Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Ενέργεια

Χ. Μαμουλάκης: Πουλάμε δωρεάν ρεύμα και το αγοράζουμε πίσω έως και 2.000% ακριβότερα!


Δήλωση Χάρη Μαμουλάκη

Την πιο ακριβή αστοχία της κυβέρνησης τη ΝΔ, όπου η Ελλάδα παράγει φθηνό ρεύμα, εξάγει το πλεόνασμα και λίγες ώρες αργότερα το αγοράζει πίσω πανάκριβα, αναδεικνύει ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, επισημαίνοντας σε δήλωσή του:

«Παράγουμε φθηνό ρεύμα και το πληρώνουμε λίγες ώρες μετά πανάκριβα.

Ξέρετε ποια είναι ίσως η πιο ακριβή κυβερνητική αστοχία στην ενέργεια; Να παράγεις φθηνό ελληνικό ρεύμα, να εξάγεις το πλεόνασμα και να το αγοράζεις πίσω πανάκριβα μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Το μεσημέρι, όταν τα φωτοβολταϊκά παράγουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας, οι τιμές στη χονδρική αγορά καταρρέουν σχεδόν στο μηδέν. Αντί όμως η Ελλάδας να αποθηκεύει αυτό το ρεύμα, το στέλνει ουσιαστικά δωρεάν στη Βουλγαρία. Γιατί; Γιατί η Βουλγαρία έχει επενδύσει έγκαιρα σε μεγάλες μονάδες αποθήκευσης με μπαταρίες, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαρακτηριστικά πίσω. Και μετά έρχεται το βράδυ. Τα φωτοβολταϊκά σταματούν να παράγουν, η ζήτηση αυξάνεται και οι τιμές εκτοξεύονται από 120 έως και 250 ευρώ ανά μεγαβατόρα. Τότε το ίδιο ρεύμα επιστρέφει στην Ελλάδα με καπέλο που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει ακόμα και το 2.000%.

Αποτέλεσμα: Η Βουλγαρία κερδίζει εκατομμύρια, οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα και η χώρα μας παραμένει ανάμεσα στις ακριβότερες της Ευρώπης σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Αυτό δεν είναι πράσινη μετάβαση. Είναι μια χαμένη ευκαιρία που πληρώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Όσο η Ελλάδα καθυστερεί, θα συνεχίσει να επιδοτεί έμμεσα την ενεργειακή επάρκεια των γειτόνων της. Εξάγοντας ουσιαστικά πλούτο στο μηδέν και εισάγοντας ακρίβεια στο μέγιστο.

Η χώρα έχει άμεσα ανάγκη από ένα Εθνικό Σχέδιο ώστε η φθηνή ενέργεια που παράγεται στην Ελλάδα, να μένει στην Ελλάδα προς όφελος των πολιτών.».

Ερώτηση & Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Αφθώδης πυρετός στη Λέσβο και σοβαρά ερωτήματα για τις μαζικές ταφές ζώων, την προστασία των υδάτων και την ενημέρωση των πολιτών

Αθήνα, 3 Ιουνίου 2026

Ερώτηση & Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων

Προς τους κ.κ. Υπουργούς

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Θέμα: «Αφθώδης πυρετός στη Λέσβο και σοβαρά ερωτήματα για τις μαζικές ταφές ζώων, την προστασία των υδάτων και την ενημέρωση των πολιτών»

Η διαχείριση της επιζωοτίας του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο εξελίσσεται σε ένα ζήτημα που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της κτηνιατρικής αντιμετώπισης μιας ζωονόσου. Οι αποκαλύψεις που έρχονται διαρκώς στη δημοσιότητα, οι δημόσιες παρεμβάσεις επιστημόνων, αλλά και η εύλογη ανησυχία της τοπικής κοινωνίας, διαμορφώνουν μια εικόνα κρατικής ανεπάρκειας, προχειρότητας και έλλειψης συντονισμού, η οποία ενδέχεται να έχει δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία στο νησί. Πέρα από το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αναδύεται πλέον και μια δεύτερη διάσταση του προβλήματος, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και τη δημόσια υγεία.

Σήμερα δυόμιση μήνες μετά το πρώτο κρούσμα, έχουν θανατωθεί περισσότερα από 35.000 ζώα. Η διαχείριση ενός τόσο μεγάλου όγκου ζωικών υπολειμμάτων σε νησί, απαιτούσε εξαρχής συγκεκριμένο σχέδιο, επιστημονική τεκμηρίωση και συνεχή έλεγχο. Αντ’ αυτού, οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δημιουργούν την εικόνα μιας διαδικασίας που προχώρησε χωρίς τον αναγκαίο σχεδιασμό και χωρίς τις εγγυήσεις που επιβάλλονται όταν διακυβεύεται η προστασία των φυσικών πόρων. Καταγγελίες κατοίκων και παρεμβάσεις επιστημόνων θέτουν σοβαρά ερωτήματα για τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν οι χώροι ταφής, για το εάν ελέγχθηκε επαρκώς η καταλληλότητά τους και για το κατά πόσο ελήφθη υπόψη η παρουσία υπόγειων υδάτων και υδροληψιών στην ευρύτερη περιοχή. Ειδικοί επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι το Σχέδιο Εκτάκτου Ανάγκης που κλήθηκαν να εφαρμόζουν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες, θεωρείται παρωχημένο το οποίο δεν ανταποκρίνεται πλέον ούτε στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα ούτε στις σημερινές απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας και διαχείρισης μαζικών ζωικών απωλειών.

