Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Πολιτισμός

Η υποστελέχωση του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), αντί να θεραπευτεί, μετατρέπεται σε όχημα αδιαφάνειας || Ερώτηση 13 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία Θ. Ξανθόπουλου

Το σοβαρό θέμα της υποστελέχωσης του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων(ΟΔΑΠ) και τα ερωτήματα διαφάνειας που προκύπτουν από την προβληματική λειτουργία του, θέτουν με Ερώτηση τους προς τους υπουργούς Πολιτισμού και Εσωτερικών, 13 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με πρωτοβουλία του Θεόφιλου Ξανθόπουλου

Όπως επισημαίνεται στην Ερώτηση,  “από τότε που το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠ), «αναδιοργανώθηκε» και μετονομάστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ σε Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), με τον Ν. 4671/2020, δήθεν για λόγους «εκσυγχρονισμού», «ευελιξίας» και «αποτελεσματικότητας», ο Οργανισμός βιώνει δραματική υποστελέχωση, αφού με ευθύνη της Υπουργού Πολιτισμού και του Διοικητικού του Συμβουλίου, καμία από τις προβλεπόμενες Διευθύνσεις και Τμήματα δεν έχουν στελεχωθεί επαρκώς εδώ και 5 χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι ο Οργανισμός να μην μπορεί να ανταποκριθεί, ως οφείλει, ούτε στον σκοπό του (απαλλοτριώσεις, αναβαθμίσεις και προβολή μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, υποστήριξη υπηρεσιών υπουργείου Πολιτισμού, εισπράξεις, εκδόσεις, κ.λπ.), ούτε στο εύρος των λειτουργιών που καλείται να επιτελέσει”.

“Η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την πραγματική στελέχωση του ΟΔΑΠ φάνηκε εξαρχής, αφού, αντί να προχωρήσει στις αναγκαίες προσλήψεις θέσπιζε κατά καιρούς «κατά παρέκκλιση αποσπάσεις», προκειμένου να καλυφθούν τα κενά. Με δεδομένη, μάλιστα, την κρίσιμη συμβολή του ΟΔΑΠ σε σύνθετα έργα υποδομής και εν γένει στη διαχείριση μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, η στελέχωσή του με ειδικότητες όπως Οικονομικού, Διοικητικού, Μηχανικών κ.ά. κρίνεται απαραίτητη για τη βιωσιμότητά του”, αναφέρουν οι βουλευτές.

“Αντί, ωστόσο, τα παραπάνω να θεραπευτούν, η διοίκηση του Οργανισμού «επικαλείται» σε πρόσφατες αποφάσεις της τον μικρό αριθμό των υπηρετούντων υπαλλήλων, προκειμένου να παρακάμψει ακόμη και τις διαδικασίες σύστασης επιτροπών διαγωνισμών και παραλαβών έργων. Με την «δικαιολογία» αυτή προχωρά σε «fast track» διαδικασίες και χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο, σε «αυτοδίκαιες» παραλαβές έργων και υπηρεσιών, ύψους εκατομμυρίων ευρώ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαφάνεια, τη νομιμότητα, τη χρηστή διοίκηση και το Δημόσιο Συμφέρον”,  τονίζουν χαρακτηριστικά.

Κατόπιν τούτων ερωτώνται οι αρμόδιοι υπουργοί με ποιον τρόπο θα αντιμετωπιστεί η υποστελέχωση στον Οργανισμό, για ποιο λόγο συγκροτούνται επιτροπές «αυτοδίκαιης παραλαβής» ενώ ζητείται να αναφερθούν αναλυτικά όλα τα έργα, οι προμήθειες και οι δημόσιες συμβάσεις στις οποίες έχει εφαρμόσει το ΔΣ του ΟΔΑΠ τη συγκεκριμένη πρακτική. “Σκοπεύετε να παρέμβετε, ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα;”, καταλήγει η Ερώτηση των βουλευτών.

Ακολουθεί η Ερώτηση.

Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2025

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς

Την Υπουργό Πολιτισμού

Τον Υπουργό Εσωτερικών

Θέμα: «Η υποστελέχωση του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), αντί να θεραπευτεί, μετατρέπεται σε όχημα αδιαφάνειας»

Από τότε που το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠ), «αναδιοργανώθηκε» και μετονομάστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ σε Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), με τον Ν. 4671/2020, δήθεν για λόγους «εκσυγχρονισμού», «ευελιξίας» και «αποτελεσματικότητας», ο Οργανισμός βιώνει δραματική υποστελέχωση, αφού, με ευθύνη της Υπουργού Πολιτισμού και του Διοικητικού του Συμβουλίου, καμία από τις προβλεπόμενες Διευθύνσεις και Τμήματα δεν έχουν στελεχωθεί επαρκώς εδώ και 5 χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι ο Οργανισμός να μην μπορεί να ανταποκριθεί, ως οφείλει, ούτε στον σκοπό του (απαλλοτριώσεις, αναβαθμίσεις και προβολή μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, υποστήριξη υπηρεσιών υπουργείου Πολιτισμού, εισπράξεις, εκδόσεις, κ.λπ.), ούτε στο εύρος των λειτουργιών που καλείται να επιτελέσει.

Η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την πραγματική στελέχωση του ΟΔΑΠ φάνηκε εξαρχής, αφού, αντί να προχωρήσει στις αναγκαίες προσλήψεις, θέσπιζε κατά καιρούς «κατά παρέκκλιση αποσπάσεις», προκειμένου να καλυφθούν τα κενά. Ωστόσο, η εφαρμογή πολλών διατάξεων κατά παρέκκλιση αποσπάσεων και μετατάξεων δεν έδειξε να ωφελεί σημαντικά τον ΟΔΑΠ, καθώς ανά τα έτη απώλεσε επιπλέον υπαλλήλους μέσω ανάλογων διαδικασιών αποσπάσεων και μετατάξεων με αποτέλεσμα να υπάρχει σταθερή άρνηση του Οργανισμού στη μετακίνηση υπαλλήλων του μέσω Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας (τακτικοί και έκτακτοι κύκλοι κινητικότητας), λόγω της αδυναμίας κάλυψης του 65% σε πλήθος κλάδων και ειδικοτήτων (σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 4 του Ν. 4440/2016).

Με δεδομένη, μάλιστα, την κρίσιμη συμβολή του ΟΔΑΠ σε σύνθετα έργα υποδομής και εν γένει στη διαχείριση μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, η στελέχωσή του με ειδικότητες όπως Οικονομικού, Διοικητικού, Μηχανικών κ.ά. κρίνεται απαραίτητη για τη βιωσιμότητά του.

Αντί, ωστόσο, τα παραπάνω να θεραπευτούν, η διοίκηση του Οργανισμού «επικαλείται» σε πρόσφατες αποφάσεις της τον μικρό αριθμό των υπηρετούντων υπαλλήλων, προκειμένου να παρακάμψει ακόμη και τις διαδικασίες σύστασης επιτροπών διαγωνισμών και παραλαβών έργων. Με την «δικαιολογία» αυτή προχωρά σε «fast track» διαδικασίες και χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο, σε «αυτοδίκαιες» παραλαβές έργων και υπηρεσιών, ύψους εκατομμυρίων ευρώ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαφάνεια, τη νομιμότητα, τη χρηστή διοίκηση και το Δημόσιο Συμφέρον.

Επειδή ο ΟΔΑΠ έχει σύνθετους σκοπούς που υπηρετούν την προστασία και την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς,

Επειδή ο Οργανισμός διαχειρίζεται εκατομμύρια ευρώ, τόσο από τις εισπράξεις των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων όσο και από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, τα οποία οφείλει να τα διαχειρίζεται με επάρκεια και λογοδοσία,

Επειδή πέντε χρόνια μετά την θέσπιση του ΟΔΑΠ εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα προβλήματα στη στελέχωση και στη λειτουργία του,

Επειδή η υποστελέχωση του φορέα «αξιοποιείται» ως δικαιολογία από τις ηγεσίες του ΥΠΠΟ και του ΟΔΑΠ, ώστε να εκχωρούνται σε ιδιώτες ποικίλες αρμοδιότητες και λειτουργίες του οργανισμού ή/και να «διευκολύνονται» διάφοροι εργολάβοι,

