Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Παιδεία

Σκοτάδι για τα αρχεία των υπηρεσιών ασφαλείας || Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία της Έ. Ακρίτα

Με πρωτοβουλία της Έλενας Ακρίτα, 15 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ φέρνουν στη Βουλή το απαράδεκτο καθεστώς περιορισμών που κρατά κλειστά τα αρχεία των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας στους ιστορικούς ερευνητές.

Η υπόθεση αναδείχθηκε μετά τη συγκλονιστική αποκάλυψη του φωτογραφικού υλικού των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής – μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν αντέχει άλλη σιωπή.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε δρομολογήσει τη δημιουργία ενιαίου και ανοιχτού αρχείου για τις σκοτεινές περιόδους Μεταξά, Κατοχής και Εμφυλίου.

Από το 2019 όμως η διαδικασία πάγωσε και σήμερα οι υπηρεσίες μπορούν αυθαίρετα να μπλοκάρουν την έρευνα για κρίσιμες και επώδυνες σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας.

Η δημοκρατία δεν φοβάται τα αρχεία της. Οι βουλευτές ζητούν άμεση, ανεμπόδιστη πρόσβαση των ιστορικών και ενιαίους, διαφανείς κανόνες για όλα τα κρατικά αρχεία και τον αποχαρακτηρισμό τους. Γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να τελεί υπό διοικητική άδεια.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα,  20 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους κ.κ. Υπουργούς:

  • Προστασίας του Πολίτη
  • Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

ΘΕΜΑ: Για την πρόσβαση των ιστορικών στα αρχεία των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας.

Με την πρόσφατη, συνταρακτική, ανακάλυψη του φωτογραφικού υλικού των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής, ήρθε στην επικαιρότητα και μια άλλη πτυχή του ζητήματος. Καθώς οι ιστορικοί ερευνούσαν την αυθεντικότητα των φωτογραφιών, αναδείχτηκε το μακροχρόνιο αίτημα της επιστημονικής κοινότητας για πρόσβαση στα ιστορικά αρχεία των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας.

Ενώ τυπικά η πρόσβαση είναι ελεύθερη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, που σύμφωνα με τη νομοθεσία υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας, τα αρχεία των κρατικών υπηρεσιών και σωμάτων ασφαλείας δεν έχουν υπαχθεί εκεί και η πρόσβαση σε αυτά είναι στη διακριτική ευχέρεια υπηρεσιών οι οποίες συνήθως την αρνούνται αναιτιολόγητα ή προβάλλουν εμπόδια και όρους. 

Στο παρελθόν, υπήρξε πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση ενός ενιαίου και ανοιχτού αρχείου των υπηρεσιών ασφαλείας, ιδίως για την περίοδο Μεταξά, της Κατοχής και του Εμφυλίου ή της άμεσης μετεμφυλιακής περιόδου. Η προσπάθεια αυτή όμως, σύμφωνα με ιστορικούς ερευνητές, ανακόπηκε από το 2019 και μετά και η πρόσβαση παραμένει περιορισμένη στην έρευνα.

Επειδή η διαφάνεια και η ελεύθερη κριτική εξέταση του παρελθόντος, όσο επώδυνο και αν είναι, βαθαίνει και θωρακίζει τη δημοκρατία και τις συνειδήσεις των πολιτών

Επειδή η πρόσβαση στην ιστορική πληροφορία είναι συνταγματικό δικαίωμα

Επειδή προκύπτει η ανάγκη για ενιαία αντιμετώπιση όλων των κρατικών αρχείων, η ένταξή τους σε κοινό αρχειακό φορέα, δημόσιας πρόσβασης, υπό όρους αποχαρακτηρισμού που να είναι διαφανείς και ενιαίας λογικής

Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Προτίθενται να εξασφαλίσουν ανεμπόδιστη πρόσβαση των ερευνητών στα αρχεία των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας ιδίως για τα αρχεία των περιόδων Μεταξά, Κατοχής, Εμφυλίου;
  2. Προτίθενται να προχωρήσουν στις αναγκαίες νομοθετικές και διοικητικές πρωτοβουλίες, ώστε όλα τα κρατικά αρχεία να τυγχάνουν ενιαίας, διαφανούς και κοινής αντιμετώπισης ως προς την πρόσβαση και τους όρους αποχαρακτηρισμού;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Δούρου Ρένα

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Καλαματιανός Διονύσης

Κεδίκογλου Συμεών

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Παππάς Νικόλαος

Πολάκης Παύλος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γιώργος

«Να αρθεί άμεσα η κατάφωρη αδικία εις βάρος υποψηφίων των κατατακτηρίων εξετάσεων στα ΑΕΙ της χώρας» | Κοινή Ερώτηση Α. Παναγιωτόπουλου-Δ. Καλαματιανού-Π. Τσαπανίδου

Στη Βουλή με ερώτηση προς την υπουργό Παιδείας κα Σοφία Ζαχαράκη έφεραν το θέμα της κατάφωρης αδικίας που θα υποστούν πολλοί υποψήφιοι των πρόσφατων κατατακτηρίων εξετάσεων στα ΑΕΙ, λόγω μιας μεταγενέστερης εγκυκλίου του υπουργείου, οι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, Διονύσης Καλαματιανός και Πόπη Τσαπανίδου. 

Συγκεκριμένα, ενώ ο πρόσφατος νόμος 5224/5-8-2025 αύξησε τα ποσοστά εισαγωγής μέσω των κατατακτηρίων εξετάσεων έως 20% στα ΑΕΙ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και έως 30% στα περιφερειακά πανεπιστήμια, προβλέποντας ταυτόχρονα την έκδοση Υπουργικής Απόφασης (Υ.Α.) που θα καθόριζε τα επιμέρους ζητήματα όπως οι επιδόσεις κ.ο.κ., η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ, με μια εγκύκλιο της 11ης Φεβρουαρίου 2026, δηλαδή πολύ αργότερα από το χρόνο των εξετάσεων, αποκλείονται ουσιαστικά πολλοί υποψηφίοι από τις λίστες επιτυχόντων, αφήνοντας περισσότερες κενές θέσεις από τα προηγούμενα χρόνια.

Η εν λόγω εγκύκλιος παραπέμπει σε μια Υ.Α. του 2013 η οποία προβλέπει ότι η βάση επιτυχίας θα πρέπει να είναι συνολικά για τα τρία μαθήματα 30 μονάδες και για το κάθε μάθημα ξεχωριστά 10 μονάδες (με άριστα το 20), με αποτέλεσμα υποψήφιοι που έχουν γράψει υψηλές βαθμολογίες σε δύο μαθήματα και κατ’ ελάχιστο κάτω από το 10 σε ένα, να μένουν εκτός, αν και ο μέσος όρος βαθμολογίας τους υπερβαίνει σε πολλές περιπτώσεις κατά πολύ πολλών από τους υποψηφίους που είναι στη λίστα επιτυχόντων.

Το εξίσου σημαντικό όμως είναι ότι εξαιτίας αυτής της εγκυκλίου που παραπέμπει στην Υ.Α. του 2013, παραβιάζεται το πνεύμα του νόμου 5224/5-8-2025 και η πρόθεση του νομοθέτη, αφού τελικά θα μείνουν πάρα πολλές θέσεις κενές σε όλη τη χώρα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά γεννάται το εύλογο ερώτημα τι θα γίνει με τους υποψηφίους που βρίσκονται στις λίστες επιτυχόντων που ανακοινώθηκαν από κάποια ΑΕΙ πριν την έκδοση της εγκυκλίου, όπως λ.χ. έκανε το τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου.

Και για να μην ξεχνάμε, την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είχε ψηφιστεί ο καθόλα δίκαιος νόμος 4485/4-8-2017, σύμφωνα με τον οποίο οι θέσεις εισακτέων που έμειναν κενές κατά τις κατατακτήριες εξετάσεις καλύπτονται μέχρις εξαντλήσεως του προβλεπόμενου ποσοστού εισακτέων, με την κατάταξη, ως επιτυχόντων, υποψηφίων κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας εφόσον αυτή είναι τουλάχιστον τριάντα (30) μονάδες και ανεξαρτήτως της επίδοσής τους σε επιμέρους μαθήματα.

Το Β’ εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2025-2026 ξεκινάει σε λίγες μέρες και η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας οφείλει να θεραπεύσει άμεσα το πρόβλημα που η ίδια δημιούργησε.

Ακολουθεί η Ερώτηση

Αθήνα, 18 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Θέμα: «Να αρθεί άμεσα η αδικία σε βάρος των υποψηφίων των κατατακτήριων εξετάσεων του 2025 στα ΑΕΙ».

Με τον νόμο 5224/5-8-2025 (ΦΕΚ Α’ 142) ο οποίος, μεταξύ άλλων, αφορά και στις κατατακτήριες εξετάσεις των πανεπιστημίων εισήχθη μια καινοτομία αναφορικά με τις κατατακτήριες εξετάσεις στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), σύμφωνα με την οποία αυξάνεται το ποσοστό των διαθέσιμων θέσεων, ιδίως στα περιφερειακά ΑΕΙ.

Ωστόσο, το υπουργείο Παιδείας δεν εξέδωσε την απαιτούμενη εφαρμοστική Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.), την οποία ο νόμος προβλέπει, με αποτέλεσμα τελικά να εκδοθεί εγκύκλιος -ενώ πολλά τμήματα στην Ελλάδα είχαν εκδώσει ήδη αποτελέσματα- και να μειωθούν δραστικά  οι εισακτέοι, ακυρώνοντας στην πράξη τον νόμο που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε και αδικώντας τους υποψηφίους που αποφάσισαν να λάβουν μέρος στις κατατακτήριες εξετάσεις έχοντας υπόψη τους το νόμο 5224/5-8-2025.

