Skip to main content

Συντάκτης: admin

Δεν δίνουμε την μάχη του εφικτού – Δίνουμε την μάχη της γενιάς μας

Η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα υφίσταται σκληρά πλήγματα, στο όνομα της οικονομικής δυσπραγίας την οποία βιώνουμε. Ωστόσο, πίσω από το πρόσχημα τα κρίσης, κρύβεται μια βαθιά ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών σχεδίων και επιλογών στον τομέα της εκπαίδευσης και της παρεχόμενης γνώσης: το σχέδιο αυτών που αντιμετωπίζουν την παιδεία σαν προνόμιο, και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα μπορούν πραγματικά να απολαμβάνουν λίγοι και «εκλεκτοί», και από την άλλη το σχέδιο όσων αντιλαμβάνονται την παιδεία ως δικαίωμα όλων των πολιτών και άρα σχεδιάζουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα μπορούν να έχουν πραγματική πρόσβαση. Στην, πρωτίστως, λοιπόν, ιδεολογική αυτή σύγκρουση που διεξάγεται, εμείς διαλέγουμε πλευρά: για μας η εκπαίδευση είναι δικαίωμα όλων, και διεκδικούμε την βελτίωση και αναβάθμιση των δομών της στο σήμερα. Η ανάγκη για άμεση αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος προκύπτει από την ίδια την λειτουργία των δομών της εκπαίδευσης αφενός ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους που διαμορφώνει ιδεολογικά τα υποκείμενα,  και αφετέρου ως εκείνης της δομής που προετοιμάζει  νέους και νέες εργαζομένους /ες. 

Ισότητα μαζί με την ποιότητα
Το μοντέλο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που εμείς διεκδικούμε, περιλαμβάνει αρχικά την ισότιμη πρόσβαση όλων σε ποιοτική εκπαίδευση. Απέναντι σε ένα μοντέλο που την «καλή» μόρφωση παίρνουν οι πλούσιοι, ενώ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν πρόσβαση στην γνώση που απλά θα τους μάθει μια δουλειά, εμείς διεκδικούμε την απελευθερωμένη από ταξικούς και άλλους φραγμούς πρόσβαση στο σχολείο και μάλιστα σε όλες του τις βαθμίδες. Ενάντια στην ενίσχυση της αριστείας των λίγων , εμείς θέλουμε να «αριστεύουν» οι πολλοί και να γίνονται όλοι κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Βασική μας θέση επίσης, που αποτελεί πλέον και κυβερνητική επιλογή, είναι η κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών ως τέτοιο και η αντικατάστασή του από ένα μάθημα θρησκειολογίας που θα σέβεται την πολυπολιτισμικότητα και την διαφορετικότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Να δούμε λοιπόν και το θέμα της υποχρεωτικής πρωινής προσευχής, του υποχρεωτικού εκκλησιασμού, των εικόνων αγίων στις σχολικές αίθουσες κτλ.  Και αν αυτό είναι τα πρώτα βήματα στον διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, εμείς θα πούμε, επιτέλους! Χαιρετίζουμε την εισαγωγή των προσφυγόπουλων στο σύστημα της πρωτοβαθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και παλεύουμε αυτή να επεκταθεί, όπου υπάρχουν κέντρα προσφύγων, μεταναστευτικές κοινότητες ή άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, και σε όλη την χώρα. 

Αν δεν περιγράψουμε τα βήματα για τον στόχο δεν θα φτάσουμε ποτέ στον στόχο
Γνώμονας στην διαμόρφωση των προτάσεών μας πρέπει να είναι η ανάγκη για τον διαχωρισμό ανάμεσα στα άμεσα βήματα και τους μακροπρόθεσμους στόχους. Στόχος μας λοιπόν είναι η οικοδόμηση ενός διαφορετικού μοντέλου σχολείου, με αναβάθμιση του ρόλου του Γυμνασίου και την θεσμοθέτηση του Ενιαίου υποχρεωτικού Λυκείου θεωρίας και πράξης. Στο σχολείο αυτό θα φοιτούν όλα τα παιδιά, θα παίρνουν τον ίδιο κορμό βασικών γνώσεων, γνώση που θα έχει περισσότερο πλάτος και όχι τόσο βάθος. Αυτό το σχολείο θα είναι ενιαίο για όλους, μακριά από λογικές υπερεξειδίκευσης, οι μαθητές και οι μαθήτριες θα αποκτούν όλα αυτά που τους χρειάζονται για να γίνουν ολοκληρωμένοι και κοινωνικά χρήσιμοι άνθρωποι. Θέλουμε ένα απολυτήριο που θα πιστοποιεί την περάτωση μιας ολοκληρωμένης και αυτόνομης εκπαιδευτικής βαθμίδας, ανεξάρτητης από την μετέπειτα πορεία του εκπαιδευόμενου, και τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις που θα αποκτά ενδεχομένως μέσω της ελεύθερης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή μέσω της επαγγελματικής μεταλυκειακής δημόσιας εκπαίδευσης. Τα βήματα για να φτάσουμε στον στόχο αυτό είναι η αλλαγή του προσανατολισμού του σχολείου από τις εξετάσεις στην μόρφωση καθαυτή, η εισαγωγή νέων μαθημάτων που άπτονται των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτισμικών αναγκών, η ανανέωση των σχολικών εγχειριδίων επίσης στην κατεύθυνση αυτή, η κατάργηση των πανελληνίων εξετάσεων και η αντικατάστασή τους από ένα σύστημα ελεύθερης πρόσβασης με ένα προπαρασκευαστικό έτος στην επιστημονική κατεύθυνση που επιλέγει ο κάθε μαθητής. 

Τριτοβάθμια εκπαίδευση: δεν θυσιάζουμε το όραμα μπροστά στον «ρεαλισμό»
Περνώντας τώρα στο κομμάτι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι άμεσες παρεμβάσεις κρίνουμε πως πρέπει να κινούνται σε δύο κατευθύνσεις: αυτή της ενίσχυσης του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα, όπως και αυτής της κοινωνικής  χρησιμότητας της γνώσης. Το Πανεπιστήμιο, ο μαζικότερος κοινωνικός χώρος νεολαίας,  έχει κατορθώσει να «βγάζει» νέους και νέες καταξιωμένους/ -ες επιστήμονες, έχει όμως «ξεχάσει» – τα τελευταία χρόνια – τον κοινωνικό και πολιτικό του ρόλο.  Και πολιτικός και κοινωνικός ρόλος δεν μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη μας, χωρίς δημόσια εποπτεία και κρατική χρηματοδότηση. Αφενός λοιπόν διεκδικούμε, την απομάκρυνση των εργολαβιών από τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστήμιων αλλά και την φοιτητική μέριμνα, την αξιοποίηση των υποδομών των ιδρυμάτων προς όφελος των φοιτητών (πχ, πανεπιστημιακά τυπογραφεία, πολιτιστικές λέσχες κτλ.), την κατάργηση των διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα, και αφετέρου την ουσιαστική συνδιοίκηση και την κατάργηση όλων των οργάνων και διαδικασιών εποπτείας και παρέμβασης από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες.  Επιπλέον θέλουμε γνώση στην υπηρεσία των κοινωνιών αναγκών, γνώση που να μπορεί να αξιοποιηθεί για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, πανεπιστημιακή έρευνα που θα προσανατολίζεται επίσης στην κατεύθυνση αυτή. Πολλοί νέοι επιστήμονες αναγκάζονται σήμερα να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό αναζητώντας μεταξύ άλλων και καλύτερες ακαδημαϊκές προοπτικές. Δουλειά μας, λοιπόν, είναι να επαναφέρουμε τον χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου ως κύτταρο παραγωγής γνώσης και έρευνας, ως του θεσμού εκείνου που θα συνεισφέρει στην κοινωνική αλλαγή μέσα από καινοτόμες προτάσεις και λύσεις για την παραγωγή και την οικονομία. 
Μιλώντας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δε θα πρέπει να ξεχνάμε την πάγια διεκδίκησή μας για Ενιαίο χώρο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας. Αυτό σημαίνει την κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ ΑΕΙ και ΤΕΙ, καθώς και την αναδιαμόρφωση του ακαδημαϊκού χάρτη, των πανεπιστημιακών τμημάτων κτλ. με βάση το επιστημονικό- γνωστικό αντικείμενο, και όχι με βάση την πολλές φορές σαθρή διάκριση μεταξύ επιστημονικής και τεχνικής γνώσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, πολλά τμήματα των ΤΕΙ μπορούν να ενσωματωθούν στα αντίστοιχα τμήματα των ΑΕΙ, με συναφές γνωστικό αντικείμενο, ενώ έτσι απόφοιτοι παρόμοιων τμημάτων μπορούν να έχουν ίδια επαγγελματικά δικαιώματα, με βάση και την αρχή «ενιαίο πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο». Επιπλέον θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων, ώστε τα αποτελέσματα των ερευνητικών προγραμμάτων να είναι δημόσια, και άρα άμεσα κοινωνικά αξιοποιήσιμα, και να μην μπορούν εξωπανεπιστημιακοί θεσμοί, όπως οι μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, να τα κατοχυρώνουν αποκλειστικά προς όφελός τους. 
Η μάχη για  την παιδεία είναι μάχη η οποία πρέπει να δοθεί σήμερα, πέρα κι έξω από τα όρια που θέτει η δημοσιονομική εποπτεία και το μνημόνιο. Είναι μια μάχη πρωτίστως ιδεολογική, είναι η μάχη της γενιάς μας. 

* Οι Τσεφαλά Βίκυ και Φτούλη Αλεξάνδρα- Αναστασία είναι Μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

 

Tο στοίχημα της Αριστεράς του 21ου αιώνα

Μπορεί η Αριστερά από κυβερνητική θέση να εφαρμόσει μια φιλολαϊκή πολιτική στο πλαίσιο της πρότασης στρατηγικής του 2ου Συνεδρίου για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό;

Διανύουμε την πιο βαθιά διαρθρωτική κρίση στην παγκόσμια οικονομία. Κρίσεις που άρχισαν να εκδηλώνονται από τον 18ο αιώνα ως αποτέλεσμα των βαθιών αλλαγών στην τεχνολογική εξέλιξη, με τις βαθιές αλλαγές στα μέσα παραγωγής, τη συγκέντρωση – συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής, εξελίσσεται με ρυθμούς πρωτόγνωρους. Ανατρέπονται τα στάνταρ αιώνων του επεκτατικού παραγωγικού μοντέλου. Η ρομποτική τεχνολογία φαίνεται ότι οδηγεί στην ανάπτυξη νέων μεγάλων παραγωγικών αυτοματοποιημένων συγκροτημάτων, όπως η επιστροφή μετά από αιώνες της κλωστοϋφαντουργίας με ρομποτική τεχνολογία στην Αμερική, της ADIDAS στη Γερμανία.

Αναδύεται μια νέα κυρίαρχη αντίθεση, το δίπολο υπερπαραγωγή – υποκατανάλωση.

 

Η Αριστερά μπροστά στα σοβαρά προβλήματα

Η Αριστερά στη χώρα μας με όρους τακτικής προσπαθεί να δώσει πολιτικές διεξόδους και λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα που έχουν προκύψει από την εκδήλωση της διαρθρωτικής κρίσης του 2008.

Η αντίληψη και ο πολιτικός λόγος που εκφράζουν τα υφιστάμενα αριστερά ιδεολογικά ρεύματα, με τις διαφορετικές αποχρώσεις τους, έχουν τη βάση τους στο δίπολο «επανάσταση – μεταρρύθμιση» που κυριάρχησε στον 20ό αιώνα. Κυριαρχεί στην αντίληψη, στον πολιτικό λόγο και την πολιτική πρακτική το «θέλω = μπορώ», που αναδεικνύει τον υποκειμενικό παράγοντα σε κυρίαρχο μοχλό της εξέλιξης και υποβιβάζει σε υποδεέστερο τον αντικειμενικό παράγοντα.

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, την εγκατάλειψη του ευρωκομμουνισμού, της προσχώρησης της σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, τα αδιέξοδα στρατηγικής πολλαπλασιάζονται.

