Από το «μακρύ ζεστό καλοκαίρι» του 2015 που θα καταγραφεί στη μεν, σύγχρονη ελληνική ιστορία ως το πυκνότερο σε ιστορικό χρόνο, στις δε, συνειδήσεις μας ως μια βίαιη ενηλικίωση διανύσαμε μια αδιέξοδη κατεργασία πένθους. Μια κατεργασία πένθους που σηματοδότησε διασπάσεις, τη μελαγχολία της παραίτησης μελών και μια διαρκής διάζευξη : αυτή μεταξύ μιας αριστερής διακυβέρνησης εν μέσω ενός ανθρωποφάγου νεοφιλελευθερισμού που επιβάλλει μνημόνια εκβιάζοντας δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και της αριστερής μας συνείδησης. Αυτή μεταξύ είναι και δέοντος. Στον ελάχιστο χρόνιο που διαθέτω δε σκοπεύω να επιδοθώ σε μια ακόμη «νεκρολογία» της ελπίδας αλλά ούτε και να ενδώσω στη προβολή ευσεβών πόθων στη συγκυρία ή στα «παυσίπονα» μιας ακόμη εσχατολογίας. Σημείο εκκίνησής μου δεν είναι η αποτίμηση του παρελθόντος αλλά μια φυγή στο μέλλον. Κάναμε έναν επώδυνο πλην αναγκαίο συμβιβασμό διότι «η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα» αλλά η σωτηρία ενός λαού τη δεδομένη ιστορική στιγμή ακόμη μεγαλύτερο.
Θα ήθελα να αναφερθώ σε έξι σημεία:
Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε μια ήπια διαχείριση μιας χαμένης μάχης που όμως δεν κρίνει την έκβαση του πολέμου. Σκοπός μας είναι να σκιαγραφήσουμε τους οδοδείκτες της εξόδου από την επιτροπεία.
Σκοπός μας δεν είναι συνακόλουθα η διαχείριση της μιζέριας. Η ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης φέρει τη δική μας σφραγίδα, είναι δικός μας άθλος αλλά στόχος μας δεν είναι η πρόσκαιρη ανακούφιση της φτώχιας, αλλά η εξάλειψη των αιτίων που τη δημιουργούν. Πώς θα γίνει αυτό; Το σύνθημά μας δίκαιη ανάπτυξη, ήτοι δημιουργία θέσεων σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας δεν μεταφράζεται μόνο σε προσέλκυση επενδύσεων, αλλά και σε ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα ερείδεται σε εναλλακτικές μορφές οικονομίας και παραγωγής. Είναι και η αδιαπραγμάτευτη στάση μας στο κοινοτικό εργασιακό κεκτημένο. Υπολειπόμαστε κάποιες φορές σε όραμα και φαντασία. Σε κεντρικό σχεδιασμό και επεξεργασίες. Κάποιες φορές κωλυσιεργούμε, και τρέχουμε πίσω από γεγονότα. Αν υπάρχει όμως ένα plan b, τούτο είναι η θωράκιση μέσω της ανασυγκρότησης του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.
Η ιστορία μας δίδαξε ότι ο “σοσιαλισμός σε μία χώρα” ισοδυναμεί με την αυτοακύρωσή του και απολήγει σε μια καρικατούρα. Η καθημερινή εμπειρία της αριστερής διακυβέρνησης σε μια “έρημη χώρα” μας διδάσκει καθημερινά ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι το μεγάλο Συμβάν, η εφόρμηση στους ουρανούς της ουτοπίας δια μιας. Μας διδάσκει όμως ότι ο δρόμος δεν περνά από μέσα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έσπειρε τον σπόρο μιας άλλης Ευρώπης που οφείλει να επανιδρυθεί στις αρχές της δημοκρατίας, του κοινωνικού Κράτους και της αλληλεγγύης. Έστειλε ηχηρό μήνυμα που βρήκε ευήκοα ώτα ότι η λιτότητα είναι πολιτική επιλογή και όχι και “φυσικό” φαινόμενο που αίφνης ενσκήπτει αξιώνοντας την αυτονόητη πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Έθραυσε το ανθρωπολογικό στερεότυπο του «τεμπέλη του Νότου» που ζει παρασιτώντας τον “εργατικό” Βορά, καταδεικνύοντας ότι οι υπερχρεωμένοι λαοί και το νέο πρεκαριάτο είναι πολιτικά προσχήματα απορρύθμισης της εργασίας και προϊόντα της ιδεοληπτικής εμμονής στις ιδιωτικοποιήσεις και στην άτεγκτη δημοσιονομική πειθαρχεία εις βάρος κοινωνικών αγαθών. Όρος επιβίωσης της Αριστερής Διακυβέρνησης του 21ου αιώνα είναι η επανίδρυση της Ευρώπης και τούτο απαιτεί ένα ευρύ μέτωπο που θα λειτουργήσει, αφενός, ως πολιορκητικός κριός τους νεοφιλελεύθερου και ξενοφοβικού οχηρού μιας κατ΄ ευφημισμόν Ευρώπης, αφετέρου, ως μέσο απαγκίστρωσες της σοσιαλδημοκρατίας από τον εναγκαλισμό της με τον νεοφιλελευθερισμό στον οποίο έστρωσε τον δρόμο. Η Διάσκεψη των χωρών του Νότου ήταν ένα πρώτο σημαντικό βήμα. Ο δρόμος λοιπόν είναι μακρύς και επίπονος με παγίδες, οπισθοχωρήσεις και συνθηκολογήσεις. Μικρές νίκες, αλλά και ήττες, επώδυνα διλήμματα που ενσκήπτουν καθημερινά.
Σε τούτο τον μακρύ δρόμο χρειάζεται ένα κόμμα αρωγός και αισθητήρας των κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπούμε. Ένα κόμμα συλλογικός εργάτης και συλλογικός διανοούμενος που θα γίνεται τόσο εργαστήρι παραγωγής πολιτικής, όσο και σκαλωσιά πάνω στην οποία θα χτίζονται νέες υποκειμενικότητες. Γιατί αν θέλουμε να αλλάξει η Αριστερά πρέπει να αλλάξουμε πρώτα εμείς. Το ηθικό μας πλεονέκτημα δεν είναι μόνο προμετωπίδα της κυβερνητικής μας πολιτικής, ούτε η βαριά ιστορική μας κληρονομιά, αλλά δοκιμάζεται και σφυρηλατείται στην καθημερινότητά μας. Στρατηγικές προσωπικών φιλοδοξιών, κομματική ένταξη ως μέσο πρόσβασης στην εξουσία, αλλά και κόμμα ερμητικά κλειστό με διαρρηγμένες τις σχέσεις του με τις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπεί δεν είναι αριστερό κόμμα.
Η πολυτασική διάσταση του κόμματός μας είναι δείκτης δημοκρατίας. Πολυτασικό κόμμα όμως δεν είναι άθροισμα τάσεων που ενίοτε μπορούν να διολισθήσουν σε φράξιες ή καπετανάτα με μοναδικό γνώμονα τη νομή της εξουσίας.
“Πάση θυσία διακυβέρνηση;” Ρωτούν με γνήσια αγωνία συντρόφισσες και σύντροφοι. Η απάντηση είναι ΝΑΙ. Όχι γιατί αποφασίσαμε να συμμαχήσουμε με το διάβολο και να απωλέσουμε τη ψυχή μας. Όχι γιατί είμαστε γαντζωμένοι στις καρέκλες. Δεν είμαστε ανεπάγγελτοι και τέκνα του κομματικού σωλήνα. Αλλά γιατί σε εμάς έλαχε ο κλήρος της Ιστορίας, όχι μόνο να γίνουμε καταλύτης αλλαγής συσχετισμών στην Ευρώπη, όχι μόνο να εμπεδώσουμε δημοκρατία και το εσαεί επίκαιρο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και να χτίσουμε Κράτος Δικαίου για ένα λαό στον οποίο ασέλγησαν ασύστολα οι πρόθυμοι εγχώριοι υποστηρικτές της τρόικα, το απόστημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, όσες και όσοι θεωρούσαν εαυτούς πιο ίσους από τους άλλους και έχτισαν ένα Κράτος λάφυρο και τρόπαιο. Ο δρόμος προς το δημοκρατικό σοσιαλισμό περνά μέσα από την ισονομία και ισοπολιτεία του Κράτους Δικαίου, από τη δημοκρατία, αλλά και από την αναστήλωση του κοινωνικού Κράτους που ισοπέδωσε ο νεοφιλελεύθερος οδοστρωτήρας.
Αναλάβαμε βαριά και ιστορική ευθύνη σε δύσκολους καιρούς. Επιλέξαμε να μην αποδράσουμε στις λείες επιφάνειες της θεωρίας και να μην μείνουμε εσαεί στη γωνιά της αντιπολίτευσης, μονίμως διαμαρτυρόμενοι. Θα αγωνιστούμε και θα τα καταφέρουμε, άλλωστε οι μόνοι χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που δεν δίνονται.
Παρατήρησε ότι ο λεγόμενος δυτικός κόσμος βρίσκεται σε διαδικασία ανασυγκρότηση με τις συμφωνίες TTIP, NAFTA και CETA.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδιασμό χωρίς να βλέπουμε το διεθνές περιβάλλον», τόνισε στην παρέμβασή του ο Στέλιος Παππάς.
Υπογράμμισε ότι τρεις φορές η Ελλάδα αγνόησε τους διεθνείς συσχετισμούς και την «πάτησε» σκληρά. Η πρώτη φορά ήταν το 1922, η δεύτερη φορά στο εμφύλιο και η τρίτη φορά το 1974 στο Κυπριακό. Την τέταρτη φορά, όπως είπε, η Ελλάδα την απέφυγε το 2015.
Αμέσως μετά σημείωσε πως όταν δημιουργούταν το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς είχε ως βασική αρχή πως δεν μπορεί μόνο του ένα κόμμα σε μια χώρα να διαμορφώσει ένα συνολικό αποτελεσματικό σχέδιο. Ανέφερε πως το πεδίο εφαρμογής ενός σχεδίου είναι η Ευρώπη, ως ελάχιστο. Κι αυτό επειδή όπως είπε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα κινείται με μεγάλη ταχύτητα και πως αν οι κοινωνικές δυνάμεις δεν ελέγξουν αυτή την ταχύτητα, θα τις υποτάξει. Παρατήρησε επίσης ότι ο λεγόμενος δυτικός κόσμος βρίσκεται σε διαδικασία ανασυγκρότηση με τις συμφωνίες TTIP, NAFTA και CETA.
Όπως ανέφερε το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των συμφωνιών αυτών είναι η θεσμική κυριαρχία επάνω στους δημοκρατικούς θεσμούς. Ως εκ τούτου υπογράμμισε ότι αναδεικνύεται το δίλημμα Δημοκρατία ή αγορές και συμπέρανε ότι χρειάζεται μια νέα διευθέτηση για να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα.
Ο υφυπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Γιάννης Μπαλάφας, στην εισηγήσή του αναφέρθηκε σε όσα διαδραματίστηκαν από τον Ιανουάριο του 2015, έως σήμερα ενώ επεσήμανε ότι, ακόμα και τώρα, υπάρχει ελλιπής ενημέρωση, ενώ, ειδικά σε ό,τι αφορά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης, είπε ότι ορισμένα μέτρα θα έπρεπε να έχουν ληφθεί γρηγορότερα.
Χαιρετισμός από την Βρετανική Επιτροπή Αλληλεγγύης στην Ελλάδα και τον Jeremy Corbin στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Η μάχη σας εδώ στην Ελλάδα ενάντια στην λιτότητα είναι για όλους τους λαούς της Ευρώπης. Η μάχη μέσω του ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει γνωστή σε όλη την Ευρώπη και αναζωογονήσατε την ελπίδα για όλους μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει φυτέψει σπόρους αντίστασης σε όλη την Ευρώπη
Την ανάγκη να υπάρξει ένα ευρύ μέτωπο κατά των πολιτικών λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού τόνισε ο πρώην πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του γερμανικού κόμματος Αριστερά “Die Linke”, Γκρέγκορ Γκίζι από το βήμα του 2ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ.
“Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων συνεχίζει να υποφέρει κάτω από τις πολύ σκληρές πολιτικές λιτότητας. Αυτή η πολιτική της τρόικα εκβιάζει για πολιτικές αποφάσεις, εκβιάζει και την ελληνική κυβέρνηση. Αυτή η πολιτική της νεοαποικίας πρέπει να τη στείλουμε πίσω. Αυτές οι αποφάσεις πρέπει να σταματήσουν να γίνονται αποδεκτές. Οι νεοφιλελεύθεροι μας υποσχέθηκαν ότι αν αφήσουμε τους πλούσιους και του πολύ πλούσιους να επενδύσουν ελεύθερα θα αυξηθούν οι θέσεις εργασίας. Όμως αυτά τα επένδυσαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ώστε να δημιουργηθεί η κρίση που ζούμε τώρα. Με τη διάσωση των ελληνικών τραπεζών διασώθηκαν και οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες. Είναι λάθος να μιλάμε για κρίση δημοσίου χρέους, είναι κρίση των τραπεζών που εξελίχθηκε σε κρίση δημοσίου χρέους”, είπε ο Γκρέγκορ Γκίζι και συμπλήρωσε πως “η Ελλάδα είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί από μόνη της να νικήσει το νεοφιλελευθερισμό. Χρειαζόμαστε ένα ευρύ μέτωπο εναντίον του νεοφιλελευθερισμού. Χρειαζόμαστε ένα καινούργιο σχέδιο Μάρσαλ για να ξαναγεννηθεί η χώρα”.
Παράλληλα, ο Γκρέγκορ Γκίζι τάχθηκε υπέρ μίας γενναίας μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. “Όταν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι στο 175% του ΑΕΠ δεν μπορούμε να μη μιλάμε για μία γενναία περικοπή του και εμείς οι Γερμανοί, που μας έχει γίνει μείωση του χρέους, είμαστε οι τελευταίοι που δεν πρέπει να μην μιλάμε γι` αυτό”, δήλωσε χαρακτηριστικά και πρότεινε να πραγματοποιηθεί μία διάσκεψη με τη συμμετοχή όλων των χωρών της Ευρώπης, στην οποία να συζητηθεί ποιο τμήμα του χρέους πρέπει να πληρωθεί και ποιο να διαγραφεί οριστικά.
Επιπλέον, το ηγετικό στέλεχος της γερμανικής Αριστεράς κατηγόρησε την καγκελάριο της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, τον υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών στη γερμανική Βουλή, οι οποίοι δεν συμφωνούν με το ΔΝΤ ως προς τη μείωση του ελληνικού χρέους. «Αυτή η πλειοψηφία πρέπει να φύγει», είπε, αναφερόμενος στις εκλογές του 2017 στη Γερμανία, και εξέφρασε την εκτίμηση ότι εάν γίνει αυτό και προκύψει μία νέα κυβέρνηση με δυνατή Αριστερά, θα είναι πιο ευνοϊκό το κλίμα για τη μείωση του ελληνικού χρέους.
Σε ό,τι αφορά το προσφυγικό, σημείωσε ότι πρέπει να δουλέψουμε από κοινού για την αντιμετώπιση των μεγάλων προσφυγικών ροών και άσκησε κριτική στην κυβέρνηση της Γερμανίας, λέγοντας ότι κάποια στιγμή υπήρξε ρήγμα στην αλληλεγγύη της προς την Ελλάδα και την Ιταλία.
Τη στήριξη κι αλληλεγγύη τους στον δυσανάλογο αγώνα που δίνει ο ελληνικός λαός, μέσω της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την αναγέννηση των κοινωνικών αξιών στην Ευρώπη, εκφράζουν σχεδόν ομόφωνα σε αποκλειστικές δηλώσεις τους στο ΑΠΕ-ΜΠΕ οι ξένοι ηγέτες κομμάτων και προσωπικότητες της Αριστεράς που παρακολουθούν το 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που οι εργασίες του ξεκίνησαν σήμερα. Ο γγ του γαλλικού ΚΚΕ και πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, Πιερ Λοράν, τόνισε πως «θέλουμε έμπρακτα να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον ελληνικό λαό στη μάχη που δίνει για την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή του», αλλά και μαζί με το νέο περιβάλλον που αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ευρώπη, με την άνοδο των προοδευτικών δυνάμεων στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, «για να εκφράσουμε την θέλησή μας να πολεμήσουμε για μία κοινωνική Ευρώπη, ενάντια στην άνοδο των δυνάμεων της συντήρησης και της ακροδεξιάς». «Η αλλαγή στη Ευρώπη είναι αναπόφευκτη και για τούτο θα πρέπει να δείξουμε μεγαλύτερη αλληλεγγύη και να φτιάξουμε ένα μέτωπο σε μία μάχη που προαναγγέλλεται σκληρή. Η μάχη θα πρέπει να δωθεί κατά μίας Ευρώπης που προάγει με την πολιτική της, τη διαίρεση μεταξύ των εργαζομένων και την κατάλυση του κοινωνικού κράτους», πρόσθεσε ο κος Λοράν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν κι οι δηλώσεις στο ΑΠΕ-ΜΠΕ του Πάβλο Μπουστίνδουί υπεύθυνου Εξωτερικής Πολιτικής των Podemos στην Ισπανία και στενός συνεργάτης του ηγέτη τους Πάβλο Ιγκλέσιας. «Στηρίζουμε από την αρχή τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και πριν τις εκλογές και συνεχίζουμε να τον στηρίζουμε. Παρακολουθούμε με μεγάλη ανησυχία το αντιδημοκρατικό μέτωπο και την καταπάτηση της βούλησης του ελληνικού λαού που επιβάλλει η Ευρώπη και όλες αυτές οι δυνάμεις στην Ευρώπη που συμβάλλουν με την πολιτική τους στην άνοδο του ρατσισμού και της φτώχειας , αλλά και του κινδύνου από την άνοδο της ακροδεξιάς που αντιμετωπίζει η δημοκρατική εκλεγμένη κυβέρνηση στην Ελλάδα. Θέλουμε η Ελλάδα να επιστρέψει στην κανονικότητα , απαλλαγμένη από τη λιτότητα και τη φτώχεια. Παράλληλα θα πρέπει να αντιταχθούμε κατά της καταστροφής που επεξεργάζονται για την Ήπειρό και τους λαούς της οι δυνάμεις της συντήρησης». «Όλες οι προοδευτικές δυνάμεις θα πρέπει να πολεμήσουν για τα κοινωνικά δικαιώματα και τα κεκτημένα των λαών» για να υπάρξει μία κοινωνική κι οικονομική αλλαγή στην Ευρώπη» κι εάν «διακινδυνεύσουμε αυτά τα δικαιώματα, τότε θα παραχωρηθεί καρποφόρο έδαφος στις δυνάμεις της συντήρησης, του ρατσισμού και της ξενοφοφίας. Αυτήν την αποτυχία της Ευρώπης να οικοδομήσει ένα μοντέλο ανθρώπινο και κοινωνικό , είμαστε εμείς με τους αγώνες μας που θα την ανορθώσουμε, θα την ξαναοικοδομήσουμε». Τη σημασία να στηριχθεί το ελληνικό πείραμα «στη μάχη κατά της λιτότητας και για να μην υποσταλεί το όραμα της κοινωνικής Ευρώπης των λαών», επεσήμανε κι ο επικεφαλής του ιταλικού κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης Πάολο Φερέρο. «Εάν η Ευρώπη δεν αλλάξει πορεία θα διαλυθεί, σε μεμονωμένες εθνικές οντότητες και θα γίνει βορά στον νεοφιλελευθερισμό» «Πιστεύω ότι τα πεπρωμένα της Ευρώπης και της Αριστεράς συμπίπτουν. Εάν η Αριστερά καταφέρει να εξαναγκάσει την αλλαγή των πολιτικών που εφαρμόζονται, τότε υπάρχει ελπίδα για να πάει η Ήπειρος μπροστά, εάν συνεχίσουν όμως να επικρατούν η Μέρκελ κι η Λεπέν, τότε η Ευρώπη θα καταστραφεί. Όπως έλεγε κι η Ρόζα Λούξεμπουργκ έχουμε μία επιλογή: ή την Ευρώπη, ή τη βαρβαρότητα». Αναφορικά με το μέτωπο που πασχίζουν να συμπήξουν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης, με πρωτεργάτες τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, ο κος Φερέρο τόνισε: «ελπίζω να ευοδωθεί,διότι οι δυνάμεις που το συγκροτούν είναι ετερογενείς.. Οι Ρέντσι κι Ολάντ δηλώνουν κατά της λιτότητας, αλλά οι ίδιοι είναι υπερ-φιλελεύθεροι και χρησιμοποιούν τα κοινοτικά χρήματα για να καταστρέψουν τους εργαζόμενους” πρόσθεσε ο Φερέρο.
Τους πιο θερμούς χαιρετισμούς των συντρόφων του και του κόμματός του, του «Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών» (HDP) μετέφερε στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ο Σελαχαντίν Ντερμιτάς, συνπρόεδρος του κόμματος. Η Ελλάδα, η Τουρκία και οι χώρες της περιοχής περνούν μια δύσκολη περίοδο. Αγωνιζόμαστε να κρατηθούμε ενωμένοι όλοι μαζί ενάντια στην παγκοσμιοποίηση της τυφλής βίας και της πολιτικής εκμετάλλευσης. Πληρώνουμε μεγάλο κόστος. Αυτοί οι αγώνες, χωρίς να έχει σημασία από ποιο μέρος του κόσμου είναι, αποτελούν συλλογική ευθύνη και καθήκον των αριστερών-σοσιαλιστικών δυνάμεων. Το HDP από τη μια πλευρά αγωνίζεται για την ελευθερία στην Τουρκία, για τη δημοκρατία και την ειρήνη, από την άλλη όμως δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Από τη Συρία ως την Κολομβία, από την Παλαιστίνη ως την Υεμένη και την Τυνησία, είναι κοινή μας ευθύνη ο αγώνας για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία των ανθρώπων σε κάθε γωνιά του κόσμου και πρέπει να δώσουμε αυτό τον αγώνα συλλογικά” ανέφερε ο κ. Ντερμιτάς.
Υπογράμμισε ότι για να κυριαρχήσει το πνεύμα της αλληλεγγύης χρειάζεται καθοδήγηση με ανθρωπιά και έφερε ότι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα αλληλεγγύης “βρίσκεται στα ελληνικά νησιά, όπου οι Έλληνες άνοιξαν τις πόρτες τους στους μετανάστες και μοιράστηκαν το τραπέζι τους με αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται σε απόγνωση” ενώ εξέφρασε τις ειλικρινείς του ευχαριστίες για αυτό που προσφέρει ο ελληνικός λαός στην ανθρωπότητα.
Τονίζοντας πως “είναι ώρα να σηκώσουμε χέρι-χέρι το βαρύ, αλλά ιερό φορτίο της υπεράσπισης της ελευθερίας, του πλουραλισμού και της δημοκρατίας σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς” ο κ. Ντερμιρτάς πρόσθεσε ότι “αντιμέτωποι με τις σφαγές και την καταπίεση, εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν μέσω της Τουρκίας και της Ελλάδας στη Δυτική Ευρώπη, για να ζήσουν με ασφάλεια.”
“Δυστυχώς, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέτυχαν και δεν κατάφεραν να ξεπεραστεί αυτή η δοκιμασία με επιτυχία. Η Ε.Ε. εξακολουθεί να μην μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο και να καθοδηγήσει τόσο τον ίδιο το λαό αλλά και τις περιοχές που αντιμετωπίζουν την κρίση. Δυστυχώς, η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι επίσης στενά συνδεδεμένη με την αδυναμία της απέναντι σε αυτή τη μαζική μεταναστευτική κρίση. Οι προοδευτικές αξίες της Αριστεράς είναι εναντίον αυτών των ενεργειών και πρέπει να δεσμευτούμε για την προάσπιση των οικουμενικών αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” επισήμανε στη συνέχεια.
“Την πιο σοβαρή περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, προκειμένου η χώρα να είναι ανεξάρτητη και ελεύθερη, ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 ανέλαβε την ευθύνη ενός βαριού φορτίου. Μια τέτοια στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει έναν αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη και ευημερία του ελληνικού λαού, θέλουμε να ξέρετε ότι το HDP είναι στο πλευρό σας” είπε ο συνπρόεδρος του HDP τονίζοντας πως “η κοινωνική δικαιοσύνη, η ελευθερία και η σταθερότητα προς τη βιώσιμη ανάπτυξη θα πετύχει σε συνεργασία με τον ελληνικό λαό και υποσχόμαστε κι εμείς να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για στενότερη συνεργασία.”
“Πιστεύουμε ακράδαντα, ότι και η Τουρκία και η Ελλάδα θα ξεπεράσουν αυτή τη δύσκολη περίοδο και θα επιτύχουν με κοινές μάχες και αλληλεγγύη την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ηρεμία που τους αξίζει. Η ελπίδα μας είναι μαζί σας, ας οικοδομήσουμε μαζί ένα μέτωπο αντίστασης ενάντια στο φασισμό και την εκμετάλλευση” είπε ο κ. Ντεμιρτάς ευχόμενος καλή επιτυχία στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και “σε εσένα αγαπητέ σύντροφε Αλέξη.”
