργία.

Άρα στην επιτυχή εφαρμογή του πολιτικού σχεδίου μας για υλοποίηση της συμφωνίας με τους δανειστές χωρίς νέα μέτρα λιτότητας και περικοπών και με προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων. Και στη διαπραγμάτευση για τη μείωση του χρέους και των πρωτογενών πλεονασμάτων που υποχρεούται να δημιουργεί η χώρα.

Στις βαθιά πολιτικές και τόσο κρίσιμες αυτές συγκρούσεις που έχουμε μπροστά μας χρειάζεται να έχουμε τον κόσμο της εργασίας ενεργά στο πλευρό μας. Όχι δι` αναθέσεως αλλά με τη συμμετοχή του στη συνολική προσπάθεια.

Αυτό όμως δεν είναι καθήκον των εργαζόμενων από μόνων τους αλλά του ίδιου του κόμματός μας. Πολύ δύσκολα στις σημερινές συνθήκες κοινωνικής παθητικοποίησης θα έρθει ο εργαζόμενος και ο άνεργος να μας χτυπήσει την πόρτα και να ζητήσει την κοινή δράση. Οι κομματικές δυνάμεις πρέπει να ανοιχτούν στη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που δεν εκπροσωπείται κοινωνικά από τον νεοφιλελευθερισμό, τη διαπλοκή και το κατεστημένο των ελίτ. Αλλά να ανοιχτούν στη βάση των καθημερινών προβλημάτων και των λύσεων που προτείνει το κόμμα και προωθεί η κυβέρνηση. Λύσεις ελάφρυνσης και στήριξης των καταχρεωμένων και σε αδιέξοδο νοικοκυριών της σημερινής Ελλάδας, όπως οι ρυθμίσεις οφειλών στις ΔΕΚΟ και οι παροχές του κοινωνικού κράτους σε απόρους και ανασφάλιστους. Τέτοιες πολιτικές που έχει υλοποιήσει η κυβέρνηση αποτελούν την πεμπτουσία και το όχημα του κοινωνικού μας ανοίγματος και πρέπει να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο.

Η αλματώδης εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 36% μέσα σε λίγα χρόνια στηρίχτηκε κυρίως όχι σε μια ιδεολογική μετατόπιση αλλά σε μια κοινωνική κίνηση μέσα στον λαό μας. Αυτά τα πλειοψηφικά κοινωνικά στρώματα που μας εμπιστεύτηκαν καλούμαστε να εκπροσωπήσουμε ακόμη καλύτερα. Και το συνέδριο ας γίνει το ξεκίνημα γι` αυτό.

 

* Ο Σταμάτης Θεοδωρόπουλος είναι μέλος της Γραμματείας του Τομέα Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Πεντέλης

 

Εταιρειοκρατία ή δημοκρατία;

Το πρόστιμο της Κομισιόν στην Apple πυροδότησε τη συζήτηση για το ποιος κυβερνά τον κόσμο, οι πολυεθνικές, η θεσμική γραφειοκρατία ή τα κοινοβούλια.

Η παγκοσμιοποίηση και η ενδυνάμωση των πολυεθνικών οι οποίες ως εταιρείες-μεγαθήρια έχουν ισχύ μεγαλύτερη από εθνικά κράτη, δημιούργησε την πεποίθηση ότι με την εκχώρηση κυριαρχίας σε υπερεθνικές οντότητες θα ήταν δυνατό να τεθούν κανόνες στη μετεξέλιξη του καπιταλισμού. Οι δομές όμως που επιλέχθηκαν παρήγαγαν μόνο γραφειοκρατία, η οποία ποτέ δεν αντιπάλεψε ουσιαστικά την εταιρειοκρατία ώστε να διασφαλιστεί το κοινωνικό συμφέρον. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών δεν ενδιαφέρεται για τη διαφάνεια και τη δημοκρατική λειτουργία, αλλά για τη διατήρηση του βαθμού ισχύος της στη λήψη των αποφάσεων και προφανώς για τα συμφέροντα των εταιρειών που στηρίζει. Οι γραφειοκράτες δεν συγκρούονται με τις εταιρείες, αφού διαπλέκονται με αυτές. Επιλέγουν ποιες θα εξυπηρετήσουν. Η συζήτηση για τη συνθήκη της TTIP και της CETA το αποδεικνύει περίτρανα, καθώς δεν επιλέχθηκε ο ανοιχτός διάλογος αλλά η κρυφή διαπραγμάτευση με όρους και ανταλλάγματα που δεν τέθηκαν σε δημοκρατικό έλεγχο. Και μπορεί η πρώτη να βουλιάζει στα απόνερα των προκαλούμενων αντιδράσεων, ο δεύτερος όμως «μικρός κλώνος», έστω και με διορθωτικές παρεμβάσεις προχωρά κανονικά.