Α. Αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι στην εξέλιξη.

Σε αντίθεση με τη λενινιστική στρατηγική «ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» αποδείχτηκε ότι ο καπιταλισμός δεν έκλεισε τον κύκλο του και μπορεί να αναπτύξει τις νέες παραγωγικές δυνάμεις.

Η στρατηγική της ανατροπής – κατάρρευσης του καπιταλισμού με μοχλό τη δράση του υποκειμένου δεν επαληθεύεται. Η εποχή που ξεκίνησε με το μανιφέστο του Μαρξ, με το «προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε», κλείνει με την εμφάνιση της πληροφορικής τεχνολογίας και μαζί της η στρατηγική της «ανατροπής του καπιταλισμού».

Διανύσαμε την πρώτη φάση της ανάπτυξης της πληροφορικής και της αυτοματοποίησης της εργασίας. Οι τεχνολογικές εξελίξεις στους τομείς των επιστημών και της τεχνολογίας με πρωταγωνιστικό τον ρόλο της πληροφορικής – ρομποτικής είναι ραγδαίες. Δημιουργούνται για πρώτη φορά δυνατότητες απαλλαγής των ανθρώπων από τη χειρωνακτική εργασία.

Όσο πολλαπλασιάζονται τα νέα παραγωγικά μέσα, τόσο περισσότεροι εργαζόμενοι βγαίνουν εκτός χειρωνακτικής εργασίας. Η μισθωτή εργασία όμως αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα στην κατανάλωση. Ιστορική πρόκληση σ` αυτή την πορεία για την εξασφάλιση εισοδήματος αποτελεί η αναγκαιότητα στροφής προς την κοινωνική οικονομία. Ουσιαστικά δημιουργείται η υλικοτεχνική υποδομή ενός διαφορετικού κοινωνικού – παραγωγικού μοντέλου.

Το πολιτικό διακύβευμα για την Αριστερά είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Ζητούμενη η διαμόρφωση της νέας αριστερής στρατηγικής, στην εποχή της ρομποτικής, που πρέπει να πάρει υπ` όψιν της τη σχέση αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, που πρόκειται να καθορίσουν τη σχέση υπερπαραγωγή-υποκατανάλωση.

Β. Η τάση εξέλιξης της υπεραξίας.

Όσο θα αυξάνεται ο βαθμός αυτοματοποίησης της εργασίας τόσο θα μικραίνει η υπεραξία στην απόλυτη μορφή της, που εμπεριέχεται στη μονάδα τού κάθε παραγόμενου προϊόντος. Η τάση εξέλιξης της υπεραξίας -στη μονάδα του προϊόντος- θα μπορούσε να προσομοιωθεί ως μια φθίνουσα συνάρτηση με όριο το μηδέν. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πρακτικά, γιατί εξαρτάται από την εξέλιξη της αντίθεσης υπερπαραγωγή – υποκατανάλωση.

Στους διαδοχικούς κύκλους της αυτοματοποίησης, η διαδικασία συσσώρευσης υπεραξίας θα καθοδηγεί με μεγάλη ένταση τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Η τάση αυτή οδηγεί σε δημιουργία μεγάλης κλίμακας παραγωγικές μονάδες στις μητροπόλεις, με εγκατάλειψη της περιφέρειας και του φθηνού εργατικού δυναμικού.

Η αντίθεση «υπερπαραγωγή – υποκατανάλωση» θα οξύνεται λογω περιορισμού του εισοδήματος. Στην πορεία αυτή υπάρχει ιστορικό σημείο τομής της σχέσης υποκειμενικών – αντικειμενικών παραγόντων. Στη φάση εκείνη της ανθρώπινης Ιστορίας θα εμφανιστούν κομβικά προβλήματα. Καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων είτε αλλαγή του πολιτικού μοντέλου διαχείρισης των προβλημάτων. Το ιστορικό καθήκον της Αριστεράς αποτελεί η προετοιμασία της ανθρωπότητας να μην επαναλάβει το ιστορικό προηγούμενο των «λουδδιτών».

Στη χαραυγή της νέας εποχής, η διατύπωση μιας νέας στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης και εξισορρόπησης των κοινωνικών προβλημάτων θα συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση των κατάλληλων πολιτικών διαχείρισης αυτής της περιόδου.

Γ. Το στρατηγικό καθήκον της Αριστεράς.

Η «επαναστατική Αριστερά» του 20ού αιώνα και οι σημερινές εκδόσεις της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» είχαν και έχουν στον πυρήνα της αντίληψης τους και μοναδικό κριτήριο δράσης τη βούληση του υποκειμένου ως κυρίαρχου μοχλού της ιστορικής εξέλιξης.

Η άποψη ότι η γενική κρίση του καπιταλισμού αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση για το γκρέμισμά του, με μοναδικό μοχλό τη δράση του υποκειμένου, οδήγησε στο δίπολο «ρήξη – ενσωμάτωση». Η τακτική της «ρήξης» αποτρέπει τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων στην υπεράσπιση άμεσων συμφερόντων.

Η επαναδιατύπωση του στρατηγικού στόχου «του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» οδηγεί σε αδυναμία σύνδεσης των σημερινών προβλημάτων με το πραγματικό στρατηγικό τους βάθος. Έτσι η διαμόρφωση των πολιτικών προσαρμογής στην Ευρωζώνη με όρους τακτικής δεν γίνεται αποδεκτή από μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω των «πολιτικών λιτότητας».

 

Νέα τακτική για την Αριστερά. Aνατροπή η μεταρρυθμίσεις

Η ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα ως κυρίαρχου μοχλού εξελίξεων ασχέτως της ωρίμανσης των αντικειμενικών συνθηκών, όπως και αγκυλώσεις από τη θεώρηση του «ιμπεριαλισμού» ως τελευταίου σταδίου, έχουν οδηγήσει αριστερές δυνάμεις στο περιθώριο.

Οι στρεβλώσεις στο κράτος υπό την κυριαρχία του πελατειακού κομματικού μεταπολιτευτικού συστήματος, με την υπερδιόγκωση του κρατικού τομέα, οδήγησαν στον υπέρμετρο δανεισμό, διαμόρφωσαν μια εξωπραγματική οικονομική ευμάρεια, τροφοδότησαν την υπέρμετρη κατανάλωση και τη σημερινή χρεοκοπία. Η κοινωνία αδυνατεί να δεχτεί ότι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν οι «καταναλωτικές κατακτήσεις» με δανεικά.

Βασική προϋπόθεση για την επίλυση των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας μας αποτελεί η μεταρρύθμιση με αξιοκρατία και διαφάνεια στο πολιτικό σύστημα.

Το 2ο Συνέδριο πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα: Ανατροπή ή μεταρρυθμιστική πορεία;

Η αντίληψη της «ανατροπής» οδηγεί στις αγκυλώσεις του παρελθόντος και απομακρύνει την αναγκαιότητα διαμόρφωσης στρατηγικής με βάθος για τις επόμενες δεκαετίες και τις βαθιές αλλαγές που θα συμβούν στον τεχνολογικό τομέα.

Η άκριτη υιοθέτηση της «μεταρρυθμιστικής πορείας», αν δεν επενδυθεί με τις απαραίτητες θεωρητικές αναζητήσεις, μπορεί να οδηγήσει κάλλιστα στην υπηρέτηση του υφιστάμενου «νεοφιλελευθέρου μοντέλου» της Ευρωζώνης, όπως συνέβη στην παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία.

Η απάντηση δύσκολη, όμως ιστορικά αναγκαία.

Ασυνέχεια

Να σχεδιάσουμε τη δίκαιη ανάπτυξη με γνώμονα τη μείωση της ανεργίας και την επιστροφή των νέων επιστημόνων από το εξωτερικό, την προστασία της εργασίας, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του περιβάλλοντος, σε αντιδιαστολή με λογικές «success story», «άνεργης ανάπτυξης», μαύρης και αδήλωτης εργασίας

Η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σημείο καμπής για την έκβαση της ταξικής πάλης και τον χαρακτήρα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Όποιες αναλύσεις κι αν κάναμε τα προηγούμενα χρόνια για το κράτος και την Ε.Ε., για τον ρόλο και τη στρατηγική των αντιπάλων μας, κατανοούμε καθημερινά πως η σφαίρα της εφαρμοσμένης πολιτικής είναι πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη. Αυτό φάνηκε τόσο κατά την περσινή διαπραγμάτευση και την ήττα που υποστήκαμε λόγω του οικονομικού πραξικοπήματος από τους δανειστές όσο και από τη συνεχιζόμενη επίθεση που δεχόμαστε από τους εγχώριους εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού σε όλα τα πεδία του κράτους. Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι η όποια σύγκρουση με τη διαπλοκή λαμβάνει χώρα τους τελευταίους μήνες δεν πρέπει απλώς να εκλαμβάνεται ως μια σύγκρουση που στοχεύει στον «αστικό εκσυγχρονισμό». Αντίθετα, αποτελεί ολομέτωπη σύγκρουση με τις εγχώριες νεοφιλελεύθερες ελίτ ακριβώς επειδή η ίδια η διαπλοκή είναι μία από τις εκφάνσεις του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα.

Το συνέδριο του κόμματός μας πραγματοποιείται σε μια περίοδο συμπιεσμένου πολιτικού χρόνου. Για εμάς, η συζήτηση πρέπει να εκκινεί από την παραδοχή πως κάθε πολιτική μας επιλογή δεν ξεχνά τον στρατηγικό μας στόχο, τον κοινωνικό μετασχηματισμό, τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, με δημοκρατία και ελευθερία. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και τον ρόλο που θέλουμε να επιτελεί τόσο η κυβέρνηση όσο και το κόμμα μας, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από βήματα μπροστά, από άλματα και πισωγυρίσματα. Σε μια διαδικασία όπου η πάλη για την «αριστερή ηγεμονία» αποτελεί απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση για το προχώρημα του εγχειρήματός μας. Η μάχη αυτών των ημερών, οριοθετείται από τις σχέσεις εκπροσώπησής μας με τις κοινωνικές τάξεις που θέλουμε να εκφράζουμε, τους δημοσιονομικούς περιορισμούς του 3ου Μνημονίου και την επιτροπεία, το προσφυγικό, τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις που έχουν αναπτυχθεί καθώς και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή.

Με βάση τα παραπάνω θα πρέπει να είμαστε πολιτικά αυστηροί με τους εαυτούς μας, να καταδείξουμε αδυναμίες, παθογένειες και να ορίσουμε πολιτικές προτεραιότητες και αιχμές.

Χρειαζόμαστε ένα συνέδριο πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης

 

Πολιτική ανασυγκρότηση

α) Εκπόνηση πολιτικού σχεδίου προσανατολισμένου στην όξυνση της ταξικής σύγκρουσης: Να προσανατολιστούμε δηλαδή στη λεγόμενη «πολιτική με π μικρό», είτε αυτό αφορά τους χώρους δουλειάς, τη σύγκρουση με την εργοδοσία και την ανασυγκρότηση των συνδικάτων, είτε αυτό σχετίζεται με ζητήματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είτε με τη διεύρυνση της δουλειάς μας στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης κ.ο.κ. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο που θα τροφοδοτεί τις Ο.Μ. του κόμματος, θα συσπειρώνει κόσμο, θα πυροδοτεί κοινωνική κίνηση και θα μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε πέρα από την ήττα. Όπως προαναφέραμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το οξυγόνο του κόμματος είναι οι ίδιες οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλουμε να εκπροσωπούμε.