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Ποιο είναι το ποσοστό κάλυψης προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα με βάση τους ορισμούς του Ν. 4440/2016 (πραγματικά υπηρετούντες υπάλληλοι); Πώς μεταβλήθηκε αυτό τα τελευταία δύο έτη (2024 & 2025) κατά την καταληκτική ημερομηνία αιτήσεων σε κάθε τακτικό και έκτακτο κύκλο κινητικότητας;
  2. Πόσες θέσεις ανά κλάδο και ειδικότητα έχουν εγκριθεί στους ετήσιους προγραμματισμούς προσλήψεων από το 2021 που θεσπίστηκε νέο πλαίσιο για τον ΟΔΑΠ έως το 2025; Πόσες από αυτές έχουν πληρωθεί με πραγματικά υπηρετούντες υπαλλήλους και με ποιον τρόπο πρόκειται να αντιμετωπιστεί η υποστελέχωση στον συγκεκριμένο Οργανισμό;
  3. Πόσοι υπάλληλοι έχουν αποχωρήσει με μετάταξη από τον ΟΔΑΠ από το 2021 έως σήμερα μέσω διαδικασιών κατά παρέκκλισης αποσπάσεων; Πόσοι υπάλληλοι έχουν παραιτηθεί από τον οργανισμό με εξαίρεση τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης παραίτησης για συνταξιοδότηση;
  4. Ποιες ενέργειες έχουν γίνει για την επιλογή της διοίκησης του ΟΔΑΠ με βάση τη διαδικασία που ορίζει ο Ν. 5062/2023 και των προϊσταμένων οργανικών μονάδων με βάση τη διαδικασία που ορίζει ο Ν. 3528/2007;
  5. Ποιος είναι ο μέσος όρος επιτροπών ανά υπάλληλο σε επιτροπή παραλαβής ή διαγωνισμού από το σύνολο των υπαλλήλων που συμμετέχουν σε τέτοιες επιτροπές; Έχει εξεταστεί η συμμετοχή υπαλλήλων του εποπτεύοντος φορέα στις επιτροπές του ΟΔΑΠ λόγω υποστελέχωσης;
  6. Για ποιο λόγο συγκροτούνται επιτροπές «αυτοδίκαιης παραλαβής»; Να αναφέρουν αναλυτικά όλα τα έργα, τις προμήθειες και τις δημόσιες συμβάσεις στις οποίες έχει εφαρμόσει το ΔΣ του ΟΔΑΠ τη συγκεκριμένη πρακτική. Σκοπεύουν να παρέμβουν ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα;

Οι Ερωτώντες/-ώσες Βουλευτές/-ριες

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Βέττα Καλλιόπη

Ακρίτα Έλενα

Γαβρήλος Γιώργος

Δούρου Ρένα

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Κασιμάτη Νίνα

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κώστας

Νοτοπούλου Κατερίνα

Παπαηλιού Γιώργος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυγογιός Γιώργος

Καλλιόπη Βέττα: «Η τεράστια αύξηση των έμμεσων φόρων πλήττει τη μεγάλη πλειοψηφία, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ακρίβεια, το κόστος στέγασης, την έλλειψη προοπτικών και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους» 


Κοινοβουλευτική ομιλία για τον προϋπολογισμό (Πολιτισμός, Τουρισμός)

Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κ. Καλλιόπη Βέττα μίλησε στη Βουλή κατά την συζήτηση του Προϋπολογισμού 2026.

Η κ. Βέττα επεσήμανε αρχικά ότι ο προϋπολογισμός είναι ενδεικτικός της κυβερνητικής πολιτικής: τεράστια αύξηση των έμμεσων φόρων και αμελητέες ελαφρύνσεις ενώ την ίδια ώρα  οι «εκλεκτοί» απολαμβάνουν πλουσιοπάροχες χρηματοδοτήσεις.

Ειδική αναφορά έκανε στο τομέα των εσόδων από Φ.Π.Α, τονίζοντας ότι επί ημερών της Ν.Δ. εκτοξεύθηκαν στα 30 δισ. ευρώ τον χρόνο, καθώς η κυβέρνηση αρνείται να μειώσει τον φόρο, πόσο μάλλον να τον μηδενίσει, ακόμη και για είδη πρώτης ανάγκης, εκτοξεύοντας τις τιμές, την ακρίβεια και την απόγνωση των πολιτών.

Αντίθετα, επί ΣΥΡΙΖΑ, η επιβάρυνση από τον Φ.Π.Α. ήταν πολύ μικρότερη (περίπου 17 δισ. στο 2019), αποδεικνύοντας στην πράξη την διαφορά και το κυβερνητικό ψέμα για μείωση των φόρων το οποίο βιώνει καθημερινά στην πράξη η κοινωνία, καθώς ακόμη και το χριστουγεννιάτικο τραπέζι είναι φέτος αυξημένο κατά σχεδόν 20%.

Παράλληλα, τα επόμενα χρόνια, με την λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης το οποίο είτε έμεινε αναξιοποίητο, είτε κατευθύνθηκε στα χέρια λίγων, μειώνονται δραστικά οι εκτιμήσεις για τις επενδύσεις στην χώρα, καθώς μετά το 2028, η αύξηση θα είναι σχεδόν μηδενική, περίπου 0,8-0,9%.

Στη συνέχεια, η Βουλευτής παρέθεσε αναλυτικά τα στοιχεία που γκρεμίζουν την “εικονική πραγματικότητα” που επιχειρεί να χτίσει η κυβέρνηση,  σε σχέση με τον Πολιτισμό και τον Τουρισμό.

Αναφορικά με τον Πολιτισμό τόνισε ότι η χώρα βιώνει μια μεγάλη πολιτιστική οπισθοδρόμηση: απουσία δημόσιων πολιτικών, υπερκοστολογημένες εργολαβίες μέσα σε μνημεία, επιχορηγήσεις τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ στον σύγχρονο πολιτισμό, έλλειψη διαχειριστικής διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, παρατυπίες στις μεταβιβαστικές δαπάνες και τις πληρωμές. 

Την ίδια ώρα ο προϋπολογισμός για το αρμόδιο Υπουργείο ανέρχεται μόλις στο 0.39% των κρατικών δαπανών (όταν επί ΣΥΡΙΖΑ ήταν στο 0.6%), το Ταμείο Ανάκαμψης έχει χαμηλή απορροφητικότητα και πρόοδο, ενώ η υποστελέχωση του υπουργείου συνεχίζεται, με επιλογή της ΝΔ. Οι οργανικές θέσεις καλύπτονται μόλις στο 65-70% και οι υπηρεσίες υπολειτουργούν, ενώ οι πολίτες στερούνται το αγαθό της πρόσβασης σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, λόγω των υπέρογκων και ταξικών αυξήσεων στα εισιτήρια: η μείωση των επισκεπτών έως τον Ιούλιο του 2025 έφτανε στο 15% ενώ σε κάποιους χώρους (π.χ. Βεργίνα, Φαιστό, Δελφούς) ανερχόταν στο 22-33%!

Στη συνέχεια η Βουλευτής εστίασε στον Τουρισμό, οπού ομοίως επεσήμανε την υποχρηματοδότηση του Υπουργείου, την πρόβλεψη για ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση των επόμενων χρόνων, την τεχνητή διόγκωση των πιστώσεων λόγω -αβέβαιων-προβλέψεων από κέρδη καζίνο, ενώ στηλίτευσε την χαμηλότατη απορροφητικότητα του Ταμείου Ανάκαμψης, με το 25,8% να είναι πολύ κάτω από τον ήδη χαμηλό μέσο όρο των υπόλοιπων Υπουργείων.

Η ανεπάρκεια της κυβέρνησης οδηγεί σε βιαστικές εντάξεις, συρρικνώσεις έργων, απευθείας αναθέσεις και μεταρρυθμιστική στασιμότητα. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει κανένα συνεκτικό σχέδιο για βιώσιμο τουρισμό, με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να μένουν χωρίς στήριξη, τις τοπικές κοινωνίες μετέωρες, και να μην προβλέπεται καμία μέριμνα για το – χαμένο- δικαίωμα του κόσμου να κάνει διακοπές.

Κλείνοντας, η κ. Βέττα επανέλαβε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. καταψηφίζει τον προϋπολογισμό του 2026, διατυπώνοντας την εκτίμηση ότι θα είναι «ο τελευταίος προϋπολογισμός που θα στρέφεται ενάντια στην κοινωνική και παραγωγική πλειοψηφία, ενάντια στα όνειρα, τις επιδιώξεις και τις ανάγκες των πολιτών».

Βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: «Αίτημα άμεσης προστασίας και χαρακτηρισμού ως διατηρητέου μνημείου της «Βίλας Πατσούκα» στην Αλεξανδρούπολη»

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την κυρία Υπουργό Πολιτισμού

ΘΕΜΑ: «Αίτημα άμεσης προστασίας και χαρακτηρισμού ως διατηρητέου μνημείου της «Βίλας Πατσούκα» στην Αλεξανδρούπολη»

Στην Αλεξανδρούπολη σώζεται ένα σπάνιο δείγμα της πρώιμης αστικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα. Η «Βίλα Πατσούκα», ένα εξοχικό κτίσμα του 1932 που βρίσκεται κατά μήκος της διαδρομής προς τη Νέα Χηλή, συγκροτεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των εκλεκτικιστικών τάσεων της εποχής, με τυπολογικά στοιχεία όπως οι πυργοειδείς προεξοχές, οι μεταλλικές κατασκευές στα κιγκλιδώματα και οι περίτεχνες ξύλινες λεπτομέρειες.

Πέραν της αρχιτεκτονικής του σημασίας, το κτίσμα έχει χαραχθεί στη συλλογική μνήμη της πόλης, καθώς επί δεκαετίες αποτέλεσε χώρο κοινωνικών συναντήσεων και οικογενειακών εκδηλώσεων, συνδεδεμένο με την ανάπτυξη της Αλεξανδρούπολης κατά τον Μεσοπόλεμο. Σήμερα, αν και εμφανίζει φθορές, διατηρεί επαρκή αυθεντικότητα ώστε να μπορεί να αποκατασταθεί.