Οι ταφές έχουν γίνει με πρόχειρο τρόπο, σε μικρά ορύγματα, όπου στοιβάζεται μεγάλο πλήθος νεκρών ζώων, χωρίς να έχει μονωθεί ο χώρος με αδιαπέραστο στρώμα πετρώματος και κατάλληλη μεμβράνη, πρακτική που πάγια ακολουθείται παγκοσμίως, όταν θάβονται οργανικά απόβλητα στο έδαφος. Ερωτήματα προκαλεί το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο διαθέτει ήδη καταγεγραμμένο Μητρώο Σημείων Υδροληψίας, στο οποίο αποτυπώνονται χιλιάδες γεωτρήσεις και λοιπές υδροληψίες σε όλη τη χώρα. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί εάν το συγκεκριμένο εργαλείο αξιοποιήθηκε συστηματικά κατά την επιλογή των χώρων ταφής και κατά την εκτίμηση των πιθανών κινδύνων για τα υπόγεια υδατικά συστήματα.

Ιδιαίτερο προβληματισμό και ανησυχία προκαλεί και η πρακτική των τελευταίων ημερών, να μεταφερθούν νεκρά ζώα προς ταφή στο ΧΥΤΑ Λέσβου, για την οποία δημοσίως δεν έχει προκύψει εάν είχαν προηγηθεί οι απαραίτητες γεωτεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες, καθώς ο χώρος δεν είχε σχεδιαστεί για να δέχεται τέτοια απόβλητα.

Το πλέον ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο οι καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι ταφές. Είναι το γεγονός ότι η τοπική κοινωνία εξακολουθεί να παραμένει στο σκοτάδι. Οι κάτοικοι της Λέσβου, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι και ιδιαίτερα όσοι χρησιμοποιούν ιδιωτικές γεωτρήσεις, δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις για το εάν υπάρχουν κίνδυνοι για τα υπόγεια ύδατα, εάν γίνεται συστηματικός έλεγχος, ποια είναι τα αποτελέσματά του και ποια μέτρα παρακολούθησης εφαρμόζονται.

Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια μια ολοκληρωμένη τεχνική αποτίμηση των επιλογών που έγιναν εντείνει την ανησυχία και ενισχύει την αίσθηση ότι η διαχείριση της κρίσης ακολούθησε περισσότερο τη λογική της εκ των υστέρων αντιμετώπισης παρά ενός συγκροτημένου και προληπτικού σχεδιασμού.

Επειδή σε ζητήματα που αφορούν ενδεχόμενη επιβάρυνση του περιβάλλοντος και πιθανές συνέπειες στη δημόσια υγεία, η ενημέρωση των πολιτών δεν αποτελεί επικοινωνιακή επιλογή της διοίκησης αλλά θεσμική υποχρέωση. Οι δημόσιες αρχές οφείλουν να παρουσιάζουν πλήρως και χωρίς υπεκφυγές τα πραγματικά δεδομένα, ιδίως όταν πρόκειται για φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η καθημερινότητα και η ασφάλεια ολόκληρων τοπικών κοινωνιών,

Επειδή, τα ανωτέρω συνθέτουν μια εικόνα ελλιπούς συντονισμού, καθυστερημένων και αποσπασματικών αποφάσεων αλλά και εμφανών αδυναμιών στον κεντρικό σχεδιασμό και την εποπτεία από τα Υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος -Ενέργειας.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

1. Ποιος φορέας είχε τον συνολικό επιχειρησιακό συντονισμό μεταξύ κτηνιατρικών υπηρεσιών, υπηρεσιών περιβάλλοντος, υπηρεσιών υδάτων, τοπικής αυτοδιοίκησης και φορέων διαχείρισης αποβλήτων και ποια πρακτικά ή αποφάσεις τεκμηριώνουν τον συντονισμό αυτό;

2.Πόσα ζώα έχουν θανατωθεί και ταφεί μέχρι σήμερα στη Λέσβο και σε ποια σημεία του νησιού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εργασίες; Τηρείται χάρτης και από ποια υπηρεσία;

3. Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι θέσης ταφής, εκτός των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων; Υπήρξε προηγούμενος έλεγχος για την ύπαρξη υπόγειων υδάτων, γεωτρήσεων ή άλλων υδροληψιών στις περιοχές αυτές; Δόθηκαν άλλες οδηγίες από το ΥΠΑΑΤ εκτός του Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης που είχε καταρτιστεί το 2008;

4. Τέθηκαν όροι και προϋποθέσεις πριν οδηγηθούν τα ζωικά υποπροϊόντα για ταφή στο ΧΥΤΑ; Ποια είναι αυτά και με ποια διαδικασία προέκυψαν; Είχε προηγηθεί τροποποίηση της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων της εγκατάστασης και οι απαραίτητες μελέτες;

5. Σκοπεύουν να καταρτίσουν πρόγραμμα περιβαλλοντικής παρακολούθησης ειδικά για την περιοχή και την προστασία των υδατικών συστημάτων της περιοχής (υπόγειων και επιφανειακών);

6. Δεδομένου ότι στην περιοχή έχουν πραγματοποιηθεί έλεγχοι από τις αρμόδιες υπηρεσίες περιβαλλοντικής επιθεώρησης, ποια ήταν τα βασικά ευρήματα των επιθεωρήσεων που διενεργήθηκαν στους χώρους ταφής και διαπιστώθηκαν ή όχι παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ή αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα; Προτάθηκαν από την επιθεώρηση Περιβάλλοντος διορθωτικά μέτρα; Ποια από αυτά έχουν ήδη εφαρμοστεί, ποια εκκρεμούν και ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους;

7. Για ποιους λόγους δεν έχουν ενημερωθεί θεσμικά οι κάτοικοι της Λέσβου, παρότι το ζήτημα αφορά το περιβάλλον, τα υπόγεια ύδατα και τη δημόσια υγεία;

8. Θεωρεί η κυβέρνηση ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή της για έγκαιρη και τεκμηριωμένη ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας ή αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ελλείμματα διαφάνειας και ενημέρωσης, κατά τη διαχείριση της συγκεκριμένης κρίσης;

Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων

Παρακαλούμε για την ενημέρωση των πολιτών της Λέσβου και της Βουλής, να υποβληθούν τα κάτωθι στοιχεία που τεκμηριώνουν τις απαντήσεις σας:

1. Τη χαρτογράφηση όλων των χώρων ταφής που χρησιμοποιήθηκαν, με αναφορά στις ακριβείς θέσεις, στις ημερομηνίες χρήσης τους και στον αριθμό των ζώων που διατέθηκαν σε κάθε χώρο.