Ο Πρόεδρος του ΚΕΑ και Εθνικός γραμματέας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Πιέρ Λωράν, υπογράμμισέ τη στήριξη της ευρωπαϊκής Αριστεράς στη μεγάλη και πολύ σημαντική μάχη που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ανέδειξε τη σημασία για τη στρατηγική συνεργασία των χωρών του Νότου ενάντια στη λιτότητα
Σημεία Ομιλίας του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα στο 2ο Συνέδριο του Κόμματος
Τα κρίσιμα ερωτήματα του συνεδρίου
1. Αποτελεί σήμερα αριστερή, ριζοσπαστική και προοδευτική πρόταση η έξοδος από την ευρωζώνη;
«Η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν ήταν και δεν είναι ένα προοδευτικό σχέδιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει βάση η κριτική που και εμείς ασκήσαμε στην απόφαση εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ. Η έξοδος, όμως, ιδιαίτερα μετά από πέντε χρόνια λεηλασίας του ενός τετάρτου του Εθνικού μας πλούτου με στόχο τη παραμονή στο ευρώ, θα σήμαινε επιπρόσθετη ισόποση λεηλασία και μάλιστα ακαριαία. Και ταυτόχρονα θα σήμαινε και την απώλεια των καταθέσεων των λαϊκών στρωμάτων στις τράπεζες. Με αυτό το ενδεχόμενο βρεθήκαμε αντιμέτωποι. Και αυτό σύντροφοι, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε επίμονη επιλογή μιας μειοψηφίας μέσα στο κόμμα μας, που λειτουργούσε ως κόμμα μέσα στο κόμμα, δεν ήταν αριστερό σχέδιο. Ούτε ριζοσπαστικό. Ήταν το Σχέδιο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του υπουργού οικονομικών της Γερμανίας. Και μην έχετε καμία αμφιβολία. Τις συνέπειες μιας εθνικής αναδίπλωσης και της πιθανής εξόδου από το κοινό νόμισμα δεν θα της χρεωνόταν ούτε η Ευρώπη, ούτε οι θεσμοί, ούτε το παλιό πολιτικό σύστημα της χώρας. Θα της χρεωνόταν η ίδια η Αριστερά και όχι μόνο η ελληνική. Και αυτό θα αποτελούσε ιστορικού χαρακτήρα στρατηγική ήττα».
2. Έχει νόημα η αριστερά να επιλέγει, να διεκδικεί τη διακυβέρνηση σε μη ευνοϊκές συνθήκες και ιδιαίτερα σε συνθήκες χρεοκοπίας και δημοσιονομικής ασφυξίας;
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη συγκυρία δεν την επιλέγεις εσύ. Αυτή σε επιλέγει. Και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε μεγάλο βαθμό τέκνο της ανάγκης και της οργής για την απαξίωση του πολιτικού κατεστημένου στη χώρας μας αλλά και για τη λεηλασία του εθνικού πλούτου που οι επιλογές του επέφερε. Προφανώς και θα ήταν καλύτερα αν η πρώτη φορά Αριστερά ερχόταν σε άλλη συγκυρία. Όχι χρεοκοπίας και ασφυξίας, αλλά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης τόσο της διεθνούς όσο και της Ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν ποτέ η ιστορία δε θυμάται την αριστερά σε τέτοιες στιγμές. Τη θυμάται στα δύσκολα για να προστατεύσει τους πιο αδύναμους για να σταματήσει τη καταστροφή».
3. Είναι ρεαλιστικό και εφικτό ένα σχέδιο εξόδου με κοινωνική προστασία και παραγωγική ανασυγκρότηση ενόσω υποχρεούσαι να βρίσκεσαι εντός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής;
«Η απάντηση δεν είναι απλή αλλά έχω την βαθειά πεποίθηση ότι είναι καταφατική. Και βεβαίως είναι άλλο η θεωρητική δυνατότητα και άλλο η πρακτική εφαρμογή, η μετατροπή αυτής της δυνατότητας σε ενεργεία πολιτική. Όμως, οφείλουμε να σκεφτούμε τι έχουμε ήδη καταφέρει μέσα στους 20 μήνες της διακυβέρνησης μας. Και μάλιστα τι έχουμε πετύχει με δεδομένη την ιστορικού χαρακτήρα αναδιανομή πλούτου και εξουσίας υπέρ του κεφαλαίου που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της καταστροφικής πενταετίας 2010-2014 όταν η δημοσιονομική προσαρμογή έφτασε τα 65 περίπου δις. ευρώ, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25%, η ανεργία εκτοξεύτηκε στο ασύλληπτο 27%, οι μισθοί μειώθηκαν δραματικά και η αγορά εργασίας απορυθμίστηκε πλήρως υπό την πίεση που ασκεί αντικειμενικά στην εργασία ο εφεδρικός στρατός των ανέργων, το κοινωνικό κράτος κατεδαφίστηκε και η κοινωνική προστασία εκμηδενίστηκε.
Μέσα σε αυτές τις τραγικές συνθήκες οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής ερήμωσης έχουμε αρχίσει να υλοποιούμε μια πολιτική ανακατανομής των βαρών υπέρ των εργαζόμενων τάξεων αλλά και μια πολιτική περιορισμού των ανισοτήτων:
Έχουμε ήδη ψηφίσει, υλοποιούμε και διευρύνουμε διαρκώς το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση το οποίο έχει περιορίσει τις επιπτώσεις της απόλυτης φτώχειας σε περισσότερους από μισό εκατομμύριο συμπολίτες μας
Υλοποιούμε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της ανεργίας που δίνει το κύριο βάρος στην τήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων και έχει δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας οχτάμηνης διάρκειας με αναδιανομή των πόρων υπέρ των ωφελούμενων και όχι των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης
Έχουμε αντιμετωπίσει το πρόβλημα των 2,5 εκατομμυρίων ανασφάλιστων νομοθετώντας την δωρεάν πρόσβαση τους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας
Έχουμε αποκαταστήσει χιλιάδες αντισυνταγματικά απολυμένους του δημόσιου τομέα
Έχουμε για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες επιτύχει το άνοιγμα όλων των σχολείων ομαλά και την διανομή όλων των βιβλίων στην ώρα τους
Έχουμε καταφέρει να υπερασπιστούμε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης εξασφαλίζοντας τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του σε σύγκρουση με τις θέσεις τόσο των θεσμών όσο και της αντιπολίτευσης που ήθελαν την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος στις συντάξεις αλλά και την μετατροπή του συστήματος σε κεφαλαιοποιητικό.
Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουμε με όσα μέσα διαθέτουμε τις αδικίες που δημιούργησε η κατάργηση του ΕΚΑΣ που δεν καταφέραμε να αποσοβήσουμε.
Ψηφίσαμε την ρύθμιση για τις 100 δόσεις που έδωσε ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους αλλά και ελεύθερους επαγγελματίες που έδιναν καθημερινή μάχη υπό το βάρος των συσσωρευμένων χρεών
Και τέλος έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εκτεταμένης μεγάλης και μεσαίας φοροδιαφυγής γεγονός που γίνεται σαφές από την υπεραπόδοση των εσόδων τόσο το 2015 όσο και το 2016.
Αυτές οι πολιτικές παρεμβάσεις δεν έχουν όμως απλώς και μόνο κοινωνικό χαρακτήρα. Αντιθέτως δημιουργούν είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο προϋποθέσεις στήριξης και ενίσχυσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της αγοραστικής δύναμης των ασθενέστερων στρωμάτων και οδηγούν την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης. Είναι ακριβώς και αυτές οι πολιτικές που συνέτειναν στην αποκλιμάκωση της ανεργίας κατά 4 μονάδες την περίοδο της διακυβέρνησης μας. Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας αριστερής πολιτικής ανακατανομής βαρών και μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής που θέλει την ανάπτυξη πάνω στα συντρίμμια της κοινωνίας και της εργασίας».
4. Με ποιούς θα πάμε; Υπάρχει τελικά περιθώριο συμμαχιών και πεδίο σύγκλησης για την Αριστερά με τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Πράσινης αριστεράς;
«Πρέπει να κατανοήσουμε ότι στο φόντο της οικονομικής κρίσης, του προσφυγικού αλλά και της κρίσης ασφάλειας που μαστίζουν την ήπειρό μας, διεξάγεται μια πολυεπίπεδη και περίπλοκη πολιτική σύγκρουση σε όλα τα μέτωπα. Μια σύγκρουση που παίρνει διαφορετικές μορφές και διαρκώς αναδιατάσσει τις δυνάμεις. Είναι η σύγκρουση Βορρά – Νότου, Κέντρου – Περιφέρειας, αλλά και η σύγκρουση που την υπερπροσδιορίζει. Η εσωτερική μάχη στο εσωτερικό κάθε χώρας μεταξύ των δυνάμεων που θέλουν μια Ευρώπη της κοινωνικής συνοχής, της ισότητας και της αλληλεγγύης και των δυνάμεων που είτε επιλέγουν ανοιχτά τον διχασμό και το κλείσιμο της Ευρώπης, είτε τρέφουν τον διχασμό με την φανατική υποστήριξη του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας. Εδώ τα μέτωπα είναι ρευστά και οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πάντοτε σαφείς και βέβαιες εκ των προτέρων. Αυτό που είναι σαφές και βέβαιο, όμως, είναι ότι η έκβαση αυτής της πολυεπίπεδης σύγκρουσης θα είναι καθοριστική για την πορεία της Ευρώπης στον 21ο αιώνα. Θα εξελιχθεί η Ευρώπη σε μια Ένωση-φρούριο, με εθνικές αναδιπλώσεις και βάθεμα του χάσματος μεταξύ Βορρά και Νότου ή σε μια ανοιχτή Ένωση οικονομικής συνεργασίας, δημοκρατίας και σύγκλισης των οικονομιών της.
Η Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παίξουν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη μάχη, ως πρωτοπόρα πολιτική δύναμη. Τόσο στη συγκρότηση ενός μετώπου του Ευρωπαϊκού Νότου που θα θέσει με ένταση το θέμα της οικονομικής σύγκλισης και των περιφερειακών ανισοτήτων στην Ευρώπη, όσο και στην συγκρότηση ενός παράλληλου μετώπου των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στο σύνολο της Ηπείρου μας. Ενός μετώπου που θα θέσει ως κύριους στόχους :
Την αντιμετώπιση και την ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας
Την αντιμετώπιση της ανόδου της ακροδεξιάς
Την αποφυγή των εθνικών αναδιπλώσεων
Την αποφυγή της μετατροπής της Ευρώπης σε Ένωση-Φρούριο
Την επίλυση της προσφυγικής κρίσης με όρους αλληλεγγύης και φιλοξενίας
Την ειρηνική επίλυση των διαφορών στην ευρύτερη περιοχή της μέσης ανατολής που έχει μετατραπεί σε πραγματική πυριτιδαποθήκη από τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και την άνοδο της ισλαμικής τρομοκρατίας.
Γνωρίζουμε καλά ότι δεν πρόκειται για εύκολους στόχους. Γνωρίζουμε καλά ότι για την επίτευξη και των δύο προϋποτίθεται να συμμαχήσουμε με πολιτικές δυνάμεις διαφορετικής καταγωγής και παράδοσης. Αλλά δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί το μοναδικό κυβερνητικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη να περιοριστεί σε ρόλο κομπάρσου και παρακολουθητή των εξελίξεων. Οφείλουμε με το πολιτικό και θεωρητικό οπλοστάσιο της Αριστεράς να επιδιώξουμε προσεγγίσεις και συγκλήσεις και με την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αλλά και με τους Πράσινους, έχοντας πάντα κατά νου τα όρια αυτών των συγκλήσεων αλλά και τους κινδύνους που ενέχονται σε ένα τέτοιο εγχείρημα».
Για τα εργασιακά
Στη δεύτερη αξιολόγηση «προσερχόμαστε με το ισχυρότερο και μη διαπραγματεύσιμο όπλο που είναι το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αλλά προσερχόμαστε και με θετικές διεκδικήσεις. Για να υπερασπιστούμε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων και να αγωνιστούμε για μέτρα προστασίας και ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζόμενων».