β) Εκπόνηση ενός προγράμματος που θα δεσμεύει κυβερνητικές επιλογές και θα ορίζει τις πολιτικές προτεραιότητες του επόμενου βραχυπρόθεσμου και μεσοπρόθεσμου διαστήματος, χωρίς να δημιουργεί κενά τα οποία θα καλύπτονται από προσωπικές στρατηγικές και ιεραρχήσεις, από βλέψεις που ουδεμία σχέση έχουν με την Αριστερά. Η όποια συζήτηση γι` αυτό που έναν χρόνο πριν ονομάσαμε παράλληλο πρόγραμμα πρέπει να εξειδικευθεί. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης του Μνημονίου, το οποίο δεν αποτελεί δικό μας πρόγραμμα, έχει πρωταρχικά το στοιχείο της σύγκρουσης με τους δανειστές ακριβώς επειδή οι αντίπαλοί μας διεκδικούν διαρκώς νέο χώρο παρέμβασης που θα εξυπηρετεί την περαιτέρω κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω της συνέχειας της εσωτερικής υποτίμησης.

β1. Να σχεδιάσουμε τη δίκαιη ανάπτυξη με γνώμονα τη μείωση της ανεργίας και την επιστροφή των νέων επιστημόνων από το εξωτερικό, την προστασία της εργασίας, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του περιβάλλοντος, σε αντιδιαστολή με λογικές «success story», «άνεργης ανάπτυξης», μαύρης και αδήλωτης εργασίας.

β2. Να σχεδιάσουμε την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους δίνοντας προτεραιότητα στη διεύρυνση και υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας και υγείας καθώς και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι τομές που έχουν ξεκινήσει πρέπει να ενταθούν.

β3. Να σχεδιάσουμε τις παρεμβάσεις που πρέπει να συνεχιστούν στο κράτος και τους θεσμούς για το ξερίζωμα του συστήματος εκείνου που τόσα χρόνια μεροληπτεί υπέρ των δυνατών και των πλουσίων. Να εισάγουμε θεσμούς δημοκρατίας και κοινωνικού ελέγχου και να διευρύνουμε τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε και την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ως μία διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης στις αιχμές που ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό. Σε αυτή τη διαδικασία το κόμμα δεν μπορεί να απουσιάζει αλλά οφείλει να χαράξει στρατηγική συσπείρωσης του κόσμου.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε πως το όποιο σχέδιο, εάν δεν περιλαμβάνει τους νέους ανθρώπους, αυτούς που στο παρελθόν χαρακτηρίστηκαν «χαμένη γενιά», δεν μπορεί να περπατήσει. Οι νέοι άνθρωποι είναι εκείνη η κοινωνική δύναμη που μπορεί να συμβάλει με ουσιαστικό τρόπο στις βαθιές τομές που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Προς τα εκεί πρέπει να στρέψουμε το βλέμα μας, τον λόγο και τις προτεραιότητές μας. Σε αυτό το κομμάτι εδώ και αρκετούς μήνες μένουμε μετεξεταστέοι.

 

Οργανωτική ανασυγκρότηση

Ένα πολιτικό σχέδιο για να μπορέσει να προχωρήσει θα πρέπει να έχει και τις αντίστοιχες οργανωτικές προεκτάσεις. Την περίοδο που διανύουμε παρατηρήσαμε τα δομικά όρια που παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Από τη λειτουργία των οργάνων και των Ο.Μ. μέχρι τη σχέση του κόμματος με την κυβέρνηση.

α) Βασική προϋπόθεση μιας δημοκρατικής ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η αναβάθμιση του ρόλου της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας. Ένα από τα βασικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει καθημερινά ο χώρος μας είναι τα πολλαπλά κέντρα λήψης αποφάσεων, κυρίως εκτός του κόμματος. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί θέτοντας στο επίκεντρο τον ρόλο των κομματικών οργάνων. Η Κ.Ε. και η Π.Γ πρέπει να είναι τα κεντρικά όργανα που θα λαμβάνουν τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις για την πορεία του κόμματος και της κυβέρνησης. Πρέπει να ορίζουν τις πολιτικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης και τις προτεραιότητές της. Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε να έχουμε όλοι μερίδιο στις νίκες και τις ήττες καθώς τα αποτελέσματα της εκάστοτε επιλογής βαραίνουν τις πλάτες όλων μας ακόμα και χωρίς τον αντίστοιχο καταμερισμό ευθυνών. Άρα χρειαζόμαστε μία αναβαθμισμένη πολιτικά και οργανωτικά Κ.Ε., η οποία να μπορεί ως συλλογικότητα να υπηρετεί τις συνεδριακές αποφάσεις, τους στόχους και τα μέτωπα που έχει ορίσει το κόμμα, χωρίς παρερμηνείες και αντιφάσεις, που να μπορεί να παρεμβαίνει στη συγκυρία. Η αλλαγή που προτείνεται στο καταστατικό για «ποσόστωση κράτους» στο 25% του οργάνου μπορεί να διασφαλίσει τη δημιουργία μιας Κ.Ε που θα μπορεί να αξιοποιεί την κρατική και κυβερνητική εμπειρία ορίζοντας παράλληλα στόχους παρέμβασης τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Αντίστοιχα, χρειαζόμαστε δευτεροβάθμια όργανα που θα μπορούν να υπηρετούν ένα συλλογικά διαμορφωμένο και αποφασισμένο σχέδιο. Να ξαναβρούν τα μέλη λόγο συμμετοχής, να αντιληφθούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο καθένας και η καθε μία που παλεύει σε κάθε κοινωνικό χώρο για την επίτευξη των συνδιαμορφωμένων πολιτικών μας στόχων. Πρέπει να τελειώνουμε οριστικά με τις συνελεύσεις και τις διαδικασίες δημοσιογραφικού χαρακτήρα ενημέρωσης του κυβερνητικού έργου, να σπάσουμε τη λογική της ανάθεσης, να δοθεί περιεχόμενο δουλειάς στις οργανώσεις.

β) Αντιμετωπίζουμε ένα ουσιαστικό πρόβλημα στο κόμμα, αυτό της υστέρησης στελεχών. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κεντρικών στελεχών πήγε στην κυβέρνηση και το περσινό καλοκαίρι βιώσαμε μια διάσπαση έχει οδηγήσει σε αποδιοργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας του κόμματος, της συνοχής των διαδικασιών, του τρόπου που συζητάμε και της πολιτικής κατεύθυνσης που έχουμε. Η συνθήκη αυτή πρέπει μετά το συνέδριο να αλλάξει. Το κόμμα πρέπει να δημιουργήσει κομματική σχολή, με διαδικασίες και σεμινάρια γύρω από πολιτικά και οργανωτικά ζητήματα, που θα διαπαιδαγωγούν τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν κεντρικές ευθύνες στην κομματική ιεραρχία. Πολλές φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι ακόμη και με προβλήματα κατανόησης και παρερμηνείας της κεντρικής πολιτικής γραμμής, γεγονός που δημιουργεί συγχίσεις, ενώ παράγουν στρεβλές πολιτικές κατευθύνσεις για τις οργανώσεις και την δουλειά τους. Χρειαζόμαστε επίσης σύσταση τμήματος θεωρίας της Κ.Ε. του κόμματος, το οποίο σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς θα επεξεργάζεται ζητήματα συγκυρίας, ιδεολογικού χαρακτήρα, θεωρητικού προβληματισμού, ιστορίας και μνήμης, συμβάλλοντας στην αναγκαία πολιτικοποίηση των μελών του κόμματος και στη διαμόρφωση ιδεολογικής ταυτότητας.

γ) Το κόμμα θα πρέπει να βγει από το συνέδριο με κανόνες δεοντολογίας και με συγκεκριμενοποίηση του πολιτικού και οργανωτικού ρόλου των επαγγελματικών στελεχών, των έμμισθων στελεχών στην κυβέρνηση και το κράτος. Ένα αριστερό κόμμα δεν πρέπει να δημιουργεί σχέσεις οικονομικής εξάρτησης μόνιμου χαρακτήρα με τα μέλη του. Όπως προτείνεται όριο δύο θητειών στους βουλευτές, αντίστοιχα αυτό θα πρέπει να ισχύει για τα επαγγελματικά στελέχη, για τους επιστημονικούς συνεργάτες κ.λπ. Ένα από τα συγκριτικά στοιχεία της ανάπτυξης της εκάστοτε γραφειοκρατίας είναι η λογική του «αναντικατάστατου», φαινόμενο το οποίο έχει ταλανίσει πολλές δεκαετίες τα κόμματα και δη της Αριστεράς.

Έχουμε καθήκον να φτιάξουμε και να μαζικοποιήσουμε το κόμμα μας, χωρίς όμως να βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Η δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές τάξεις που θέλουμε να εκπροσωπούμε, η εμπλοκή τους στις διαδικασίες και στη ζωή των οργανώσεων πρέπει να έχει περιεχόμενο. Χωρίς σχέδιο δεν θα πείσουμε κανέναν. Χρειαζόμαστε νέο πολιτικό προσανατολισμό, πολιτική ειλικρίνεια και μεθοδολογία παρέμβασης. Μια συνολική πρόταση ζωής που θα εμπνεύσει τους φτωχούς να εναντιωθούν στη φτώχεια τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει, γιατί μαζί του θα χάσει ολόκληρη η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το βαρος της Ιστορίας είναι πολύ μεγάλο και έχουμε την ευθύνη να το κουβαλήσουμε μέχρι το τέλος.

 

* Ο Ιάσονας Σχινάς Παπαδόπουλος είναι γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Το αναγκαίο τέλος των τάσεων, ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας

Η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου ήταν μια συνύπαρξη διαφορετικών ρευμάτων, τα περισσότερα αριστερής προέλευσης, που έφεραν το ιδεολογικό τους στίγμα. Ρεύματα που ήθελαν να παραμείνουν διακριτά και να υπερασπιστούν το ιδεολογικό τους παρελθόν ως απόδειξη συνέπειας. Αυτά τα ρεύματα συγκρότησαν τις τάσεις / συνιστώσες, ως κόμματα μέσα στο κόμμα. Δημιούργησαν τους δικούς τους μηχανισμούς και την εκλογική κάθοδο ώστε να εκλέγουν όσο δυνατόν περισσότερα μέλη τους στα όργανα. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της πραγματικότητας ήταν ότι πρακτικά δεν μπορούσαν να εκλεγούν μέλη του ΣΥΝ εκτός τάσεων. Έτσι στις επιτροπές πάντα υπήρχαν εκπρόσωποι των τάσεων. Λέγαμε τότε και μετά ότι οι εκτός τάσεων έπρεπε να συγκροτήσουν μια ατασική τάση. Τότε χρησιμοποιήθηκε έντονα η διαπραγμάτευση μεταξύ των τάσεων για να καταλήγουν σε αποδεκτές αποφάσεις από, σχεδόν, όλους.

Οι τάσεις, εκτός από ό,τι ιδεολογικό εκπροσωπούσαν, εξελίχτηκαν σε χώρους περιχαράκωσης και εκλογικούς μηχανισμούς που μάλιστα αλληλοϋποβλέπονταν. Αυτού του είδους η συγκρότηση λειτουργούσε και λειτουργεί σε βάρος της δημοκρατικής λειτουργίας, αφού η κάθετη λειτουργία του κόμματος μέσω των πολιτικών κινήσεων και των οργάνων υποκαταστάθηκε από την οριζόντια λειτουργία εντός και μεταξύ των τάσεων παραγκωνίζοντας τα μέλη. Αυτή η κατάσταση καμία τάση δεν ενόχλησε είτε στο παρελθόν είτε τώρα που γεννά ερωτηματικά για το πώς αντιλαμβάνονται τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος.

Αντί λοιπόν οι τάσεις σταδιακά να ατονήσουν, ώστε το κόμμα να γίνει κόμμα των μελών του, αυτές παραμένουν και επιμένουν «εγωιστικά». Θα ήταν απλοϊκό κάποιος να ζητήσει την καταστατική κατάργηση των τάσεων και να τις αναγκάσει να περάσουν στην «παρανομία» και στις υπόγειες λίστες των εκλογών. Θα περίμενε όμως να μελετήσουν την εμπειρία από τη λειτουργία του κόμματος και το περιεχόμενο συμμετοχής των μελών του στο κομματικό γίγνεσθαι και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους για το τι είναι πιο σημαντικό. Η επιβίωσή τους και οι μικροεξουσίες ή το κόμμα και τα μέλη του; Γιατί να είναι ή να γίνει κάποιος μέλος του ΣΥΡΙΖΑ; Για να συνδιαμορφώνει την πολιτική του κόμματος ή να την σχολιάζει εκ των υστέρων; Η «κατάργηση» των τάσεων βέβαια θα πρέπει να συνοδευτεί και με την αλλαγή της σχέσης κόμματος – κυβέρνησης. Δηλαδή το κόμμα να μην παρακολουθεί τις πολιτικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αλλά να είναι αυτό που θα παίρνει πρωτοβουλίες μέσα από τη δημοκρατική λειτουργία του, που να ενστερνίζεται η κυβέρνηση. Αυτό βέβαια ισχύει και για τον δήμο και την Περιφέρεια για τις αντίστοιχες πολιτικές κινήσεις.