2. Τις γνωμοδοτήσεις, εκθέσεις, τεχνικές εισηγήσεις, γεωλογικές, υδρογεωλογικές ή άλλες μελέτες που ελήφθησαν υπόψη για την επιλογή των χώρων ταφής.

3. Την αλληλογραφία μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών σχετικά με τη χρήση του ΧΥΤΑ Λέσβου για τη διάθεση ζωικών υποπροϊόντων, καθώς και τις σχετικές εγκρίσεις, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις.

4. Το σύνολο των εκθέσεων αυτοψίας, των φύλλων ελέγχου, των πορισμάτων και των εισηγήσεων των Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ή άλλων ελεγκτικών αρχών που επισκέφθηκαν τους χώρους ταφής ή τον ΧΥΤΑ Λέσβου.

5. Τα αποτελέσματα όλων των δειγματοληψιών και αναλύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα σε υπόγεια ύδατα, επιφανειακά ύδατα, γεωτρήσεις, εδάφη ή στραγγίσματα στις περιοχές των ταφών και στον ΧΥΤΑ.

6. Τυχόν σχέδιο ή πρόγραμμα περιβαλλοντικής παρακολούθησης που εφαρμόζεται ή πρόκειται να εφαρμοστεί.

7. Κάθε έγγραφο, ανακοίνωση, οδηγία ή ενημερωτικό υλικό που διανεμήθηκε ή κοινοποιήθηκε προς τους κατοίκους, τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τους χρήστες ιδιωτικών γεωτρήσεων.

Οι Ερωτώντες  & Αιτούντες Βουλευτές

Κόκκαλης Βασίλειος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Κασιμάτη Ειρήνη (Νίνα)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Κοινή Ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας & Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του Τομεάρχη της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Μίλτου Ζαμπάρα για τα ουρανοκατέβατα κέρδη στη Διύλιση πετρελαιοειδών

Κέρδη ρεκόρ για τα διυλιστήρια, ακρίβεια χωρίς τέλος για την κοινωνία

Ανακοινώθηκαν χθες τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου της Motor Oil Ελλάς, ακολουθώντας εκείνα της HelleniQ Ενέργεια (πρώην ΕΛΠΕ), τα οποία είχαν δημοσιοποιηθεί πριν από δύο εβδομάδες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία δοκιμάζεται από την ενεργειακή ακρίβεια που οδηγεί ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στη φτώχεια, ενώ οι επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά στο διεθνές περιβάλλον, οι εταιρείες διύλισης καταγράφουν κέρδη ρεκόρ που προκαλούν αίσθηση.

Οι δύο εταιρείες κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2026 κέρδη προ φόρων ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ, αυξημένα κατά 613%, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 616 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 642%.

Ανεξάρτητα από την επίδραση που μπορεί να έχουν οι ανατιμήσεις των αποθεμάτων, τα κέρδη αυτά εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται ως «ουρανοκατέβατα», σύμφωνα με τον ορισμό που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2022, καθώς προκύπτουν από τις ιδιαίτερες συνθήκες της αγοράς. Με άλλα λόγια, προέρχονται από τα περιθώρια κέρδους ρεκόρ που εκτινάχθηκαν εξαιτίας του πολέμου των ΗΠΑ στο Ιράν.

Να σημειωθεί ότι τα κέρδη των 800 εκατομμυρίων ευρώ είναι ήδη υψηλότερα από τα αντίστοιχα του 2022, τα οποία είχαν οδηγήσει ακόμη και την Ευρωπαϊκή Ένωση και, συρόμενη, την κυβέρνηση της ΝΔ στην επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, έστω και περιορισμένης.

Σήμερα, οι συνθήκες είναι ίδιες, αν όχι δυσμενέστερες. Με βάση τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα «ουρανοκατέβατα κέρδη» για το πρώτο τρίμηνο ανέρχονται σε 542 εκατομμύρια ευρώ.

Ήταν αναμενόμενο. Η κυβέρνηση της ΝΔ κώφευσε απέναντι στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ για επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και στα διυλιστήρια, επιλέγοντας να περιορίσει το μέτρο μόνο στην εμπορία καυσίμων. Μια επιλογή που αποδείχθηκε «δώρο άδωρον», καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται μόνο στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στην τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης, αλλά, σε όρους αγοραστικής δύναμης, είναι πλέον η ακριβότερη χώρα για τους πολίτες της.

Από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η τιμή της βενζίνης στη χώρα μας έχει αυξηθεί κατά 23%, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στοιχεία ENER EU, 25.5.2026).

Το γεγονός αυτό γίνεται ακόμη πιο προκλητικό αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή διυλιστηριακή παραγωγή και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα στα καύσιμα.

Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος αύξησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 16%, στη Γερμανία 11%, στην Ισπανία 7%, στην Πολωνία 10% και στη Ρουμανία 15%. Οι χώρες αυτές επέλεξαν να λάβουν ουσιαστικά μέτρα μείωσης φόρων και γενναίας στήριξης των κοινωνιών τους και όχι επικοινωνιακές λύσεις τύπου Fuel Pass που εφευρίσκει η ΝΔ.

Είμαστε πλέον στο και πέντε. Ακόμη και τώρα, όμως, η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε γενναία μέτρα στήριξης της κοινωνίας και της παραγωγικής οικονομίας, με μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα και χρηματοδότηση των παρεμβάσεων μέσω ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα ουρανοκατέβατα κέρδη της διύλισης.

Παράλληλα, απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος των περιθωρίων κέρδους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας με την επιβολή πλαφόν κερδών και στην διύλιση, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η αισχροκέρδεια και να προστατευθούν καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Ήδη μια σειρά χωρών, όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Αυστρία, προτείνουν και συζητούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο την επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης στα υπερκέρδη της ενέργειας.