Μήνυμα προς δανειστές
«Η Συμφωνία του Ιούλη είναι σαφής. Και όπως εμείς τη τηρούμε αψηφώντας το κόστος, έτσι αναμένουμε και απαιτούμε να τηρηθεί και από τους εταίρους μας. Pacta sunt servanda, όπως θα έλεγαν και οι Γερμανοί φίλοι μας. Η καθυστέρηση συγκεκριμενοποίησης των απαραίτητων μέτρων για την ελάφρυνση χρέους καθώς και της ένταξης και της Ελλάδας στη ποσοτική χαλάρωση, της χώρας που το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη, δεν έχει καμιά δικαιολογία. Η Ελληνική οικονομία βρίσκεται εδώ και λίγους μήνες σε τροχιά ανάκαμψης. Αρκεί ένα και μόνο νεύμα προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, ώστε αυτή η ανάκαμψη να μετατραπεί σε απογείωση. Και το νεύμα που δίνεται από τη διαρκή σύγκρουση και διαμάχη μεταξύ των θεσμών, είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που χρειαζόμαστε. Και αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί. Είναι άδικο να συνεχιστεί. Και όχι μόνο για την Ελλάδα. Η Ελληνική κρίση πρέπει να επιτέλους να τελειώσει και να τελειώσει οριστικά. Η Ευρώπη δεν αντέχει άλλους κλυδωνισμούς και αναταράξεις και μάλιστα πριν από κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, πριν από το δημοψήφισμα στην Ιταλία. Η Συμφωνία οφείλει να τηρηθεί από όλους. Ο Ελληνικός λαός έχει υποφέρει. Δικαιούται ανταμοιβή και δικαίωση.
Και θέλω να το καταστήσω σαφές: Η αόριστη προτροπή “κάντε εσείς τα μαθήματά σας και βλέπουμε..” δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εμείς τη Συμφωνία τη τηρήσαμε στο ακέραιο και θα συνεχίσουμε να την τηρούμε. Και η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στην ώρα της και θα είναι λιγότερο δύσκολη από τη πρώτη. Αλλά ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα για την απομείωση του χρέους. Ταυτόχρονα, θα μπούμε στη ποσοτική χαλάρωση. Δεν υπάρχει θα δούμε. Ταυτόχρονα».
Και θέλω να σας διαβεβαιώσω, δεν αισθανόμαστε καθόλου απομονωμένοι σε αυτή μας τη προσπάθεια. Άλλοι θα πρέπει να αισθάνονται απομονωμένοι. Το αίτημά μας για υλοποίηση των συμφωνηθέντων για άμεσα μέτρα για το χρέος, το συμμερίζονται πλέον οι περισσότεροι εκ των συνομιλητών μας. Τόσο στη διεθνή κοινότητα όσο και στην Ευρωπαϊκή. Ακόμη και εντός του ίδιου του Γερμανικού Κοινοβουλίου. Γιατί ούτε στο Γερμανικό Κοινοβούλιο είναι σήμερα πλειοψηφικές οι δυνάμεις εκείνες που θέλουν την παραπομπή του ελληνικού ζητήματος στις καλένδες. Αλλά αντίθετα είναι πλειοψηφικές οι δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανάγκη της άμεσης επίλυσης του προβλήματος. Οι δυνάμεις των Σοσιαλδημοκρατών, της Γερμανικής Αριστεράς και των Γερμανών Πρασίνων. Και αυτό πρέπει να γίνει άμεσα κατανοητό από την σημερινή Γερμανική κυβέρνηση».
Για την κοινωνία
Η σωτηρία των κοινωνικά αδυνάμων από μια πρωτόγνωρης έντασης λεηλασία και καταστροφή, είναι προϋπόθεση για κάθε σχέδιο που θέλει να έχει ως ορίζοντα το κοινωνικό μετασχηματισμό. Και για μας αυτός παραμένει ο στρατηγικός μας ορίζοντας.
Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, που είναι το όραμα και ο στρατηγικός μας ορίζοντας, δε μπορεί να έρθει πιο κοντά σε συνθήκες ολικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων.
Σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, οφείλουμε να παλέψουμε βήμα-βήμα για την αλλαγή των συσχετισμών. Και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Και αυτό είναι το σχέδιό μας. Συγκροτούμε συμμαχίες και αλλάζουμε σιγά, αλλά σταθερά, τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.
Εμβάθυνση της απαξιωμένης δημοκρατίας, επιβολή της νομιμότητας σε όλους ανεξαιρέτως, καθώς και καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς και κακοδιοίκησης.
Νόμος του κράτους η μεγάλη δέσμευση και πάγια διεκδίκηση της Αριστεράς για νομοθέτηση της απλής αναλογικής.
Νόμος η ψήφος στα 17.
Ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά όλων των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα και χαίρουν της ελληνικής παιδείας.
Σύμφωνο Συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια.
Ξεκίνησε ο μεγάλος κοινωνικός διάλογος για την αναγκαία Συνταγματική μεταρρύθμιση, τον εκδημοκρατισμό του συνόλου των κρατικών θεσμών και την προώθηση μορφών άμεσης δημοκρατίας.
Για πρώτη φορά, μετά από 30 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων θέριεψε η διαπλοκή, μπήκε τάξη στο αρρύθμιστο τηλεοπτικό τοπίο. Ο διαγωνισμός για τις άδειες μετά από 27 χρόνια εσκεμμένης ασυδοσίας, είναι πια μια πραγματικότητα. Θέσαμε τις βάσεις για τη νομιμότητα και τη ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου. Αποδείξαμε ότι εμείς δε λογαριάζουμε από ονόματα και δε μας φοβίζουν οι εκβιασμοί. Και το κυριότερο εξασφαλίσαμε 258 εκατομμύρια για το δημόσιοι ταμείο, εκ των οποίων τα 80 έχουν ήδη κατατεθεί στα κρατικά ταμεία και κατευθύνονται ήδη, στο σύνολο τους, σε δράσεις κοινωνικής προστασίας. Για την στήριξη των παιδικών σταθμών και των δημόσιων νοσοκομείων.
Για την αριστερά
Αποδείξαμε ότι εκτός από την αριστερά του διαρκούς απολογισμού των αιτιών της ήττας, εκτός από την αριστερά της απόδρασης και του εθνικού απομονωτισμού, υπάρχει και η αριστερά που δεν φοβάται να μπει στην ίδια τη φωτιά, να μπει στον αγώνα για την προάσπιση των λαϊκών συμφερόντων.
Η Αριστερά που δεν διστάζει να αναλάβει το ιστορικό καθήκον, να σηκώσει στους ώμους της την ευθύνη για την έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια.
Για το κόμμα – κυβέρνηση
Το κόμμα πρέπει να ελέγχει τη κυβέρνηση αλλά και τα μέλη του κόμματος το ίδιο το κόμμα και την ηγεσία του.
Δε μπορεί να χαράζεται στρατηγική για τη κυβερνητική πολιτική κάπου έξω από το κόμμα, χωρίς το κόμμα. Όπως και δεν μπορεί να χαράζεται στρατηγική σε ορισμένα υπουργεία αγνοώντας τις επεξεργασίες των αντίστοιχων τμημάτων και των ΕΠΕΚΕ.
Φυσική παρουσία της πολιτικής ηγεσίας και των στελεχών στα όργανα του κόμματος.
Το κόμμα χρειάζεται ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο, μια Κεντρική Επιτροπή που θα εκλεγεί στη βάση των πραγματικών αναγκών του κόμματος και μιας πολιτικής Γραμματείας που θα είναι το μοναδικό πολιτικό κέντρο και θα λειτουργεί με αίσθηση ευθύνης και με πολιτική αλληλεγγύη.
Όλοι να κατανοήσουν ότι είναι πιο σημαντικό για ένα μέλος του κόμματος να είναι εκλεγμένο μέλος της ΠΓ, δηλαδή της ηγεσίας, παρά να είναι υπουργός.
Οι υπουργικοί θώκοι δεν έχουν εκχωρηθεί ούτε παραχωρηθεί σε κανέναν με κριτήρια μονιμότητας.
Το κόμμα όχι μόνο να στηρίζει την κυβέρνηση αλλά και να κρίνει την κυβέρνηση.
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα
Σύντροφοι και Συντρόφισσες,
3 χρόνια έχουν περάσει από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.
3 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ο πολιτικός χρόνος πύκνωσε σε πρωτόγνωρο βαθμό.
3 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.
Από τη μεγάλη λαϊκή νίκη στις εκλογές του Γενάρη του 2015 μέχρι τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.
Από τον θρίαμβο του δημοψηφίσματος μέχρι την Συμφωνία του Αυγούστου
και από τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 μέχρι σήμερα το κόμμα μας και ο λαός μας έδωσε και συνεχίζει να δίνει σκληρές και άνισες μάχες.
Περάσαμε μέσα από συμπληγάδες.
Χτυπηθήκαμε σκληρά αλλά μείναμε όρθιοι.
Και από τις μάχες που δώσαμε βγήκαμε πιο έμπειροι. Πιο ετοιμοπόλεμοι. Και πιο ισχυροί.
Αποδείξαμε ότι εκτός από την αριστερά του διαρκούς απολογισμού των αιτιών της ήττας,
Εκτός από την αριστερά της απόδρασης και του εθνικού απομονωτισμού,
υπάρχει και η Αριστερά που δεν φοβάται να μπει στην ίδια τη φωτιά, να μπει στον αγώνα για την προάσπιση των λαϊκών συμφερόντων.
Η Αριστερά που δεν διστάζει να αναλάβει το ιστορικό καθήκον, να σηκώσει στους ώμους της την ευθύνη για την έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια.
Και αυτόν τον αγώνα έχουμε υποχρέωση να μη τον παρατήσουμε.
Αυτόν τον αγώνα έχουμε υποχρέωση να κερδίσουμε.
Και θα τον Κερδίσουμε.
Γιατί η σωτηρία των κοινωνικά αδυνάμων από μια πρωτόγνωρης έντασης λεηλασία και καταστροφή, είναι προϋπόθεση για κάθε σχέδιο που θέλει να έχει ως ορίζοντα το κοινωνικό μετασχηματισμό.
Και για μας αυτός παραμένει ο στρατηγικός μας ορίζοντας.
Μόνο που δε μπορεί να οικοδομηθεί σε ερείπια, στις στάχτες και τα αποκαΐδια είτε πολυετών προγραμμάτων νεοφιλελεύθερου σοκ, όπως το πείραμα που ξεκίνησε στην Ελλάδα το Δ.Ν.Τ στις αρχές του 2010.
Ούτε όμως πολύ περισσότερο σε συνθήκες πυρηνικής καταστροφής, που θα προκαλούσε η κατάρρευση των τραπεζών ως συνέχεια της ασφυξίας και της εξόδου από το ευρώ, αν αυτό επιλέγαμε το περασμένο Ιούλη.
Ο συνολικός κοινωνικός μετασχηματισμός. Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, που είναι το όραμα και ο στρατηγικός μας ορίζοντας δε μπορεί να έρθει πιο κοντά σε συνθήκες ολικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων.
Και το κυριότερο, δε μπορεί να είναι υπόθεση διεργασιών σε μια και μόνο χώρα.
Αντιθέτως, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, οφείλουμε να παλέψουμε βήμα-βήμα για την αλλαγή των συσχετισμών.
Και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
Και αυτό είναι το σχέδιό μας.
Συγκροτούμε συμμαχίες και αλλάζουμε σιγά αλλά σταθερά τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.
Και ταυτόχρονα στην Ελλάδα, δουλεύουμε σκληρά σε έναν οδικό χάρτη ρεαλιστικό για την ανάκαμψη της οικονομίας, ώστε να βγούμε από τη μέγγενη της επιτροπείας και να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμιστικές τομές που θα οικοδομούν σε ορίζοντα πενταετίας μια χώρα ισότητας, ελευθερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης.
Την Ελλάδα του 2021.
Μια χώρα που η ευημερία όλων θα είναι προϋπόθεση για την ευημερία του καθένα ξεχωριστά.
Αυτό είναι το σχέδιο που καλούμαστε να υπηρετήσουμε.
Και το συνέδριό μας καλείται με αίσθημα της ιστορικής ευθύνης να δώσει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα.
Πρώτα από όλα οφείλει να κάνει έναν ειλικρινή απολογισμό από τα τρία αυτά χρόνια, από το 1ο στο 2ο Συνέδριο.
Τα τρία χρόνια που άλλαξαν, σχεδόν, τα πάντα στην Ελλάδα, που επηρέασαν σχεδόν καταλυτικά τις εξελίξεις στην Ευρώπη.