Σήμερα, με τα ηλεκτρονικά μέσα, οι Π.Κ. μπορούν να συνδιαμορφώνουν την πολιτική του κόμματος με την ηγεσία. Αρκεί να υπάρχει η πολιτική επιλογή. Αντλώντας διδάγματα από τη λειτουργία της Αθηναϊκής δημοκρατίας θα πρέπει στα όργανα να εκλέγεται με κλήρωση ένα ποσοστό των μελών τους (π.χ. 1/3) ώστε σταδιακά όλοι να αναλαμβάνουν ευθύνες. Ο «εκδημοκρατισμός» του ΣΥΡΙΖΑ είναι όρος και προϋπόθεση για την επιτυχή έξοδο από τα Μνημόνια και τη δημοκρατική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας με αριστερό και οικολογικό πρόσημο. Είναι εγγύηση να μην αφομοιωθεί από την (κυβερνητική) εξουσία. Ο δημοκρατικός ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συσπειρώσει δυνάμεις και να αναδειχτεί σε πρωτοπορία και δημοκρατικό υπόδειγμα για την κοινωνία.

 

* Ο Ροίκος Θανόπουλος είναι τέως μέλος ΣΥΡΙΖΑ

Κόμμα όσο ποτέ άλλοτε

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, να δούμε και να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα της σχέσης του κόμματος, της κυβέρνησης και της κοινωνίας, με το φως της νέας εμπειρίας του ενάμισι χρόνου διακυβέρνησης της Αριστεράς

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον η Αριστερά των δικαιωμάτων, της εργασίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού ανέλαβε τις τύχες μιας χώρας που ήταν σε κάθετη πτώση. Νεοφιλελεύθερες επιλογές, διαπλοκή, ένα σαθρό / σάπιο πολιτικό σύστημα, εργασιακή γαλέρα, ήταν ό,τι καθόριζε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Μέσα σε μια Ευρώπη που είχε λησμονήσει τις ιδρυτικές της αξίες, της αλληλεγγύης και της ισότητας, στενάζοντας στον μονόδρομο της λιτότητας, βαδίζοντας ολοταχώς στα βράχια της διάλυσης και της ακροδεξιάς επέλασης.

Η Αριστερά, η δική μας Αριστερά, τον Ιούλιο του 2015 έκανε μια σαφή ιστορική και στρατηγική επιλογή. Να αγωνιστεί για να αντιστρέψει σιγά σιγά την κατάσταση στην Ελλάδα και να συμβάλει ώστε να αρχίσει να αχνοφέγγει η ελπίδα και στην Ευρώπη. Η επιλογή αυτή δικαιώθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους και πιστεύω πως δικαιώνεται καθημερινά από τότε, με αδυναμίες, με καθυστερήσεις αλλά σιγά σιγά μπαίνει μπροστά η «μηχανή». Οι δείκτες αρχίζουν να αλλάζουν θετικά, η ελεύθερη πτώση σταμάτησε, η νεοφιλελεύθερη γαλέρα στους χώρους της εργασίας αντιμετωπίζεται, η διαπλοκή χτυπιέται, αλλά βεβαίως έχουν πάρα πολλά ακόμα να γίνουν.

Επίδικα και ταυτοτικά ζητήματα όπως η ένταση των παρεμβάσεών μας στους χώρους της εργασίας, εκεί που η εργατική τάξη στενάζει από τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες, τη διαπλεκόμενη επιχειρηματικότητα (χρωστάς δεδουλευμένα 8-10 μηνών, αλλά ζεις πλουσιοπάροχα…), εκεί που η υγιής επιχειρηματικότητα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, εκεί που το συνδικαλιστικό κίνημα προσπαθεί να ξαναβρεί τον χαμένο (ανάμεσα σε γραφειοκρατία και αριστοκρατία) βηματισμό του, εκεί που ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, οι νέες θέσεις εργασίας και η αντιμετώπιση της ανεργίας πρέπει να ξεπεράσουν τις πολιτικές ανακύκλωσης και τις συναλλαγές του voucher στα σχετικά προγράμματα. Στον ευρύ χώρο της εργασίας συναντιέται όλη η Ελλάδα, όλη η κοινωνία. Ο χώρος της εργασίας και οι συνθήκες που αναπαράγονται καθορίζουν την κουλτούρα, τη ζωή και την ελπίδα ολόκληρου του λαού. Γι` αυτό έχουμε την ιστορική ανάγκη και υποχρέωση, αυτός ο χώρος, ο χώρος της εργασίας, να είναι το κύριο μέλημα της δικής μας Αριστεράς.

Για όλα αυτά τίθενται νέα ερωτήματα. Παλιά διερευνούσαμε το ζήτημα της σχέσης του κόμματος με την κοινωνία και τις συλλογικές εκφράσεις της. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, να δούμε και να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα της σχέσης του κόμματος, της κυβέρνησης και της κοινωνίας, με το φως της νέας εμπειρίας του ενάμισι χρόνου διακυβέρνησης της Αριστεράς.

Με κριτήρια, το βασικότερο από τα οποία είναι το ότι όλοι εμείς που βρεθήκαμε να υπηρετούμε την Αριστερά από κυβερνητικές θέσεις, βρεθήκαμε εκεί γιατί το κόμμα κέρδισε τις εκλογές.

Η σχέση του κόμματος και της κυβέρνησης, μια σχέση αλληλεξάρτησης και αυτονομίας, μια σχέση επικοινωνίας και σεβασμού των ρόλων, αλλά και μια σχέση που καθορίζεται από στρατηγικές που όλοι μαζί αποφασίζουμε και όλοι μαζί -με κοινό βηματισμό- υπηρετούμε.

Η σχέση της κυβέρνησης με την κοινωνία, μια σχέση διαρκούς διαλόγου, μια σχέση με ανοιχτές πόρτες, με ανοιχτές δομές, με θεσμούς ενδυνάμωσης της διαβούλευσης, χωρίς φοβικά σύνδρομα, αλλά με πίστη στο έργο που επιτελούμε, στην προοπτική του και στο διαφορετικό που είμαστε.

Τέλος, η σχέση κόμματος και κοινωνίας, μια σχέση ανοικτή, διαλόγου και εξωστρέφειας, ζύμωσης προτάσεων και απόψεων, μια σχέση που θα επιτρέψει σε όλους και όλες να δούνε το αύριο με ένα μάτι ελπίδας, με ένα μάτι θετικής σύγκρισης με το παλιό και σάπιο που οικοδομήθηκε επί μισό και πλέον αιώνα και τώρα πεθαίνει. Επιτροπές, εξορμήσεις, κινήσεις πολιτών παντού, με σημαία τις θέσεις μας, ανοιχτοί στην κριτική και επιθετικοί γιατί οι επιλογές μας είναι η μόνη ελπίδα για να αλλάξει η καταστροφική ρότα που ιχνογράφησαν οι άλλοι για τη χώρα μας.

Όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα είναι το απόλυτο διακύβευμα του συνεδρίου μας. Κόμμα – κυβέρνηση – κοινωνία. Δεσμοί ενότητας και συνεργασίας, δεσμοί εμπιστοσύνης και ελέγχου, δεσμοί επικοινωνίας και διαλόγου, γιατί αυτό, όλο αυτό, είναι η δική μας Αριστερά.

 

* Ο Ανδρέας Νεφελούδης είναι μέλος της οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ Πεντέλης

Το συνέδριο και η ψηφιακή επανάσταση

Ένα συνέδριο πρέπει να πάρει σοβαρά υπόψιν του τις επαναστάσεις που μεσολάβησαν από το προηγούμενο. Και σε έναν κόσμο που αλληθωρίζει προς την Ακροδεξιά, προς τον Ούγγρο Ορμπάν και τον Αμερικανό Τραμπ, οι επαναστάσεις αυτές ήταν συγκεκριμένες: των Podemos στην Ισπανία, του Κόρμπιν στη Μεγάλη Βρετανία και του Σάντερς στις ΗΠΑ. Μπορεί να μην κατάφεραν να πάρουν την εξουσία αλλά και οι τρεις πέτυχαν ριζικές ανατροπές. Άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό στη χώρα τους, κατάφεραν να ριζοσπαστικοποιήσουν και να φέρουν στην πολιτική εκατομμύρια πολίτες, ιδίως νέους. Και τα κατάφεραν χάρις στο κοινό όπλο που χρησιμοποίησαν: το Ίντερνετ και τα social media.

Χάρις στα νέα ψηφιακά μέσα και οι τρεις αυτές μικρές επαναστάσεις βρήκαν ένα αντίβαρο στην καταθλιπτική υπεροχή των αντιπάλων τους στα παραδοσιακά ΜΜΕ.

Ασφαλώς η τηλεόραση εξακολουθεί να παραμένει το βασικό μέσο ενημέρωσης στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά δεν είναι πλέον παντοδύναμη. Επομένως μια σύγχρονη επικοινωνιακή στρατηγική, στην Ελλάδα, την Ισπανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν μπορεί να εξαντλείται στις ρυθμίσεις και τις μάχες για τις τηλεοπτικές άδειες, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές. Η αναξιοπιστία των συμβατικών μέσων ενημέρωσης αλλά και των δημοσιογράφων κάνει τους Έλληνες να παρακολουθούν τα νέα μέσω των social media και των ενημερωτικών ιστοσελίδων σε μεγαλύτερα ποσοστά από ό,τι σε άλλες χώρες, σύμφωνα με την πρόσφατη (2016) έρευνα του Ινστιτούτου Reuters για την Ελλάδα (πίνακας).

Με βάση μια επίσης πρόσφατη έρευνα της Public Issue, το 32% του πληθυσμού στην Ελλάδα άνω των 18 ετών (σχεδόν ο 1 στους 3) έχει λογαριασμό σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 2.851.000 άτομα. Σύμφωνα με άλλες μετρήσεις, το 62% των κινητών τηλεφώνων είναι smartphone και το 45% χρησιμοποιεί mobile Internet.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του νέου ηγέτη των Βρετανών Εργατικών ήταν ένα ψηφιακό μανιφέστο, για το οποίο τόνισε στη παρουσίασή του: «Η εκστρατεία μου είναι πρωτοπόρος στην αξιοποίηση των επιτευγμάτων της νέας τεχνολογίας για την οργάνωση πολιτικών εκστρατειών, όπως ποτέ στο παρελθόν… Η δημιουργικότητα της δικτυωμένης νέας γενιάς είναι πρωτοφανής. Έχουμε χιλιάδες νέους εθελοντές που συμμετέχουν σε αυτήν την ψηφιακή επανάσταση. Θα διοχετεύσουμε αυτή τη νέα ενέργεια και δημιουργικότητα στη εκστρατεία των Εργατικών για τις γενικές εκλογές, όποτε γίνουν, και είναι με αυτόν τον τρόπο που το Εργατικό Κόμμα θα επιστρέψει στην κυβέρνηση». Χάρη στην κινητοποίηση μέσω του Ίντερνετ, τα μέλη του Εργατικού Κόμματος αυξήθηκαν κατά 60.000 μέσα σε μια εβδομάδα, γεγονός που χάρισε τη νίκη στον Κόρμπιν, όταν αμφισβητήθηκε από τους βαρόνους του Εργατικού Κόμματος. Το Ίντερνετ δίνει τα όπλα για τη δημιουργία σύγχρονων και ανοιχτών στη κοινωνία κομμάτων νέου τύπου εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών και των οπαδών του κόμματος στη λήψη των αποφάσεων και την εκλογή της ηγεσίας του.