Συγκεκριμένα, ο Ν. 5224/5-8-2025 (ΦΕΚ Α’ 142), αύξησε το ποσοστό θέσεων για τις κατατακτήριες εξετάσεις έως 20% στα ΑΕΙ Αθήνας και Θεσσαλονίκης και έως 30% στα περιφερειακά ΑΕΙ. Λόγω όμως της μη έκδοσης της προβλεπόμενης Υ.Α. και εξαιτίας της προσωρινής και καθόλα ατυχούς παραπομπής στην Υ.Α. του 2013, η οποία απαιτεί ως συνολική βάση για τα τρία εξεταζόμενα μαθήματα τις 30 μονάδες και ως βάση σε κάθε μάθημα ξεχωριστά τις δέκα (10) μονάδες με άριστα το είκοσι (20), σε πολλά τμήματα οι θέσεις μένουν κενές, με αποτέλεσμα οι επιτυχόντες να είναι λιγότεροι ακόμη και από τα προηγούμενα έτη.

Η συγκεκριμένη, όμως, πρακτική που επιλέχθηκε από την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, παρόλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται αντιφατική ή/και ως μια ακόμη ανεπάρκεια του επιτελικού κράτους, μάλλον αποτελεί μια συνειδητή απόφαση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για την σκοπιμότητά της. Και για του λόγου το αληθές, στις 11 Φεβρουαρίου 2026, ο υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού εξέδωσε μια εγκύκλιο που παραπέμπει με τον πιο επίσημο τρόπο στην παρ. 8 της υπό στοιχεία Φ1/192329/Β3/13.12.2013, χωρίς δηλαδή τελικά να αλλάζει τίποτε, και να ακυρώνει στην πράξη το πνεύμα του άρθρου 78Α που προστέθηκε στον ν. 4957/2022.

Αξίζει στο σημείο αυτό να ληφθεί υπόψη ότι η πρακτική της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας διαφέρει εντελώς από όσα προέβλεπε ο καθόλα δίκαιος Νόμος 4485/4-8-2017 (Α’ 114), σύμφωνα με τον οποίο εισάγονταν υποψήφιοι κατατακτηρίων εφόσον βρίσκονταν εντός του ποσοστού των προβλεπόμενων θέσεων -12% τότε- εφόσον είχαν επιτύχει συνολική  βαθμολογία άνω των τριάντα (30) στις εξήντα (60), δηλαδή άνω του 10 ως μέσου όρου των τριών μαθημάτων, ακόμα κι αν σε κάποιο από τα μαθήματα είχαν βαθμολογηθεί με βαθμό μικρότερο του 10.

Και όλα αυτά όταν σε κάποια ΑΕΙ, όπως λ.χ. στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και στο Τμήμα Ιατρικής να έχουν εκδοθεί τα αποτελέσματα και να θεωρούνται επιτυχόντες όσοι υποψήφιοι συγκέντρωσαν βαθμολογία συνολικά στα τρία μαθήματα άνω του 30 στα 60, ανεξαρτήτως των επιδόσεων στα επιμέρους μαθήματα και εντός του ποσοστού του 30% που προβλέπεται με το νέο νόμο 5224/5-8-2025.

Επειδή το κράτος και δη η εκτελεστική εξουσία οφείλει πρωτίστως να σέβεται και να εφαρμόζει τους νόμους που η ίδια έχει εισηγηθεί και ψηφίσει.

Επειδή οι υποψήφιοι που επέλεξαν να δώσουν κατατακτήριες εξετάσεις το έκαναν έχοντας γνώση του το νόμου 5224/5-8-2025 που έχει ως στόχο την αύξηση των εισακτέων.

Επειδή ο νόμος 4485/4-8-2017 θεράπευε το εν λόγω ζήτημα με τρόπο δίκαιο.

Επειδή εκδόθηκαν αποτελέσματα σε πολλά τμήματα ΑΕΙ πριν την εγκύκλιο της 11ης Φεβρουαρίου 2026 και εξαιτίας αυτής κάποιοι υποψήφιοι που ήταν αρχικά επιτυχόντες ενδέχεται να απορριφθούν.

Επειδή έχουμε το φαινόμενο «αποτυχόντες» σύμφωνα με την εγκύκλιο, να έχουν γράψει υψηλότερη βαθμολογία από πολλούς που είναι στις λίστες επιτυχόντων επειδή έγραψαν κατ’ ελάχιστο λιγότερο από το 10 σε ένα μάθημα.

Ερωτάται η αρμόδια υπουργός:

  1. Θα ακυρώσει την εγκύκλιο της 11ης Φεβρουαρίου 2026 και θα προχωρήσει σε Υπουργική Απόφαση με αναδρομική ισχύ που θα θεωρεί ως βάση επιτυχίας τις 30 μονάδες στις 60 συνολικά στα τρία μαθήματα προκειμένου να καλυφθούν οι κενές θέσεις που έχουν προκύψει στα ΑΕΙ όλης της χώρας;
  2. Θα φέρει σε επόμενο διάστημα βελτιωτική τροπολογία του νόμου 5224/5-8-2025 σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα του νόμου 4485/4-8-2017, στο πλαίσιο των νέων αυξημένων ποσοστών;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Καλαματιανός Διονύσιος – Χαράλαμπος

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Υπεράριθμα τμήματα και ανάγκη θεσμοθέτησης μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα σε Νηπιαγωγεία και Δημοτικά Σχολεία | Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία Κ. Νοτοπούλου

Η δημιουργία υπεράριθμων τμημάτων στα σχολεία, ιδιαίτερα με τις συγχωνεύσεις  τμημάτων εν μέσω σχολικής χρονιάς προκαλεί προβλήματα στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και την καθημερινότητα μαθητών και εκπαιδευτικών. Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με πρωτοβουλία της Κατερίνας Νοτοπούλου, κατέθεσαν ερώτηση προς την  Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού διεκδικώντας τη θεσμοθέτηση μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα σε Νηπιαγωγεία και Δημοτικά Σχολεία.

Η λειτουργία υπεράριθμων τμημάτων με έως και 25–27 μαθητές στα σχολεία όλης της χώρας σε συνδυασμό με την ανεπαρκή στήριξη παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η μισθολογική υποτίμηση των εκπαιδευτικών, τα ακατάλληλα και συχνά ασυντήρητα σχολικά κτίρια, οι ελλείψεις προσωπικού, η άνιση κατανομή μαθητών και  η υποχρηματοδότηση, επιβαρύνουν καθημερινά τη λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται ένα επιδεινούμενο πλαίσιο που δυσχεραίνει το εκπαιδευτικό έργο και υποβαθμίζει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ιδίως στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Παρά την αύξηση των εγκρίσεων παράλληλης στήριξης και την ίδρυση νέων τμημάτων ένταξης, παραμένει το γεγονός ότι το μέγιστο όριο των 25 μαθητών/τριών ανά τμήμα εξακολουθεί να ισχύει, ακόμη και σε τάξεις με μαθητές που χρήζουν εξατομικευμένης εκπαιδευτικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα η παιδαγωγική πράξη να ασκείται σε συνθήκες υπερφόρτωσης.

Ιδιαίτερα στην προσχολική αγωγή και στα πρώτα χρόνια του δημοτικού, όπου διαμορφώνονται τα θεμέλια της γνωστικής, κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, η ποιότητα της σχέσης εκπαιδευτικού–μαθητή είναι καθοριστική. Η διατήρηση μεγάλων τμημάτων περιορίζει δραστικά τον διαθέσιμο παιδαγωγικό χρόνο ανά παιδί και δυσχεραίνει την ουσιαστική επικοινωνία με τις οικογένειες.

Οι μαθητές δεν είναι αριθμοί, αλλά μοναδικές προσωπικότητες με ιδιαίτερες ανάγκες που απαιτούν εξατομικευμένη προσέγγιση.

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

1. Προτίθεται το Υπουργείο να θεσμοθετήσει μέγιστο αριθμό 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όπως έχει προταθεί τεκμηριωμένα από επιστημονικούς φορείς;

2. Σε ποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και με ποιες νομοθετικές παρεμβάσεις θα επανεξεταστεί το ισχύον όριο των 25 μαθητών/τριών;

3. Πώς αξιολογεί το Υπουργείο την παιδαγωγική αποτελεσματικότητα τμημάτων με 25 μαθητές/τριες, ιδίως σε περιπτώσεις όπου φοιτούν μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες;

4. Ποιες, επιπλέον, ουσιαστικές παρεμβάσεις – πέραν της παράθεσης στατιστικών στοιχείων προσλήψεων και ιδρύσεων δομών – προτίθεται να αναλάβει για την αποσυμφόρηση των τμημάτων και τη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης;

Ακολουθεί η Eρώτηση

Αθήνα, 18 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την  Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Θέμα: «Υπεράριθμα τμήματα και ανάγκη θεσμοθέτησης μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα σε Νηπιαγωγεία και Δημοτικά Σχολεία».

Τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται ένα σύνθετο και επιδεινούμενο πλαίσιο που δυσχεραίνει το εκπαιδευτικό έργο και υποβαθμίζει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ιδίως στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Η μισθολογική υποτίμηση των εκπαιδευτικών, τα ακατάλληλα και συχνά ασυντήρητα σχολικά κτίρια, οι ελλείψεις προσωπικού, η άνιση κατανομή μαθητών, η υποχρηματοδότηση, η λειτουργία υπεράριθμων τμημάτων με έως και 25–27 μαθητές/τριες, καθώς και η ανεπαρκής στήριξη παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, επιβαρύνουν καθημερινά τη λειτουργία των σχολικών μονάδων.