Η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, σε ευθυγράμμιση με τη μη εκλεγμένη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ή θα αναγκαστεί, έστω και καθυστερημένα, να ακολουθήσει τις εξελίξεις;

Την ώρα που η κοινωνία πιέζεται ασφυκτικά και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο συρρίκνωσης ή ακόμη και λουκέτου, η αδράνεια δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική επιλογή.

Η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη ύψους 542 εκατομμυρίων ευρώ, με συντελεστή 90% όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, μπορεί να αποδώσει περίπου 490 εκατομμύρια ευρώ υπέρ της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ουσιαστική ανακούφιση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και συνολικά της οικονομίας.

Έχει η κυβέρνηση τη βούληση να προχωρήσει σε μια τέτοια επιλογή ή θα συνεχίσει να λειτουργεί προς όφελος των μεγάλων ενεργειακών ομίλων και των καρτέλ;

Η μέχρι σήμερα στάση της κυβέρνησης καθιστά το ερώτημα, δυστυχώς, ρητορικό.

Στη Βουλή φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τα αδιέξοδα της βίαιης απολιγνιτοποίησης και της «δίκαιης μετάβασης» || Επίκαιρη Επερώτηση

Επίκαιρη Επερώτηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατέθεσε η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με θέμα: «Ενεργειακή μετάβαση για τους λίγους, ανεργία και αδιέξοδο για τις τοπικές κοινωνίες».

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, αντί να συνεχίσει έναν σταδιακό και ισορροπημένο σχεδιασμό ενεργειακής μετάβασης με όρους ενεργειακής ασφάλειας, κοινωνικής δικαιοσύνης και προστασίας της απασχόλησης, επέλεξε από το 2019 μια βίαιη και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση απολιγνιτοποίηση, χωρίς ουσιαστικό σχέδιο για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.

Όπως αναφέρεται στην επερώτηση, επτά χρόνια μετά τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «δίκαιης μετάβασης», οι λιγνιτικές περιοχές βρίσκονται αντιμέτωπες με αποβιομηχάνιση, υψηλή ανεργία, απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, πληθυσμιακή συρρίκνωση, αποδυνάμωση της τοπικής επιχειρηματικότητας και έντονη αναπτυξιακή αβεβαιότητα. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης αύξησε την εξάρτηση της χώρας από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, εκθέτοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε ακραίες αυξήσεις κόστους και σε κινδύνους ενεργειακής ανασφάλειας.

Στην Επίκαιρη Επερώτηση αναδεικνύονται επίσης οι σοβαρές καθυστερήσεις και η εξαιρετικά χαμηλή απορροφητικότητα του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, η αδυναμία υλοποίησης κρίσιμων επενδυτικών σχεδίων, τα προβλήματα στη λειτουργία των τηλεθερμάνσεων, η εγκατάλειψη της αποκατάστασης των εδαφών και η παραχώρηση χιλιάδων στρεμμάτων γης για μεγάλα ενεργειακά έργα χωρίς ουσιαστικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υπόθεση της Πτολεμαΐδας V, με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να επισημαίνουν ότι μια υπερσύγχρονη μονάδα, στην οποία επενδύθηκαν 1,5 δισ. ευρώ, οδηγείται σε μετατροπή σε μονάδα φυσικού αερίου χωρίς επαρκή τεχνοοικονομική τεκμηρίωση, την ώρα που οι διεθνείς εξελίξεις αναδεικνύουν εκ νέου τη σημασία της ενεργειακής επάρκειας και της διατήρησης κρίσιμης εγχώριας παραγωγικής ισχύος.

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καλούν την κυβέρνηση να απαντήσει, μεταξύ άλλων:

· αν προτίθεται να διατηρήσει λιγνιτικές μονάδες στο ενεργειακό σύστημα και να αναθεωρήσει την απόφαση για την Πτολεμαΐδα V,

· ποια μέτρα θα λάβει για τη στήριξη εργαζομένων, ανέργων και τοπικών κοινωνιών στις περιοχές μετάβασης,

· πώς δικαιολογείται η χαμηλή απορροφητικότητα του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης και η καθυστέρηση υλοποίησης των προγραμμάτων,

· ποιο είναι το σχέδιο για τη διασφάλιση της τηλεθέρμανσης χωρίς επιβάρυνση των πολιτών,

· πόσες αποκαταστάσεις εδαφών έχουν ολοκληρωθεί και πόση γη έχει αποδοθεί στις τοπικές κοινωνίες,

· καθώς και ποιος είναι ο συνολικός ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας για την ενεργειακή ασφάλεια, τη δίκαιη μετάβαση και τη στήριξη της παραγωγικής βάσης της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 27 Μαΐου 2026

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΠΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον κ. Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Θέμα: «Ενεργειακή μετάβαση για τους λίγους, ανεργία και αδιέξοδο για τις τοπικές κοινωνίες»

Η ανάγκη σταδιακής απεξάρτησης από ορυκτά καύσιμα, τον λιγνίτη  είχε ήδη τεθεί ως εθνικός και ευρωπαϊκός στρατηγικός στόχος, ιδιαίτερα μετά την επικύρωση της Συμφωνίας των Παρισίων, και είχε ενσωματωθεί στον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας με συγκεκριμένους όρους, προϋποθέσεις και εγγυήσεις. Κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι η χώρα όφειλε να περάσει σε ένα νέο, καθαρότερο ενεργειακό μοντέλο. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν και παραμένει με ποιο σχέδιο, με ποια ταχύτητα, με ποιες κοινωνικές εγγυήσεις και με ποια στρατηγική για την οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας θα γινόταν αυτή η μετάβαση.

Η πρώτη ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση διαμορφώθηκε μέσα από το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα -κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τα έτη 2018-2019, σε πλήρη συνάφεια με τους τότε ευρωπαϊκούς στόχους. Η φιλοσοφία εκείνου του σχεδιασμού δεν αντιμετώπιζε την απολιγνιτοποίηση ως μια λογιστική διαδικασία βίαιου κλεισίματος μονάδων, αλλά ως μια σύνθετη εθνική μετάβαση που όφειλε να ισορροπεί ανάμεσα σε τρεις αδιαπραγμάτευτους πυλώνες.