Και ακολούθως οφείλει, ιδιαίτερα αποτιμώντας και τη πρόσφατη εμπειρία μας, να δώσει απαντήσεις σαφείς και εμπεριστατωμένες στα εξής ερωτήματα :
Πρώτον : Αποτελεί εντέλει σήμερα αριστερή, ριζοσπαστική και προοδευτική πρόταση η έξοδος από την ευρωζώνη ;
Δεύτερον : Έχει νόημα η αριστερά να επιλέγει να διεκδικεί τη διακυβέρνηση σε μη ευνοϊκές συνθήκες και ιδιαίτερα σε συνθήκες χρεοκοπίας και δημοσιονομικής ασφυξίας;
Τρίτον : Είναι ρεαλιστικό και εφικτό ένα σχέδιο εξόδου με κοινωνική προστασία και παραγωγική ανασυγκρότηση ενόσω υποχρεούσαι να βρίσκεσαι εντός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ;
Τέταρτον : Με ποιούς θα πάμε ;
Υπάρχει τελικά περιθώριο συμμαχιών και πεδίο σύγκλησης για την Αριστερά με τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Πράσινης αριστεράς ;
Νομίζω σύντροφοι ότι μόνο αν επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο Συνέδριό μας με πειστικό τρόπο στα παραπάνω ερωτήματα θα καταφέρουμε να εκπονήσουμε και επαρκές σχέδιο μια αξιόπιστη και συγκροτημένη απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα για το αν θα τα καταφέρουμε.
Γιατί αυτή την απάντηση έχει ανάγκη σήμερα η κοινωνική πλειοψηφία από το ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, η νεολαία, οι άνεργοι, η μικρομεσαίοι.
Να έχουμε σχέδιο αξιόπιστο και ρεαλιστικό για το πως θα νικήσουμε.
Όχι αφηγήματα απόδρασης, μοιρολατρίας και υποχώρησης.
Αλλά Μήνυμα καθαρό ότι έχουμε πυξίδα και σχέδιο για να νικήσουμε και θα νικήσουμε.
Και όπως απέδειξε ο λαός μας ξέρει και να δίνει μάχες αν χρειαστεί και να υπομένει, αν χρειαστεί.
Αρκεί να έχει καθαρό τον ορίζοντα.
Αλλά και το κόμμα μας απέδειξε ότι ξέρει να δίνει μάχες αλλά και να τις κερδίζει και μάλιστα κόντρα σε όλα τα προγνωστικά.
Με την αισιοδοξία της βούλησης απέναντι σε όλους όσους διακηρύσσουν την αναγκαιότητα της υποταγής.
Με την αισιοδοξία της βούλησης καταφέραμε να ανατρέψουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα.
Το παλιό – και χρεοκοπημένο – πολιτικό σύστημα που σήμερα δίνει μάχες οπισθοφυλακών.
Γιατί τι άλλο ήταν εκτός από την αισιοδοξία της βούλησης που μας οδήγησε τον χειμώνα του 2012 να διακηρύξουμε ότι είμαστε έτοιμοι να πάρουμε στα χέρια μας τη διακυβέρνηση της χώρας;
Και έτσι να συναντηθούμε με τις προσδοκίες ενός ολόκληρου κοινωνικού ρεύματος που είχε σπάσει τους δεσμούς του με τις παλιές πολιτικές εκπροσωπήσεις.
Το κοινωνικό ρεύμα των πλατειών.
Και αυτή η συνάντηση που οδήγησε στη μεγάλη εκλογική νίκη του Γενάρη του 2015 που συντάραξε το σύνολο της Ευρώπης και του κόσμου.
Γιατί η λεηλατημένη Ελλάδα της λιτότητας, της ύφεσης σήκωσε τότε το ανάστημά της απέναντι στους ισχυρούς της Ευρώπης και το κόσμου.
Και έδωσε έναν αγώνα σκληρό και έντιμο.
Έναν αγώνα για τα δίκαιά της και τα δίκαια του λαού.
Και τι δεν δοκίμασαν για να μας λυγίσουν;
Έκαναν απέναντί μας έναν πόλεμο φθοράς.
Η χρηματοπιστωτική ασφυξία λειτούργησε ως ένας διαρκής εκβιασμός για να μας αναγκάσει να υποταχτούμε στις δεσμεύσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων και στις επιταγές της πιο σκληρής και ανελέητης λιτότητας.
Βρήκαμε απέναντί μας τότε όχι μόνο τους θεσμούς και την άτεγκτη στάση της Γερμανίας αλλά και ολόκληρου του παλιού πολιτικού συστήματος στη χώρα μας.
Τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αλλά και το σύνολο σχεδόν των συστημικών μέσων ενημέρωσης.
Τους φιλελεύθερους και τους διανοούμενους του ακραίου κέντρου.
Τους θεσμούς και τους φορείς των εργοδοτών αλλά ακόμα και τα παραδομένα συνδικάτα που δεν υπερασπίστηκαν την ίδια τους την τάξη.
Είχαμε όμως μαζί μας κάτι ανεκτίμητο, την πίστη και την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
Που ακόμη και όταν ο εκβιασμός έφτασε στο απόγειο του με το κλείσιμο των Τραπεζών και τους ελέγχους κεφαλαίων που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στάθηκε στο ύψος του και έδωσε μια αποστομωτική απάντηση στο δημοψήφισμα του Ιουλίου.
Το δημοψήφισμα που θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μας σαν η μεγαλύτερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας και των αγώνων του λαού μας.
Πως φτάσαμε όμως ως εκεί ;
Η αλήθεια είναι πως προκειμένου να τιμήσουμε αυτή την εμπιστοσύνη δε διστάσαμε να φτάσουμε ως τα άκρα.
Εξαντλήσαμε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα.
Οδηγηθήκαμε ακόμη και σε στάση πληρωμών.
Στον μεγάλο εφιάλτη των θεσμών αλλά και των παγκόσμιων αγορών χρήματος, που όμως είχαν φροντίσει να μετριάσουν, από τη λειτουργία του σχεδίου την ποσοτικής χαλάρωσης, λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015.
Πήγαμε μέχρι εκεί που καμία κυβέρνηση που θα σκεπτόταν με ιδιοτελή κριτήρια, δε θα επέλεγε να πάει.
Και πήγαμε για να τιμήσουμε τη λαϊκή εντολή και για να δείξουμε σε όλο το πλανήτη τη δύναμη του δίκιου και της ψυχής ενός ολόκληρου λαού.
Δεν μπορούσαμε να πάμε πιο πέρα.
Γιατί πιο πέρα δεν ήταν το κόστος για εμάς.
Το κόστος θα ήταν για την Ελλάδα και για τις εργαζόμενες τάξεις.
Πήραμε λοιπόν μια δύσκολη αλλά αναγκαία απόφαση.
Επιλέξαμε να συνεχίσουμε στον Ευρωπαϊκό δρόμο – όπως οι Συνεδριακές μας αποφάσεις όριζαν άλλωστε- και να μην προχωρήσουμε σε μια αυτοκαταστροφική εθνική αναδίπλωση.
Η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν ήταν και δεν είναι ένα προοδευτικό σχέδιο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει βάση η κριτική που και εμείς ασκήσαμε στην απόφαση εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ.
Η έξοδος, όμως, ιδιαίτερα μετά από πέντε χρόνια λεηλασίας του ενός τετάρτου του Εθνικού μας πλούτου με στόχο τη παραμονή στο ευρώ, θα σήμαινε επιπρόσθετη ισόποση λεηλασία και μάλιστα ακαριαία.
Και ταυτόχρονα θα σήμαινε και την απώλεια των καταθέσεων των λαϊκών στρωμάτων στις τράπεζες.
Με αυτό το ενδεχόμενο βρεθήκαμε αντιμέτωποι.
Και αυτό σύντροφοι, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε επίμονη επιλογή μιας μειοψηφίας μέσα στο κόμμα μας, που λειτουργούσε ως κόμμα μέσα στο κόμμα, δεν ήταν αριστερό σχέδιο.
Ούτε ριζοσπαστικό.
Ήταν το Σχέδιο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του υπουργού οικονομικών της Γερμανίας.
Και μην έχετε καμία αμφιβολία.
Τις συνέπειες μιας εθνικής αναδίπλωσης και της πιθανής εξόδου από το κοινό νόμισμα δεν θα της χρεωνόταν ούτε η Ευρώπη, ούτε οι θεσμοί, ούτε το παλιό πολιτικό σύστημα της χώρας.
Θα της χρεωνόταν η ίδια η Αριστερά και όχι μόνο η ελληνική.
Και αυτό θα αποτελούσε ιστορικού χαρακτήρα στρατηγική ήττα.
Φτάσαμε λοιπόν ως το τέρμα, επιχειρήσαμε με ένα παγκόσμιας εμβέλειας γεγονός, όπως το δημοψήφισμα να ανοίξουμε ρωγμές στην Ευρώπη.
Κερδίσαμε στο πεδίο της ηθικής τους αντιπάλους μας.
Καταφέραμε ακόμη μια πολύ καλύτερη Συμφωνία από αυτή στην οποία ήταν δεσμευμένος ο Σαμαράς, κατά τουλάχιστον 22 δις στη τριετία, φέρνοντας μικρότερα πλεονάσματα.
Αλλά δε καταφέραμε να τερματίσουμε τη λιτότητα.
Δε καταφέραμε να σπάσουμε τη συμπεφωνημένη γραμμή της Ευρώπης.
Καταφέραμε όμως να τη διαρρήξουμε.
Να εκκινήσουμε την αρχή της αλλαγής της, έστω και με δειλά και ανολοκλήρωτα βήματα.
Μιας Ευρώπης, που τώρα πιστεύω συνειδητοποιεί στο σύνολό της, ότι κίνδυνος για τη συνοχή της δεν είναι η Αριστερά που επιδιώκει την αλλαγή της πορείας της, αλλά η ακραία δεξιά που επιδιώκει τη διάλυσή της.
Πράγμα που γίνεται περισσότερο από φανερό, ιδίως μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία.
Αποφασίσαμε λοιπόν να πορευτούμε σε έναν δύσκολο δρόμο.
Δεν προσποιηθήκαμε όμως ποτέ για τις αποφάσεις μας.
Αμέσως μετά τη Συμφωνία του Ιούλη, απευθυνθήκαμε στον Ελληνικό λαός, με τη Συμφωνία γνωστή σε όλους και πάνω στο τραπέζι.
Και υποσχεθήκαμε ένα πράγμα :
Να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα, κάθε περιθώριο, κάθε χαραμάδα, για να οικοδομήσουμε, παράλληλα με το πρόγραμμα, ένα σχέδιο κοινωνικής προστασίας, αναδιανομής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Και, παράλληλα, ένα σχέδιο προοδευτικών θεσμικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη ο τόπος.
Και πήραμε όχι λευκή επιταγή, αλλά εκ νέου σαφή εντολή με τα ίδια ποσοστά για να ξεμπερδεύουμε με το παλιό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα.
Και ταυτόχρονα να υλοποιήσουμε έναν οδικό χάρτη για την έξοδο από τη κρίση.
Ο οδικός αυτός χάρτης ήταν σαφής από τη Συμφωνία του Ιούλη.
Ολοκλήρωση της Πρώτης και πιο δύσκολης αξιολόγησης και αμέσως μετά συγκεκριμενοποίηση των μέτρων για την απομείωση του χρέους και ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Αποφασίσαμε να πορευτούμε σε έναν δρόμο δύσκολο, αλλά το κάναμε.
Πολλές φορές κληθήκαμε να λάβουμε αποφάσεις πολύ δύσκολες.
Το κάναμε γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή.
Τηρήσαμε στο ακέραιο τις δεσμεύσεις μας.
Η πρώτη αξιολόγηση έκλεισε ουσιαστικά το περασμένο Μάιο, έκλεισε προχθές και τυπικά.
Η Συμφωνία του Ιούλη είναι σαφής.
Και όπως εμείς τη τηρούμε αψηφώντας το κόστος, έτσι αναμένουμε και απαιτούμε να τηρηθεί και από τους εταίρους μας.
Pacta sunt servanda.
Όπως θα έλεγαν και οι Γερμανοί φίλοι μας.
Η καθυστέρηση συγκεκριμενοποίησης των απαραίτητων μέτρων για την ελάφρυνση χρέους καθώς και της ένταξης και της Ελλάδας στη ποσοτική χαλάρωση, της χώρας που το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη, δεν έχει καμιά δικαιολογία.
Η Ελληνική οικονομία βρίσκεται εδώ και λίγους μήνες σε τροχιά ανάκαμψης.
Αρκεί ένα και μόνο νεύμα προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, ώστε αυτή η ανάκαμψη να μετατραπεί σε απογείωση.