Υπενθυμίζεται ότι με την υπ’ αριθ. Πρωτ. 1045/11-11-2025 κοινοβουλευτική μας Ερώτηση με θέμα «Συγχωνεύσεις τμημάτων εν μέσω σχολικής χρονιάς και ανάγκη θεσμοθέτησης μέγιστου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα» αναδείξαμε το ζήτημα των συγχωνεύσεων, της αύξησης του μαθητικού πληθυσμού ανά τάξη και της ανάγκης θεσμοθέτησης ανώτατου ορίου 20 μαθητών/τριών, όπως έχει τεκμηριωμένα προτείνει, επανειλημμένως, η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Στην με αριθμό πρωτοκόλλου 168501/ΥΣ/24-12-2025 απάντηση του αρμοδίου Υπουργείου, παρατίθεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που καθορίζει τον μέγιστο αριθμό μαθητών/τριών στους 25 ανά τμήμα καθώς και στοιχεία για ιδρύσεις τμημάτων ένταξης, διορισμούς και προσλήψεις αναπληρωτών. Ωστόσο, η απάντηση περιορίζεται σε παράθεση υφιστάμενων διατάξεων και στατιστικών στοιχείων, χωρίς να τοποθετείται επί της ουσίας στο αίτημα για μείωση του ανώτατου αριθμού μαθητών, ούτε να δεσμεύεται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αναθεώρησης του πλαισίου.

Παρά την αύξηση των εγκρίσεων παράλληλης στήριξης και την ίδρυση νέων τμημάτων ένταξης, παραμένει το γεγονός ότι το μέγιστο όριο των 25 μαθητών/τριών ανά τμήμα εξακολουθεί να ισχύει, ακόμη και σε τάξεις με μαθητές που χρήζουν εξατομικευμένης εκπαιδευτικής παρέμβασης, με αποτέλεσμα η παιδαγωγική πράξη να ασκείται σε συνθήκες υπερφόρτωσης.

Ιδιαίτερα στην προσχολική αγωγή και στα πρώτα χρόνια του δημοτικού, όπου διαμορφώνονται τα θεμέλια της γνωστικής, κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, η ποιότητα της σχέσης εκπαιδευτικού–μαθητή είναι καθοριστική. Η διατήρηση μεγάλων τμημάτων περιορίζει δραστικά τον διαθέσιμο παιδαγωγικό χρόνο ανά παιδί και δυσχεραίνει την ουσιαστική επικοινωνία με τις οικογένειες.

Επειδή οι μαθητές δεν είναι αριθμοί αλλά μοναδικές προσωπικότητες με ιδιαίτερες ανάγκες που απαιτούν εξατομικευμένη προσέγγιση,

Επειδή τα υπεράριθμα τμήματα δεν αποτελούν λύση στις ελλείψεις προσωπικού αλλά επιβαρύνουν την καθημερινότητα της τάξης,

Επειδή ο διαθέσιμος χρόνος ανά μαθητή μειώνεται δραματικά σε τμήματα των 25 μαθητών, ιδίως όταν συνυπάρχουν μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες,

Επειδή η αύξηση των γνωματεύσεων παιδιών με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτεί παιδαγωγικά διαχειρίσιμα τμήματα και ουσιαστική στήριξη,

Επειδή η απάντηση του Υπουργείου στην υπ’ αριθ. 1045/11-11-2025 ερώτηση δεν περιλαμβάνει σαφή δέσμευση για μείωση του ανώτατου αριθμού μαθητών ούτε συγκεκριμένο σχέδιο εφαρμογής,

Επειδή μικρότερα τμήματα συνδέονται, άμεσα, με καλύτερη διαχείριση τάξης, πρόληψη φαινομένων εκφοβισμού και ενίσχυση της μαθησιακής αποτελεσματικότητας.

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

1. Προτίθεται το Υπουργείο να θεσμοθετήσει μέγιστο αριθμό 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όπως έχει προταθεί τεκμηριωμένα από επιστημονικούς φορείς;

2. Σε ποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και με ποιες νομοθετικές παρεμβάσεις θα επανεξεταστεί το ισχύον όριο των 25 μαθητών/τριών;

3. Πώς αξιολογεί το Υπουργείο την παιδαγωγική αποτελεσματικότητα τμημάτων με 25 μαθητές/τριες, ιδίως σε περιπτώσεις όπου φοιτούν μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες;

4. Ποιες, επιπλέον, ουσιαστικές παρεμβάσεις – πέραν της παράθεσης στατιστικών στοιχείων προσλήψεων και ιδρύσεων δομών – προτίθεται να αναλάβει για την αποσυμφόρηση των τμημάτων και τη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Καλαματιανός Διονύσιος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα

Ψυχογιός Γεώργιος

Τεράστια αδικία για εκατοντάδες υποψηφίους κατατακτηρίων εξετάσεων των Πανεπιστημίων – Αλαλούμ με την εφαρμογή του νέου νόμου | Αναφορά Χ. Μαμουλάκη

Κοινοβουλευτική Αναφορά από τον Χάρη Μαμουλάκη προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού

Την τεράστια αδικία για εκατοντάδες υποψηφίους κατατακτηρίων εξετάσεων των Πανεπιστημίων και το αλαλούμ με την εφαρμογή του νέου Νόμου, αναδεικνύει ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, καταθέτοντας σχετικό δημοσίευμα ως Αναφορά προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού.

Ειδικότερα, με δημοσίευμα του ειδησεογραφικού ιστοτόπου esos.gr, καταδεικνύονται οι αντιφάσεις που διαπιστώνονται στις διατάξεις του Ν.5224/2025, οι οποίες φαίνεται να οδηγούν σε άνιση μεταχείριση, τόσο μεταξύ υποψηφίων κατατακτηρίων εξετάσεων, ίδιων (ή ομοειδών) τμημάτων σε διαφορετικές πόλεις, όσο και μεταξύ αυτών του ίδιου τμήματος, σε διαφορετικά έτη καθώς και σε καταστρατήγηση του σκοπού και του πνεύματος του νομοθέτη, που εμφανώς προσδοκούσε την αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων φοιτητών από κατατακτήριες εξετάσεις.

Για το λόγο αυτό, με σκοπό την άρση των αδικιών που ανακύπτουν αλλά και  την εναρμόνιση του αποτελέσματος της εφαρμογής του νόμου, με τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη, καλείται το αρμόδιο Υπουργείο να παρέμβει άμεσα και στοχευμένα προς αποκατάσταση των όποιων στρεβλώσεων.

Προς το Προεδρείο της Βουλής των Ελλήνων

ΑΝΑΦΟΡΑ

Προς την κ. Υπουργό

Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Θέμα: «Τεράστια αδικία για εκατοντάδες υποψηφίους κατατακτηρίων εξετάσεων των πανεπιστημίων. Αλαλούμ με την εφαρμογή του νέου νόμου. »

Ο Βουλευτής ν. Ηρακλείου ΣΥ.ΡΙΖ.Α – Προοδευτική Συμμαχία Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης), καταθέτει προς την κ. Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ωςαναφορά, το από 11/02/2026 δημοσίευμα του ειδησεογραφικού ιστοτόπου, www.esos.gr, αναφορικά με τις συνέπειες καθυστέρησης έκδοσης της εφαρμοστικής Υπουργικής Απόφασης, σε συνέχεια ψήφισης του νέου νόμου 5224/5-8-2025 (ΦΕΚ Α’ 142) , ο οποίος, μεταξύ άλλων, αφορά και στις κατατακτήριες εξετάσεις για εισαγωγή στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. 

Ειδικότερα, το ανωτέρω δημοσίευμα, για τους λόγους που σε αυτό αναλυτικά αναφέρονται, καταδεικνύει τις αντιφάσεις που διαπιστώνονται στις διατάξεις του ν.5224/2025, οι οποίες φαίνεται να οδηγούν σε άνιση μεταχείριση, τόσο μεταξύ υποψηφίων κατατακτηρίων εξετάσεων, ίδιων (ή ομοειδών) τμημάτων σε διαφορετικές πόλεις, όσο και μεταξύ αυτών του ίδιου τμήματος, σε διαφορετικά έτη καθώς και σε καταστρατήγηση του σκοπού και του πνεύματος του νομοθέτη, που εμφανώς προσδοκούσε την αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων φοιτητών από κατατακτήριες εξετάσεις.

Για το λόγο αυτό, με σκοπό την άρση των αδικιών που ανακύπτουν αλλά και  την εναρμόνιση του αποτελέσματος της εφαρμογής του νόμου, με τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη, καλείται το αρμόδιο Υπουργείο να παρέμβει άμεσα και στοχευμένα προς αποκατάσταση των όποιων στρεβλώσεων.

Επισυνάπτεται το δημοσίευμα .

Παρακαλούμε για την απάντηση και τις δικές σας ενέργειες.

Αθήνα, 18/02/2026

Ο καταθέτων Βουλευτής

Μαμουλάκης Χάρης

ΠΗΓΗ:https://www.esos.gr/arthra/97534/terastia-adikia-gia-ekatontades-ypopsifioys-katataktirion-exetaseon-ton-panepistimion

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΠΟΨΗ                                 Δημοσίευση: 11/02/2026

Τεράστια αδικία για εκατοντάδες υποψηφίους κατατακτηρίων εξετάσεων των πανεπιστημίων

Αλαλούμ με την εφαρμογή το νέου νόμου για τις κατατακτήριες στα ΑΕΙ

Πολύ συχνά οι καλές προθέσεις του νομοθέτη φαλκιδεύονται ή ακυρώνονται από λάθη, κενά ή παραλείψεις σε επίπεδο διατύπωσης ενός νόμου, που τελικά υπονομεύουν το πνεύμα της νομοθεσίας, διαψεύδουν τον σκοπό θέσπισής της και οδηγούν σε εμφανείς αδικίες, αναγκάζοντας τους πολίτες να υποβάλλονται σε υπέρογκα δικαστικά έξοδα προκειμένου να αναζητήσουν το δίκιο τους (το οποίο βρίσκουν μετά από μεγάλο διάστημα), επιβαρύνοντας και το ήδη βεβαρυμμένο έργο των δικαστηρίων. 