Για την Αριστερά, η χρησιμοποίηση των νέων μέσων ενημέρωσης και των social media έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για δύο λόγους. Πρώτον, οι χρήστες στο Ίντερνετ και τα social media κινούνται βασικά σε προοδευτική κατεύθυνση.

Σύμφωνα με την έρευνα της Public Issue για την πολιτική ιδεολογία των χρηστών: το 36% τοποθετούνται στην Αριστερά, έναντι 22% στη Δεξιά. Δεύτερον, μια βασική αιτία γι` αυτό είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται περισσότερο από νέους. Οι νέοι 18-34 ετών εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό (81%), ακολουθούν τα άτομα ηλικίας 35-54 ετών (47%), ενώ μικρότερη αντιπροσώπευση στα social media έχουν τα άτομα 55 ετών και άνω (17%). Είναι επομένως ζωτικής σημασίας η ευρύτερη χρησιμοποίησή τους από τον ΣΥΡΙΖΑ, που καλείται να ανοιχτεί στην κοινωνία και ειδικότερα στους νέους, για να αντιστοιχίσει τη μικρή οργανωτική του δύναμη με την πολύ μεγαλύτερη εκλογική και πολιτική επιρροή που διαθέτει.

Το Ίντερνετ και οι εμπειρίες από τις τρεις προαναφερθείσες ψηφιακές επαναστάσεις προσφέρουν χρήσιμα διδάγματα για την ελληνική Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, στην εκστρατεία για τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, τα social media και το Ίντερνετ χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά, με δημιουργικότητα και φαντασία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εκλογική νίκη του κόμματος. Όλη αυτή η τεχνογνωσία δεν πρέπει να πάει χαμένη και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και ενόψει του συνεδρίου, για την προσέλκυση ευρύτερων ομάδων πολιτών στην προσυνεδριακή διαδικασία. Είναι γεγονός ότι το συνέδριο γίνεται σε σχεδόν έκτακτες συνθήκες, λόγω της οικονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης προσπάθειας της Δεξιάς να πετύχει, και μέσω των κατεστημένων ΜΜΕ, την «αριστερή παρένθεση». Αλλά αυτές οι έκτακτες καταστάσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι η επόμενη επανάσταση θα είναι ψηφιακή.

Περί συμμαχιών και άλλων δαιμονίων

Το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει χώρα σε μία περίοδο πολύ κρίσιμη για τη χώρα, την Ευρώπη και την Αριστερά. Πρόκειται για το πρώτο συνέδριο που πραγματοποιείται με την Αριστερά στην κυβέρνηση και καλείται, ως εκ τούτου, να δώσει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα, μεταξύ των οποίων οι σχέσεις κυβέρνησης – κόμματος, συμμαχίες, ιδεολογικός προσανατολισμός του κόμματος, τι Αριστερά θέλουμε.

Πολλάκις έχει χλευαστεί, ως υπερφίαλο, το σύνθημα «Αλλάζουμε την Ευρώπη». Οι πρόθυμοι και βιαστικοί τιμητές συνειδητά ξεχνούν ότι δεν μπορούν να γίνουν ριζικές αλλαγές σε εθνικό επίπεδο χωρίς παράλληλες αλλαγές σε ευρωπαϊκό.

Ακριβώς γι` αυτό οι συσχετισμοί δυνάμεων στην Ευρώπη σήμερα είναι εξαιρετικά σημαντικοί: στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας εξελίσσεται σήμερα μία σύγκρουση, όπου τίθεται σε αμφισβήτηση η πορεία της τα 25 τελευταία χρόνια.

Η κοινωνική πρόοδος των μεταπολεμικών δεκαετιών με τη διεύρυνση και ενδυνάμωση του αναδιανεμητικού και ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, με ενίσχυση των θεσμών αντιπροσώπευσης σε κάθε επίπεδο, πολιτικό, συνδικαλιστικό, κοινωνικό, οφείλεται εν πολλοίς στη σοσιαλδημοκρατία. Η ιδεολογική μεταλλαγή της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας των τελευταίων δεκαετιών και η ταύτισή της με τις συντηρητικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι από τις βασικές αιτίες πολιτικής απαξίωσης της έννοιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Στη Μεγάλη Βρετανία ο Κόρμπιν ανετράπη από τους επιγόνους του μπλερισμού της κομματικής ελίτ, για να επανεκλεγεί θριαμβευτικά όταν προσέτρεξε στη βάση. Στην Ισπανία ο Σάντσεθ οδηγήθηκε σε παραίτηση από τους βαρόνους του κόμματός του επειδή αρνούνταν να δώσει χείρα βοηθείας, διά της στήριξης ή της αποχής, στον Ραχόι εφαρμόζοντας επί της ουσίας αποφάσεις των οργάνων του κόμματός του. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαμάχη μεταξύ σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών.

Χρειάζεται, λοιπόν, να επαναδιατυπώσει η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά με σύγχρονους όρους τις θεμελιακές της αρχές. Να αγωνιστεί για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος ενίσχυσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών στην Ευρώπη. Με στόχο τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πολιτών και των κοινωνιών και όχι των διευθυντηρίων, εκπροσώπων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής ελίτ. Περισσότερη αντιπροσώπευση, περισσότερη δημοκρατία. Με αταλάντευτο μέτωπο στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό.

Εκκρεμές και ανοικτό παραμένει το ερώτημα πώς τοποθετούνται οι εκπρόσωποι της εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας απέναντι σε όλα αυτά που συμβαίνουν στα αδελφά κόμματα στην Ευρώπη.

Το ίδιο μεγάλη είναι και η ευθύνη της φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς. Και σε μία τόσο κρίσιμη φάση δεν χωρούν μισόλογα, αντιθέτως όσοι ενδιαφερόμαστε για μία άλλη Ευρώπη πρέπει να συνεννοηθούμε σε ορισμένα πράγματα: πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι παραδοσιακές ευρωομάδες και ευρωπαϊκά κόμματα έχουν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο και ότι στους κόλπους του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς υπάρχουν δυνάμεις αντιευρωπαϊκές που αντιστρατεύονται την ευρωπαϊκή ιδέα.

Όπως πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι αριστερές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις οφείλουν να αναζητήσουν συμμάχους, οι οποίοι δεν μπορεί να είναι άλλοι από τις δυνάμεις των Πρασίνων και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, που θα διαφοροποιήσουν τη θέση τους από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ευθύνονται για τα σημερινά αδιέξοδα της δογματικής λιτότητας, αλλά και για την αποθεσμοποιημένη μονεταριστική Ευρώπη.

Υπ` αυτό το πρίσμα η σοσιαλδημοκρατία καλείται να διαλέξει όχθη και οι φιλοευρωπαϊκές αριστερές δυνάμεις καλούνται να τη «διευκολύνουν» διαχωρίζοντας τη θέση τους από τις αντίστοιχες αντιευρωπαϊκές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι πολύ θετική η πρωτοβουλία για την πλατφόρμα συνεννόησης με ευρωβουλευτές των Πρασίνων και των Σοσιαλδημοκρατών που πάρθηκε από ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα, μία τέτοια συμμαχία στερεί συμμάχους από τον νεοφιλελευθερισμό, ακόμη και μέχρι τώρα κυβερνητικούς του εταίρους και καθίσταται σήμερα ακόμη πιο απαραίτητη, όταν η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την απειλή του νεοναζισμού. Σε αυτόν τον αγώνα η Αριστερά έχει ανάγκη αριστερούς σοσιαλδημοκράτες και Πρασίνους, οι οποίοι, μάλιστα, έχουν περγαμηνές σε αυτόν τον αγώνα, προκειμένου να συγκροτηθεί ένα ευρύ προοδευτικό φιλολαϊκό μέτωπο που να ανασχέσει την καθίζηση της ευημερίας των Ευρωπαίων πολιτών που βαίνει ραγδαία, με τη γνωστή της απαρχή στον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά και την περαιτέρω απαξίωση του πολιτικού λόγου και τάση επικράτησης εθνολαϊκιστικών μορφωμάτων, ακόμη και σε χώρες με ιστορικό σοσιαλιστικό και φιλοευρωπαϊκό παρελθόν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και πρέπει να παραμείνει ένα κόμμα αριστερό. Άλλο είναι ο ιδεολογικός προσανατολισμός και η φυσιογνωμία του κόμματος και άλλο οι συμμαχίες. Οι μόνοι που φοβούνται να μπουν σε διάλογο με άλλες δυνάμεις προκειμένου να δημιουργήσουν συμμαχίες είναι αυτοί οι οποίοι δεν έχουν εμπιστοσύνη στις απόψεις τους και στις ιδέες τους και φοβούνται ότι θα αλλοιωθεί η φυσιογνωμία του χώρου τους.

Αυτή τη στιγμή το ερώτημα είναι σαφές: Περαιτέρω πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης με σαφή στόχο την ομοσπονδιοποίησή της ή τη διάλυσή της και δημιουργία περιφερειακών συνασπισμών (όπως βλέπουμε και από επίσημα χείλη πλέον να ψελλίζεται), οπισθοχώρηση στον εθνικισμό και τον κοινοτισμό;

Το εγχείρημα της Ένωσης από το ξεκίνημά του, την εποχή της Ένωσης Χάλυβα και Άνθρακα, με όλες τις ατέλειες και τα προβλήματά του, είναι ο χώρος με το καλύτερο επίπεδο προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αυτό που επέτρεψε στην Ευρώπη να ζήσει τις περισσότερες δεκαετίες ειρήνης και ευημερίας. Οι αριστερές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις καλούνται να καταθέσουν μία προοδευτική, όσο και ρεαλιστική, χρονικά καθορισμένη και οικονομικά μετρήσιμη πρόταση εξόδου από την οικονομική και πολιτική κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το διακύβευμα είναι κρίσιμο και η ιστορία δεν θα χαριστεί σε όποιον το θυσιάσει σε μικροπολιτικές, τακτικισμούς και ιδεοληψίες.

Γιατί, παραφράζοντας τον Μαρξ, πολλοί έχουν εξηγήσει και αναλύσει τον κόσμο, αλλά αυτή τη στιγμή πιο χρήσιμοι είναι αυτοί που θα τον αλλάξουν.

Και αυτοί είναι οι αριστεροί.

 

* Η Μαρία Γιαννακάκη είναι μέλος στην Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Κορυδαλλού

Παραγωγικό μοντέλο και Κοινωνικός μετασχηματισμός

Πολιτικές που αφορούν στις επενδύσεις και την εξασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα των αγαθών της ενέργειας, του νερού των μεταφορών κοκ. συντελούν στην προοπτική παραγωγικού μετασχηματισμού. Όμως το ζήτημα για το παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος παραμένει.