Σύμφωνα με τοπικά δημοσιεύματα, έχει υποβληθεί, προς την Εφορεία Νεότερων Μνημείων Ξάνθης του Υπουργείου Πολιτισμού, πρόταση χαρακτηρισμού του κτιρίου ως μνημείου νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς. Το αίτημα κατατέθηκε από τη MONUMENTA ΑΜΚΕ, σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες, τους Φίλους του Γαλλικού Σταθμού και ενεργούς πολίτες της περιοχής, με στόχο να διασφαλιστεί η διάσωσή του. Οι υπογράφοντες επισημαίνουν ότι η προστασία τέτοιων κτισμάτων αποτελεί θεμελιώδη ευθύνη της Πολιτείας και βασικό δικαίωμα των πολιτών.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

  1. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εξέταση του αιτήματος για τον χαρακτηρισμό της «Βίλας Πατσούκα» ως διατηρητέου μνημείου;
  2. Προτίθεται το Υπουργείο να επισπεύσει τις απαραίτητες διαδικασίες, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω υποβάθμιση του κτίσματος;
  3. Πώς προτίθεται το Υπουργείο να ενισχύσει συνολικά την προστασία και ανάδειξη των εναπομεινάντων μνημείων της Αλεξανδρούπολης που αντικατοπτρίζουν την ιστορική και κοινωνική της πορεία;

Οι Ερωτώντες/ώσες Βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Κασιμάτη Ειρήνη (Νίνα)

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Παπαηλιού Γεώργιος

Ψυχογιός Γεώργιος

Καλλιόπη Βέττα: «Κίβδηλο το κυβερνητικό ενδιαφέρον για τον βιώσιμο και δίκαιο τουρισμό»

Την 12η Athens International Tourism and Culture Expo 2024, που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο, επισκέφτηκε χθες η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού του ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. κ Καλλιόπη Βέττα.

Κατά την περιήγησή της στα περίπτερα των Περιφερειών – μεταξύ αυτών και της Δυτικής Μακεδονίας – συνομίλησε με επαγγελματίες και εκθέτες που δραστηριοποιούνται στον τουρισμό. Κοινή διαπίστωση όλων είναι η απουσία ουσιαστικής κρατικής στρατηγικής για την ισόρροπη τουριστική ανάπτυξη και τη στήριξη των τοπικών κοινωνιών.

Όπως δήλωσε η κ. Βέττα, η επίλυση των δομικών προβλημάτων του ελληνικού τουρισμού, όπως και η ισότιμη προβολή και διαφήμιση των προορισμών – ιδιαίτερα από την Πολιτεία μέσω των επίσημων φορέων της – αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διεύρυνση της συμμετοχής περισσότερων τοπικών κοινωνιών στη διανομή του τουριστικού οφέλους, διασφαλίζοντας οικονομική ευημερία και ποιότητα ζωής.

Αντίθετα, οι κατά καιρούς πρωτοβουλίες της ηγεσίας του Υπουργείου Τουρισμού φαίνεται να εξυπηρετούν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, αφήνοντας τον ελληνικό τουρισμό να αντιμετωπίζει μόνος του τις αυξανόμενες προκλήσεις μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης και ανταγωνιστικής διεθνούς αγοράς.

Η κ. Βέττα τόνισε ότι η ενίσχυση αναδυόμενων προορισμών, όπως η Δυτική Μακεδονία, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, η εποχικότητα και η άνιση περιφερειακή ανάπτυξη απαιτούν στοχευμένες πολιτικές που θα ενδυναμώνουν τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση και προώθηση του τουριστικού προϊόντος.

Παρά τις επικοινωνιακές εξαγγελίες, η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει στον «αυτόματο πιλότο» τον βιώσιμο και δίκαιο τουρισμό, και η Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει χωρίς επαρκή χρηματοδοτικά εργαλεία, με πλήθος γραφειοκρατικά εμπόδια να αποκλείουν την ουσιαστική συμμετοχή της στην προβολή των προορισμών.

Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες υποδομές καταρρέουν, αδυνατώντας να καλύψουν τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, ενώ το χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό παραμένει ανεκπλήρωτη υπόσχεση, παρότι αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την εφαρμογή ενός νέου, βιώσιμου τουριστικού μοντέλου.

Το Υπουργείο Τουρισμού εξακολουθεί να συνομιλεί με λίγους και εκλεκτούς, διοχετεύοντας πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σε «αμφίβολης» αξίας μελέτες, την ώρα που η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος γονατίζουν τις μικρές και μεσαίες – κυρίως οικογενειακές – επιχειρήσεις.

Ο ελληνικός τουρισμός έχει ανάγκη από μια νέα, πραγματικά βιώσιμη πολιτική, που θα προκύπτει μέσα από διαβούλευση με την κοινωνία και θα προάγει την ευμάρεια των τοπικών κοινωνιών, με απόλυτη διαφάνεια και χωρίς τις συνήθεις «κατά παρέκκλιση» πρακτικές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Χάρης Μαμουλάκης: Ποιος θα νοικιάσει την Ακρόπολη, την Κνωσό και τους άλλους αρχαιολογικούς χώρους;

Δήλωση του Βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και Τομεάρχη Οικονομικών και Ανάπτυξης της ΚΟ, Χάρη Μαμουλάκη

Με αφορμή την αποκάλυψη εγγράφου του Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Πολιτιστικών Πόρων του Υπουργείου Πολιτισμού, με το οποίο ζητά μελέτη για τη μίσθωση 21 πωλητηρίων αρχαιολογικών χώρων, ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, προχώρησε στην ακόλουθη δήλωση:

«Ξέρετε τι ετοιμάζουν για την Ακρόπολη, την Κνωσό, τους πιο ιερούς χώρους της χώρας; Έναν τιμοκατάλογο! Η κυβέρνηση ξαναχτυπά. Μετά τα τραπεζώματα πάνω στα αρχαία, τώρα βάζει στο τραπέζι τον πιο ιερό μας πλούτο. Τα πωλητήρια των μεγαλύτερων αρχαιολογικών χώρων της χώρας. Και ξέρουμε όλοι τι σημαίνει αυτό. Η αρχή του τέλους για το δημόσιο έλεγχο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Με έγγραφο που αναρτήθηκε στη Διαύγεια, ο Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Πολιτιστικών Πόρων του Υπουργείου Πολιτισμού ζητά μελέτη για την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας 21 πωλητηρίων. Δηλαδή, βάζουν τιμή στα πωλητήρια της Ακρόπολης, της Κνωσού, της Αρχαίας Αγοράς, των Δελφών, της Ολυμπίας, του Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων, της Λότζιας Ρεθύμνου και πολλών άλλων. Οι πιο χρυσοφόροι χώροι της Ελλάδας, οι χώροι που ανήκουν σε όλους μας, μπαίνουν στον κατάλογο προς παράδοση σε ιδιώτες, με αντάλλαγμα ένα μηνιαίο μίσθωμα. Μιλούν για αξιοποίηση, στην πραγματικότητα μιλάμε για εκποίηση και μάλιστα από έναν Οργανισμό, τον ΟΔΑΠ, που έχει αφεθεί να καταρρεύσει από την υποστελέχωση, ακριβώς για να εμφανιστεί μετά ο σωτήρας ιδιώτης. Έτσι φτάσαμε στο σημείο να υπάρχουν πωλητήρια σε αρχαιολογικούς χώρους, που οι εργαζόμενοι δεν πληρώνονται από το δημόσιο, αλλά από ιδιωτικές εταιρείες. Και τώρα συζητούν ακόμα και τη δημιουργία ανώνυμης εταιρείας πολιτισμού για να διαχειρίζεται ό,τι θεωρούν την κότα με τα χρυσά αυγά.

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να μετατραπεί η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας σε franchise. Ο πολιτισμός δεν είναι εμπορικό προϊόν. Δεν είναι φιλέτο, δεν είναι ακίνητο προς μίσθωση. Γι’ αυτό και ζητάμε:

  • Άμεση απόσυρση του σχεδίου.
  • Πλήρης διαφάνεια.
  • Ενίσχυση του ΟΔΑΠ με προσωπικό και πόρους.
  • Δέσμευση ότι τα έσοδα των αρχαιολογικών χώρων θα επιστρέψουν ολόκληρα στη Δημόσια Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Γιατί αν αφήσουμε να χαθεί αυτό το πράγμα δεν θα μείνει τίποτα να υπερασπιστούμε.».

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Διεκδίκηση και επαναπατρισμός του Λέοντα του Πειραιά – Το σύμβολο του ιστορικού Porto Leone πρέπει να γυρίσει εκεί που ανήκει

Αθήνα, 4 Δεκεμβρίου 2025

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς την Υπουργό Πολιτισμού

ΘΕΜΑ: «Διεκδίκηση και επαναπατρισμός του Λέοντα του Πειραιά – Το σύμβολο του ιστορικού Porto Leone πρέπει να γυρίσει εκεί που ανήκει»

Η ιστορία του μεγαλύτερου και σημαντικότερου λιμανιού της χώρας μας, έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα,  με την περιοχή να κατοικείται ήδη από τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους και να ακμάζει ιδιαίτερα τον 5ο αιώνα π.Χ. επί Θεμιστοκλή, ο οποίος σχεδίασε την οχύρωσή του, μετατρέποντάς τον σε ναυτική και εμπορική υπερδύναμη. Το λιμάνι του Πειραιά αποτελεί, όχι απλώς το κομβικότερο σημείο θαλάσσιων μεταφορών στην Ελλάδα, αλλά ένα σημείο συνάντησης πολιτισμών και θαλάσσιων παραδόσεων, για παραπάνω από είκοσι αιώνες.