Και το νεύμα που δίνεται από τη διαρκή σύγκρουση και διαμάχη μεταξύ των θεσμών, είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που χρειαζόμαστε.
Και αυτό δε μπορεί να συνεχιστεί.
Είναι άδικο να συνεχιστεί.
Και όχι μόνο για την Ελλάδα.
Η Ελληνική κρίση πρέπει να επιτέλους να τελειώσει και να τελειώσει οριστικά.
Η Ευρώπη δεν αντέχει άλλους κλυδωνισμούς και αναταράξεις και μάλιστα πριν από κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, πριν από το δημοψήφισμα στην Ιταλία.
Η Συμφωνία οφείλει να τηρηθεί από όλους.
Ο Ελληνικός λαός έχει υποφέρει.
Δικαιούται ανταμοιβή και δικαίωση.
Και θέλω να το καταστήσω σαφές :
Η αόριστη προτροπή : “Κάντε εσείς τα μαθήματά σας και βλέπουμε..”
Δε μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Εμείς τη Συμφωνία τη τηρήσαμε στο ακέραιο και θα συνεχίσουμε να την τηρούμε.
Και η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στην ώρα της και θα είναι λιγότερο δύσκολη από τη πρώτη.
Αλλά ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα για την απομείωση του χρέους.
Ταυτόχρονα, θα μπούμε στη ποσοτική χαλάρωση.
Δεν υπάρχει θα δούμε.
Ταυτόχρονα.
Και σε αυτό το αυτονόητο αίτημα δε προσερχόμαστε ούτε ως επαίτες ούτε ως οι φτωχοί συγγενείς.
Προσερχόμαστε με το κεφάλι ψηλά και με την αξιοπρέπεια εκπροσώπησης ενός λαού που έχει υποστεί πολλά και έχει κάνει τις μεγαλύτερες θυσίες για να σταθεί όρθια η Ευρώπη.
Και στη κρίση του χρέους και στη προσφυγική κρίση.
Και θέλω να σας διαβεβαιώσω, δεν αισθανόμαστε καθόλου απομονωμένοι σε αυτή μας τη προσπάθεια.
Άλλοι θα πρέπει να αισθάνονται απομονωμένοι.
Το αίτημά μας για υλοποίηση των συμφωνηθέντων για άμεσα μέτρα για το χρέος, το συμμερίζονται πλέον οι περισσότεροι εκ των συνομιλητών μας.
Τόσο στη διεθνή κοινότητα όσο και στην Ευρωπαϊκή.
Ακόμη και εντός του ίδιου του Γερμανικού Κοινοβουλίου.
Γιατί ούτε στο Γερμανικό Κοινοβούλιο είναι σήμερα πλειοψηφικές οι δυνάμεις εκείνες που θέλουν την παραπομπή του ελληνικού ζητήματος στις καλένδες.
Αλλά αντίθετα είναι πλειοψηφικές οι δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανάγκη της άμεσης επίλυσης του προβλήματος:
Οι δυνάμεις των Σοσιαλδημοκρατών, της Γερμανικής Αριστεράς και των Γερμανών Πρασίνων.
Και αυτό πρέπει να γίνει άμεσα κατανοητό από την σημερινή Γερμανική κυβέρνηση.
Σε αυτή τη μάχη, θέλω να επαναλάβω, δεν έχουμε δίπλα μας μόνο τις προοδευτικές δυνάμεις της Γερμανίας.
Αλλά ήδη διαμορφώνεται μια κοινή στάση μεταξύ χωρών αλλά και πολιτικών δυνάμεων που δεν στηρίζουν μόνο τις ελληνικές διεκδικήσεις αλλά μάχονται και για μια συνολικά διαφορετική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιατί πρέπει να κατανοήσουμε ότι στο φόντο της οικονομικής κρίσης, του προσφυγικού αλλά και της κρίσης ασφάλειας που μαστίζουν την ήπειρό μας, διεξάγεται μια πολυεπίπεδη και περίπλοκη πολιτική σύγκρουση σε όλα τα μέτωπα.
Μια σύγκρουση που παίρνει διαφορετικές μορφές και διαρκώς αναδιατάσσει τις δυνάμεις.
Είναι η σύγκρουση Βορρά-Νότου, Κέντρου -Περιφέρειας, αλλά και η σύγκρουση που την υπερπροσδιορίζει.
Η εσωτερική μάχη στο εσωτερικό κάθε χώρας μεταξύ των δυνάμεων που θέλουν μια Ευρώπη της κοινωνικής συνοχής, της ισότητας και της αλληλεγγύης και των δυνάμεων που είτε επιλέγουν ανοιχτά τον διχασμό και το κλείσιμο της Ευρώπης, είτε τρέφουν τον διχασμό με την φανατική υποστήριξη του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας.
Εδώ τα μέτωπα είναι ρευστά και οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πάντοτε σαφείς και βέβαιες εκ των προτέρων.
Αυτό που είναι σαφές και βέβαιο, όμως, είναι ότι η έκβαση αυτής της πολυεπίπεδης σύγκρουσης θα είναι καθοριστική για την πορεία της Ευρώπης στον 21ο αιώνα.
Θα εξελιχθεί η Ευρώπη σε μια Ένωση-φρούριο, με εθνικές αναδιπλώσεις και βάθεμα του χάσματος μεταξύ Βορρά και Νότου ή σε μια ανοιχτή Ένωση οικονομικής συνεργασίας, δημοκρατίας και σύγκλισης των οικονομιών της.
Η Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παίξουν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη μάχη, ως πρωτοπόρα πολιτική δύναμη.
Τόσο στη συγκρότηση ενός μετώπου του Ευρωπαϊκού Νότου που θα θέσει με ένταση το θέμα της οικονομικής σύγκλισης και των περιφερειακών ανισοτήτων στην Ευρώπη, όσο και στην συγκρότηση ενός παράλληλου μετώπου των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στο σύνολο της Ηπείρου μας.
Ενός μετώπου που θα θέσει ως κύριους στόχους :
Την αντιμετώπιση και την ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας
Την αντιμετώπιση της ανόδου της ακροδεξιάς
Την αποφυγή των εθνικών αναδιπλώσεων
Την αποφυγή της μετατροπής της Ευρώπης σε Ένωση-Φρούριο
Την επίλυση της προσφυγικής κρίσης με όρους αλληλεγγύης και φιλοξενίας
Την ειρηνική επίλυση των διαφορών στην ευρύτερη περιοχή της μέσης ανατολής που έχει μετατραπεί σε πραγματική πυριτιδαποθήκη από τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και την άνοδο της ισλαμικής τρομοκρατίας.
Γνωρίζουμε καλά ότι δεν πρόκειται για εύκολους στόχους.
Γνωρίζουμε καλά ότι για την επίτευξη και των δύο προϋποτίθεται να συμμαχήσουμε με πολιτικές δυνάμεις διαφορετικής καταγωγής και παράδοσης.
Αλλά δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί το μοναδικό κυβερνητικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη να περιοριστεί σε ρόλο κομπάρσου και παρακολουθητή των εξελίξεων.
Οφείλουμε με το πολιτικό και θεωρητικό οπλοστάσιο της Αριστεράς να επιδιώξουμε προσεγγίσεις και συγκλήσεις και με την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αλλά και με τους Πράσινους, έχοντας πάντα κατά νου τα όρια αυτών των συγκλήσεων αλλά και τους κινδύνους που ενέχονται σε ένα τέτοιο εγχείρημα.
Το συνέδριο μας όμως πρέπει να θέσεις αυτά τα ερωτήματα, πρωτόγνωρα για την ριζοσπαστική αριστερά και να προσπαθήσει να ανιχνεύσει τις πρώτες και πάντοτε προσωρινές απαντήσεις.
Το βέβαιον είναι ότι είναι ακριβώς αυτά τα ερωτήματα που είναι κρίσιμα για να διαμορφώσουμε μια αριστερή και ριζοσπαστική στρατηγική, παρεμβατική και ενεργητική, για να μην περιοριστούμε στην απλή άσκηση εκ του ασφαλούς κριτικής παρακολουθώντας την Ευρώπη να τυλίγεται στο σκοτάδι και να ξαναζεί εφιάλτες του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος της.
Σύντροφοι και Συντρόφισσες,
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη συγκυρία δεν την επιλέγεις εσύ.
Αυτή σε επιλέγει.
Και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε μεγάλο βαθμό τέκνο της ανάγκης και της οργής για την απαξίωση του πολιτικού κατεστημένου στη χώρας μας αλλά και για τη λεηλασία του Εθνικού πλούτου που οι επιλογές του επέφερε.
Προφανώς και θα ήταν καλύτερα αν η πρώτη φορά Αριστερά ερχόταν σε άλλη συγκυρία.
Όχι χρεοκοπίας και ασφυξίας, αλλά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης τόσο της διεθνούς όσο και της Ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν ποτέ η ιστορία δε θυμάται την αριστερά σε τέτοιες στιγμές.
Τη θυμάται στα δύσκολα για να προστατεύσει τους πιο αδύναμους για να σταματήσει τη καταστροφή.
Στο μυαλό, όμως, όλων μας όλο αυτό το διάστημα μας βασανίζει το ερώτημα, που έθεσα και στην αρχή.
Υπάρχει πεδίο και δυνατότητα άσκησης αριστερής πολιτικής στη χώρα μας, με δεδομένους αυτούς τους σκληρούς περιορισμούς;
Η απάντηση δεν είναι απλή αλλά έχω την βαθειά πεποίθηση ότι είναι καταφατική.
Και βεβαίως είναι άλλο η θεωρητική δυνατότητα και άλλο η πρακτική εφαρμογή, η μετατροπή αυτής της δυνατότητας σε ενεργεία πολιτική.
Όμως, οφείλουμε να σκεφτούμε τι έχουμε ήδη καταφέρει μέσα στους 20 μήνες της διακυβέρνησης μας.
Και μάλιστα τι έχουμε πετύχει με δεδομένη την ιστορικού χαρακτήρα αναδιανομή πλούτου και εξουσίας υπέρ του κεφαλαίου που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της καταστροφικής πενταετίας 2010-2014 όταν
η δημοσιονομική προσαρμογή έφτασε τα 65 περίπου δις,
το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25%,
η ανεργία εκτοξεύτηκε στο ασύλληπτο 27%,
οι μισθοί μειώθηκαν δραματικά και η αγορά εργασίας απορυθμίστηκε πλήρως υπό την πίεση που ασκεί αντικειμενικά στην εργασία ο εφεδρικός στρατός των ανέργων,
το κοινωνικό κράτος κατεδαφίστηκε και η κοινωνική προστασία εκμηδενίστηκε.
Μέσα σε αυτές τις τραγικές συνθήκες οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής ερήμωσης έχουμε αρχίσει να υλοποιούμε μια πολιτική ανακατανομής των βαρών υπέρ των εργαζόμενων τάξεων αλλά και μια πολιτική περιορισμού των ανισοτήτων:
Έχουμε ήδη ψηφίσει, υλοποιούμε και διευρύνουμε διαρκώς το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση το οποίο έχει περιορίσει τις επιπτώσεις της απόλυτης φτώχειας σε περισσότερους από μισό εκατομμύριο συμπολίτες μας
Υλοποιούμε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της ανεργίας που δίνει το κύριο βάρος στην τήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων και έχει δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας οχτάμηνης διάρκειας με αναδιανομή των πόρων υπέρ των ωφελούμενων και όχι των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης
Έχουμε αντιμετωπίσει το πρόβλημα των 2,5 εκατομμυρίων ανασφάλιστων νομοθετώντας την δωρεάν πρόσβαση τους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας
Έχουμεαποκαταστήσει χιλιάδες αντισυνταγματικά απολυμένους του δημόσιου τομέα
Έχουμε για πρώτη φορά μετά από δεκαετίεςεπιτύχει το άνοιγμα όλων των σχολείων ομαλά και την διανομή όλων των βιβλίων στην ώρα τους
Έχουμε καταφέρει να υπερασπιστούμε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης εξασφαλίζοντας τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του σε σύγκρουση με τις θέσεις τόσο των θεσμών όσο και της αντιπολίτευσης που ήθελαν την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος στις συντάξεις αλλά και την μετατροπή του συστήματος σε κεφαλαιοποιητικό.
Ταυτόχρονα, αντιμετωπίζουμε με όσα μέσα διαθέτουμε τις αδικίεςπου δημιούργησε η κατάργηση του ΕΚΑΣ που δεν καταφέραμε να αποσοβήσουμε.