Τρανό παράδειγμα της παραπάνω κακοδαιμονίας αποτελεί ο νέος νόμος 5224/5-8-2025 (ΦΕΚ Α’ 142) ο οποίος, μεταξύ άλλων, αφορά και στις κατατακτήριες εξετάσεις των πανεπιστημίων. 

Κύρια καινοτομία του νόμου αυτού, αναφορικά με τις κατατακτήριες εξετάσεις, αποτελεί η αύξηση του ποσοστού των διαθέσιμων θέσεων, ιδίως στα περιφερειακά ΑΕΙ. 

Η καθυστέρηση, όμως, της έκδοσης εφαρμοστικής Υπουργικής Απόφασης (που ο νόμος προαναγγέλλει μεν αλλά δεν εκδόθηκε), η οποία φυσιολογικά θα διευκρίνιζε πρακτικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής τους σε συνδυασμό με την ατυχή (προσωρινή) παραπομπή σε μία παλαιά Υ.Α. (του 2013), έρχεται να τινάξει στον αέρα τον στόχο της αύξησης του αριθμού των εισακτέων, οδηγώντας τελικά, στην πράξη, στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το διακηρυσσόμενο: στη δραστική μείωση των εισακτέων!

Οι περισσότερες θέσεις μένουν κενές και η προσπάθεια εκατοντάδων υποψηφίων, που έως πέρσι θα συμπεριλαμβάνονταν στους επιτυχόντες, ακυρώνεται, με το αίσθημα της αδικίας και της ματαιότητας να τους πλημμυρίζει! 

Ποτέ δεν είναι αργά. Το υπουργείο μπορεί (αν θέλει) να διορθώσει την αδικία εκδίδοντας Υπουργική Απόφαση, αποκαθιστώντας έτσι και τον σκοπό για τον οποίο ο νόμος εκδόθηκε. 

Υπάρχει δυνατότητα να καλέσει τα πανεπιστήμια, έστω εκ των υστέρων, να επανεξετάσουν τα αποτελέσματα όπως ακριβώς συνέβη το 2017, όταν, με νόμο του κράτους, επανεξετάστηκαν (εκ των υστέρων) τα αποτελέσματα των τότε κατατακτηρίων εξετάσεων (του Δεκεμβρίου του 2016) προκειμένου να συμπληρωθούν οι πολλές κενές θέσεις που είχαν (και τότε) διαπιστωθεί. 

Η τότε επανεξέταση των αποτελεσμάτων λάμβανε υπόψη της μία κρίσιμη παράμετρο που τώρα (εσφαλμένα) και αναίτια καταργήθηκε. 

Πρόκειται για τον υπολογισμό ως βαθμολογικής βάσης του μέσου όρου των τριών εξεταζομένων μαθημάτων, που, άλλωστε, αποτελεί πολύ δικαιότερη και αντικειμενικότερη αξιολογική προσέγγιση. 

Χρειάζεται να εκτεθεί λίγο πιο αναλυτικά το ιστορικό της σοβαρότατης αυτής υπόθεσης:

Τον περασμένο Δεκέμβριο του 2025 πραγματοποιήθηκαν στα πανεπιστημιακά τμήματα της χώρας οι ετήσιες κατατακτήριες εξετάσεις.

 Τις τελευταίες ημέρες (Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2026) τα πανεπιστημιακά τμήματα, το ένα μετά το άλλο, εκδίδουν τα αποτελέσματα. 

Καθώς όμως εκδίδονται τα αποτελέσματα αναδεικνύεται μία μεγάλη παραδοξότητα και συνάμα αδικία για μεγάλο αριθμό υποψηφίων, η οποία θα πρέπει να απασχολήσει το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. 

Ενώ, λοιπόν, σύμφωνα με τον νέο νόμο 5224/5-8-2025 (ΦΕΚ Α’ 142) και συγκεκριμένα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 131 αυτού «Κατατάξεις σε Τμήματα ή Μονοτμηματικές Σχολές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων – Προσθήκη άρθρου 78Α στον ν. 4957/2022», το Υπουργείο θεσμοθέτησε την αύξηση του ποσοστού των θέσεων από κατατακτήριες εξετάσεις από 12% σε 15% (ως 20%) για τα ΑΕΙ Αθηνών και Θεσσαλονίκης και από 12% σε 30% για τα περιφερειακά ΑΕΙ, ο αριθμός των επιτυχόντων, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα που δημοσιεύονται, όχι μόνο δεν καλύπτει το νέο αυξημένο ποσοστό που θεσμοθετήθηκε αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, υπολείπεται σημαντικά ακόμη και από το χαμηλότερο ποσοστό που ίσχυε τα προηγούμενα χρόνια! Κοντολογίς, τα αποτελέσματα των φετινών κατατακτηρίων στα περισσότερα τμήματα της χώρας αντιστρατεύονται πλήρως τον σκοπό και το πνεύμα του νέου νόμου! 

Η αιτία της αντίφασης εντοπίζεται στο εξής σημείο. Στο άρθρο 131 του προαναφερόμενου νόμου περιλαμβάνονται οι παράγραφοι “2” και “3”, όπου αναφέρονται τα εξής: 

[2. Στο άρθρο 417 του ν. 4957/2022, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων του Κεφαλαίου Η’, προστίθεται παρ. 6 ως εξής:

6. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού καθορίζονται η διαδικασία, η προθεσμία υποβολής αιτήσεων, οι προϋποθέσεις, τα αρμόδια όργανα αξιολόγησης, η ελάχιστη επίδοση των υποψηφίων, η δυνατότητα κάλυψης κενών θέσεων και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα ή λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 78Α.

3. Στο άρθρο 454 του ν. 4957/2022, περί μεταβατικών διατάξεων του Κεφαλαίου Η’, προστίθεται παρ. 4 ως εξής: «4. Η υπό στοιχεία Φ1/192329/Β3/13.12.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων «Διαδικασία κατάταξης πτυχιούχων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης» (Β’ 3185) ισχύει έως την έκδοση της απόφασης της παρ. 6 του άρθρου 417.]

Μέχρι, δηλαδή, να εκδοθεί Υπουργική Απόφαση, εφαρμοστική του νέου νόμου (απόφαση η οποία, άγνωστο γιατί, δεν έχει εκδοθεί), ο νόμος παραπέμπει, προφανώς προσωρινά, σε μία παλαιά Υ.Α. (την Φ1/192329/Β3 – ΦΕΚ 3185/Β/16-12-2013), σύμφωνα με την οποία ως αναγκαία προϋπόθεση εισαγωγής ίσχυε η υπέρβαση της βάσης του 10 (με άριστα το 20) για κάθε ένα ξεχωριστά από τα τρία εξεταζόμενα μαθήματα των κατατακτηρίων εξετάσεων. 

Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε επί σειρά ετών και συγκεκριμένα σύμφωνα με όσα προέβλεπε ο Νόμος 4485/4-8-2017 (Α’ 114), «Οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, ρυθμίσεις για την έρευνα και άλλες διατάξεις», όπου, στο άρθρο 74 περιλαμβάνεται το εξής:

[5α. Θέσεις εισακτέων που έμειναν κενές κατά τις κατατακτήριες εξετάσεις 2016-2017, καλύπτονται μέχρις εξαντλήσεως του προβλεπόμενου ποσοστού εισακτέων, με την κατάταξη, ως επιτυχόντων, υποψηφίων κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας εφόσον αυτή είναι τουλάχιστον τριάντα (30) μονάδες και ανεξαρτήτως της επίδοσής τους σε επιμέρους μαθήματα. Οι ανωτέρω κατατασσόμενοι ως επιτυχόντες εισακτέοι εγγράφονται, για το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018, στο α΄ εξάμηνο σπουδών του οικείου Τμήματος. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου ισχύει και για τις κατατακτήριες εξετάσεις των επόμενων ακαδημαϊκών ετών έως την έκδοση του Εσωτερικού Κανονισμού του οικείου Α.Ε.Ι..]

Με βάση τον ανωτέρω νόμο του 2017 και επί σειρά ετών έκτοτε, εισάγονταν υποψήφιοι κατατακτηρίων εφόσον βρίσκονταν εντός του ποσοστού των προβλεπόμενων θέσεων (12% τότε) και, παράλληλα, εφόσον είχαν επιτύχει συνολική  βαθμολογία άνω του 30 στα 60 (δηλαδή άνω του 10 ως μέσου όρου των τριών μαθημάτων, ακόμα, δηλαδή, και αν σε κάποιο από τα μαθήματα είχαν βαθμολογηθεί με βαθμό μικρότερο του 10). 

Εν προκειμένω, μετά τις τελευταίες κατατακτήριες εξετάσεις (του Δεκεμβρίου του 2025) συμβαίνει το εξής άκρως παράδοξο: σε κάποια ΑΕΙ, όπως π.χ. στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης να θεωρούνται επιτυχόντες υποψήφιοι που επιτυγχάνουν, βάσει της βαθμολογίας τους, σειρά κατάταξης εντός του ποσοστού του 30%, εφόσον με τη βαθμολογία τους συγκεντρώνουν άνω του 30 στα 60 συνολικά στα τρία μαθήματα (π.χ. στην Ιατρική Αλεξανδρούπολης) ενώ σε τμήματα άλλων ΑΕΙ να λαμβάνεται ως βάση το 10 (με άριστα το 20) για κάθε ένα από τα τρία εξεταζόμενα μαθήματα ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να μένουν πάρα πολλές θέσεις κενές και το ποσοστό που προβλέπει ο νέος νόμος τελικά να μην καλύπτεται! 

Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, επί παραδείγματι, και συγκεκριμένα στο τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, καλύφθηκαν μόνο 13 από τις 69 διαθέσιμες θέσεις (69 είναι το 30% του ποσοστού των 229 εισακτέων).

Αν στο τμήμα του προηγούμενου παραδείγματος εφαρμοζόταν η βάση του 30 για τα τρία μαθήματα, θα καλύπτονταν 31 θέσεις. 

Ανάλογη είναι η εικόνα σε πάρα πολλά τμήματα της χώρας. 

Αν σε όλα τα ΑΕΙ εφαρμοζόταν η πρόβλεψη του Νόμου 4485/4-8-2017 (Α’ 114) για υπολογισμό ως βάσης του 30 για τα τρία μαθήματα, είναι βέβαιο ότι η κάλυψη των διαθέσιμων θέσεων θα εξασφαλιζόταν (όπως σε μεγάλο βαθμό εξασφαλίζεται στα τμήματα που εξακολουθούν να εφαρμόζουν τη βάση του 30/60).

Κατά συνέπεια, επείγει η έκδοση εφαρμοστικής Υπουργικής Απόφασης με την οποία να ρυθμιστεί ως κατώτατη αναγκαία επίδοση η βάση του 30 (όπως ίσχυε από το 2017 και έπειτα) προκειμένου να επαναπροσδιοριστούν τα αποτελέσματα των επιτυχόντων και να αποκατασταθούν τουλάχιστον τρεις προβληματικές συνέπειες άνισης μεταχείρισης και καταφανούς αδικίας, που θα αναγκάσουν πολλούς υποψηφίους να στραφούν πιθανώς τα διοικητικά δικαστήρια για να δικαιωθούν:

1. Άνιση μεταχείριση μεταξύ υποψηφίων κατατακτηρίων εξετάσεων ίδιων (ή ομοειδών) τμημάτων σε διαφορετικές πόλεις.

2. Άνιση μεταχείριση μεταξύ υποψηφίων κατατακτηρίων εξετάσεων του ίδιου τμήματος σε διαφορετικά έτη.

3. Καταστρατήγηση του σκοπού και του πνεύματος του νέου νόμου, που εμφανώς προσδοκούσε την αύξηση του αριθμού των εισαγόμενων φοιτητών από κατατακτήριες εξετάσεις (αύξηση του ποσοστού των θέσεων από 12% σε 30%) λόγω της άδικης φραγής της βάσης του 10 σε κάθε μάθημα ξεχωριστά διότι επιτρέπει θεωρητικώς να συμβεί το εξής καταφανώς άδικο (υποθετικό παράδειγμα): υποψήφιος βαθμολογούμενος με 20 στο Α μάθημα, με 20 στο Β μάθημα και με 09 στο Γ μάθημα (σύνολο 49 βαθμών) να απορρίπτεται ενώ έτερος υποψήφιος βαθμολογούμενος με 10 στο Α μάθημα, 10 στο Β μάθημα και 10 στο Γ μάθημα (σύνολο 30 βαθμών) να επιτυγχάνει…

Τα γνωρίζει όλα αυτά η ηγεσία του Υπουργείου;

Όταν με τον νόμο 4485/4-8-2017 (Α’ 114) υιοθετήθηκε ως βάση εισαγωγής το 30/60 στα τρία μαθήματα, το σκεπτικό σχετιζόταν με την κάλυψη των κενών θέσεων μέχρις εξαντλήσεως του προβλεπόμενου ποσοστού εισακτέων. 

Το αυτό όμως ισχύει σε πολύ μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό στις κατατακτήριες εξετάσεις του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους 2025-2026. Εκείνος ο νόμος όριζε ότι «Η διάταξη του πρώτου εδαφίου ισχύει και για τις κατατακτήριες εξετάσεις των επόμενων ακαδημαϊκών ετών έως την έκδοση του Εσωτερικού Κανονισμού του οικείου Α.Ε.Ι.». 

Τα περισσότερα ΑΕΙ είτε δεν έχουν εκδώσει Εσωτερικούς Κανονισμούς είτε οι ισχύοντες Εσωτερικοί Κανονισμοί δεν αναφέρουν κάτι σχετικό με τις κατατακτήριες εξετάσεις.

Χρειάζεται αποφασιστικότητα και ανοιχτό πνεύμα εκ μέρους του  ΥΠΑΙΘΑ προκειμένου να αποκατασταθεί η τεράστια αδικία και να εναρμονιστεί το αποτέλεσμα της εφαρμογής του νόμου με τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη!

Σε τροχιά απαξίωσης τα σχολεία διαπολιτισμικής εκπαίδευσης || Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία Τσαπανίδου-Καλαματιανού

«Στη Βουλή η διαρκής απαξίωση των σχολείων διαπολιτισμικής εκπαίδευσης»

Τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Σχολεία Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης στη χώρα μας ανέδειξαν, με κοινοβουλευτική ερώτηση τους, 13 Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, μετά από πρωτοβουλία της Πόπης Τσαπανίδου και του Διονύση Καλαματιανού.

Οι Βουλευτές καταγγέλλουν την υποστελέχωση, τις ακατάλληλες κτιριακές υποδομές, την ανεπαρκή χρηματοδότηση και τον έμμεσο αποκλεισμό των διαπολιτισμικών σχολείων από την επίσημη ηλεκτρονική πλατφόρμα εγγραφών της Α’ Δημοτικού, μια πρακτική που απειλεί ευθέως τη βιωσιμότητά τους και παραβιάζει την αρχή των ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση.

Παράλληλα, θέτουν ειδικά το ζήτημα του Πειραματικού Διαπολιτισμικού Δημοτικού Σχολείου Νέας Ιωνίας, ζητώντας άμεσες λύσεις για τη στέγαση και τη λειτουργία του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ καλεί την Υπουργό Παιδείας να προχωρήσει άμεσα σε θεσμική στήριξη των διαπολιτισμικών σχολείων, με πλήρη στελέχωση, κατάλληλες υποδομές και ισότιμη ένταξη στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, ώστε κανένα παιδί να μη μένει πίσω.

Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:


Αθήνα, 17 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

ΘΕΜΑ: «Σε τροχιά απαξίωσης τα σχολεία διαπολιτισμικής εκπαίδευσης.»

Τα Σχολεία Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης αποτελούν θεσμοθετημένες δομές της δημόσιας εκπαίδευσης με αποστολή την ουσιαστική εκπαιδευτική στήριξη μαθητών και μαθητριών με διαφορετικό γλωσσικό, πολιτισμικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Δημιουργήθηκαν για να εξασφαλίζουν ίσες μορφωτικές ευκαιρίες, να ενισχύουν την ένταξη στο σχολικό περιβάλλον και να απαντούν σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, στο πλαίσιο ενός ενιαίου και ισότιμου δημόσιου σχολείου.

Ωστόσο, στην πράξη τα Διαπολιτισμικά Σχολεία αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα όπως ελλείψεις σε εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό, δυσλειτουργίες σε ολοήμερα προγράμματα και μεταφορά μαθητών, ανεπαρκή χρηματοδότηση, καθώς και ακατάλληλες ή προσωρινές κτιριακές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, η απουσία συγκροτημένου σχεδιασμού και ουσιαστικής θεσμικής στήριξης οδηγεί σταδιακά στην υποβάθμιση του ρόλου τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Πειραματικό Διαπολιτισμικό Δημοτικό Σχολείο Νέας Ιωνίας, για το οποίο έχουν καταγραφεί σοβαρά ζητήματα υποστελέχωσης, προβληματικής λειτουργίας βασικών υπηρεσιών και στέγασης σε μισθωμένο, ακατάλληλο κτίριο. Επιπλέον, σύμφωνα με καταγγελίες του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης “Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ”, τα Διαπολιτισμικά Σχολεία απουσιάζουν από την επίσημη ηλεκτρονική πλατφόρμα εγγραφών μαθητών στην Α’ Δημοτικού, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή μείωση των εγγραφών και απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητά τους.

Η πρακτική αυτή συνιστά σοβαρή διοικητική και παιδαγωγική στρέβλωση, καθώς περιορίζει την πρόσβαση των οικογενειών σε δημόσιες σχολικές δομές ενώ,, ταυτόχρονα, έρχεται σε αντίθεση με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και του δικαιώματος στην παιδεία. 

Η Πολιτεία έχει την ευθύνη όχι μόνο να διατηρεί αλλά και να ενισχύει τους θεσμούς που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, με επαρκή στελέχωση, κατάλληλες υποδομές, σαφές θεσμικό πλαίσιο και ισότιμη ένταξη στον συνολικό εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Ο έμμεσος αποκλεισμός των Διαπολιτισμικών Σχολείων από βασικές διοικητικές διαδικασίες, όπως οι εγγραφές μαθητών, υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό ύπαρξής τους.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται η κ. Υπουργός:

  1. Προτίθεται να εντάξει άμεσα τα Σχολεία Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης στην επίσημη ηλεκτρονική πλατφόρμα εγγραφών μαθητών της Α’ Δημοτικού;
  2. Ποια μέτρα θα λάβει για τη σταθερή στελέχωση των Διαπολιτισμικών Σχολείων με μόνιμο και επαρκές εκπαιδευτικό προσωπικό;
  3. Υπάρχει σχεδιασμός για τη μεταστέγαση του σχολείου της Νέας Ιωνίας σε κατάλληλο δημόσιο κτίριο
  4. Πώς θα διασφαλιστεί θεσμικά η αναβάθμιση και η βιωσιμότητα της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο;

Οι ερωτώντες/ώσες βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Καλαματιανός Διονύσιος – Χαράλαμπος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Ψυχογιός Γεώργιος

Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Η εμπλοκή του σχολείου σε λατρευτικές πρακτικές δεν συνιστά παιδαγωγική πράξη

Η εγκύκλιος της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, με την οποία καλούνται σχολικές μονάδες να «ενημερωθούν» και ουσιαστικά να εμπλακούν σε θρησκευτική δραστηριότητα με αφορμή την έλευση ιερού λειψάνου, είναι αδιανόητη για ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα το 2026.