Στην καρδιά αυτής της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής, βρίσκεται ένα σύμβολο που διαμόρφωσε τόσο την ταυτότητα της πόλης, όσο και τη διεθνή της αναγνωσιμότητα: Ο Λέων του Πειραιά, το μαρμάρινο γλυπτό που δέσποζε επί αιώνες στην είσοδο του λιμανιού.  Ένα αριστούργημα της αρχαίας τέχνης, η  παρουσία του οποίου ήταν τόσο σημαίνουσα, ώστε ολόκληρο το λιμάνι ήταν γνωστό σε Ευρωπαίους, ναυτικούς και χαρτογράφους,  με τη χαρακτηριστική ονομασία  “Porto Leone”, δηλαδή Λιμάνι του Λιονταριού. Ακόμη και οι Οθωμανοί το αποκαλούσαν Ασλάν Λιμάνι («Λιμάνι του Λιονταριού») και η παρουσία του ήταν τόσο επιβλητική, που σύμφωνα με τις μεσαιωνικές παραδόσεις, το άγαλμα είχε «υπερφυσικές» ιδιότητες, όπως τη δύναμη να προκαλεί τρόμο ή ακόμα και δυσάρεστα γεγονότα σε όσους το κοιτούσαν επίμονα.

Το συγκεκριμένο μνημείο, που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν και ως κρήνη, χρονολογείται περίπου στον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ οι χαραγμένες σε αυτό ρούνικες επιγραφές του 11ου αιώνα μ.Χ., αποτελούν σπάνιο τεκμήριο της παρουσίας Σκανδιναβών μισθοφόρων («Βαράγγων»), πιθανόν κατά την επίσκεψη του Βασίλειου Βουλγαροκτόνου στην Αθήνα το 1018, προσδίδοντας του ακόμη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή πολιτιστική αξία.

Δυστυχώς, παρά την εξαιρετική καλλιτεχνική, ιστορική και εθνολογική του σημασία, το γλυπτό αυτό, κατά την εκστρατεία του στρατού της Βενετίας στην Αττική, το 1687, αποσπάστηκε βίαια από τον στρατηγό Φραντσέσκο Μοροζίνι –τον ίδιο  που λίγο νωρίτερα είχε προκαλέσει ανυπολόγιστη καταστροφή στον Παρθενώνα– και μεταφέρθηκε στη Βενετία, ως λάφυρο πολέμου. Η πράξη αυτή δεν είχε κανέναν απολύτως πολιτιστικό ή επιστημονικό σκοπό, αντιθέτως αποτέλεσε μια ωμή επίδειξη ισχύος, μια πράξη λεηλασίας. Έκτοτε, το λιοντάρι παραμένει μακριά από τον φυσικό και ιστορικό του τόπο, κοσμώντας  τον ναύσταθμο της Βενετίας, στο Αρσενάλε και αποτελώντας ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της περιοχής.

Οι πρώτες επίσημες ελληνικές κινήσεις για την επιστροφή του, καταγράφονται ήδη από την προπολεµική περίοδο, κατά την περίοδο της κυβέρνησης Μεταξά, με το θέμα να επανέρχεται το 1945, µέσω της εφημερίδας «Φωνή του Πειραιά» καθώς, σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, ο τότε υπουργός Πρωτευούσης Κοτζιάς, έθεσε ερώτημα στο Υπουργείο Παιδείας. Εν συνεχεία, ιδρύθηκε από τον Απόστολο Δρόμβο η «Επιτροπή Επιστροφής του Λέοντος», χωρίς όμως  να υπάρξει αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα, ανατέθηκε στο γλύπτη Γιώργο Μέγκουλα, η κατασκευή πιστού αντίγραφου -με σκοπό την ανταλλαγή και την τοποθέτηση του πραγματικού στη θέση του-, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην είσοδο του λιμανιού, στη λεγόμενη «μπούκα». Η τελευταία προσπάθεια αναβίωσης της εν λόγω επιτροπής, έγινε το 2012, με πρωτοβουλία του τότε Αντιπεριφερειάρχη Πειραιά κ. Στέφανου Χρήστου. Έκτοτε, δεν έχει αναληφθεί από την ελληνική πλευρά, συστηματική θεσμική και στοχευμένη πρωτοβουλία διεκδίκησης, εν αντιθέσει με τη διεθνή πρακτική της χώρας μας σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Σήμερα που τόσο η εγχώρια κοινωνία όσο και η διεθνής κοινότητα δείχνουν πλέον αυξημένη ευαισθησία απέναντι στην αποκατάσταση ιστορικών αδικιών και στον επαναπατρισμό πολιτιστικών θησαυρών, η περίπτωση του Λέοντα του Πειραιά επανέρχεται με ένταση στο προσκήνιο. Τοπικοί φορείς, ιστορικοί και πολίτες του Πειραιά έχουν εκφράσει δημόσια την ανάγκη να επιστρέψει στον τόπο απ’ όπου αφαιρέθηκε, ενισχύοντας το αίτημα για θεσμική παρέμβαση της Πολιτείας. Κατά συνέπεια:

Επειδή, η απώλεια του Λέοντα, δεν συνιστά απλώς ένα τοπικό ζήτημα· αλλά εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συστηματικής αφαίρεσης ελληνικών πολιτιστικών αγαθών, από ξένες δυνάμεις, κατά την Οθωμανική και μεταγενέστερες περιόδους,

Επειδή, η Ελλάδα έχει διαχρονικά καταφέρει σημαντικούς επαναπατρισμούς αρχαιοτήτων και έχει πολυεπίπεδα διεκδικήσει τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τόσο μέσω διπλωματικών επαφών, όσο και αξιοποιώντας διεθνείς συμβάσεις,

Επειδή, ο Λέων του Πειραιά, αποτελεί ένα σύμβολο με τεκμηριωμένη ιστορική, τοπική και εθνική σημασία, που θα έπρεπε να επιστρέψει στο φυσικό του χώρο, απαιτείται  άμεσα να ενταχθεί στον επίσημο σχεδιασμό επαναπατρισμών του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:

  1. Προτίθεται το Υπουργείο Πολιτισμού να αναλάβει επίσημη πρωτοβουλία για τον επαναπατρισμό του Λέοντα του Πειραιά, και να συγκροτήσει επιστημονική επιτροπή (αρχαιολόγων, ιστορικών, νομικών) για τη συστηματική τεκμηρίωση της ελληνικής διεκδίκησης, συμπεριλαμβανομένης της αξιοποίησης τόσο της διεθνούς πρακτικής όσο και των διεθνών συμβάσεων όπως η UNESCO 1970 και η UNIDROIT 1995, αλλά και των κυρωθεισών από τη χώρα μας Συμβάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης;
  2. Αν όχι, ποιοι είναι οι λόγοι που ένα τόσο εμβληματικό μνημείο δεν θεωρείται προτεραιότητα;
  3. Έχουν υπάρξει έως σήμερα διερευνητικές ή επίσημες επαφές με τις ιταλικές αρχές ή με θεσμικούς φορείς της Βενετίας, σχετικά με την επιστροφή του μνημείου; Αν ναι, ποιο ήταν το περιεχόμενο και η πρόοδος αυτών των επαφών;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μαμουλάκης Χάρης

Βέττα Καλλιόπη

Δούρου Ειρήνη

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Κατερίνα

Παπαηλιού Γιώργος

Παππάς Νίκος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γεώργιος

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Νομοθετικό κενό για την επαγγελματική αναγνώριση και υπηρεσιακή συνέχεια των διδασκόντων παραδοσιακών μουσικών οργάνων

Μαρίνα Κοντοτόλη: Άμεση ρύθμιση για να μη μένουν “στον αέρα” οι διδάσκοντες παραδοσιακής μουσικής

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προς την Υπουργό Πολιτισμού

Στη Βουλή έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, με πρωτοβουλία της Βουλευτή Τρικάλων Μαρίνας Κοντοτόλη, το σοβαρό νομοθετικό κενό που στερεί επαγγελματική αναγνώριση και υπηρεσιακή συνέχεια στους διδάσκοντες ελληνικών παραδοσιακών μουσικών οργάνων.

Οι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ κατέθεσαν ερώτηση προς την Υπουργό Πολιτισμού, επισημαίνοντας ότι, παρά τη θεμελιώδη σημασία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής για τη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, οι άνθρωποι που την υπηρετούν εδώ και χρόνια βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αδιανόητη θεσμική εκκρεμότητα.

Όπως τονίζεται στην ερώτηση, η Κοινή Υπουργική Απόφαση 7275/2022, που καθόρισε μεταβατική περίοδο έως το 2027, δεν ορίζει καμία διαδικασία επαγγελματικής αναγνώρισης για τους ήδη διδάσκοντες παραδοσιακά όργανα, παρότι διαθέτουν πολυετή αποδεδειγμένη διδακτική και καλλιτεχνική εμπειρία, προετοιμάζουν μαθητές για εξετάσεις και τίτλους σπουδών και καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της μουσικής παιδείας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό παράδοξο: ο διδάσκων μπορεί να χορηγεί τίτλους σπουδών και να υπογράφει βαθμολογίες, αλλά δεν έχει δικαίωμα να αποκτήσει ο ίδιος αντίστοιχο τίτλο με δίκαιη διαδικασία αναγνώρισης προσόντων.