Ο πρώτος πυλώνας σχεδιασμού μας ήταν η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Δηλαδή η δυνατότητα να υπάρχει επάρκεια ενέργειας σήμερα και στο μέλλον, χωρίς επικίνδυνες εξαρτήσεις, χωρίς γεωπολιτική ευαλωτότητα και χωρίς να μετατρέπεται η χώρα σε όμηρο των διεθνών αγορών καυσίμων. Η σημασία αυτού του παράγοντα επιβεβαιώθηκε δραματικά τα τελευταία χρόνια μέσα από τις διεθνείς κρίσεις και τους πολέμους που επηρέασαν τις αγορές ενέργειας και εκτόξευσαν τις τιμές του ορυκτού φυσικού αερίου. Η σημερινή πραγματικότητα καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα ότι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να γίνεται με μονοδιάστατη εξάρτηση από το εισαγόμενο ορυκτόφυσικό αέριο και χωρίς σοβαρό σχεδιασμό ενεργειακής αυτονομίας.

Ο δεύτερος πυλώνας ήταν η πρόσβαση πολιτών και επιχειρήσεων σε φθηνή ενέργεια, με όρους Ενεργειακής Δημοκρατίας. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη όταν οδηγεί σε ακριβότερο ρεύμα για τα νοικοκυριά, σε ασφυξία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε διαρκή ανασφάλεια για το ενεργειακό κόστος παραγωγής. Η ενεργειακή πολιτική δεν αποτελεί χρηματιστηριακό προϊόν. Είναι δημόσιο αγαθό και βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και οικονομικής βιωσιμότητας. Για αυτό και ο σχεδιασμός εκείνης της περιόδου συνέδεε τη μετάβαση με την ενεργειακή δημοκρατία, με την αυτοπαραγωγή, την αυτοκατανάλωση και τις ενεργειακές κοινότητες, ώστε οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες να συμμετέχουν ενεργά στο σχεδιασμό και στα οφέλη της νέας εποχής και όχι να παρακολουθούν ως θεατές τη συγκέντρωση της αγοράς ενέργειας σε λίγους ισχυρούς παίκτες. 

Ο τρίτος πυλώνας αφορούσε την δίκαιη μετάβαση και περιβαλλοντική συμβατότητα. Η μείωση των εκπομπών και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούσαν και αποτελούν αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Όμως η περιβαλλοντική πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την κοινωνική δικαιοσύνη και την δίκαιη μετάβαση. Δεν μπορεί να γίνεται πράσινη μετάβαση πάνω στα ερείπια ολόκληρων περιοχών της χώρας. Δεν μπορεί να μιλά κανείς για κλιματική ευθύνη όταν αφήνει πίσω του ανεργία, εγκατάλειψη, δημογραφική κατάρρευση και ενεργειακή φτώχεια.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ΝΔ μετά το 2019. Διότι αντί να συνεχίσει και να βελτιώσει έναν σταδιακό και ισορροπημένο σχεδιασμό μετάβασης, επέλεξε έναν αιφνιδιαστικό, βίαιο και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση δρόμο απολιγνιτοποίησης. Η εξαγγελία του κ. Μητσοτάκη από το βήμα του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2019-που αιφνιδίασε ακόμη και τους υπουργούς του- για κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη μελέτη επιπτώσεων, χωρίς εμπεριστατωμένο σχεδιασμό, και χωρίς να έχει παρουσιαστεί αξιόπιστο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη. Ουσιαστικά πραγματοποιήθηκε χωρίς να υπάρχουν εγγυήσεις για την απασχόληση, την ενεργειακή ασφάλεια και τη συγκράτηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ από τότε προειδοποιούσε ότι η απολιγνιτοποίηση χωρίς σχέδιο δίκαιης μετάβασης θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε αποβιομηχάνιση, ενεργειακή εξάρτηση και κοινωνική αποδιάρθρωση τις λιγνιτικές περιοχές. Με ανάλογη Επίκαιρη Επερώτηση το 2020 είχαμε επισημάνει ότι η μετάβαση δεν μπορεί να γίνεται ερήμην των τοπικών κοινωνιών και χωρίς ισχυρή δημόσια παρέμβαση για την προστασία της εργασίας, της τοπικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.

Σήμερα, επτά (7) χρόνια μετά, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη βιώνουν τη συρρίκνωση της παραγωγικής τους βάσης, την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, τη φυγή νέων ανθρώπων, τη μείωση του πληθυσμού και την αβεβαιότητα για το μέλλον. Και το πιο οξύμωρο είναι ότι τελικά δεν μιλάμε για μια πραγματικά δίκαιη μετάβαση των τοπικών κοινωνιών. Μιλάμε κυρίως για μια μετάβαση σχεδιασμένη γύρω από τις ανάγκες και τις επιχειρηματικές επιλογές της ΔΕΗ και των μεγάλων ενεργειακών συμφερόντων, με τις τοπικές κοινωνίες να παραμένουν στο περιθώριο της επόμενης ημέρας.