Ψηφίσαμε την ρύθμιση για τις 100 δόσεις που έδωσε ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους αλλά και ελεύθερους επαγγελματίες που έδιναν καθημερινή μάχη υπό το βάρος των συσσωρευμένων χρεών
Και τέλος έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εκτεταμένης μεγάλης και μεσαίας φοροδιαφυγής γεγονός που γίνεται σαφές από την υπεραπόδοση των εσόδων τόσο το 2015 όσο και το 2016.
Αυτές οι πολιτικές παρεμβάσεις δεν έχουν όμως απλώς και μόνο κοινωνικό χαρακτήρα.
Αντιθέτως δημιουργούν είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο προϋποθέσεις στήριξης και ενίσχυσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της αγοραστικής δύναμης των ασθενέστερων στρωμάτων και οδηγούν την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης.
Είναι ακριβώς και αυτές οι πολιτικές που συνέτειναν στην αποκλιμάκωση της ανεργίας κατά 4 μονάδες την περίοδο της διακυβέρνησης μας.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μιας αριστερής πολιτικής ανακατανομής βαρών και μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής που θέλει την ανάπτυξη πάνω στα συντρίμμια της κοινωνίας και της εργασίας.
Γιατί δείτε τι ακριβώς προτείνει ως εναλλακτική η νεοφιλελεύθερη ΝΔ του κυρίου Μητσοτάκη:
Να μειωθούν οι φόροι για τις επιχειρήσεις αλλά πως ;
Με εξοικονόμηση τουλάχιστον δύο δις από περικοπές και απολύσεις στην υγεία και στη παιδεία και από τη κατάργηση όλων των δομών αλληλεγγύης και των προγραμμάτων στήριξης που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Και αυτή ακριβώς είναι μια από τις κύριες μορφές που παίρνει σήμερα ο ταξικός αγώνας στην Ελλάδα.
Από τη μια μεριά, είναι τόσο το Δ.Ν.Τ όσο και η ΝΔ που επαγγέλλονται μια γενικευμένη απορύθμιση ώστε δήθεν να δημιουργήσουν ευνοϊκό έδαφος για επενδύσεις και από την άλλη μια πολιτική με ορίζοντα την αναδιανομή που στηρίζει την αγοραστική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων.
Και είναι ακριβώς αυτός ο αγώνας που διεξάγεται καθημερινά όχι μόνο στους χώρους εργασίας αλλά και στο πολιτικό επίπεδο.
Στο κοινοβούλιο, στο Eurogroup, στις συνόδους κορυφής αλλά και στις αίθουσες της διαπραγμάτευσης.
Και αυτός ο αγώνας θα ενταθεί.
Και θα πάρει τη μορφή μιας σύγκρουσης που θα αφορά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μας με δεδομένη την σταθεροποίηση της οικονομίας και την εκκίνηση ενός αναπτυξιακού κύκλου, που μόλις τώρα ξεκινά και πρέπει να έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.
Διότι ακόμη οι δυνάμεις που θέλουν ένα παραγωγικό μοντέλο βασισμένο
στην φτηνή και χωρίς δικαιώματα εργασία,
χωρίς τήρηση των στοιχειωδών κανόνων
και χωρίς δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων,
οι δυνάμεις δηλαδή της απόλυτης ασυδοσίας της ελεύθερης αγοράς έχουν ισχυρά ερείσματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.
Εμείς από τη δική μας πλευρά υπερασπιζόμαστε και αγωνιζόμαστε για τη διαμόρφωση ενός παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας που βρίσκεται στον αντίποδα αυτών των επιλογών.
Ενός παραγωγικού μοντέλου που θα αξιοποιεί το βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας:
Το υψηλών προσόντων και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό της.
Για να οικοδομήσουμε μια οικονομία που θα βασίζει την ανταγωνιστικότητα της όχι στις χαμηλές αμοιβές, τα ανύπαρκτα δικαιώματα και τις επιχειρήσεις έντασης εργασίας.
Αλλά αντίθετα στην υψηλή προστιθέμενη αξία, στην καινοτομία, την ποιότητα των παραγόμενων αγαθών και των παρεχόμενων υπηρεσιών και στα συνεργατικά εγχειρήματα.
Προς αυτή εξάλλου την κατεύθυνση έχουμε προσανατολίσει και όλα τα παρεχόμενα χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουμε σήμερα στη διάθεση μας.
Από το ΕΣΠΑ η απορροφητικότητα του οποίου έχει αγγίξει επίπεδα ρεκόρ συμβάλλοντας στην ανάκαμψη της οικονομίας μέχρι και τα ειδικά κονδύλια που έχουμε προσανατολίσει σε προγράμματα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στηρίζοντας τους έλληνες ερευνητές και προσελκύοντας τους να επιστρέψουν στην χώρα.
Πρόκειται εδώ για δύο αντιθετικά και συγκρουόμενα κοινωνικά μοντέλα.
Από τη μια μεριά το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού που έχει αποδειχτεί όχι μόνο κοινωνικά καταστροφικό αλλά και οικονομικά αναποτελεσματικό και από την άλλη το μοντέλο της ριζοσπαστικής αριστεράς που στοχεύει σε έναν συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Διαμορφώνουμε έτσι ένα πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης πενταετούς διάρκειας με ορόσημο το έτος σταθμό: το 2021.
Και μέχρι τότε φιλοδοξούμε να έχουμε επιτύχει σειρά συγκεκριμένων και μετρήσιμων στόχων αναδιανομής, ανάπτυξης και κοινωνικής προστασίας ώστε στο τέλος της πενταετίας να έχουμε καταφέρει τη μείωση της ανεργίας στη χώρας μας τουλάχιστον κατά 10%.
Και αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος Εθνικός μας στόχος για την επόμενη πενταετία.
Βασικά πεδία από τα οποία θα κριθούμε είναι τα εξής :
Πρώτον : Η στήριξη της εργασίας και η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σε αυτό το πεδίο το επόμενο διάστημα με την εκκίνηση της δεύτερης αξιολόγησης είναι κρίσιμο.
Και σε αυτή τη διαπραγμάτευση προσερχόμαστε με το ισχυρότερο και μη διαπραγματεύσιμο όπλο που είναι το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Αλλά προσερχόμαστε και με θετικές διεκδικήσεις.
Για να υπερασπιστούμε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων και να αγωνιστούμε για μέτρα προστασίας και ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζόμενων.
Δεύτερον : Το πεδίο αυτό της κοινωνικής οικονομίας.
Εδώ στόχο έχουμε να δημιουργήσουμε ένα παράλληλο και ανταγωνιστικό προς το κυρίαρχο σύστημα συνεργατικής παραγωγής και ανταλλαγής που δεν θα λειτουργεί με βασικό στόχο το κέρδος αλλά την εργασία.
Και δεν πρόκειται απλώς για μια θεωρητική κατασκευή αλλά για ένα πολιτικό πρόγραμμα που ήδη υλοποιείται με την ενεργό στήριξη συνεργατικών εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης αλλά και με την κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή.
Τρίτον : Η συνέχιση του αγώνα για την καταπολέμηση της μεγάλης και μεσαίας φοροδιαφυγής.
Μιας πληγής με μόνιμη αιμορραγία για την ελληνική οικονομία, που οδήγησε σε τεράστιες ανισότητες και έπαιξε κρισιμότατο ρόλο στην ένταση της κρίσης στη χώρας μας.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής εξάλλου είναι συνώνυμο της αναδιανομής και αξεχώριστη από αυτή.
Να θυμίσω εξάλλου για άλλη μια φορά ότι στο πεδίο αυτό έχουμε κάνει τεράστια βήματα με την επιτάχυνση του ελέγχου του συνόλου των λιστών που έχουν περιέλθει στα χέρια της κυβέρνησης.
Σε αυτούς τους 22 μήνες διακυβέρνησης έχουμε βεβαιώσει περίπου 1δις ευρώ σε διαφυγόντες φόρους και συνεχίζουμε με εντατικούς ρυθμούς.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου που αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία πλουτισμού της ελληνικής ολιγαρχίας σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Και Τέταρτος μεγάλος στόχος, είναι ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, όχι μόνο κατά τα ετη 2010- 2014, κοινωνικού κράτους.
Και εδώ στόχος μας είναι τόσο η ενίσχυση και δημοκρατική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και της ερευνητικής υποδομής της χώρας αλλά και
η ανοικοδόμηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και
Η για πρώτη φορά συγκρότηση ενός συστήματος Δημόσιας Πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας που θα καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού και θα παρέχει καθολική πρόσβαση.
Και σε αυτό το πεδίο όμως τα πρώτα βήματα έχουν ήδη ξεκινήσει.
Εντός του 2017 θα έχουν προσληφθεί 10000 γιατροί και νοσηλευτές στο ΕΣΥ, ενώ ήδη είναι έτοιμο και κατατίθεται άμεσα το νομοσχέδιο για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.
Σύντροφοι και Συντρόφισσες,
Αν η αναδιανομή και η ανάπτυξη είναι η μια πλευρά αυτού που ονομάζουμε παράλληλο πρόγραμμα
δηλαδή του προγράμματός μας που εφαρμόζεται στα διάκενα, στα περιθώρια και στα εσωτερικά ρήγματα της Συμφωνίας του Ιουλίου,
η άλλη πλευρά αυτής της προσπάθειας είναι η εμβάθυνση της απαξιωμένης δημοκρατίας, η επιβολή της νομιμότητας σε όλους ανεξαιρέτως, καθώς και η καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς και κακοδιοίκησης.
Ήδη έχει γίνει Νόμος του κράτους η μεγάλη δέσμευση και πάγια διεκδίκηση της Αριστεράς για νομοθέτηση της απλής αναλογικής.
Το ίδιο και για τη ψήφο στα 17.
Είμαστε εμείς που δώσαμε τη δυνατότητα στα παιδιά όλων των μεταναστών που γεννιούνταν στην Ελλάδα και χαίρουν της ελληνικής παιδείας να λαμβάνουν την Ελληνική ιθαγένεια.
Ενώ αποκαταστήσαμε και μια χρόνια δικαιωματική στρέβλωση δίνοντας τη δυνατότητα σε ομόφυλα ζευγάρια με το Σύμφωνο Συμβίωσης να έχουν ίσα δικαιώματα απέναντι στη ζωή και στο θάνατο με όλους τους άλλους συμπολίτες τους.
Αυτές τις μέρες εκκινούμε και έναν μεγάλο κοινωνικό διάλογο για την αναγκαία Συνταγματική μεταρρύθμιση, τον εκδημοκρατισμό του συνόλου των κρατικών θεσμών και την προώθηση μορφών άμεσης δημοκρατίας.
Διότι μόνο έτσι μπορούμε να ενισχύσουμε την διαπραγματευτική ισχύ του ελληνικού λαού, μόνο έτσι μπορούμε να δώσουμε στους κοινωνικούς αγώνες τη δυνατότητα να αντηχούν στο εσωτερικό του πολιτικού και του κοινοβουλευτικού μηχανισμού.
Και γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι η δύναμη του λαού όταν βρίσκεται σε κίνηση δεν αποδυναμώνει αλλά αντίθετα ενισχύει τον δικό μας κυβερνητικό αγώνα.
Η δημοκρατία όμως και η ενίσχυση της απαιτεί και κανόνες που θα ισχύουν για όλους.
Όσο ψηλά κι αν βρίσκονται.
Και ήταν η κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ που για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων θέριεψε η διαπλοκή, αποφάσισε να βάλει τάξη στο αρρύθμιστο τηλεοπτικό τοπίο τηρώντας μια κορυφαία δέσμευση.
Ο διαγωνισμός για τις άδειες μετά από 27 χρόνια εσκεμμένης ασυδοσίας, είναι πια μια πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που αποτελεί μια μεγάλη τομή για το πολιτικό μας σύστημα.
Γιατί για πρώτη φορά θέτει τις προϋποθέσεις να χτυπηθεί το φαινόμενο της διαπλοκής που βασάνισε το τόπο για πολλά χρόνια και αποτελεί και μια από τις αιτίες της κρίσης και της χρεοκοπίας.
Θέτει όμως τις προϋποθέσεις.
Είναι η αναγκαία συνθήκη.
Όχι η αναγκαία και ικανή συνθήκη.
Γιατί η μάχη με το παλιό και διεφθαρμένο πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο και ενδεχομένως και τους επίδοξους νέους μιντιάρχες, δε θα είναι απλή και εύκολη υπόθεση.
Θα είναι διαρκής και καθημερινή.
Θέσαμε τις βάσεις για τη νομιμότητα και τη ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου.
Αποδείξαμε ότι εμείς δε λογαριάζουμε από ονόματα και δε μας φοβίζουν οι εκβιασμοί.