Η παραδοσιακή μουσική δεν είναι απλώς ένα μάθημα· είναι ζωντανή πολιτιστική κληρονομιά που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά χάρη στους ανθρώπους που την υπηρετούν. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται σεβασμό, προστασία και σαφές νομοθετικό πλαίσιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ ζητά από το Υπουργείο Πολιτισμού να προχωρήσει άμεσα:
• σε θεσμοθέτηση διαδικασίας αναγνώρισης εμπειρίας και διδακτικού έργου
• σε δίκαιο και επαρκές μεταβατικό πλαίσιο πριν το 2027
• σε μέτρα προστασίας της παραδοσιακής μουσικής εκπαίδευσης σε όλη τη χώρα

Η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ότι η ελληνική μουσική παράδοση θα συνεχίσει να διδάσκεται με ποιότητα, χωρίς οι διδάσκοντες να ζουν σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας.

Ακολουθεί η Ερώτηση:

ΕΡΩΤΗΣΗ

Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 2025

Προς την Υπουργό Πολιτισμού

Θέμα: Νομοθετικό κενό για την επαγγελματική αναγνώριση και υπηρεσιακή συνέχεια των διδασκόντων παραδοσιακών μουσικών οργάνων.

Η διατήρηση και η διδασκαλία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα πολιτιστικής συνέχειας, ιδιαίτερα στην περιφέρεια και στις τοπικές κοινωνίες. Παρά ταύτα, οι διδάσκοντες παραδοσιακών μουσικών οργάνων σε ωδεία, μουσικές σχολές και πολιτιστικές δομές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σοβαρό και παρατεταμένο νομοθετικό κενό, το οποίο τους στερεί θεμελιώδη επαγγελματικά δικαιώματα και προοπτικές εξέλιξης.

Η Κοινή Υπουργική Απόφαση 7275/2022 (ΦΕΚ 77/Β/17-1-2022), η οποία εισήγαγε πενταετή μεταβατική περίοδο μέχρι το 2027, δεν προβλέπει τη διαδικασία αναγνώρισης των ήδη διδασκόντων παραδοσιακών οργάνων, παρότι πολλοί εξ αυτών διαθέτουν πολυετή, αποδεδειγμένη διδακτική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, προετοιμάζουν μαθητές για εξετάσεις και πτυχία, υπογράφουν βαθμολογικούς φακέλους, καλύπτουν διαχρονικά τις πραγματικές ανάγκες της μουσικής εκπαίδευσης.

Έτσι, δημιουργείται ένα θεσμικό παράδοξο: ο διδάσκων μπορεί να χορηγεί τίτλους σπουδών, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ο ίδιος τον αντίστοιχο τίτλο μέσα από μια δίκαιη διαδικασία αναγνώρισης εμπειρίας και έργου. Το αποτέλεσμα είναι εργασιακή ανασφάλεια, οικονομική επιβάρυνση, καθώς αναγκάζονται να επανεγγραφούν ως σπουδαστές και άνιση αντιμετώπιση σε σχέση με άλλες ειδικότητες μουσικής.

Παράλληλα, η απουσία σαφούς πλαισίου οδηγεί σε δυσχέρεια στελέχωσης ωδείων και μουσικών σχολείων πανελλαδικά, σε δυνατότητα πρόσληψης μη επαρκώς καταρτισμένων προσώπων, εις βάρος της ποιότητας της μουσικής παιδείας, καθώς και σε υποβάθμιση του κύρους των διδασκόντων και του πολιτιστικού έργου που επιτελούν.

Κοντολογίς, πρόκειται για σοβαρό και άλυτο κενό το οποίο έχει επισημανθεί επανειλημμένα από τους ενδιαφερόμενους προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να υπάρχει λύση για το τι θα συμβεί μετά το 2027.

Η ελληνική παραδοσιακή μουσική δεν είναι απλώς ένα γνωστικό αντικείμενο. Είναι ζώσα πολιτιστική κληρονομιά που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά μέσω των ανθρώπων που την υπηρετούν καθημερινά. Αυτοί οι άνθρωποι αξίζουν προστασία, σεβασμό και ένα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο — όχι διαρκή ανασφάλεια.

Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάται η κυρία Υπουργός:

  1. Ποιες άμεσες ενέργειες προτίθεται να λάβει το Υπουργείο για τη ρύθμιση του νομοθετικού κενού σχετικά με την αναγνώριση και υπηρεσιακή συνέχεια των ήδη διδασκόντων παραδοσιακών μουσικών οργάνων;
  2. Θα θεσμοθετηθεί επαρκές και δίκαιο μεταβατικό πλαίσιο, που να αναγνωρίζει τυπικά την επαγγελματική εμπειρία και το αποδεδειγμένο έργο τους, πριν τη λήξη της μεταβατικής περιόδου;
  3. Θα υπάρξει πρόβλεψη για τη δυνατότητα απόκτησης τίτλων σπουδών μέσω διαδικασίας αναγνώρισης προσόντων και διδακτικής εμπειρίας (π.χ. εξετάσεις επάρκειας ή ειδικό μητρώο διδασκόντων παραδοσιακών οργάνων);
  4. Ποιος είναι ο σχεδιασμός του Υπουργείου για την προστασία και υποστήριξη της ελληνικής μουσικής παράδοσης, η οποία διατρέχει κίνδυνο από την αβεβαιότητα που δημιουργείται στους φορείς διδασκαλίας της;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Κοντοτόλη Μαρίνα

Βέττα Καλλιόπη

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Καραμέρος Γεώργιος

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παπαηλιού Γιώργος

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Θα βοηθήσει η κυβέρνηση στην ανάκτηση των κλαπέντων από το Ισραήλ αντικειμένων του Μουσείου Παλατιού Αλ- Μπάσα της Γάζας; || Ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία της Ρ. Δούρου στους Υπουργούς Εξωτερικών και Πολιτισμού

Το ερώτημα αν θα συνδράμουν, αξιοποιώντας τα διπλωματικά μέσα και τους μηχανισμούς της UNESCO, στην ανάκτηση των κλαπέντων, από το Ισραήλ, ιστορικών αντικειμένων του Μουσείου Παλατιού Αλ- Μπάσα (Κάσρ Αλ-Μπάσα) στην πόλη της Γάζας, απευθύνουν βουλεύτριες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., στους Υπουργούς Εξωτερικών και Πολιτισμού. Το σχετικό αίτημα απευθύνει ο πρέσβης της Παλαιστίνης στην Ελλάδα,  Yussef Dorkhom που καταγγέλλει ότι “οι Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής (IDF) έκλεψαν πάνω από 17.000 αρχαιολογικά αντικείμενα από το Μουσείο Παλατιού Αλ- Μπάσα (Κάσρ Αλ-Μπάσα) στην πόλη της Γάζας κατά τη διάρκεια της διετούς επίθεσης”. 

Θυμίζοντας τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας όπως απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις αλλά και το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί δραστήριο μέλος της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικών Αγαθών (ICPRCP), οι βουλευτές ρωτούν επιπλέον αν προτίθεται η Ελλάδα να θέσει το ζήτημα αυτό στην Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικών Αγαθών (ICPRCP), σε συνάφεια με το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 21 Νοεμβρίου  2025

Ερώτηση

προς Υπουργούς Πολιτισμού, Εξωτερικών

Θέμα: Θα συνδράμει η κυβέρνηση στην ανάκτηση των κλαπέντων από το Ισραήλ ιστορικών αντικειμένων του Μουσείου Παλατιού Αλ- Μπάσα στη Γάζα στη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης;

Τις Ελληνικές Αρχές καλεί ο Πρέσβης της Παλαιστίνης στην Ελλάδα, Yussef Dorkhom να βοηθήσουν στην ανάκτηση των κλαπέντων από το Ισραήλ ιστορικών αντικειμένων του Μουσείου Παλατιού Αλ- Μπάσα (Κάσρ Αλ-Μπάσα) στην πόλη της Γάζας, επισημαίνοντας ότι αυτά “τα ιστορικά αντικείμενα συμβολίζουν τη βαθιά ιστορική φιλία και την κοινή πολιτιστική κληρονομιά”. (https://bit.ly/4pm6Q1R).  Σύμφωνα με την καταγγελία του “οι Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής (IDF) έκλεψαν πάνω από 17.000 αρχαιολογικά αντικείμενα από το Μουσείο Παλατιού Αλ- Μπάσα (Κάσρ Αλ-Μπάσα) στην πόλη της Γάζας κατά τη διάρκεια της διετούς επίθεσης”.

Ο ίδιος δηλώνει ότι “το Ισραήλ, η κατοχική δύναμη, πρέπει να λογοδοτήσει για την κλοπή χιλιάδων αρχαιολογικών αντικειμένων από το Παλάτι Αλ-Μπάσα, τα οποία περιλαμβάνουν αντικείμενα που χρονολογούνται από τη Βυζαντινή και την Ελληνιστική Περίοδο”.

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωσή του “το Μουσείο φιλοξενούσε στις αποθήκες του περισσότερα από 17.000 αντικείμενα τα οποία χρονολογούνται κυρίως από την περίοδο των Μαμελούκων, την Οθωμανική, την Βυζαντινή και την Ρωμαϊκή περίοδο, καθώς

και από προϊστορικές περιόδους, πριν από την εξαφάνισή τους”. “Μόνο 20 αντικείμενα ανακτήθηκαν από τα ερείπια του χώρου”. Το Μουσείο Παλατιού Αλ- Μπάσα, επίσης γνωστό ως Παλάτι του Πασά ή Κάσρ Αλ-Μπάσα, είναι ένα κτίσμα της περιόδου των Μαμελούκων του 13ου αιώνα που λειτουργούσε ως φρούριο, κατοικία του κυβερνήτη και αργότερα ως μουσείο που εξέθετε την αρχαιολογική κληρονομιά της Γάζας, συμπεριλαμβανομένων κεραμικών, νομισμάτων και κειμηλίων από διάφορους αιώνες.