Σε μια περίοδο που η γνώση και η πληροφορία αποτελούν πολύτιμο «αγαθό», οι πολυεθνικές του χώρου και το ιερατείο των γραφειοκρατών κυνηγούν όποιον «αποστάτη» του συστήματος μπορεί να απειλήσει τα σαθρά  θεμέλια της αδιαφάνειας, διαχέοντας την πληροφόρηση. Η τύχη του Ασάνζ είναι ενδεικτική.

Η συζήτηση για το ποιος κυβερνά τον κόσμο είναι παραπλανητική, καθώς η γραφειοκρατία με την εταιρειοκρατία αντλούν στελέχη, απόψεις και ιδέες από την ίδια δεξαμενή και γι’ αυτό οι «μεταγραφές» τύπου Μπαρόζο μπορεί να καταδικάζονται φανερά αλλά αποτελούν τον κανόνα για πλήθος πρώην πρωθυπουργών και πρόεδρων ευρωπαϊκών χωρών που καταλήγουν στην αγκαλιά είτε της ευρωγραφειοκρατίας είτε των εταιρειών.

Η σύγχρονη Αριστερά οφείλει να αναδείξει τον νέο τρόπο που αντιλαμβάνεται την πολιτική και την οικονομία. Η κάστα που θεωρεί ότι οι δημοκρατικές αποφάσεις πρέπει να αλλάζουν όταν δεν εντάσσονται στον σχεδιασμό των ελίτ, καθώς ο λαός είναι ανώριμος, απαίδευτος και έρμαιο λαϊκιστικών κραυγών, με τη στρατηγική της, οδηγεί στην απαξίωση της Πολιτικής και της αξίας της δημοκρατικής συμμετοχής, στη διαμόρφωση της λογικής του «όλοι ίδιοι είναι» και σε γενικεύσεις επικίνδυνες που τρέφουν το τέρας του φασισμού. Μέρος της εθνικής κυριαρχίας μπορεί να εκχωρηθεί στα πλαίσια του στόχου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί η λαϊκή κυριαρχία. Οι αποφάσεις σήμερα λαμβάνονται στο όνομα του λαού, χωρίς όμως τη συμμετοχή του, στο όνομα μιας αυταπάτης που καταρρέει. Τα εθνικιστικά-ακροδεξιά κόμματα έχουν αντιληφθεί την αγωνία και τη δυσαρέσκεια του κόσμου για το έλλειμμα δημοκρατίας στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων καθώς και για τη συνεχιζόμενη λιτότητα, και με ρητορική μίσους που στο πρόσωπο  του σημερινού  πρόσφυγα «δείχνουν» τον Εβραίο του μεσοπολέμου, ενισχύουν τη δυναμική τους.

Η Αριστερά πρέπει να αναδείξει ένα νέο μοντέλο δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά και οικονομικής δραστηριότητας και όχι απλά να αναλύει τα γεγονότα.