Παραγωγικό Μοντέλο και Κοινωνικός Μετασχηματισμός

Η συζήτηση για την αναπτυξιακή πολιτική –και προφανώς η πράξη– συντελείται στη δίνη της κρίσης, με αποτέλεσμα να θολώνει ο ορίζοντας των ευρύτερων πραγματικών προκλήσεων. Η πίεση της καθημερινότητας, η μεθοδευμένη επιθετικότητα της αντίπαλης πλευράς, δεν επιτρέπει το στοχασμό και τη στοχοθέτηση στο ευρύτερο πλαίσιο. Ποιο είναι, όμως, το ευρύτερο πλαίσιο;

Οι πιο συχνές και προφανείς αναφορές αφορούν στην κρίση υπερσυσσώρευσης (που γίνεται πρόδηλη με την εντεινόμενη ανισότητα και την κρίση κερδοφορίας) και στην οικολογική (περιβαλλοντική, κλιματική κλπ) κρίση. Αυτά όμως αφορούν στα αποτελέσματα, στα συμπτώματα της κρίσης. Οι αιτίες έγκεινται στις αντιφάσεις που παράγει η ενδογενής δυναμική του συστήματος. Στην οικολογική  η προσοδοθηρική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος στερεύει την πηγή του πλουτισμού. Τούτο μπορεί ίσως να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της μετάβασης στην κυκλική οικονομία και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στην οικονομική κρίση, όμως, πρέπει να ψάξουμε πιο βαθιά. Φαινομενικά, η κρίση βαθαίνει, καθώς –μετά την κρίση του 1970- η νεοφιλελεύθερη επίθεση από τη μία απελευθέρωσε το χρηματοπιστωτικό σύστημα επιταχύνοντας τη χρηματικοποίηση του κεφαλαίου, και από την άλλη επιτέθηκε στο κράτος μειώνοντας τόσο τον «κοινωνικό μισθό» όσο και τις δυνατότητες διαρθρωτική παρέμβασης στο πεδίο των συνθηκών αναπαραγωγής. Με την ιδιωτικοποίηση στα πεδία της υγείας, της παιδείας και της κατοικίας (μεταξύ άλλων, καθώς ο κατάλογος μάλλον είναι μεγάλος: κοινωνική ασφάλιση, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ) επιτάχυνε την πιστωτική επέκταση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Όμως η φούσκα σκάει (πρώτα στις ΗΠΑ, κατόπιν στο ΗΒ και έπεται συνέχεια), αφού τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπηρετήσουν ταυτόχρονα τις δανειακές υποχρεώσεις και τις λειτουργικές ανάγκες επιβίωσης, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι οικονομίες σε καθοδικά σπιράλ. Οι απόπειρες πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα: οι τράπεζες συσσωρεύουν στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν ξέρουν τι να κάνουν, ενώ η απασχόληση συντηρείται με κινήσεις απελπισίας (μερική απασχόληση, επισφάλεια κλπ) που δεν αναπληρώνουν το μερίδιο της εργασίας και αντίθετα βαθαίνουν την κρίση στην πλευρά της ζήτησης-κατανάλωσης.

Κι ενώ οι αναλύσεις σε ότι αφορά το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αφθονούν, σε ότι αφορά στην άλλη πλευρά, των σχέσεων παραγωγής και της εργασίας, επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή. Εδώ όμως βρίσκεται η ρίζα της χειραφέτησης από την κρίση. Αν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποτελεί την έκφανση της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων στην πλευρά του κεφαλαίου, στην πλευρά της εργασίας η εξέλιξη αυτή έχει συντελεστεί ενδογενώς –στο πλαίσιο της καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής– με δύο βασικά, αλληλένδετα χαρακτηριστικά. Την ενίσχυση της νοητικής εργασίας σε σχέση με τη χειρωνακτική -οπότε η παραδοσιακή συζήτηση για την εξαγωγή υπεραξίας φτάνει στα όριά της- και την ανάπτυξη αυξανόμενων αποδόσεων, καθώς η νοητική εργασία συσσωρεύεται ως γνώση και καινοτομία που συμβάλει στην παραγωγή αξίας πέρα από τη σφαίρα της μεταποίησης, με το στενό όρο της έννοιας, στη σφαίρα της ανάπτυξης προϊόντος και του μάρκετινγκ. Εκεί παράγεται και νοηματοδοτείται η αξία (χρήσης και ανταλλαγής).

Την επισήμανση αυτή για τη σταδιακή εξέλιξη –και κατακερματισμό της εργασίας– επεσήμανε ο Robert Reich το 1991 στο έργο του The Work of Nations. Η διαδικασία αυτή επιταχύνεται σήμερα από τη συνέργεια ραγδαίων εξελίξεων στην πληροφορική (τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική, αλγόριθμοι επεξεργασίας «μεγάλων δεδομένων» – big data κοκ), την επιστήμη των υλικών και τη βιολογία-βιοτεχνολογία. Όμως, αυτή η εξέλιξη της εργασίας μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής της τίθεται σε κίνδυνο μέσα από την επίθεση στο κοινωνικό κράτος. Παιδεία, υγεία και κοινωνική ασφάλιση συρρικνώνονται μαζί με την απασχόληση και τους μισθούς, οδηγώντας τόσο το πρεκαριάτο όσο και τα μέχρι πρόσφατα ανερχόμενα μεσαία στρώματα σε κρίση επιβίωσης. Από την άλλη πλευρά, οι νέοι εταιρικοί γίγαντες (Apple, Google, φαρμακευτικές, βιοχημικές εταιρείες κλπ) συσσωρεύουν κέρδη σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ δανείζονται στις χώρες παραγωγής. Μια ακόμη προκλητική ειρωνεία είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν την ύπαρξή τους στην επιχειρηματική πρωτοβουλία του κράτους, που όμως χάρισε την περιουσία του και δεν κράτησε κανένα μερίδιο στην επένδυση που πραγματοποίησε στην τεχνολογία. Πώς λοιπόν θα βγούμε από την δίνη της κρίσης, ειδικά εμείς που είμαστε το πιο δέσμιο πειραματόζωο των θεσμικών Φρανκενστάιν;

 

Πολιτική για, και με, τα υποκείμενα της ανάπτυξης

Είναι προφανές –ελπίζω από τα παραπάνω ότι οι πολιτικές υπεράσπισης και ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους (όπως περίπου εξειδικεύονται και στο παράλληλο πρόγραμμα) είναι στη σωστή κατεύθυνση και μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά γόνιμες. Παρόμοια, πολιτικές που αφορούν στις επενδύσεις και την εξασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα των αγαθών της ενέργειας, του νερού των μεταφορών κοκ. συντελούν στην προοπτική παραγωγικού μετασχηματισμού*. Όμως το ζήτημα για το παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος παραμένει. Η οικονομία (παραγωγή και κατανάλωση) δεν παίρνει ξανά μπρος απλά με δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικό κράτος και επιδότηση της απασχόλησης. Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του και ποια τα υποκείμενά του. Το τελευταίο στοιχείο απουσιάζει από όλες σχεδόν τις αφηγήσεις και προτάσεις, που μιλούν για ανάπτυξη δίχως υποκείμενα (νέα υποκείμενα, γιατί αλλιώς υπονοείται συμμαχία με τα παλιά κουρασμένα και χρεωκοπημένα «άλογα της ανάπτυξης»).

Το νέο παραγωγικό μοντέλο αφορά τόσο στις σχέσεις παραγωγής όσο και στο μείγμα του προϊόντος. Αρχίζοντας από το τελευταίο, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε υπερμεγέθη κατασκευαστικό κλάδο που υστερεί τεχνολογικά και παράγει στεγαστικές φούσκες και κρίσεις, ούτε στη μονοκαλλιέργεια του μαζικού τουρισμού. Η νέα παραγωγική δομή πρέπει να είναι αντίστοιχη της εποχής μας και να εξασφαλίζει τη δίκαιη ανάπτυξη που  επιδιώκουμε. Οι λίγες μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις δεν επαρκούν. Οι μεγάλες είναι, δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους παθητικοί μιμητές των εξελίξεων. Η επένδυση σε τομείς έντασης γνώσης μπορεί να βασισθεί και να αξιοποιήσει εκείνο το τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού που η ελληνική κοινωνία με κόπο και θυσίες ανέπτυξε. Χρειάζεται οι πολιτικές να είναι συνεκτικές και υπομονετικές, ώστε νέα παραγωγικά υποκείμενα να γεμίσουν το παραγωγικό κενό (νεοφυείς επιχειρήσεις, τεχνοβλαστοί  κοκ). Ένα πλέγμα δομών και υποδομών υποστήριξης, χρηματοδότησης, δικτύωσης και συντονισμού σε όλο το μήκος της «κοιλάδας του θανάτου» μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού οικοσυστήματος σε στενή αλληλένδεση με το ερευνητικό και εκπαιδευτικό δυναμικό (τεχνική, επαγγελματική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση). Η συστηματική αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ και των Ευρωπαϊκών μηχανισμών μπορεί να αποδώσει 200-300.000 θέσεις εργασίας σε 3-4 έτη.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πρόκληση τα νέα παραγωγικά υποκείμενα να υιοθετήσουν νέες παραγωγικές σχέσεις στο πλαίσιο της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Ο στόχος της πολιτικής για την κοινωνική οικονομία πρέπει να αφορά το προσκήνιο της παραγωγής και όχι το περιθώριο. Η ιδεολογική μάχη για την ηγεμονία θα πρέπει να δοθεί ώστε οι νέες επιχειρήσεις να είναι συνεταιρισμοί εργαζομένων, μαζί με διασώσεις στην κατεύθυνση του ιταλικού νόμου Μαρκορά. Από κοντά οι ομάδες παραγωγών και οι νέοι αγρο-βιομηχανικοί συνεταιρισμοί, οι καταναλωτικοί και ενεργειακοί συνεταιρισμοί μπορούν να αποτελέσουν ισχυρούς θύλακες του νέου που θα γεννιέται μέσα στο παλιό. Όμως, η πιο κρίσιμη μάχη θα είναι αυτό το οικοσύστημα με την ποικιλότητα των μορφών αλληλέγγυας οικονομίας να δημιουργήσει τις δικές του υπερδομές και θεσμούς αναπαραγωγής (χρηματοπιστωτικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς-παιδαγωγικούς). Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η Κ.ΑΛ.Ο είναι πιο αποτελεσματική (παραγωγική) από την καπιταλιστική οικονομία, αλλά η βιωσιμότητά της έγκειται στην ανάπτυξη αυτού του εποικοδομήματος που θα εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της.

Και πάλι, όμως, αυτά δεν επαρκούν για να βγούμε από την κοινωνική κρίση, ούτε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της τεχνολογικής εξέλιξης αποτελεσματικά. Δύο ακόμη αλλαγές είναι απαραίτητες. Πρώτα, η μείωση του χρόνου εργασίας, αρχικά στις 30 ώρες την εβδομάδα και εν συνεχεία ακόμη περισσότερο. Η ανεργία και η επισφάλεια θα αντιμετωπισθούν μόνο εφόσον η εργασία λάβει το μέρισμα της συνεχούς τεχνολογικής εξέλιξης. Αυτή η μείωση συνεπάγεται άμεση αύξηση της παραγωγικότητας και ευρύτερες εξελίξεις στο μείγμα προϊόντος, στην οικονομία του ελεύθερου χρόνου και προκλήσεις στη σφαίρα της αναψυχής, του δημόσιου χώρου και της σχέσης κοινωνίας-φύσης, που υπερβαίνουν την οικονομία του κειμένου.

Η άλλη συναφής και θεμελιώδης αλλαγή αφορά στο μέρισμα του δημοσίου στο προϊόν. Καθώς μεταβαίνουμε σε οικονομία της γνώσης και της δημιουργικότητας, η δημόσια συλλογική επένδυση στην προ-παραγωγική έρευνα και ανάπτυξη (και συχνά καινοτομία) δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο εκμετάλλευσης από μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες (ακόμη και αν αυτές είναι φορείς ΚΑΛΟ). Η ιστορική εμπειρία του ύστερου καπιταλισμού μας έδειξε ότι η άσκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα αποτελέσματα της έρευνας και της δημόσιας χρηματοδότησης, όπως αυτά που προτείνουν οι Lazonick & Mazzucato, μπορεί να χρηματοδοτήσει σημαντικό μέρος της δαπάνης για έρευνα, παιδεία και υγεία. Η συζήτηση αυτή ανοίγει ευρύτερα ζητήματα για τη θέσμιση και διαχείριση των αγαθών (κοινών, δημόσιων, ιδιωτικών και λέσχης). Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται το άλλο διακύβευμα της αριστερής διακυβέρνησης, η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, με αλληλεγγύη και άμεση συμμετοχή και έλεγχο.