Όπως θυμίζει ο Παλαιστίνιος Πρέσβης, ο ισραηλινός στρατός βομβάρδισε το Μουσείο τον Δεκέμβριο του 2023 και στη συνέχεια το κατεδάφισαν με μπουλντόζες, μετατρέποντάς τον σε ερείπια. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό: “σύμφωνα με το Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων του Κράτους της Παλαιστίνης, οι ‘Ισραηλινές’ δυνάμεις έχουν καταστρέψει εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους στη Γάζα με σκοπό να σβήσουν την Παλαιστινιακή ταυτότητα και την ιστορική κληρονομιά”.

Δεδομένου ότι το αίτημα του Παλαιστίνιου πρέσβη συνάδει με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας και συγκεκριμένα όπως αυτές πηγάζουν από:

  • τη Σύμβαση της UNESCO του 1970 για την Παρεμπόδιση και Πρόληψη της Παράνομης Εισαγωγής, Εξαγωγής και Μεταβίβασης Κυριότητας Πολιτιστικών Αγαθών, Άρθρο 7(β)(ii)
  • τη Σύμβαση της Χάγης του 1954 για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς σε Περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης

δεδομένου:

  • ότι η χώρα μας αποτελεί δραστήριο μέλος της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικών Αγαθών (ICPRCP)
  • ότι τον Δεκέμβριο του 2024, η Ελλάδα πρωτοστάτησε στην υιοθέτηση ψηφίσματος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ σχετικά με την Επιστροφή ή Απόδοση Πολιτιστικών Αγαθών, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα με 146 συνυπογραφές

ερωτώνται κατ’ αρμοδιότητα οι Υπουργοί

  1. Θα συνδράμουν, αξιοποιώντας τα διπλωματικά μέσα και τους μηχανισμούς της UNESCO, στην υλοποίηση του νόμιμου αιτήματος που διατύπωσε ο Παλαιστίνιος Πρέσβης για την ανάκτηση των 17.000 κλεμμένων αρχαιολογικών αντικειμένων από το Μουσείο Παλατιού Αλ-Μπάσα στη Γάζα;
  2. Προτίθεται η Ελλάδα να θέσει το ζήτημα αυτό στην Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικών Αγαθών (ICPRCP), σε συνάφεια με το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα;

Οι Ερωτώσες Βουλεύτριες και οι Ερωτώντες Βουλευτές

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Ζαμπάρας Μιλτιάδης (Μίλτος)

Μπάρκας Κωνσταντίνος (Κώστας)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Καλλιόπη Βέττα: «Αγανάκτηση επαγγελματιών του τουρισμού στη Ρόδο – Εγκατάλειψη από τα Υπουργεία Τουρισμού και Πολιτισμού»

Κατάθεση ερώτησης

Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. κ. Καλλιόπη Βέττα κατέθεσε προς τις  Υπουργούς Τουρισμού και Πολιτισμού κοινοβουλευτική ερώτηση με θέμα: «Ο διεθνής προορισμός της Ρόδου δοκιμάζεται από την παρατεταμένη αδιαφορία των Υπουργών Τουρισμού και Πολιτισμού:Ταυτόχρονη υποβάθμιση του ξεναγικού έργου και του προσφερόμενου πολιτιστικού προϊόντος».

Η ερώτηση αναφέρεται αρχικά στην έντονη αγανάκτηση των επαγγελματιών του τουρισμού στη Ρόδο για την αδυναμία της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού (ΠΥΤ) να ασκήσει αποτελεσματικά τον εποπτικό και ελεγκτικό της ρόλο, εξαιτίας της σοβαρής υποστελέχωσης που αντιμετωπίζει. Οι έλεγχοι παραμένουν ελάχιστοι, αφήνοντας χώρο για την εξάπλωση φαινομένων παρανομίας και αθέμιτου ανταγωνισμού. 

Ιδιαίτερα στο ζήτημα της παράνομης ξενάγησης, οι καταγγελίες των επαγγελματιών είναι συνεχείς. Την ίδια ώρα, η τουριστική εκπαίδευση – κρίσιμος πυλώνας για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, απαξιώνεται συστηματικά, με την Σχολή Ξεναγών Ρόδου να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λειτουργίας.


Επιπλέον, η κα Βέττα στηλιτεύει την αδιαφορία του Υπουργείου Πολιτισμού ως προς τη στελέχωση των υπηρεσιών του και τις υποδομές που σχετίζονται με την ασφάλεια και την εξυπηρέτηση των επισκεπτών σε μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους του νησιού, παρότι προσελκύουν κάθε χρόνο περισσότερους από 880.000 επισκέπτες και αποφέρουν έσοδα άνω των 7,2 εκατ. ευρώ.


Η παρατεταμένη αδράνεια και η ανακολουθία λόγων και πράξεων των Υπουργών Τουρισμού και Πολιτισμού αποδεικνύουν την έλλειψη στρατηγικής και σεβασμού απέναντι στους επαγγελματίες του τουρισμού και στους ίδιους τους επισκέπτες. Επομένως η Βουλευτής θέτει καίρια ερωτήματα προς τα δύο Υπουργεία:

Αφενός καλεί την Υπουργό Τουρισμού να απαντήσει για το πώς προτίθεται να αντιμετωπίσει την εκτεταμένη παραβατικότητα  στον τουρισμό και ιδιαίτερα στην ξενάγηση, αλλά και για τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ώστε να σταματήσει να υπολειτουργεί η τοπική Σχολή Ξεναγών.


Αφετέρου καλεί την Υπουργό Πολιτισμού να απαντήσει για το ποιες πιστώσεις από τον Τακτικό Προϋπολογισμό έχει διαθέσει στις διαρκείς ανάγκες των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων του νησιού, για τις ελλείψεις σε επιστημονικό και φυλακτικό προσωπικό και για τα υπεσχημένα -και εισέτι ανολοκλήρωτα- έργα ασφάλειας και εξυπηρέτησης των επισκεπτών.

Ο τουρισμός της Ρόδου δεν μπορεί να στηρίζεται στην τύχη. Απαιτείται πολιτική βούληση, σχέδιο και επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, ώστε η Ρόδος να συνεχίσει να αποτελεί κορυφαίο ποιοτικό προορισμό διεθνώς.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τις Υπουργούς

Τουρισμού

Πολιτισμού

ΘΕΜΑ:«Ο διεθνής προορισμός της Ρόδου δοκιμάζεται από την παρατεταμένη αδιαφορία των Υπουργών Τουρισμού και Πολιτισμού: Ταυτόχρονη υποβάθμιση του ξεναγικού έργου και του προσφερόμενου πολιτιστικού προϊόντος»

Έντονη είναι η αγανάκτηση των επαγγελματιών του τουρισμού στη Ρόδο για το γεγονός ότι η Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού (ΠΥΤ), η οποία έχει την υποχρέωση να προστατεύει τον κλάδο και να διασφαλίζει τη νομιμότητα, αδυνατεί, εξαιτίας της υποστελέχωσής της, να εποπτεύει και να ελέγχει αποτελεσματικά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις περίπου 6000 τουριστικές επιχειρήσεις αρμοδιότητας της.

Ιδιαίτερα στην περίπτωση της παράνομης ξενάγησης, και παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες, οι έλεγχοι δεν επαρκούν, αφήνοντας έτσι χώρο για την ανάπτυξη παρανομίας και αθέμιτου ανταγωνισμού, με συνέπεια οι διάφοροι επιτήδειοι να συνεχίζουν ανενόχλητοι τη δραστηριότητά τους σε βάρος των νόμιμων επαγγελματιών.

Παράλληλα, η εκπαίδευση των ξεναγών, κρίσιμη για την αναβάθμιση των τουριστικών υπηρεσιών, υποβαθμίζεται συστηματικά. Την ώρα που σε δημόσιες δηλώσεις, από πλευράς ηγεσίας του Υπουργείου, γίνεται συνεχής αναφορά σε «αναβάθμιση» και «ποιοτική εκπαίδευση», το Υπουργείο Τουρισμού απαξιώνει τις τουριστικές σχολές της χώρας, ανάμεσά τους και τη Σχολή Ξεναγών Ρόδου, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λειτουργικότητας.

Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού φέρει βαρύτατες ευθύνες για την κατάσταση που βρίσκονται αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία μεγάλης επισκεψιμότητας στο νησί, ενισχύοντας την ταλαιπωρία επισκεπτών και ξεναγών.

Για τον λόγο αυτό έχουν τεθεί επανειλημμένα από τους ίδιους προβλήματα που αφορούν στις υποδομές εξυπηρέτησης και τα –ανύπαρκτα σχεδόν- μέτρα ασφαλείας, χωρίς ωστόσο αυτά να έχουν σήμερα προτεραιοποιηθεί από την πολιτική ηγεσία ώστε, επιτέλους, να αντιμετωπιστούν επαρκώς με την απαιτούμενη διάθεση πιστώσεων.