Οικονομία και ανάπτυξη

Στο πεδίο της οικονομίας και της ανάπτυξης, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Δυτική Μακεδονία και στη Μεγαλόπολη συνιστά πλέον σαφή διάψευση των κυβερνητικών δεσμεύσεων περί «Δίκαιης Μετάβασης». Επτά χρόνια μετά τις εξαγγελίες για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, οι τοπικές κοινωνίες συνεχίζουν να ακούν μεγάλα λόγια, φιλόδοξες ανακοινώσεις, εξαγγελίες για εμβληματικές επενδύσεις, επιταχύνσεις και εκθετικές αυξήσεις εκταμιεύσεων, χωρίς όμως να βλέπουν πραγματικό αποτύπωμα στην καθημερινότητά τους και στην πραγματική οικονομία της περιοχής. Κυβερνητικά κλιμάκια επισκέπτονται κατά διαστήματα τη Δυτική Μακεδονία, διοργανώνουν συσκέψεις και παρουσιάσεις, μιλούν για ανάπτυξη, καινοτομία και νέες θέσεις εργασίας, όμως μόνο στασιμότητα επικρατεί. Η περιοχή συνεχίζει να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα, η φυγή νέων ανθρώπων εντείνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ασφυκτιούν και ο παραγωγικός ιστός αποδυναμώνεται χρόνο με τον χρόνο 

Η τοπική επιχειρηματικότητα συνεχίζει να αντιμετωπίζει ασφυκτικές συνθήκες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενώ η περιβόητη Ρήτρα Δίκαιης Μετάβασης, που θα εξασφάλιζε προτεραιότητα στις λιγνιτικές περιοχές σε κρίσιμες δημόσιες πολιτικές και χρηματοδοτήσεις, δεν απέκτησε ποτέ ουσιαστική θεσμική ισχύ, παρόλο που ψηφίστηκε από τη δική σας κυβέρνηση.

Την ίδια στιγμή, μια σειρά επενδυτικών σχεδίων που παρουσιάστηκαν ως ο πυρήνας της επόμενης ημέρας είτε καθυστερούν υπερβολικά είτε τελικά δεν υλοποιούνται (Sunlight, WhiteDragon, υδρογόνο). Οι τοπικές κοινωνίες παρακολουθούν διαρκώς εξαγγελίες για μεγάλες επενδύσεις, χωρίς να βλέπουν πραγματική αλλαγή στην καθημερινότητά τους. Η έλλειψη κρίσιμων υποδομών, όπως σύγχρονες σιδηροδρομικές συνδέσεις, ολοκληρωμένα βιομηχανικά πάρκα και ουσιαστικά αναπτυξιακά κίνητρα, καθιστά ακόμη δυσκολότερη την προσέλκυση παραγωγικών δραστηριοτήτων. Έτσι, αντί η μετάβαση να λειτουργήσει ως ευκαιρία ανασυγκρότησης, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα παρατεταμένης αβεβαιότητας και στασιμότητας, που εντείνει την αποεπένδυση και την αίσθηση εγκατάλειψης.

Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα γύρω από το ίδιο το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (Τ.Δ.Μ.), το οποίο παρουσιάστηκε ως ο βασικός μοχλός ανασυγκρότησης των λιγνιτικών περιοχών. Παρά τις επαναλαμβανόμενες εξαγγελίες σας για δισεκατομμύρια ευρώ, η πραγματική απορροφητικότητα παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, φτάνοντας μόλις στο 2%, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας απολιγνιτοποίησης. Πρόκειται για μια εικόνα που αποτυπώνει όχι μόνο καθυστερήσεις, αλλά βαθιά αδυναμία σχεδιασμού, συντονισμού και υλοποίησης. Οι πρώτες εντάξεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη Δυτική Μακεδονία πραγματοποιήθηκαν με τεράστια καθυστέρηση και χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν δημιουργήσει ουσιαστικό αριθμό θέσεων εργασίας.  Με πραγματική απορρόφηση του προγράμματος στο 2% πήγατε στη Δυτική Μακεδονία με αμετροέπεια να εξαγγείλετε τον Κόμβο Καινοτομίας Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια ώρα διοχετεύονται εκατομμύρια Ευρώ σε τεχνικούς συμβούλους και συμβουλευτικές υπηρεσίες, σε φορείς εκτός της περιοχής, δίχως να έχουν δώσει απτά αποτελέσματα.

Ενώ η Δυτική Μακεδονία χάνει επιχειρήσεις, νέους ανθρώπους και παραγωγικό χρόνο, η κυβέρνηση και η Περιφερειακή Αρχή έχουν βαφτίσει «καινοτομία» ακόμη έναν υπερσυγκεντρωτικό διοικητικό μηχανισμό, όπου τα εκατομμύρια κατευθύνονται πρωτίστως σε κτίρια, φορείς, δομές και ημέτερους μηχανισμούς εξουσίας και όχι στις ίδιες τις επιχειρήσεις που παλεύουν καθημερινά να επιβιώσουν.

Ερωτηματικά για τις προτεραιότητες της κυβέρνησης δημιουργούνται και με την εκκωφαντική απουσία των από το 2021 πολλαπλώς αναγγελθέντων 7,5δις.€ του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης και ειδικότερα του συμπεριλαμβανομένου σε αυτά 1,6δις.€ για τη Δυτική Μακεδονία και πως αυτά εξαφανίστηκαν από τον κεντρικό σχεδιασμό του Εθνικού Προγράμματος για την Ελλάδα 2035.

Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η συζήτηση για έναν ουσιαστικό Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης δεν ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2019. Η πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση για Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο είχε ήδη παρουσιαστεί το 2018 από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ,  αναγνωρίζοντας έγκαιρα την ανάγκη οργανωμένης και κοινωνικά δίκαιης ενεργειακής μετάβασης. Ο κος Μητσοτάκης δεν ξεκίνησε από το μηδέν, όπως συχνά επιχειρεί να εμφανίσει. Παρέλαβε ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο, έτοιμο μηχανισμό και διαθέσιμους πρώτους πόρους ύψους 60εκ. € για νέες επενδύσεις και αναπτυξιακές παρεμβάσεις στις περιοχές μετάβασης. Κι όμως, ακόμη και αυτά τα πρώτα διαθέσιμα εργαλεία και χρηματοδοτήσεις δεν αξιοποιήθηκαν ουσιαστικά, επιβεβαιώνοντας ότι πίσω από τις διαρκείς εξαγγελίες και τα μεγάλα λόγια δεν υπήρξε ποτέ πραγματικό σχέδιο εφαρμογής και παραγωγικής ανασυγκρότησης των περιοχών.