Συνοψίζοντας, το νέο μοντέλο ανάπτυξης στηρίζεται στον αναβαθμισμένο ρόλο της εργασίας στις ΜμΕ με ενίσχυση της καινοτόμου δραστηριότητας, στις νεοφυείς επιχειρήσεις και τους τεχνοβλαστούς και στην ιδεολογική μάχη όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας να συντελείται μέσα από φορείς και δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Σε αυτή την πορεία, το κράτος και το δημόσιο διαδραματίζουν επιτελικό και στρατηγικό ρόλο τόσο για τη μετάβαση στο νέο παράδειγμα, όσο και για την εξασφάλιση των πόρων και του κοινωνικού μερίσματος. Το μέρισμα αυτό θα αποκτήσει πρακτικό αντίκρυσμα και μέσα από τη μείωση του χρόνου εργασίας και την ανάπτυξη κοινωνικής ευημερίας με δικαιοσύνη και βιωσιμότητα.

Γ. Σταμπουλής

* Ο όρος «ανασυγκρότηση» μάλλον είναι ανεπαρκής καθώς όχι μόνο αναπέμπει σε αμυντική λογική μετάβασης σε ένα ένδοξο-φαντασιακό «βιομηχανικό» παρελθόν, αλλά και αποφεύγει τη μετασχηματιστική δυναμική της τεχνολογικής εξέλιξης

Nα σπάσουμε θεσμικά τα τοπικά δίκτυα διαπλοκής

Η συχνή τριβή των πολιτών με τους αυτοδιοικητικούς παράγοντες, οι οικονομικές κι άλλου είδους συναλλαγές που ακόμα και σήμερα βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, καθώς και η μακροχρόνια παραμονή αυτοδιοικητικών παραγόντων στην εξουσία, προσφέρει τον χρόνο και την «εμπειρία» που απαιτείται για να αναπτυχθεί η διαπλοκή και ενδεχομένως η διαφθορά

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, με την Αριστερά στο προσκήνιο, απαιτείται η αναβάθμιση του ρόλου της Αυτοδιοίκησης, καθότι μόνο στο πεδίο της αυτόνομης παραγωγής και υλοποίησης πολιτικών για την τοπική κοινωνία μπορούν να θεμελιωθούν οι βάσεις ενός σύγχρονου, προοδευτικού και δημοκρατικού πολιτικού συστήματος.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση τα τελευταία χρόνια καλείται να ανταποκριθεί σε μια σειρά από ισχυρές προκλήσεις, παρά το ασφυκτικό πλαίσιο που έχει δημιουργήσει η οικονομική κρίση, αλλά και ο εκφυλισμός του θεσμού – απόρροια πρακτικών και πολιτικών που τον εξέθεσαν στα μάτια της κοινωνίας.

Έχουμε ανάγκη η Αυτοδιοίκηση να αποτελέσει ένα χρήσιμο προοδευτικό εργαλείο άσκησης πολιτικής, για την αναγκαία ενεργοποίηση της κοινωνίας με μετωπικούς όρους. Έχουμε ανάγκη η Αυτοδιοίκηση να βοηθά στην οργάνωση των αντιστάσεων, να στηρίζει τα τοπικά κινήματα και να τους παρέχει ζωτικό χώρο ανάπτυξης, να σηκώνει το βάρος της αλληλεγγύης στους οικονομικά ασθενέστερους, να οργανώνει κοινωνικές δομές με διαφάνεια, να συμβάλει ενεργά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και να είναι αποτελεσματική στοχεύοντας στη βελτίωση της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής.

Όλα τα παραπάνω όμως, δεν μπορούν να επιτευχθούν αν δεν την οχυρώσουμε θεσμικά και οικονομικά, καταπολεμώντας παράλληλα φαινόμενα παραγοντισμού και διαφθοράς.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, είναι γνωστό σε όλους μας, ότι η επίδοση των παρατάξεων που στηρίχθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η αναμενόμενη στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές, ιδιαίτερα στις αναμετρήσεις που δεν έλαβαν κεντρικά πολιτικά χαρακτηριστικά.

Σίγουρα η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκρηκτική και η δυναμική του δεν πρόλαβε να διαχυθεί στις τοπικές κοινωνίες. Επίσης, η πλειοψηφία των Αυτοδιοικητικών παρατάξεων που συμμετείχαν μέλη ή φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ και έλαβαν τη στήριξη του κόμματος, δημιουργήθηκε από μηδενική βάση, λίγους μόλις μήνες πριν τις εκλογές. Είναι όμως αυτός ο μοναδικός λόγος; Ασφαλώς και όχι.

Η πεποίθηση που κυριάρχησε πως η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ικανή να προσφέρει εκλογικές επιτυχίες, σε συνδυασμό με την έλλειψη διείσδυσης στις γειτονιές, η απουσία τοπικών στελεχών και αντίστοιχα η απουσία μαζικής δράσης σε τοπικό επίπεδο, η αδιαφορία και πολλές φορές η αποστροφή απέναντι στην οργανική μας ένταξη σε συλλογικότητες, αθλητικά σωματεία και ομάδες πολιτών, αποτελούσαν εξ αρχής ανασταλτικούς παράγοντες στην προσπάθεια μας για την αλλαγή συσχετισμών σε δήμους και περιφέρειες.

Με βάση τα παραπάνω, είναι ξεκάθαρο πως παρότι ως πολιτικός οργανισμός εκτιμούμε πως ο θεσμός της Αυτοδιοίκησης είναι καταλυτικής σημασίας στον δρόμο για τον προοδευτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, δεν κάναμε αρκετά για να υποστηρίξουμε αυτή μας την επιλογή.

Παρ` όλα αυτά, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που επέτρεψε σε παλιές, άλλοτε διεφθαρμένες κι άλλοτε κουρασμένες δημοτικές και περιφερειακές αρχές να επικρατήσουν ξανά στις τελευταίες εκλογές, είναι τα δίκτυά διαπλοκής που εμφανίζονται και αναπτύσσονται με τη μακροχρόνια παραμονή της εξουσίας στα χέρια λίγων.

Η διαπλοκή εντοπίζεται εξαιρετικά συχνά σε τοπικό επίπεδο, για μια σειρά από λόγους. Η συχνή τριβή των πολιτών με τους αυτοδιοικητικούς παράγοντες, οι οικονομικές κι άλλου είδους συναλλαγές που ακόμα και σήμερα βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, καθώς και η μακροχρόνια παραμονή αυτοδιοικητικών παραγόντων στην εξουσία, προσφέρει τον χρόνο και την «εμπειρία» που απαιτείται για να αναπτυχθεί η διαπλοκή και ενδεχομένως η διαφθορά.

Έτσι λοιπόν παρατηρούμε -ανήμποροι μέχρι σήμερα να αντιδράσουμε- να δημιουργούνται, (κυρίως) στην πρώτου βαθμού Αυτοδιοίκηση, ομάδες «επαγγελματιών» δημοτικών αρχόντων, που παρουσιάζονται στους δημότες ως οι μόνοι ικανοί να διοικήσουν. Η απαράδεκτη δραστηριότητα αυτών των «επαγγελματικών» ομάδων, είναι αδύνατο να καταπολεμηθεί χωρίς το ανάλογο θεσμικό πλαίσιο κι αυτό γιατί η πρακτική τους βασίζεται στη συναλλαγή.

Συνεπώς, πρέπει άμεσα ο ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει σε θεσμικές ανατροπές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μια από αυτές τις ανατροπές θα πρέπει να είναι η άμεση και με αναδρομική ισχύ θέσπιση ορίου θητειών στους δημάρχους, περιφερειάρχες καθώς και στους δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους.

Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν αυτοδιοικητικά στελέχη που ξεπερνούν τα 10, 15 ή 20 χρόνια θητείας. Οφείλουμε να σπάσουμε τα τοπικά δίκτυα διαπλοκής και αυτές οι αλλαγές θα πρέπει να θεσπιστούν και να εφαρμοστούν από την επόμενη κιόλας εκλογή. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή, είναι πιθανό να θεωρηθεί εμπαιγμός.

Ο τοπικός άρχων δε μπορεί παρά να είναι ένας εργαζόμενος, νεαρός επιστήμονας ή νέος συνταξιούχος, που θα καλείται να προσφέρει την εμπειρία του για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και μετά θα επιστρέφει στην καθημερινότητά του.

Μόνο έτσι θα απαλλάξουμε τον τόπο από τη γνωστή μεγάλη ομάδα των «επαγγελματιών», που δυναστεύει χρόνια τώρα τις τοπικές κοινωνίες. Μόνο έτσι και σε συνδυασμό με μια σειρά από αλλαγές που προωθούνται από την κυβέρνηση, θα μπορέσουμε να σπάσουμε τις λογικές εκλογικών συγκολλήσεων αυτοδιοικητικών παραγόντων ως μέσο για την επίτευξη υψηλών ποσοστών. Μόνο έτσι, θα μπορέσουν οι δημοτικές παρατάξεις να απελευθερωθούν στρέφοντας τη στρατηγική και τη διαδικασία συγκρότησής τους γύρω από ένα πλαίσιο πολιτικών αιτημάτων.

Μια τέτοια ριζοσπαστική τομή είναι σίγουρο πως θα έχει την αποδοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού – ακόμη και των αντιπάλων μας, θα αποτελέσει ιστορική τομή και θα ενισχύσει το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς.

* Ο Κώστας Μερκουράκης είναι μέλος της Ο.Μ. Π. Φαλήρου, δημοτικός σύμβουλος και επικεφαλής της Ριζοσπαστικής Αριστερής Κίνησης Π. Φαλήρου

* Ο Ιωάννης Μπίτσικας είναι μέλος της Ο.Μ. Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και δημοτικός σύμβουλος Π. Φαλήρου

Ένα κρίσιμο συνέδριο

Αυτό που γίνεται εδώ και 22 μήνες, παρά τις επιφυλάξεις και συχνά τις αρνήσεις των εκπροσώπων των δανειστών, είναι η προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας και ταυτόχρονα η έξοδός της από το τούνελ της κρίσης

Επιτρέπεται σε ένα μη-μέλος του ΣΥΡΙΖΑ να έχει άποψη και να τη διατυπώνει δημόσια για ένα θέμα που αφορά κατ’ εξοχήν τα μέλη; Τολμώ να γράψω μερικές σκέψεις, κι ας με συγχωρήσουν όσοι πιστεύουν ότι κακώς ανακατεύομαι.

Ακούω και διαβάζω ότι το επερχόμενο συνέδριο είναι κρίσιμο. Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Έναν χρόνο κι εννιά μήνες μετά τη διαμόρφωση της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ., ύστερα από τόσα πισωγυρίσματα και τόσες επιτυχίες που ανέτρεψαν το σκηνικό, πρώτα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και ύστερα με την απίστευτη εκλογική επιτυχία στις δεύτερες εκλογές τις οποίες προκάλεσε ο πρωθυπουργός, μετά την αποδοχή σύναψης μιας νέας συμφωνίας με τους δανειστές, ενώ τόσα σημαντικά νομοσχέδια έχουν κατατεθεί στη Βουλή, όταν οι ρυθμοί για να βγούμε από την κρίση είναι πολύ πιο αργοί απ’ όσο θα θέλαμε και με την εμπειρία της καθημερινής άσκησης της εξουσίας, το συνέδριο του κόμματος μπορεί να μην είναι κρίσιμο;

Μια σειρά από σοβαρά ζητήματα θα τεθούν αναπόφευκτα επί τάπητος. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί. Πρώτ’ απ’ όλα σε μια συγκυρία όπου οι πολιτικοί εκπρόσωποι της διαπλοκής προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανατρέψουν την κυβέρνηση χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που θεωρούν ότι μπορεί να τους βοηθήσει, κάθε ειλικρινής και καλοπροαίρετη κριτική στο έργο της θα μετατραπεί στα χέρια τους σε όπλο. Μπροστά σ’ αυτό, ο κίνδυνος εθελοντικής υποβάθμισης της κριτικής στάσης είναι μεγάλος. Η άνοδος στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ, ας μην το ξεχνάμε, κατέστη δυνατή πρώτ’ απ’ όλα λόγω των συνθηκών που επικράτησαν στη χώρα στα χρόνια 2008-2014, αλλά και λόγω των πετυχημένων χειρισμών της ηγεσίας του κόμματος, που κατάφερε, βαθμιαία, από κόμμα διαμαρτυρίας και συνασπισμό διαφορετικών πολιτικών ομάδων και τάσεων, να το μετατρέψει σε ενιαία πολιτική οργάνωση με, σχετικά, ομοιογενή ιδεολογία. Στην ομοιογένεια συνέβαλε πρόσφατα και η αποχώρηση των 43 βουλευτών οπαδών της δραχμής και η δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας.