Πέρα από την υποχρέωση της Πολιτείας που είναι αυτονόητη, αυτό μάλιστα συμβαίνει την ώρα που, σε ετήσια βάση, τα μνημεία της Ρόδου επισκέπτονται πάνω από 880.000 επισκέπτες (702.000 μόνο στη Λίνδο), αποφέροντας έσοδα από τα εισιτήρια, ύψους: 7.275.738 ευρώ (τα 6.465.600 μόνο από τη Λίνδο), σύμφωνα με τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ για το 2024.

Ειδικότερα, η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, αν και συστηματικά κωφεύει στα παραπάνω, γνωρίζει ότι πολλοί χώροι (πχ Περβόλα, Φάρος) παραμένουν μέχρι σήμερα κλειστοί λόγω ελλείψεως προσωπικού. Σε άλλους χώρους τα έργα, αν και έχουν εξαγγελθεί, δεν προχωρούν και όπου προχώρησαν διαπιστώνονται κακοτεχνίες και κακός σχεδιασμός (π.χ. οι νέες τουαλέτες στην Φιλέρημο δεν συνδέονται με το δίκτυο ύδρευσης).

Ακόμα και στην Λίνδο, τον μεγαλύτερο σε επισκεψιμότητα αρχαιολογικό χώρο, αν και έχουν συμβεί κατά καιρούς λιποθυμίες, ατυχήματα από πτώσεις κ.λπ., εκκρεμεί επί χρόνια η τοποθέτηση κουπαστών, ραμπών αλλά και προστατευτικών κιγκλιδωμάτων σε δύσκολα και επικίνδυνα σημεία, ενώ ούτε τα υφιστάμενα φθαρμένα έχουν αντικατασταθεί. Παράλληλα, οι αναγκαίες υποδομές (π.χ. τουαλέτες) που καλούνται να εξυπηρετήσουν στη Λίνδο χιλιάδες επισκέπτες την ημέρα είναι απαρχαιωμένες ή υπολειτουργούν ενώ καταγγέλλεται ως ανεπαρκής και η ιατρική κάλυψη για έκτακτα περιστατικά.

Επειδή, βασική προϋπόθεση για ένα ανθεκτικό, ανταγωνιστικό και βιώσιμο τουριστικό προϊόν είναι η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, όπως η ξενάγηση και η εξυπηρέτηση των επισκεπτών,

Επειδή, η παρατεταμένη αδράνεια του Υπουργείου και η ανακολουθίαλόγων και πράξεων αποδεικνύουν πλήρη αδιαφορία για την ενίσχυση της τουριστικής εκπαίδευσης στην περιφέρεια, σε περιοχές μάλιστα με τεράστια τουριστική βαρύτητα, με συνέπεια την υποβάθμιση του επαγγέλματος του ξεναγού, την αποδυνάμωση της ποιοτικής εκπαίδευσης και την απώλεια θέσεων εργασίας,

Επειδή η ηγεσία του Υπουργείου Τουρισμού δεν «επενδύει» στο πολύτιμο κεφάλαιο που λέγεται πιστοποιημένος και σωστά εκπαιδευμένος επαγγελματίας ξεναγός και ο αριθμός των σχολών ξεναγών του Υπουργείου Τουρισμού διαρκώς συρρικνώνεται, μαζί με τα εργασιακά τους δικαιώματα,

Επειδή, αντίστοιχα, η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού αδιαφορεί συστηματικά για τις υποδομές που απαιτούνται στα μνημεία και στους αρχαιολογικούς χώρους του νησιού και δεν μεριμνά για την ορθή και αποτελεσματική κατεύθυνση πόρων και προσωπικού στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που διαρκώς αυξάνονται,

Ερωτάται η Υπουργός Τουρισμού:

  1. Πως προτίθεται να αντιμετωπίσει την εκτεταμένη παραβατικότητα στον τουρισμό; Ποιο είναι το σχέδιο που έχει εκπονήσει για την ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου ανά κατηγορία τουριστικών επαγγελμάτων και επιχειρήσεων;
  2. Σε ποιες ενέργειες θα προβεί άμεσα προκειμένου να αντιμετωπισθεί η παράνομη ξενάγηση που τόσο πλήττει την διεθνή μας εικόνα;
  3. Τι συγκεκριμένα μέτρα προτίθεται να λάβει και με ποιο χρονοδιάγραμμα, ώστε να λειτουργήσει επιτέλους η σχολή ξεναγών στη Ρόδο που εξακολουθεί, παρά τις υποσχέσεις, να υπολειτουργεί;

Ερωτάται η Υπουργός Πολιτισμού:

  1. Ποιος είναι ο αριθμός των υπαλλήλων (όλων των ειδικοτήτων) της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου που υπηρετούν στη Ρόδο και πόσες είναι οι ακάλυπτες οργανικές θέσεις εν προκειμένω;
  2. Τι θα πράξει για την αναγκαία στελέχωση της ΕφΑ με προσωπικό και την ενίσχυση των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων του νησιού σε φυλακτικό προσωπικό, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη επισκεψιμότητά τους;
  3. Πόσα κονδύλια από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Πολιτισμού έχουν κατευθυνθεί για τις ανάγκες των μνημείων και αρχαιολογικών χώρων του νησιού το τελευταίο έτος; Σε ποια φάση βρίσκονται τα υπεσχημένα –και εισέτι ανολοκλήρωτα από το Υπουργείο σας- έργα ασφαλείας και εξυπηρέτησης των επισκεπτών;

Η Ερωτώσα Βουλευτής

Βέττα Καλλιόπη

Αλ. Μεϊκόπουλος: Άρον-άρον αναδίπλωση Μενδώνη για τις μηχανότρατες στην Αλόννησο

Δήλωση του Βουλευτή Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξανδρου Μεϊκόπουλου σχετικά με 
το θεσμικό μπάχαλο και τον κυβερνητικό πανικό μετά την Ερώτηση για το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου και την απόφαση της Υπ. Πολιτισμού να ανοίξει διάπλατα την πόρτα στις μηχανότρατες εντός της προστατευόμενης περιοχής

Άρον – άρον άλλαξε … ρότα η κ. Μενδώνη σχετικά με την υπόθεση του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων.

Με νέα Υπουργική Απόφαση ανακαλεί την προηγούμενη απόφαση της που είχε ανοίξει διάπλατα την πόρτα στις μηχανότρατες μέσα στο Θαλάσσιο Πάρκο.

Η κίνηση αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ομολογία κυβερνητικού πανικού και θεσμικού μπάχαλου.

Μόλις μία ημέρα μετά την κοινοβουλευτική μας ερώτηση προς τα συναρμόδια Υπουργεία (30/10/2025), το Υπουργείο Περιβάλλοντος έσπευσε να ζητήσει ανάκληση της επίμαχης απόφασης, και το Υπουργείο Πολιτισμού, με διαδικασίες-εξπρές, την πήρε πίσω.

Το ερώτημα είναι απλό: Έπρεπε να φτάσει το θέμα στη Βουλή για να θυμηθεί η κυβέρνηση ότι υπάρχουν νόμοι, διαδικασίες και όρια αρμοδιοτήτων;

Η υπόθεση της Αλοννήσου δεν είναι ένα «γραφειοκρατικό λάθος».

Είναι υπόδειγμα αυθαιρεσίας και θεσμικής προχειρότητας.

Ένα υπουργείο τροποποίησε μονομερώς τους περιβαλλοντικούς όρους μιας προστατευόμενης περιοχής Natura 2000, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος. Επικαλέστηκε διατάξεις του Ν.4858/2021 που δεν παρέχουν τέτοια αρμοδιότητα, καταστρατηγώντας τον νόμο που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε. Και τώρα, αναγκάζεται να ανακαλέσει την ίδια της παρανομία, λες και τίποτα δεν συνέβη.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η εργαλειοποίηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ).

Το ΚΑΣ, μέσα σε λίγους μήνες, συνεδριάζει δύο φορές για το ίδιο θέμα και εγκρίνει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αποφάσεις και στις δύο περιπτώσεις «ομόφωνα».

Αυτό δεν είναι θεσμική λειτουργία, είναι υπογραφή κατά παραγγελία.

Η κ. Μενδώνη, δεν φαίνεται να λειτουργεί όπως επιτάσσει ο θεσμικός της ρόλος, αλλά μάλλον μεταχειρίζεται το Υπουργείο Πολιτισμού ως προσωπικό της φέουδο.

Δεν παρέχει εξηγήσεις για:

  • Το ποιος και γιατί ανακίνησε το θέμα της άρσης της απαγόρευσης αλιείας, 
  • Ποια ήταν τα επιστημονικά δεδομένα που επικαλέστηκε, και 
  • Γιατί αγνόησε τις θεσμοθετημένες γνωμοδοτήσεις του ΥΠΕΝ και του ΥΠΑΑΤ.

Τελικά, ένα υπουργείο καταστρατηγεί τον νόμο, εκδίδει παράνομη απόφαση, εργαλειοποιεί το ΚΑΣ για να την «νομιμοποιήσει» και έπειτα την ανακαλεί μόνο του, χωρίς καμία εξήγηση και χωρίς ίχνος αυτοκριτικής.

Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο  της Αλοννήσου όμως δεν ανήκει ούτε στην κ. Μενδώνη, ούτε στην εκάστοτε κυβέρνηση. Ανήκει στην κοινωνία, στην επιστήμη και στις επόμενες γενιές.

Η ανάκληση της απόφασης, έστω και καθυστερημένα, μας δικαιώνει πολιτικά, αλλά δεν αρκεί.