Η εμπλοκή του σχολείου σε λατρευτικές πρακτικές δεν συνιστά παιδαγωγική πράξη. Το δημόσιο σχολείο οφείλει να λειτουργεί με σεβασμό στη θρησκευτική ελευθερία όλων των μαθητών και μαθητριών.

Αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά ότι η Νέα Δημοκρατία επιμένει να θολώνει τα όρια ανάμεσα στους κρατικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς, πράξη που αποτελεί σημαντική οπισθοδρόμηση από μια σύγχρονη, κοσμική και πλουραλιστική εκπαίδευση.

Κοινή δήλωση Δ. Καλαματιανού, Π. Τσαπανίδου και Τμήματος Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Η κυβέρνηση ναρκοθετεί τον εθνικό διάλογο για την Παιδεία

Με απόφαση της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού  συστάθηκε η Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, χωρίς καμία απολύτως προηγούμενη συνεννόηση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Προφανώς και δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σε μια προσχηματική διαδικασία που από τη μια βαπτίζεται «εθνικός διάλογος» και από την άλλη στερείται των στοιχειωδών όρων διαφάνειας, διαβούλευσης και συνεργασίας. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «εθνικό διάλογο» όταν η Επιτροπή συστάθηκε χωρίς να υπάρξει διάλογος, χωρίς να ζητηθεί η συμβολή και οι προτάσεις των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης και χωρίς καμία συζήτηση για τους όρους και το πλαίσιο λειτουργίας της.

Επίσης, για ποια «εθνική συνεννόηση» μιλάμε όταν η Επιτροπή θα παρουσιάζει τις προτάσεις της μόνο στον/στην Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού; Η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής δεν θα έχει καμία συμβολή και κανένα ρόλο;

Εκτός των ανωτέρω, η Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία παρουσιάζει δομικά προβλήματα και στη σύνθεσή της. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, απουσιάζουν οι Διευθυντές Λυκείων και η σχολική κοινότητα (μαθητές και γονείς). Λείπουν, δηλαδή, όλοι εκείνοι που βιώνουν καθημερινά την πραγματικότητα του Λυκείου και που θα κληθούν να εφαρμόσουν τις όποιες αλλαγές σε αυτό και στο σύστημα εισαγωγής στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση. Βεβαίως, από την Επιτροπή απουσιάζουν και οι εκπρόσωποι πολιτικών κομμάτων, οι οποίοι απλώς «δύναται να κληθούν στις συνεδριάσεις της χωρίς δικαίωμα ψήφου». Αναρωτιόμαστε: πώς θα καταθέτουν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις τις προτάσεις τους; Γιατί αποκλείονται από τη συγκρότηση της Επιτροπής και από τη δυνατότητα να εκφράσουν θέση και άποψη; 

Όλα αυτά δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τις προτεραιότητες και τις κατευθύνσεις που επιδιώκει η κυβέρνηση.

Εμείς, πιστεύουμε σε έναν ουσιαστικό και ισότιμο εθνικό διάλογο για την Παιδεία. Έναν διάλογο ανοιχτό και συμμετοχικό με τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς στην πρώτη γραμμή. Αντίθετα, είμαστε κατά ενός διαλόγου που κυρίως εξυπηρετεί  επικοινωνιακές σκοπιμότητες και ενδεχομένως άλλα συμφέροντα αντίθετα από αυτά της δημόσιας εκπαίδευσης.

Δεν νομιμοποιούμε μια διαδικασία που αποκλείει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τους άμεσα εμπλεκόμενους, και επιχειρεί να προωθήσει κρίσιμες αλλαγές για το μέλλον των παιδιών μας, χωρίς πραγματική κοινωνική και πολιτική συζήτηση και συναίνεση. Καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει τη συγκεκριμένη Επιτροπή και να ξεκινήσει από μηδενική βάση έναν πραγματικό εθνικό διάλογο, με διαφάνεια, αντιπροσωπευτικότητα και σεβασμό στο δημόσιο σχολείο.

Η ακρίβεια στα ενοίκια γονατίζει εργαζόμενους στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και οδηγεί σε αδιέξοδο εκπαιδευτικούς που μετατίθενται ή διορίζονται || Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Στη Βουλή έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, με πρωτοβουλία της Βουλευτή Τρικάλων Μαρίνας Κοντοτόλη, το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί, την ώρα που η ακρίβεια και η εκρηκτική αύξηση των ενοικίων καθιστούν αδύνατη την αξιοπρεπή διαβίωση χιλιάδων εργαζομένων στο Δημόσιο.

Την κοινή ερώτηση με τους δύο Τομεάρχες Παιδείας και Εσωτερικών, Δ. Καλαματιανό και Θ. Ξανθόπουλο, συνυπογράφουν 15 Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, καθώς η Νέα Δημοκρατία, παρά τη σαφή εικόνα της κατάστασης, αρνείται να προχωρήσει σε ένα συνεκτικό και στοχευμένο πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής για τους δημοσίους υπαλλήλους και ειδικά για τους εκπαιδευτικούς που υπηρετούν εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας τους.

Την ίδια στιγμή που το κόστος ζωής αυξάνεται διαρκώς και οι μισθοί σχεδόν παραμένουν στάσιμοι, τα ενοίκια, ιδίως σε νησιωτικές, τουριστικές και αστικές περιοχές, απορροφούν δυσανάλογο ποσοστό του εισοδήματος των εκπαιδευτικών. Νεοδιόριστοι και αναπληρωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με αντικειμενική αδυναμία εξεύρεσης προσιτής στέγης, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη στελέχωση σχολικών μονάδων και τη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης.

Αντί ουσιαστικών λύσεων, η κυβέρνηση περιορίζεται σε αποσπασματικά μέτρα, όπως η επιστροφή έως δύο ενοικίων ετησίως, μέτρο που δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη ρίζα του και δεν συμβάλλει στην αποκλιμάκωση των ενοικίων. Αντιθέτως, δημιουργεί συνθήκες περαιτέρω επιβάρυνσης της αγοράς κατοικίας.

Στο ήδη επιβαρυμένο κλίμα, πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις περί του ότι «το τσάμπα πέθανε» αναφορικά με τα ενοίκια των εκπαιδευτικών αποτυπώνουν μια επικίνδυνη υποβάθμιση ενός υπαρκτού και τεκμηριωμένου κοινωνικού προβλήματος. Τέτοιες τοποθετήσεις δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα που απαιτεί η κατάσταση ούτε με την ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Με την ερώτηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς ζητούνται συγκεκριμένες απαντήσεις για την υιοθέτηση ουσιαστικών και μόνιμων μέτρων στήριξης, όπως στοχευμένο επίδομα στέγασης, αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων για κατοικίες εκπαιδευτικών και ειδικές ρυθμίσεις για νησιωτικές και τουριστικές περιοχές.

Η Ερώτηση Αναλυτικά

ΕΡΩΤΗΣΗ

Αθήνα, 13 Φεβρουαρίου 2026

Προς τους Υπουργούς:

  1. Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
  2. Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας
  3. Εσωτερικών

Θέμα: Οξύ στεγαστικό πρόβλημα των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών. Δημόσιες δηλώσεις που υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα του ζητήματος.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι τα τελευταία χρόνια βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκή οικονομική δυσπραγία, καθώς οι πραγματικές αποδοχές τους έχουν υποστεί σημαντική απομείωση λόγω της ακρίβειας, του αυξημένου κόστους ζωής και της μακροχρόνιας μισθολογικής στασιμότητας.

Οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στη στέγαση δεν αντισταθμίστηκαν από αντίστοιχες μισθολογικές παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων να δυσκολεύεται να καλύψει βασικές βιοτικές ανάγκες. Η οικονομική αυτή πίεση πλήττει ιδιαίτερα τους χαμηλόμισθους και όσους υπηρετούν μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους, επιτείνοντας κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύοντας την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Συνακόλουθα, το στεγαστικό ζήτημα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της χώρας, με τη συνεχή αύξηση των ενοικίων, τη βραχυχρόνια μίσθωση και την έλλειψη διαθέσιμης κατοικίας να πλήττουν καίρια τους μισθωτούς και τους εργαζόμενους στο Δημόσιο.

Ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί, και ιδίως οι νεοδιόριστοι, οι αναπληρωτές και όσοι υπηρετούν σε νησιωτικές, τουριστικές ή απομακρυσμένες περιοχές, αντιμετωπίζουν αντικειμενική αδυναμία εξεύρεσης αξιοπρεπούς και οικονομικά προσιτής στέγης. Σε πολλές περιπτώσεις, το κόστος ενοικίου απορροφά δυσανάλογο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματός τους, καθιστώντας προβληματική την ίδια τη δυνατότητα παραμονής και άσκησης του εκπαιδευτικού τους έργου. Επιπρόσθετα, λόγω των συχνών μετακινήσεων εντός του έτους από περιοχή σε περιοχή, δεν εντάσσονται στις προβλέψεις του νόμου για την επιστροφή ενός ενοικίου.

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την ατομική διαβίωση των υπαλλήλων και δη των εκπαιδευτικών, αλλά έχει άμεσες συνέπειες, στη στελέχωση των σχολικών μονάδων, στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και στην κοινωνική συνοχή, ιδιαίτερα σε περιοχές αυξημένου κόστους ζωής.