Και το κυριότερο εξασφαλίσαμε 258 εκατομμύρια για το δημόσιοι ταμείο.
258 εκατομμύρια εκ των οποίων τα 80 έχουν ήδη κατατεθεί στα κρατικά ταμεία και κατευθύνονται ήδη, στο σύνολο τους, σε δράσεις κοινωνικής προστασίας.
Για την στήριξη των παιδικών σταθμών και των δημόσιων νοσοκομείων.
Και είναι ακριβώς αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με τον ανυποχώρητο αγώνα που δίνουμε για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την απόδοση δικαιοσύνης που τους έχει οδηγήσει σε ένα αδιανόητο κρεσέντο συκοφαντίας και ψεύδους.
Νομίζουν ότι θα μας αποσταθεροποιήσουν.
Νομίζουν ότι θα κάνουμε πίσω.
Νομίζουν ότι θα υποχωρήσουμε.
Ε, λοιπόν, ας το ακούσουν και από εδώ από το Συνέδριό μας :
Όχι μόνο λοιπόν δεν θα υποχωρήσουμε αλλά θα εντείνουμε ακόμα περισσότερο τον αγώνα μας.
Έναν αγώνα τιμής για την Αριστερά και τον Ελληνικό λαό.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Άφησα για το τέλος της εισήγησής μου τα θέματα που αφορούν το κόμμα μας, τον ΣΥΡΙΖΑ.
Και εδώ πρέπει να ομολογήσουμε με ειλικρίνεια τις αδυναμίες μας.
Να αποτιμήσουμε όσα συνέβησαν, θετικά και αρνητικά, από το 1ο έως υπό 2ο Συνέδριο και να εντοπίσουμε τις αναγκαίες εκείνες παρεμβάσεις και αλλαγές στη λειτουργία μας.
Επιχειρώντας λοιπόν έναν απολογισμό, δε μπορούμε να μη σταθούμε και όσα αποφασίσαμε στο 1ο Συνέδριο αλλά δε μπορέσαμε να κάνουμε πράξη.
Και κυρίως να εστιάσουμε στις αιτίες αυτής της αδυναμίας.
Στο Πρώτο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποφασίσαμε να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα των μελών και όχι των ομάδων και των συνιστωσών του.
Πει δύο χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούσε και έχουμε ευθύνη για αυτό, ως κόμμα με πολλά κόμματα μέσα στο κόμμα.
Με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους πρώην συντρόφους μας, που αποχώρησαν το προηγούμενο Ιούλη.
Στο όνομα του πλουραλισμού και της δημοκρατίας που δίνει καταστατικά δικαίωμα σε λειτουργία τάσεων, εμείς πήγαμε στο ακριβώς αντίθετο άκρο.
Η δημοκρατία να περιορίζεται εντός τάσεων και δυστυχώς πολλές φορές μηχανισμών.
Και να συρρικνώνεται απολύτως στη ζωή του κόμματος, αφού τα μέλη μας που δεν επέλεγαν να εντάσσονται σε τάσεις στερούνταν του δικαιώματος να λαμβάνουν ουσιαστικά μέρος στη λήψη των αποφάσεων.
Φτάσαμε στο σημείο, οι Συνεδριάσεις των οργάνων μας να θυμίζουν τις συνεδριάσεις συνδικαλιστικών οργάνων, αφού κυρίως οι πρώην σύντροφοί μας προσέρχονταν αφού πρωτίστως είχαν συνεδριάσει ξεχωριστά και εντός των οργάνων λειτουργούσαν με συγκεντρωτισμό.
Οι αποφάσεις του Συνεδρίου αλλά και των άλλων οργάνων, στο όνομα δήθεν της δημοκρατίας υπονομεύοντας συστηματικά.
Ακόμη και στη δημόσια εκφορά του λόγου.
Αυτά τα φαινόμενα ήταν φαινόμενα κρίσης και διάλυσης.
Και έχουμε ευθύνη και πρώτος εγώ, που δε τα αντιμετωπίσαμε έγκαιρα.
Αυτή η τραυματική εμπειρία πρέπει να μας προβληματίσει.
Γιατί παρά το γεγονός ότι σήμερα δεν υπάρχει το φαινόμενο αυτό σε τέτοια ένταση, εντούτοις ακόμη δε μπορούμε να πούμε ότι η απόφασή του 1ου Συνεδρίου για ΣΥΡΙΖΑ κόμμα των μελλών έχει υλοποιηθεί.
Και οφείλουμε να πάρουμε μέτρα για να υλοποιηθεί.
Η δεύτερη σημαντική απόφαση που δεν υλοποιήθηκε ήταν το άνοιγμα και η αντιστοίχηση του κομματικού με τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ.
Ειδικότερα τη περίοδο πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης όπου έπρεπε να ρίξουμε όλο το βάρος, κυριάρχησαν απόψεις φοβικές, απόψεις περιχαράκωσης.
Η αλήθεια είναι ότι και από τη πλευρά της ηγεσίας γίνανε ορισμένες λάθος επιλογές που τροφοδότησαν αυτό το κλίμα φοβίας στην ένταξη νέων μελών.
Ωστόσο πολλές από τις επιλογές μας ιδίως στις δημοτικές εκλογές αποδείχτηκαν επιλογές καταστροφικής αυτοπεριχαράκωσης.
Και οφείλουμε από τώρα να δουλέψουμε με σχέδιο συγκροτημένο για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του 2019 και φυσικά για το δυνάμωμα των οργανώσεων μας σε τοπικό επίπεδο.
Το τρίτο θέμα που θέλω να θέσω αφορά στη θεσμική λειτουργία του κόμματος και στη δύσκολη σχέση ανάμεσα σε κόμμα και κυβέρνηση.
Το Κόμμα πρέπει να ελέγχει τη κυβέρνηση αλλά και τα μέλη του κόμματος το ίδιο το κόμμα και την ηγεσία του.
Στη σχέση Κόμματος Κυβέρνησης αλλά και στο ίδιο το μοντέλο της διακυβέρνησης έχουν εντοπιστεί προβλήματα και δυσλειτουργίες που οφείλουμε να διορθώσουμε.
Δε μπορεί να χαράζεται στρατηγική για τη κυβερνητική πολιτική κάπου έξω από το κόμμα, χωρίς το κόμμα.
Όπως και δε μπορεί να χαράζεται στρατηγική σε ορισμένα υπουργεία αγνοώντας τις επεξεργασίες των αντίστοιχων τμημάτων και των ΕΠΕΚΕ.
Αν θέλουμε όμως να δώσουμε έμφαση στο κόμμα, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε πέρα από όλα να το νοηματοδοτήσουμε με τη φυσική παρουσία της φυσικής πολιτικής ηγεσίας και των στελεχών στα όργανα του κόμματος.
Το κόμμα χρειάζεται ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο, μια Κεντρική Επιτροπή που θα εκλεγεί στη βάση των πραγματικών αναγκών του κόμματος και μιας πολιτικής Γραμματείας που θα είναι το μοναδικό πολιτικό κέντρο και θα λειτουργεί με αίσθηση ευθύνης και με πολιτική αλληλεγγύη.
Και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει όλοι να κατανοήσουν ότι είναι πιο σημαντικό για ένα μέλος του Κόμματος να είναι εκλεγμένο μέλος της ΠΓ, δηλαδή της ηγεσίας, παρά να είναι υπουργός.
Άλλωστε οι υπουργικοί θώκοι δεν έχουν εκχωρηθεί ούτε παραχωρηθεί σε κανέναν με κριτήρια μονιμότητας.
Ας το δούμε αυτό στο μυαλό μας.
Τέλος θα ήθελα να θέσω ένα ακόμη ζήτημα.
Αφορά τη κομματική δεοντολογία και τη συμπεριφορά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πια κόμμα που κυβερνά.
Συνεπώς κρίνεται διαρκώς όχι μόνο για τις κυβερνητικές επιλογές αλλά και για το ύφος και το ήθος της διακυβέρνησης.
Και κρίνεται – και λογικά- πολύ πιο αυστηρά.
Γιατί τους άλλους τους ξέρουμε, τους μάθαμε χρόνια.
Εμείς πρέπει να επιβεβαιώνουμε σε κάθε βήμα σε κάθε στιγμή ότι διαθέτουμε άλλο ήθος.
Ανιδιοτέλεια, διάθεση για προσφορά, όχι για θέσεις.
Προτείνω λοιπόν πέραν της Κεντρικής Επιτροπής να εκλεγεί και επιτροπή Δεοντολογίας που θα έχει την εξουσιοδότηση να είναι όπου χρειάζεται πολύ αυστηρή απέναντι σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Γιατί δε θα πρέπει να αφήνουμε ούτε χαραμάδα για τη προπαγάνδα του παλιού πολιτικού συστήματος που αφού δε μπορεί να υπερασπιστεί εαυτόν, προσπαθεί να διασπείρει την εντύπωση ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ τους μοιάζει.
Όχι δεν είμαστε ίδιοι και δε θα γίνουμε ποτέ.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Ας δώσουμε τη δυνατότητα σε αυτό το Συνέδριο να γίνει ουσιαστικός διάλογος και να τεθούν όλα τα ερωτήματα που ψάχνουν απαντήσεις.
Ας πάρουμε όμως όλοι μαζί την απόφαση να αναστυλώσουμε το σπίτι μας.
Τον ΣΥΡΙΖΑ.
Γιατί το κόμμα μας είναι που αποτελεί το στήριγμα και την κοινωνική ραχοκοκαλιά αυτής της κυβέρνησης αλλά και της συνολικής διαρκούς μας προσπάθειας, στη μάχη μας για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Το κόμμα δεν πρέπει να είναι μόνο το αυτί μας στην κοινωνία αλλά και ενεργός παράγοντας κινητοποίησης της κοινωνίας.
Μέσα στα συνδικάτα, μέσα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσα στη Νεολαία, μέσα στις επαγγελματικές και επιστημονικές ενώσεις.
Σε κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα.
Όχι μόνο για να στηρίζει την κυβέρνηση αλλά και για να κρίνει την κυβέρνηση.
Και είναι στοίχημα σε αυτό το Συνέδριο να θέσουμε ξανά τις βάσεις για ένα μεγάλο άνοιγμα του κόμματος στον ελληνικό λαό.
Και κυρίως στις κοινωνικές ομάδες, τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπούμε.
Για να δυναμώσουμε τις οργανώσεις μας, για να σφίξουμε τους δεσμούς μας με τις ζωντανές και ενεργές δυνάμεις της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Και αυτό το άνοιγμα πρέπει να γίνει με εμπιστοσύνη, τόσο στο λαό που θέλει να ενταχθεί στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κυρίως με εμπιστοσύνη στις δικές μας δυνάμεις.
Και οφείλουμε όλοι σύντροφοι και συντρόφισσες να συμμετέχουμε σε αυτό το μεγάλο κοινωνικό άνοιγμα.
Αλλά και να το περιφρουρήσουμε.
Γιατί δεν θέλουμε απλώς και μόνο ένα μαζικό κόμμα.
Αλλά ένα μαζικό κόμμα της Αριστεράς.
Τη συγκρότηση της μεγάλης παράταξης της Αριστεράς.
Όπου τα μέλη και τα στελέχη της δεν θα αντλούν κύρος από το ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντλεί κύρος από τα μέλη και τα στελέχη του.
Γι αυτό πρέπει να είμαστε όλοι και όλες μας παραδείγματα αυταπάρνησης, ανιδιοτέλειας και αγώνα μέσα στην κοινωνία.
Σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου.
Χωρίς αλαζονεία, χωρίς αξιοποίηση της μικρής ή μεγαλύτερης εξουσίας μας, παρά μόνο προς όφελος των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζουμε.
Του κόσμου της εργασίας και του μόχθου.
Του κόσμου της νεολαίας.
Και πιστέψτε με.
Μόλις αυτό το καταφέρουμε θα φέρουμε δις πέρας και το πιο δύσκολο σχέδιο με επιτυχία.
Δε λυγίσαμε και δε θα λυγίσουμε απέναντι στις δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Δε θα λυγίσουμε και τώρα απέναντι στο παλιό σύστημα και στη διαπλοκή του.
Ας ουρλιάζουν τα σκυλιά.
Δεν έχουν δόντια πια για να δαγκώσουν.
Θα προχωρήσουμε και θα νικήσουμε.
Γιατί η δύναμή μας είναι τεράστια.
Είναι η ίδια η δύναμη του ίδιου του ελληνικού λαού.
Έτσι θα τα καταφέρουμε.
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.
Read our Privacy Policy.