Απαιτείται σαφής θεσμική αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων, διαφάνεια στη λειτουργία των θεσμών και ουσιαστικός συντονισμός των υπουργείων.

Όσο η κυβέρνηση λειτουργεί με πρόχειρο, αυθαίρετο και παρασκηνιακό τρόπο, καμία προστατευόμενη περιοχή δεν είναι πραγματικά ασφαλής.

Στη Βουλή η απαράδεκτη “Πολιτική Πειθαρχίας” και η παρακολούθηση της διαδικτυακής παρουσίας των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού

Με πρωτοβουλία της Βουλευτή Επικρατείας Πόπης Τσαπανίδου, της Βουλευτή Κοζάνης Καλλιόπης Βέττα και του Βουλευτή Δράμας Θεόφιλου Ξανθόπουλου, κατατέθηκε σήμερα Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων προς την Υπουργό Πολιτισμού, καθώς και προς τους Υπουργούς Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σχετικά με τις καταγγελλόμενες πρακτικές παρακολούθησης της διαδικτυακής παρουσίας των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου και ανακοινώσεις των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων, το Υπουργείο Πολιτισμού φέρεται να έχει διανείμει στους υπαλλήλους του εγχειρίδιο με τίτλο «Πολιτική Ασφάλειας», που περιλαμβάνει κατευθύνσεις για τη «συμπεριφορά» των υπαλλήλων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και αναφορές σε «παρακολούθηση της διαδικτυακής παρουσίας» τους.

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία τονίζουν ότι, εφόσον οι σχετικές αναφορές επιβεβαιωθούν, εγείρονται σοβαρά ζητήματα θεσμικού χαρακτήρα που αφορούν τα όρια της διοικητικής καθοδήγησης, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την κατοχύρωση της ελευθερίας της έκφρασης των δημοσίων υπαλλήλων. Υπογραμμίζουν ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και δεν μπορεί να περιορίζεται με κανονιστικές διατάξεις που υπερβαίνουν το πλαίσιο των νόμιμων υπηρεσιακών υποχρεώσεων.

Η πολιτική ασφάλειας σε δημόσιους φορείς, όπως σημειώνεται στην κοινοβουλευτική παρέμβαση των 14 Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, οφείλει να αφορά στην προστασία των πληροφοριακών συστημάτων και των δεδομένων, χωρίς να επεκτείνεται σε ζητήματα ιδιωτικής έκφρασης ή προσωπικών απόψεων των εργαζομένων. Οι αναφερόμενες πρακτικές, αν ισχύουν, δεν βρίσκουν έρεισμα στην ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, ούτε στο «Εγχειρίδιο Κυβερνοασφάλειας» της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.

Οι βουλευτές ζητούν από την Υπουργό Πολιτισμού να επιβεβαιώσει εάν πράγματι έχει εκδοθεί και διανεμηθεί το εν λόγω εγχειρίδιο, να γνωστοποιήσει το περιεχόμενό του, να αποσαφηνίσει ποιοι “παρακολουθούν” τη διαδικτυακή δραστηριότητα των υπαλλήλων, με ποιο θεσμικό πλαίσιο και υπό ποια υπηρεσιακή εποπτεία, καθώς και να εξετάσει την ανάγκη αναθεώρησης ή απόσυρσης των σχετικών διατάξεων.

Παράλληλα, οι Υπουργοί Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καλούνται να απαντήσουν εάν οι πρακτικές αυτές είναι σε γνώση τους, σε ποιο νομικό ή κανονιστικό πλαίσιο στηρίζονται, εάν είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο και τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ), καθώς και εάν εφαρμόζονται και σε άλλα υπουργεία.

Ακολουθεί η Ερώτηση-ΑΚΕ.

Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 2025

ΕΡΩΤΗΣΗ & ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Προς την Υπουργό Πολιτισμού

Τους κ.κ. Υπουργούς

Εσωτερικών

Ψηφιακής Διακυβέρνησης

ΘΕΜΑ: «Πολιτική “Πειθαρχίας” και παρακολούθηση της διαδικτυακής παρουσίας των υπαλλήλων του ΥΠ.ΠΟ;»

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου1 και σχετικές ανακοινώσεις του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και του συνδικαλιστικού φορέα εργαζομένων στο Υπουργείο Πολιτισμού “Ενωτική Αγωνιστική Κίνηση”, το Υπουργείο Πολιτισμού φέρεται να έχει διανείμει στους υπαλλήλους του εγχειρίδιο με τίτλο «Πολιτική Ασφάλειας», που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κατευθύνσεις που αφορούν τη συμπεριφορά των υπαλλήλων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφορές, στο εγχειρίδιο περιλαμβάνονται διατυπώσεις περί «αποδεκτής συμπεριφοράς» στα προσωπικά προφίλ των εργαζομένων και αναφορές σε «παρακολούθηση της διαδικτυακής παρουσίας» τους, με στόχο την αποτροπή δημοσιεύσεων που θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο Υπουργείο. Εφόσον οι αναφορές αυτές ευσταθούν, τίθενται σοβαρά ζητήματα θεσμικού χαρακτήρα σχετικά με τα όρια της διοικητικής καθοδήγησης, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την κατοχύρωση της ελευθερίας έκφρασης των δημοσίων υπαλλήλων.

Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα όλων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων στο Δημόσιο, ενώ η άσκησή του μπορεί να περιορίζεται μόνο στο πλαίσιο νόμιμων και απολύτως αναγκαίων υπηρεσιακών υποχρεώσεων. Οποιαδήποτε κατευθυντήρια οδηγία που δύναται να εκληφθεί ως μορφή επιτήρησης, περιορισμού ή ελέγχου της ιδιωτικής διαδικτυακής δραστηριότητας των υπαλλήλων έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της διαφάνειας, της διοικητικής ουδετερότητας και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η διαμόρφωση πολιτικής ασφάλειας στους δημόσιους φορείς οφείλει να αποσκοπεί αποκλειστικά στη θωράκιση των πληροφοριακών συστημάτων και στην προστασία των δεδομένων, χωρίς να υπεισέρχεται σε ζητήματα ιδιωτικής έκφρασης ή προσωπικών απόψεων των εργαζομένων. Η διασφάλιση αυτής της ισορροπίας είναι απαραίτητη για τη λειτουργία μιας διοίκησης που βασίζεται στη νομιμότητα, στην εμπιστοσύνη και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Με βάση τα παραπάνω,

Επειδή αυτές οι πρακτικές παρακολούθησης των προσωπικών προφίλ υπαλλήλων στα ΜΚΔ που εφαρμόζει η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού δεν βρίσκουν έρεισμα, όχι μόνο στην ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία αλλά ούτε και στο «Εγχειρίδιο Κυβερνοασφάλειας» που έχει εκδοθεί από την αρμόδια «Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας»,

Ερωτάται η Υπουργός Πολιτισμού

  1. Επιβεβαιώνει ότι έχει εκδοθεί και διανεμηθεί στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού εγχειρίδιο «Πολιτικής Ασφάλειας» που περιλαμβάνει οδηγίες σχετικά με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;
  2. Ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο αυτών των οδηγιών και σε ποιο νομικό ή κανονιστικό πλαίσιο στηρίζονται;
  3. Από ποιους «παρακολουθείται συστηματικά» η διαδικτυακή δραστηριότητα των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού; Πού ανήκουν οι εν λόγω «επιτηρητές», με βάση ποιο θεσμικό πλαίσιο λειτουργούν, που και σε ποιον αναφέρονται και από που πληρώνονται;
  4. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει ή να αναθεωρήσει το σχετικό εγχειρίδιο, ώστε να αρθούν διατάξεις που ενδέχεται να υπερβαίνουν τα όρια της υπηρεσιακής δεοντολογίας;

Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης:

1. Είναι σε γνώση τους οι παραπάνω πρακτικές και το εγχειρίδιο οδηγιών για την «Πολιτική Ασφαλείας» που εξέδωσε το Υπουργείο Πολιτισμού; Αν ναι, να απαντήσουν σε ποιο νομικό ή κανονιστικό πλαίσιο στηρίζονται οι εν λόγω «οδηγίες».

2. Τις κρίνουν συμβατές με το Ενωσιακό Δίκαιο, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ), τις κατευθυντήριες αρχές της ΕΕ για τη χρήση των ΜΚΔ και το εγχειρίδιο κυβερνοασφάλειας της ΕΑΚ;

3. Γνωρίζουν από ποιους και με ποιον τρόπο «παρακολουθείται συστηματικά» η διαδικτυακή δραστηριότητα των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως σαφώς αναγράφεται στο επίμαχο εγχειρίδιο;

4. Οι πρακτικές αυτές εφαρμόζονται και σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων;

Τέλος, καλείται η κα. Υπουργός να καταθέσει, μέσα στις προθεσμίες που ορίζει ο κανονισμός της Βουλής, το εγχειρίδιο οδηγιών για την «Πολιτική Ασφαλείας» που διανεμήθηκε στις υπηρεσίες και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού.

Οι Ερωτώντες/ώσες Βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Βέττα Καλλιόπη

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ακρίτα Έλενα

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Παππάς Νικόλαος

Ψυχογιός Γεώργιος

1 https://www.alfavita.gr/politiki/495222_ypoyrgeio-politismoy-prospatheia-fimosis-ypallilon-sta-social-media