Η αμεσοδημοκρατική συμμετοχή των πολιτών με τη χρήση της νέας τεχνολογίας είναι πλέον εφικτή. Η αναγκαιότητα της αντιπροσωπευτικής συμμετοχής λόγω απόστασης ή ελλείμματος ειδικών γνώσεων δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα. Η απόσταση έχει εκμηδενιστεί με τα νέα μέσα και η λογική του πανεπιστήμονα δεν υφίσταται, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις μέρος του πολιτικού κόσμου  αποδεικνύεται κατώτερο του μέσου όρου. Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε η κοινωνία να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν όσον αφορά τη διακυβέρνηση. Τα δημοψηφίσματα παρέχουν στο λαό την ευθύνη καθορισμού πολιτικών, αλλά απαιτούνται και άλλα βήματα. Οι βουλευτές μπορούν να αποτελούν πλέον τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους σχεδιασμού και υποβολής νομοθετικών προτάσεων, με ένα διευρυμένο σώμα κληρωτών πολιτών να συνιστά το ουσιαστικό νομοθετικό σώμα με την αποφασιστική αρμοδιότητα ψήφισης των νόμων σε περιπτώσεις που θεσμικά θα προβλέπονται. Οφείλουμε να προχωρούμε προς την ανόθευτη λαϊκή κρίση και βούληση.

Ένα νέο μοντέλο και στον τομέα της επιχειρηματικότητας είναι αναγκαίο με την ενίσχυση του τοπικού και περιφερειακού ρόλου της παραγωγικής οικονομίας με οικολογικό πρόσημο. Νεοφυής επιχειρηματικότητα και κοινωνική οικονομία έχουν ισχυρή θέση σε μια τοπική κοινωνία που σέβεται το περιβάλλον. Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που δεν αποσκοπούν τόσο στο κέρδος όσο στην ανάπτυξη συλλογικής κουλτούρας (όπως το crowdfunding) και συνεταιριστικά επιχειρηματικά σχήματα μπορούν να ενισχύσουν την τοπική και περιφερειακή οικονομία, να αλλάξουν τη νοοτροπία, καθώς και το αναπτυξιακό και καταναλωτικό πρότυπο. Οι περιφέρειες αξιοποιώντας τη στρατηγική της έξυπνης εξειδίκευσης, οφείλουν να αναδείξουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα και να ενισχύσουν την περιφερειακή αλυσίδα με σκοπό την δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τις τοπικές οικονομίες. Για παράδειγμα η διασύνδεση των τουριστικών υπηρεσιών με την πρωτογενή παραγωγή και τον τομέα της μεταποίησης αναμένεται να έχει θετικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για τις τοπικές κοινωνίες. Είναι αυτονόητο λοιπόν πως η πολυπόθητη οικονομική ανάπτυξη δεν θα είναι αποτέλεσμα μόνο των άμεσων ξένων επενδύσεων και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, αλλά απαιτείται να εστιάσουμε και στα ενδογενή χαρακτηριστικά του τόπου μας, όπως το φυσικό περιβάλλον, το ανθρώπινο κεφάλαιο, ο πολιτισμός, ο πρωτογενής τομέας. Τέλος, η ευρωπαϊκή εμπειρία των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων έχει αποδείξει πως μπορούν να επανεντάσσουν το μέρος εκείνο του πληθυσμού το οποίο η ταχύτητα της καπιταλιστικής κρίσης θέτει στο περιθώριο.

Έχουμε αποδείξει συλλογικά ως πολιτικός χώρος τις καλές μας προθέσεις, αλλά δεν θα κριθούμε από αυτές. Χωρίς ένα ισχυρό εγχώριο και πανευρωπαϊκό κίνημα από κάτω δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η αλλαγή που οραματιζόμαστε σε οικονομικό-κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η συμμετοχή όλων των προοδευτικών τμημάτων της κοινωνίας στην επεξεργασία κι εφαρμογή των προγραμματικών μας στόχων πρέπει να αποτελεί μέρος του καθημερινού μας αγώνα κι αυτή η κατεύθυνση πρέπει να είναι ξεκάθαρη μέσα από τις συνεδριακές μας διαδικασίες.

 

* Ο Δημήτρης Σακελλάρης είναι μέλος Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ, ο Αντώνης Ελευθεριάδης είναι μέλος ΟΜ Χαριλάου, ο Γιώργος Κακούρης είναι μέλος ΟΜ Νέας Ιωνίας, ο Νίκος Στεφάνου είναι μέλος ΟΜ Χαριλάου και ο Άκης Καλαμαράς είναι μέλος ΟΜ Μαγνησίας