Στο ήδη τεταμένο αυτό πλαίσιο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις πρόσφατη δημόσια δήλωση βουλευτού της κυβερνητικής πλειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία, απαντώντας σε ερώτημα για το πώς δύναται ένας εκπαιδευτικός με χαμηλό μισθό να ανταποκριθεί στα υψηλά ενοίκια, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «το τσάμπα πέθανε». Δηλώσεις αυτού του τύπου, πέραν της κοινωνικής τους διάστασης, δείχνουν έλλειψη κατανόησης της πραγματικής έκτασης του προβλήματος και εντείνουν την εύλογη ανασφάλεια των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.

Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί ένα συνεκτικό, στοχευμένο και επαρκές πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής για τους δημόσιους υπαλλήλους και ειδικότερα για τους εκπαιδευτικούς που μετακινούνται υποχρεωτικά λόγω υπηρεσίας.

Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για επιστροφή έως δύο ενοικίων το χρόνο στους δημόσιους υπάλληλους, αφενός δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα αφετέρου δεν οδηγεί στην αποκλιμάκωση των ενοικίων, αλλά αντιθέτως τα αυξάνει.

Με βάση τα ανωτέρω, ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει η Κυβέρνηση για την ουσιαστική αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος των δημοσίων υπαλλήλων και ειδικά των εκπαιδευτικών;
  2. Υπάρχει σχεδιασμός για τη χορήγηση στοχευμένου επιδόματος στέγασης ή ενοικίου για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας, την αξιοποίηση δημόσιων ή ανεκμετάλλευτων ακινήτων για τη δημιουργία κατοικιών εκπαιδευτικών και τη συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση για την εξασφάλιση προσιτής στέγης;
  3. Προτίθεται η Κυβέρνηση να λάβει ειδικά και μόνιμα μέτρα για νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, όπου το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ;
  4. Ποια είναι η επίσημη θέση των Υπουργείων απέναντι σε δημόσιες δηλώσεις που υποβαθμίζουν ένα υπαρκτό και τεκμηριωμένο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών όπως η εκπαίδευση;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Κοντοτόλη Μαρίνα

Καλαματιανός Διονύσιος – Χαράλαμπος

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Οξύ στεγαστικό πρόβλημα των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών – Δημόσιες δηλώσεις που υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα του ζητήματος

Αθήνα, 13 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς

Τις Υπουργούς

Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας

Τον Υπουργό Εσωτερικών

Θέμα: Οξύ στεγαστικό πρόβλημα των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών. Δημόσιες δηλώσεις που υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα του ζητήματος

Οι δημόσιοι υπάλληλοι τα τελευταία χρόνια βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκή οικονομική δυσπραγία καθώς οι πραγματικές αποδοχές τους έχουν υποστεί σημαντική απομείωση λόγω της ακρίβειας, του αυξημένου κόστους ζωής και της μακροχρόνιας μισθολογικής στασιμότητας.

Οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στη στέγαση δεν αντισταθμίστηκαν από αντίστοιχες μισθολογικές παρεμβάσεις με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων να δυσκολεύεται να καλύψει βασικές βιοτικές ανάγκες. Η οικονομική αυτή πίεση πλήττει ιδιαίτερα τους χαμηλόμισθους και όσους υπηρετούν μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους, επιτείνοντας κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύοντας την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Συνακόλουθα, το στεγαστικό ζήτημα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της χώρας, με τη συνεχή αύξηση των ενοικίων, τη βραχυχρόνια μίσθωση και την έλλειψη διαθέσιμης κατοικίας να πλήττουν καίρια τους μισθωτούς και τους εργαζόμενους στο Δημόσιο.

Ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί, και ιδίως οι νεοδιόριστοι, οι αναπληρωτές και όσοι υπηρετούν σε νησιωτικές, τουριστικές ή απομακρυσμένες περιοχές, αντιμετωπίζουν αντικειμενική αδυναμία εξεύρεσης αξιοπρεπούς και οικονομικά προσιτής στέγης. Σε πολλές περιπτώσεις, το κόστος ενοικίου απορροφά δυσανάλογο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματός τους, καθιστώντας προβληματική την ίδια τη δυνατότητα παραμονής και άσκησης του εκπαιδευτικού τους έργου. Επιπρόσθετα, λόγω των συχνών μετακινήσεων εντός του έτους από περιοχή σε περιοχή, δεν εντάσσονται στις προβλέψεις του νόμου για την επιστροφή ενός ενοικίου.

Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο την ατομική διαβίωση των υπαλλήλων και δη των εκπαιδευτικών, αλλά έχει άμεσες συνέπειες, στη στελέχωση των σχολικών μονάδων, στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και στην κοινωνική συνοχή, ιδιαίτερα σε περιοχές αυξημένου κόστους ζωής.

Στο ήδη τεταμένο αυτό πλαίσιο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις πρόσφατη δημόσια δήλωση βουλευτού της κυβερνητικής πλειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία, απαντώντας σε ερώτημα για το πώς δύναται ένας εκπαιδευτικός με χαμηλό μισθό να ανταποκριθεί στα υψηλά ενοίκια, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «το τσάμπα πέθανε». Δηλώσεις αυτού του τύπου, πέραν της κοινωνικής τους διάστασης, δείχνουν έλλειψη κατανόησης της πραγματικής έκτασης του προβλήματος και εντείνουν την εύλογη ανασφάλεια των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα.

Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί ένα συνεκτικό, στοχευμένο και επαρκές πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής για τους δημόσιους υπαλλήλους και ειδικότερα για τους εκπαιδευτικούς που μετακινούνται υποχρεωτικά λόγω υπηρεσίας.

Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για επιστροφή έως δύο ενοικίων το χρόνο στους δημόσιους υπάλληλους, αφενός δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα αφετέρου δεν οδηγεί στην αποκλιμάκωση των ενοικίων, αλλά αντιθέτως τα αυξάνει.

Με βάση τα ανωτέρω,

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει η Κυβέρνηση για την ουσιαστική αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος των δημοσίων υπαλλήλων και ειδικά των εκπαιδευτικών;
  2. Υπάρχει σχεδιασμός για τη χορήγηση στοχευμένου επιδόματος στέγασης ή ενοικίου για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας, την αξιοποίηση δημόσιων ή ανεκμετάλλευτων ακινήτων για τη δημιουργία κατοικιών εκπαιδευτικών και τη συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση για την εξασφάλιση προσιτής στέγης;
  3. Προτίθεται η Κυβέρνηση να λάβει ειδικά και μόνιμα μέτρα για νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, όπου το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ;
  4. Ποια είναι η επίσημη θέση των Υπουργείων απέναντι σε δημόσιες δηλώσεις που υποβαθμίζουν ένα υπαρκτό και τεκμηριωμένο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών όπως η εκπαίδευση;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Κοντοτόλη Μαρίνα

Καλαματιανός Διονύσιος – Χαράλαμπος

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με πρωτοβουλία της Έλενας Ακρίτα: «Ευθύνες του Υπουργείου Παιδείας για την ανοχή στην κακοποιητική συμπεριφορά διευθύντριας Γυμνασίου»

Με πρωτοβουλία της βουλευτή Επικρατείας και Τομεάρχη Ισότητας και Δικαιωμάτων Έλενας Ακρίτα, 8 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έφεραν στη Βουλή τις ευθύνες του Υπουργείου Παιδείας για την ανοχή στην κακοποιητική συμπεριφορά διευθύντριας Γυμνασίου.

Προσφάτως, διευθύντρια Γυμνασίου στις Σέρρες καταδικάστηκε σε 24 μήνες φυλάκιση για κακοποίηση μαθητή και τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Οι πληροφορίες μιλούν για άτομο που αντιμετωπίζει ψυχική νόσο.

Ωστόσο, οι καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά υφίσταντο εδώ και μερικά χρόνια. Εκπαιδευτικοί του σχολείου, προσωπικό καθαριότητας και μαθητές μέσω του Συλλόγου Γονέων την είχαν καταγγείλει στην αρμόδια Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ζητείται:

– Πότε ενημερώθηκαν οι υπηρεσίες του Υπουργείου και η διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τη συμπεριφορά της εκπαιδευτικού και διευθύντριας και ποιες ήταν οι ενέργειές τους.

-Πώς δικαιολογείται η αδράνεια και η αδιαφορία της προϊσταμένης διεύθυνσης της εκπαιδευτικού όλο αυτό το διάστημα που διατυπώνονταν οι καταγγελίες.

-Πώς προτίθεται το Υπουργείο να αποδώσει ευθύνες, ιδίως για την ανάληψη και διατήρηση της θέσης της διευθύντριας Γυμνασίου και πώς θα αποτρέψει παρόμοιες περιπτώσεις στο μέλλον.

Ακολουθεί η Ερώτηση.

Αθήνα,  11 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού

ΘΕΜΑ: Ευθύνες του Υπουργείου Παιδείας για την ανοχή στην κακοποιητική συμπεριφορά διευθύντριας Γυμνασίου

Όπως είναι γνωστό διευθύντρια Γυμνασίου στις Σέρρες καταδικάστηκε σε 24 μήνες φυλάκιση για κακοποίηση μαθητή και τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Οι πληροφορίες μιλούν για άτομο που αντιμετωπίζει ψυχική νόσο.