Κοινωνική Συνοχή – Απασχόληση

Οι συνέπειες στην απασχόληση είναι ακόμη πιο βαριές. Η απώλεια χιλιάδων άμεσων και έμμεσων θέσεων εργασίας στη λιγνιτική αλυσίδα δεν έχει αναπληρωθεί ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά (τόσο στη Δυτική Μακεδονία, όσο και στη Μεγαλόπολη). Η απολιγνιτοποίηση έχει επηρεάσει άμεσα και έμμεσα περίπου 12.000 έως 25.000 θέσεις εργασίας, με το κύριο βάρος των απωλειών να εντοπίζεται στη Δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας. Σήμερα, ο Δήμος Μεγαλόπολης αριθμεί περίπου 8.500 κατοίκους, με τους 5.000 να συγκεντρώνονται στην πόλη και σύμφωνα με το Δήμαρχο της πόλης, με το κλείσιμο των μονάδων έχουν χαθεί περίπου 3.000 θέσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συνεργατών της ΔΕΗ.

Οι νέες θέσεις που κατά καιρούς εξαγγέλλονται αφορούν κυρίως προσωρινή ή περιορισμένης κλίμακας απασχόληση, χωρίς δυνατότητα να καλύψουν το τεράστιο κενό που δημιουργήθηκε από την αποχώρηση της ΔΕΗ από την παραγωγική δραστηριότητα της περιοχής. Το αποτέλεσμα είναι η ανεργία να παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι εγκαταλείπουν μαζικά τον τόπο τους αναζητώντας εργασία και προοπτική αλλού. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση, η γήρανση του πληθυσμού και η ερήμωση χωριών και μικρών πόλεων συνθέτουν πλέον μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποκρυφτεί πίσω από στατιστικές παρουσιάσεις περί μείωσης της ανεργίας. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (2025) η Δυτική Μακεδονία είναι στην κορυφή της Ελλάδας σε ανεργία, με ποσοστό 15,1% ενώ στην υπόλοιπη χώρα κυμαίνεται στο 8,6% (εθνικός μέσος όρος).  Το πρόβλημα είναι ότι η ανεργία εκεί έχει χαρακτήρα δομικό, όχι εποχιακό, ενώ παράλληλα έχει μειωθεί πολύ ο ενεργός πληθυσμός (από το 2011 έως το 2021, μείωση 10,3) η μεγαλύτερη στην χώρα. Η μείωση του πληθυσμού είναι το μεγάλο πρόβλημα και για τη Μεγαλόπολη, που συρρικνώθηκε κατά 10.000 άτομα την τελευταία δεκαετία.

Η πολιτική κατάρτισης των ανέργων δεν φαίνεται να συνδέεται με ένα ουσιαστικό σχέδιο παραγωγικής επανένταξης. Αντί να δημιουργούνται νέες σταθερές θέσεις εργασίας με επίκεντρο τις ανάγκες της περιοχής, κυριαρχεί μια λογική προγραμμάτων προσωρινού χαρακτήρα και επιδοτούμενης κατάρτισης, η οποία συχνά αφήνει πίσω της ανθρώπους που παραμένουν άνεργοι, παρά τα διαδοχικά “πιστοποιητικά εξειδίκευσης”. Οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι η μετάβαση μετατρέπεται σε μια διαδικασία διαχείρισης της ανεργίας και όχι σε πραγματικό σχέδιο ανάπτυξης. Στα παραπάνω αποτελέσματά σας, προστίθεται και η έκθεση κόλαφος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα προγράμματα κατάρτισης του Τ.Δ.Μ. η οποία κάνει λόγο για κακοδιαχείριση των κονδυλίων και χαρακτηρίζει τα ευρήματα ως συστημικά. Αποτέλεσμα αυτούς είναι η περικοπή κατά 25% των ελεγχθέντων έργων με πρόστιμο που θα πληρωθεί από όλους τους φορολογούμενους.

Επιπρόσθετα στα ανωτέρω προβλήματα, οι τοπικές κοινωνίες βιώνουν και τη σταδιακή αποδόμηση της κοινωνικής τους συνοχής, με κοινότητες ολόκληρες να παραμένουν επί χρόνια εγκλωβισμένες στην αβεβαιότητα, στις διαρκείς κυβερνητικές παλινωδίες και στην αίσθηση ότι η Πολιτεία αντιμετωπίζει τις ζωές και το μέλλον τους ως υποσημείωση ενός πρόχειρου ενεργειακού σχεδιασμού.

Η περίπτωση της Ακρινής αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της προχειρότητας και των συνεχών παλινωδιών που συνοδεύουν τη διαχείριση της μετάβασης. Το 2022 η κυβέρνηση παρέδιδε στους κατοίκους σχέδιο εναλλακτικής μετεγκατάστασης, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την αδυναμία βιώσιμης παραμονής του οικισμού, ενώ το 2025 οι ίδιες κυβερνητικές πλευρές εμφανίζονται να εξαγγέλλουν πλέον “αναβάθμιση του οικισμού” μέσω νέου χρηματοδοτικού προγράμματος. Στην Αχλάδα Φλώρινας, οι κάτοικοι παραμένουν εδώ και χρόνια εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς αβεβαιότητας, θεσμικής αδράνειας και συνεχών υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Παρά τις δεσμεύσεις της Πολιτείας, τις αποφάσεις που αναγνώριζαν την ανάγκη απαλλοτριώσεων για λόγους δημόσιου συμφέροντος, ασφάλειας και προστασίας της υγείας, οι διαδικασίες παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες, αφήνοντας τους κατοίκους σε μια παρατεταμένη κατάσταση ανασφάλειας και εγκατάλειψης.

Περιβάλλον – Κλιματικοί Στόχοι

Ακόμη και στο πεδίο που επιχειρήσατε να οικοδομήσετε το βασικό επικοινωνιακό και πολιτικό αφήγημά σας και το δήθεν πράσινο προφίλ του κ. Μητσοτάκη, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ λιγότερο «πράσινη» από ό,τι παρουσιάζετε με τις μεγαλόστομες πανηγυρικές κυβερνητικές σας δηλώσεις. Η μείωση των ανθρακικών εκπομπών δεν επιτυγχάνεται συστηματικά. Η χώρα εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις και υπερβάσεις, ενώ η αυξημένη εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο απλώς μετατόπισε το πρόβλημα χωρίς να δημιουργήσει ένα πραγματικά ανθεκτικό και βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο. Πίσω από το κατασκευασμένο πράσινο προφίλ που προβάλλετε διαφημιστικά, αποκαλύπτεται μια πολιτική περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική. 