Θεωρώ ότι μια πολιτικο-κοινωνική ιδεολογία περισσότερο συνεκτική είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να επιτευχθεί σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα εξουσίας. Αρκεί να κοιτάξει κανείς και τα υπόλοιπα ελληνικά πολιτικά κόμματα (με εξαίρεση βέβαια τη Χρυσή Αυγή, που είναι η ίδια ένα «τάγμα εφόδου»), για να διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να είναι πολύ διαφορετικά. Ούτε αυτό είναι ευκταίο. Τη στιγμή ετούτη οι αποκλίσεις ανάμεσα στις συνιστώσες της Νέας Δημοκρατίας είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στον ΣΥΡΙΖΑ. Μικρότερες είναι σίγουρα στο ΚΚΕ, αλλά αυτό ποια σημασία έχει;

Το κρίσιμο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ στις 13-16 Οκτωβρίου πιστεύω ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει τον στόχο του, να βοηθήσει δηλαδή αποφασιστικά την ηγεσία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τα προβλήματα της παρούσας φάσης, αν τα μέλη αυτολογοκριθούν έστω και στο ελάχιστο. Η λύσσα κατά της κυβέρνησης όλων των δυνάμεων που αγωνίζονται για την παλινόρθωση του παλαιού και το γεγονός ότι θα εκμεταλλευτούν την εμφάνιση κάθε κριτικής φωνής αρκεί για να σωπάσει κανείς; Να προσέξει τι λέει και πώς το λέει, ναι. Να αυτολογοκριθεί όμως; Το τι κάνουν οι δυνάμεις αυτές, είναι γνωστό σε όλους. Το τι θα γραφτεί στις εφημερίδες τους και τι θα ειπωθεί στα κανάλια τους, το ξέρουμε από τώρα. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στο επίπεδο αυτό είναι συντριπτικά κατά της Αριστεράς.

Στόχος ενός πραγματικού συνεδρίου παραμένει να καταστήσει σαφέστερη την πορεία πλεύσης. Κοιτάξτε τι έγινε με το αρχηγικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στο πρόσφατο συνέδριο. Αποκλειστικός στόχος εκεί ήταν η επιβεβαίωση της επικράτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη ως αρχηγού και τίποτε άλλο. Γι` αυτό και κόπηκαν χωρίς κανένα δισταγμό απ’ το συνέδριο οι νεολαίοι της ΟΝΝΕΔ. Τα υπόλοιπα ήταν απλά, αφού στο αρχηγικό κόμμα εκείνο που μετράει είναι η φωνή του αρχηγού και εκείνων που τον λιβανίζουν. Αντίθετα, σκοπός εδώ είναι να ακουστεί η φωνή και να γίνει γνωστός ο προβληματισμός των συνέδρων. Πρόκειται για μια ιδιότυπη ανταλλαγή εμπειριών. Η όξυνση των αντιπαραθέσεων σε μερικές στιγμές είναι αναπόφευκτη. Θα ακουστεί πολύ πιο έντονα η κριτική. Μα αυτό είναι το ζητούμενο σ’ ένα συνέδριο αυτού του τύπου και όχι οι αυτάρεσκες αναλύσεις των επιτυχιών. Όχι πως οι επιτυχίες πρέπει να θάβονται. Αυτή, αντίθετα, είναι κατά τη γνώμη μου η μεγαλύτερη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ. Το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης, παρά τις αντιξοότητες, είναι εντυπωσιακό. Δεν ακούγονται φωνές να το υποστηρίζουν δυνατά.

Ενώ η οικονομία δεν έχει ακόμα πάρει μπροστά είναι λίγο: α) ότι στηρίχτηκαν, έστω στοιχειωδώς, οι οικονομικά ευάλωτοι και β) ότι η φορολογία, σε όλα τα επίπεδα, μοιράστηκε με τρόπο δικαιότερο; Ως προς την πολιτική φυσιογνωμία της κυβερνώσας Αριστεράς, η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό αποτελεί σταθμό στην ιστορία του τόπου. Το ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι, ακόμα και του Κέντρου, έπνιξαν με τα ΜΜΕ που ελέγχουν το σημαντικότερο γεγονός της πολιτικής μας ζωής μετά τη Μεταπολίτευση δεν εκπλήσσει. Αφού είναι γνωστό ότι η μόνη σταθερή άποψη που πλέον έχουν είναι να επιστρέψουν στην εξουσία. Θεωρώ όμως ότι και η συμπολίτευση, και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία στην εξαγγελθείσα αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία, αν υλοποιηθεί, θα θέσει τις βάσεις ενός πολιτεύματος που διαδοχικές γενιές της μαχόμενης Αριστεράς προσδοκούσαν. Εκφράζει όμως και τα ιδανικά της φιλελεύθερης αστικής τάξης.

Αυτό που γίνεται εδώ και 22 μήνες, παρά τις επιφυλάξεις και συχνά τις αρνήσεις των εκπροσώπων των δανειστών, είναι η προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας και ταυτόχρονα η έξοδός της από το τούνελ της κρίσης. Οι συσχετισμοί δυνάμεων σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο περιορίζουν όμως και, ώς έναν βαθμό, καθορίζουν τις κινήσεις της κυβέρνησης. Αλλά και στο εσωτερικό, η συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ. δεν είναι απλή, ούτε για εκείνους ούτε για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και μ’ αυτούς τους συσχετισμούς δυνάμεων διεξάγεται το συνέδριο. Το να βγει ο ΣΥΡΙΖΑ δυναμικότερος και ανανεωμένος είναι, υποθέτω, το ζητούμενο. Θα μπορέσει να γίνει αυτό; Όταν δεν περιορίζεσαι στη διαχείριση της εξουσίας αλλά προσπαθείς, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, να υπερβείς, όπου μπορείς, τα όρια για να προχωρήσεις σ’ έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, τότε ένα έργο που μοιάζει μικρό και άχαρο παίρνει άλλες διαστάσεις.

* Ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι ιστορικός τέχνης και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

Οι συγκρούσεις με τα μεγάλα συμφέροντα προϋποθέτουν ένα κόμμα ισχυρό

Τα σχέδια των κυρίαρχων συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης αποκαλύφθηκαν με τη πρόταση Σοιμπλε για Grexit. Οι εκτιμήσεις του κόμματος μας ότι δεν θα μας βγάλουν από την Ευρωζώνη, ότι οι Ευρωπαίοι θα αναγκασθούν να υποχωρήσουν , ότι το Grexit θα οδηγήσει σε διάλυση την ευρωζώνη δεν επαληθεύτηκαν. Είχαν προετοιμασθεί, είχαν θωρακίσει το τραπεζικό τους σύστημα ώστε να μην έχει κλυδωνισμούς, λόγω της εξόδου της χώρας μας , για αυτό πρότειναν τη συγκεκριμένη λύση.

Νέες πολιτικές συνθήκες έχουν διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Έχουμε το τέλος του δικομματισμού και την Αριστερά στην Κυβέρνηση. Έχει ανατραπεί το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού μέσα από το οποίο προσπαθούν να χτυπήσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, να περιορίσουν το κοινωνικό κράτος και να αρπάξουν το πλούτο των χωρας μας.

Τα σχέδια των κυρίαρχων συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης αποκαλύφθηκαν με τη πρόταση Σοιμπλε για Grexit. Οι εκτιμήσεις του κόμματος μας ότι δεν θα μας βγάλουν από την Ευρωζώνη, ότι οι Ευρωπαίοι θα αναγκασθούν να υποχωρήσουν, ότι το Grexit θα οδηγήσει σε διάλυση την ευρωζώνη δεν επαληθεύτηκαν. Είχαν προετοιμασθεί, είχαν θωρακίσει το τραπεζικό τους σύστημα ώστε να μην έχει κλυδωνισμούς, λόγω της εξόδου της χώρας μας , για αυτό πρότειναν τη συγκεκριμένη λύση.

Η τήρηση σκληρής στάσης από την αρχή των διαπραγματεύσεων θα καθόριζε διαφορετικά τις εξελίξεις. Η στάση πληρωμών χρειαζόταν να ειχε ξεκινήσει από την έναρξη των διαπραγματεύσεων οχι μετά από μερικούς μήνες. Βέβαια αυτό ήταν μια επιδειξη καλης θέλησης από τη μερια της Ελληνικής Κυβέρνησης για συνεργασία και επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι απέναντι της είχε στυγνούς εκβιαστές. Επίσης, στο ξεκίνημα, λάθος χειρισμοί την οδήγησαν σε απομόνωση, χωρίς συμμάχους.

Το κόμμα αξιοποιεί τα διαφορα μέτρα που παίρνονται από την Κυβέρνηση της Αριστεράς για να συσπειρώσει το λαο γύρω από τις θέσεις του, να οργανώσει την δραση του, να αυξήσει τις δυνάμεις του ώστε από καλύτερες θέσεις να δώσει τις καθημερινές μάχες κατά των οργανωμένων συμφερόντων. Δεν περιορίζεται στο ρόλο του υπερασπιστή της πολιτικής της Κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν έχει εμπειρία στην άσκηση εξουσίας, σε συνθήκες οικονομικής καταστροφής. Όμως γνωρίζει τα προβλήματα, τους τρόπους αντιμετώπισής τους και τις λύσεις τους που είναι προς το συμφέρον των κοινωνικών στρωμάτων που την έφεραν στην κυβέρνηση.

Το κόμμα αφουγκράζεται τις διαθέσεις των πολιτών, ανοίγει δρόμους μεσα στη κοινωνία για να δεχθεί ριζοσπαστικές αλλαγές σε κάθε τομέα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που θα την οδηγήσουν στο ριζικό μετασχηματισμό της, προτείνει στη κυβέρνηση ώριμες αλλαγές που είναι έτοιμη να τις δεχθεί. Αντιπαλεύει τις καθυστερημένες δομές και αντιλήψεις που υπάρχουν.

Ευθύνη των μελών και στελεχών είναι η δημιουργία ενός κόμματος πρωτοπόρου στη δράση και στην οργάνωση του αγώνα του λαού μας ενάντια στα κατεστημένα συμφέροντα. Μακριά από προσωπικές φιλοδοξίες και παραγοντισμούς που στρέφονται κατά της συλλογικής λειτουργίας του κόμματος.

Η αντιμετώπιση και λύση καθημερινών προβλημάτων από τη κυβέρνηση της Αριστεράς προϋποθέτει σύνδεση των άμεσων στόχων με το μακροπρόθεσμο στόχο για τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Η Αριστερά στην Ελλάδα ζει πρωτόγνωρες συνθήκες. Καλείται, μέσα από της διακυβέρνηση της χώρας, να διαχειρισθεί τα ερείπια που άφησαν πισω τους ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες οικονομικής χρεωκοπίας, να αντιμετωπίσει προβλήματα επιβίωσης ενός φτωχοποιημένου λαού.

Το Αριστερό κίνημα στη χώρα μας άνοιξε νέους δρόμους για ολοκληρη την Ευρώπη . Στην Ελλάδα έχουμε τη πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην Ευρωπη. Εδώ θα βγουν τα πρωτα πολιτικά συμπεράσματα για τη διακυβέρνηση που θα βοηθήσουν τα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη. Το παράδειγμα της χώρας μας δείχνει ότι, απέναντι στη λιτότητα, υπάρχει εναλλακτική λύση σε όφελος των πολλών.

Εκτός από τα κέρδη των λίγων υπάρχουν οι ζωές των πολλών. Το όραμα της Αριστεράς είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας χωρις εκμετάλλευση, χωρις ανισότητες, με δημοκρατία και ελευθερία, όπου όλοι οι πολίτες θα απολαμβάνουν το πλούτο που παράγεται.

* Ο Κώστας Παππάς είναι συντονιστής της Νομαρχιακής Επιτροπής Ευβοίας του ΣΥΡΙΖΑ