Ωστόσο, οι καταγγελίες για κακοποιητική συμπεριφορά υφίσταντο εδώ και μερικά χρόνια. Εκπαιδευτικοί του σχολείου, προσωπικό καθαριότητας και προφανώς μαθητές, αντιμετώπιζαν σχεδόν καθημερινές προσωπικές επιθέσεις και βίωναν καταστάσεις πίεσης και άγχους από εκπαιδευτικό που διατηρούσε τη θέση της διευθύντριας του Γυμνασίου. Ο Σύλλογος Γονέων είχε προβεί σε καταγγελίες, ενώ γονείς αναγκάζονταν να στείλουν τα παιδιά τους σε άλλο σχολείο. Μαθητές έκαναν καταγγελίες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Φαίνεται επίσης πως υπήρξαν καταγγελίες από συνάδελφούς της στην αρμόδια Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ μια από τους εκπαιδευτικούς έκανε έγγραφη καταγγελία για χειροδικία. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά της διευθύντριας είχε επανειλημμένα γνωστοποιηθεί και καταγγελθεί τόσο δημόσια όσο και αρμοδίως, αλλά φαίνεται πως οι εκπαιδευτικές αρχές κώφευαν.

Κατόπιν των παραπάνω,

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

  1. α) Πότε ενημερώθηκαν οι υπηρεσίες του Υπουργείου και η διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για τη συμπεριφορά της εκπαιδευτικού και διευθύντριας και ποιες ήταν οι ενέργειές τους; β) Πώς δικαιολογείται η αδράνεια και η αδιαφορία της προϊσταμένης διεύθυνσης της εκπαιδευτικού όλο αυτό το διάστημα που διατυπώνονταν οι καταγγελίες;
  2. Πώς προτίθεται το Υπουργείο να αποδώσει ευθύνες, ιδίως για την ανάληψη και διατήρηση της θέσης της διευθύντριας Γυμνασίου και πώς θα αποτρέψει παρόμοιες περιπτώσεις στο μέλλον;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Ακρίτα Έλενα

Τσαπανίδου Πόπη

Βέττα Καλλιόπη

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ρένα

Ζαμπάρας Μίλτος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη συμμόρφωση του ΥΠΑΙΘΑ με τον ν. 4830/2021 και τις δικαστικές αποφάσεις || Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία Κ. Νοτοπούλου

Τέλος στην αυθαιρεσία με τις άδειες ανατροφής τέκνου των εκπαιδευτικών ζητούν, με ερώτησή τους προς την  Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, 14 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία της Κατερίνας Νοτοπούλου.  Παρά τις σαφείς δικαστικές αποφάσεις και τη νομοθεσία, το Υπουργείο Παιδείας μέσω πολλών Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, υποχρεώνουν τους εκπαιδευτικούς να παίρνουν άδεια άνευ αποδοχών υποχρεωτικά μέχρι τις 31 Αυγούστου, στερώντας τους το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι το χρονικό διάστημα που χρειάζονται για την ανατροφή των παιδιών τους.


Η πρακτική αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προβλέψεις του άρθρου 56 του ν. 4830/2021, ενώ μετά και από δικαστικές προσφυγές εκπαιδευτικών, το Διοικητικό Εφετείο, με τις υπ’ αριθ. 886/2024 και 174/2025 αποφάσεις του, έκρινε ρητά ότι δεν υφίσταται υποχρεωτική λήξη της άδειας άνευ αποδοχών στο τέλος του σχολικού έτους, ακυρώνοντας σχετικές αποφάσεις Διευθύνσεων Εκπαίδευσης που είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της παράνομης αυτής πρακτικής.


Επιπλέον, σε απάντηση κοινοβουλευτικής ερώτησης, το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας παραδέχτηκε ότι «δεν προκύπτει η υποχρεωτική διάρκεια της χορηγούμενης άδειας άνευ αποδοχών μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους».


Παρόλα αυτά, μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί καμία διευκρινιστική εγκύκλιος, με αποτέλεσμα αρκετές Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης να συνεχίζουν να εφαρμόζουν την ίδια, παράνομη πρακτική, επικαλούμενες αδράνεια του αρμοδίου Υπουργείου. Η μη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις και την κείμενη νομοθεσία δημιουργεί καθεστώς ανασφάλειας δικαίου και άνισης μεταχείρισης των εκπαιδευτικών, καθώς και διαρκούς ταλαιπωρίας, ιδίως για γονείς μικρών παιδιών, ενώ παράλληλα, συνιστά σοβαρό θεσμικό ζήτημα για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.


Οι βουλευτές υπογραμμίζουν στην ερώτησή τους, ότι η μη έκδοση διευκρινιστικής εγκυκλίου έχει ως αποτέλεσμα την  αυθαίρετη και άνιση εφαρμογή της νομοθεσίας από τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, ενώ η μη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.

Ερωτάται η κ. Υπουργός:

1. Για ποιο λόγο δεν έχει εκδοθεί, έως σήμερα, διευκρινιστική εγκύκλιος για την εφαρμογή του άρθρου 56 του ν. 4830/2021, παρά τις δικαστικές αποφάσεις και την παραδοχή του ίδιου του Υπουργείου;

2. Ποια άμεσα μέτρα προτίθεται να λάβει ώστε να διασφαλιστεί η ενιαία και σύννομη εφαρμογή της νομοθεσίας από όλες τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης;

3. Τι προτίθεται να πράξει για τις άδειες άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου που χορηγήθηκαν παρανόμως μέχρι σήμερα καθώς και για τις σχετικές διοικητικές αποφάσεις;

Ακολουθεί η ερώτηση

Αθήνα, 11 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς την  Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Θέμα: «Παράνομη πρακτική στη χορήγηση αδειών άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου σε εκπαιδευτικούς – μη συμμόρφωση του ΥΠΑΙΘΑ με τον ν. 4830/2021 και τις δικαστικές αποφάσεις».

Παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες των εκπαιδευτικών και της ΟΛΜΕ, συνεχίζεται, μέχρι και σήμερα, η απαράδεκτη και παράνομη πρακτική του Υπουργείου Παιδείας, μέσω Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, να χορηγούν άδειες, άνευ αποδοχών, για ανατροφή τέκνου, υποχρεωτικά, έως τη λήξη του σχολικού έτους, ήτοι έως τις 31 Αυγούστου, και όχι για το χρονικό διάστημα που αιτούνται οι ίδιες και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί.

Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε από το ΥΠΑΙΘΑ σε πλήρη αντίθεση με τις προβλέψεις του άρθρου 56 του ν. 4830/2021, το οποίο δεν προβλέπει υποχρεωτική λήξη της άδειας άνευ αποδοχών στο τέλος του σχολικού έτους αλλά κατοχυρώνει το δικαίωμα των εργαζομένων στο Δημόσιο να αιτούνται την άδεια για το χρονικό διάστημα που οι ίδιοι επιλέγουν, στο πλαίσιο της συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.

Μετά από δικαστικές προσφυγές εκπαιδευτικών, μάλιστα, το Διοικητικό Εφετείο, με τις υπ’ αριθ. 886/2024 και 174/2025 αποφάσεις του, έκρινε ρητά ότι δεν υφίσταται υποχρεωτική λήξη της άδειας άνευ αποδοχών στο τέλος του σχολικού έτους, ακυρώνοντας σχετικές αποφάσεις Διευθύνσεων Εκπαίδευσης που είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω παράνομης πρακτικής.

Επιπλέον, σε απάντηση κοινοβουλευτικής ερώτησης, το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας παραδέχτηκε ότι «δεν προκύπτει η υποχρεωτική διάρκεια της χορηγούμενης άδειας άνευ αποδοχών μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους». Παρά τη σαφή αυτή παραδοχή, μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί καμία διευκρινιστική εγκύκλιος, με αποτέλεσμα αρκετές Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης να συνεχίζουν να εφαρμόζουν την ίδια, παράνομη πρακτική, επικαλούμενες αδράνεια του αρμοδίου Υπουργείου.

Όπως  είναι ευλόγως αντιληπτό, η μη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις και την κείμενη νομοθεσία δημιουργεί καθεστώς ανασφάλειας δικαίου και άνισης μεταχείρισης των εκπαιδευτικών, καθώς και διαρκούς ταλαιπωρίας, ιδίως για γονείς μικρών παιδιών, ενώ παράλληλα, συνιστά σοβαρό θεσμικό ζήτημα για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.

Επειδή η άδεια άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου αποτελεί θεσμοθετημένο δικαίωμα των εργαζομένων στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 56 του ν. 4830/2021,

Επειδή με τις υπ’ αριθ. 886/2024 και 174/2025 αποφάσεις του, το  Διοικητικό Εφετείο έχει κρίνει ότι δεν υπάρχει υποχρεωτική λήξη στο τέλος του σχολικού έτους,

Επειδή το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας έχει παραδεχτεί ότι δεν προκύπτει από το νόμο η υποχρεωτική διάρκεια της αδείας έως 31 Αυγούστου,

Επειδή η μη έκδοση διευκρινιστικής εγκυκλίου έχει ως αποτέλεσμα την  αυθαίρετη και άνιση εφαρμογή της νομοθεσίας από τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης,

Επειδή η μη συμμόρφωση της Διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.

Ερωτάται η κ. Υπουργός:

1. Για ποιο λόγο δεν έχει εκδοθεί, έως σήμερα, διευκρινιστική εγκύκλιος για την εφαρμογή του άρθρου 56 του ν. 4830/2021, παρά τις δικαστικές αποφάσεις και την παραδοχή του ίδιου του Υπουργείου;

2. Ποια άμεσα μέτρα προτίθεται να λάβει ώστε να διασφαλιστεί η ενιαία και σύννομη εφαρμογή της νομοθεσίας από όλες τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης;

3. Τι προτίθεται να πράξει για τις άδειες άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου που χορηγήθηκαν παρανόμως μέχρι σήμερα καθώς και για τις σχετικές διοικητικές αποφάσεις;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη

Ζαμπάρας Μίλτος

Μαμουλάκης Χαράλαμπος

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Παππάς Νίκος

Τσαπανίδου Παρθενόπη

Ψυχογιός Γεώργιος