Ταυτόχρονα, η ίδια η περιβαλλοντική διαχείριση στις λιγνιτικές περιοχές αποκαλύπτει το χάσμα ανάμεσα στα κυβερνητικά συνθήματα και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι κάτοικοι των δύο περιοχών. Η υποχρέωση της Δ.Ε.Η. για αποκατάσταση των εδαφών στις λιγνιτικές περιοχές και την επαναπόδοσή τους στην τοπική κοινωνία και τον πρωτογενή τομέα έχει -με κυβερνητική συνέργεια και ευθύνη- αγνοηθεί ποικιλοτρόπως καθώς παρατηρείται συστηματική καταστρατήγηση της κείμενης νομοθεσίας (Μεταλλευτικός κώδικας, όροι απαλλοτρίωσης κλπ.).

Με τις διατάξεις του περιβαλλοντοκτόνου ν.4685/2020, εμπνεύσεως κ. Χατζηδάκη, δόθηκε η δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σταθμών ακόμη και σε γη υψηλής παραγωγικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές είχαν χαρακτηριστεί στο παρελθόν ως περιοχές εξορυκτικής δραστηριότητας λιγνίτη. Στην πράξη, η ρύθμιση αυτή οδήγησε στην παραχώρηση περίπου 51.500 στρεμμάτων εύφορης γης για ανάπτυξη έργων Α.Π.Ε., πολλαπλάσιας έκτασης από εκείνη που αρχικά προβλεπόταν. Η επιλογή αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον μέχρι τότε περιβαλλοντικό σχεδιασμό και με τις ίδιες τις εγκεκριμένες περιβαλλοντικές μελέτες των ορυχείων Πτολεμαΐδας και Αμυνταίου, οι οποίες προέβλεπαν την υποχρεωτική αποκατάσταση των εδαφών και την επαναφορά τους σε γεωργικές και παραγωγικές χρήσεις. Οι μελέτες αυτές αναγνώριζαν μάλιστα ότι τα αποκατεστημένα εδάφη μπορούσαν να αποκτήσουν παραγωγικότητα αντίστοιχη ή ακόμη και υψηλότερη από εκείνη της ευρύτερης περιοχής, δημιουργώντας προϋποθέσεις αγροτικής ανάπτυξης και οικονομικής ανασυγκρότησης για τις τοπικές κοινωνίες.

Αντί όμως να αξιοποιηθούν οι εκτάσεις αυτές προς όφελος της τοπικής ανάπτυξης και της αγροτικής οικονομίας, επιλέχθηκε ένα μοντέλο μαζικής παραχώρησής τους για μεγάλες ενεργειακές επενδύσεις. Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών σας, είναι η Δ.Ε.Η. -κατά παράβαση της θεμελιώδους περιβαλλοντικής αρχής της Ε.Ε “ο ρυπαίνων πληρώνει” – να απαλλάσσεται ουσιαστικά από κρίσιμες υποχρεώσεις περιβαλλοντικής αποκατάστασης και επιστροφής γης που είχε απαλλοτριωθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Την ίδια στιγμή, μια εταιρεία που πλέον λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και περιορισμένη συμμετοχή του Δημοσίου αποκτά προνομιακή πρόσβαση σε τεράστιες εκτάσεις δημόσιου χαρακτήρα και τις αξιοποιεί μέσω συμφωνιών με μεγάλους επενδυτικούς ομίλους για την εγκατάσταση Α.Π.Ε., χωρίς ουσιαστικό ανταποδοτικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες. 

Η σημερινή καθυστέρηση και προχειρότητα στις αποκαταστάσεις δεν αποτελεί έκπληξη. Ήταν ουσιαστικά προδιαγεγραμμένη ήδη από το αρχικό MasterPlan της απολιγνιτοποίησης, για το οποίο σας προειδοποιούσαμε ότι ήταν ελλιπές, καθώς δεν είχε προηγηθεί μια ολοκληρωμένη εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος στις λιγνιτικές περιοχές. Χωρίς σαφή αποτύπωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των αναγκών αποκατάστασης, ήταν αδύνατο να υπάρξουν ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες προτάσεις για την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα των πρόχειρων και επιφανειακών πολιτικών επιλογών σας, το βιώνουν οι περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης.

Ούτε οι υδάτινοι πόροι της Δυτικής Μακεδονίας φαίνεται τελικά να ξέφυγαν από τον σχεδιασμό της βίαιης και μονοδιάστατης μετάβασής σας. Μεθοδευμένα και σχεδόν εν κρυπτώ, το νερό της περιοχής παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός φυσικός πόρος για την αγροτική παραγωγή και τη βιώσιμη ανάπτυξη και μετατρέπεται σε εργαλείο εξυπηρέτησης των ενεργειακών αναγκών γιγαντιαίων εγκαταστάσεων και data centers της ΔΕΗ. Την ίδια ώρα που οι αγρότες βλέπουν εύφορες εκτάσεις να χαρακτηρίζονται αιφνιδιαστικά ως προβληματικές υδατικά και τις ενισχύσεις τους να περικόπτονται, η κυβέρνηση ανοίγει τον δρόμο για τη δέσμευση γης και νερού υπέρ ενός συγκεντρωτικού ενεργειακού μοντέλου που αντιμετωπίζει τη Δυτική Μακεδονία όχι ως τόπο παραγωγής και ζωής, αλλά ως ενεργειακή δεξαμενή προς εκμετάλλευση. Έτσι, αντί η μεταλιγνιτική εποχή να αποτελέσει ευκαιρία αναγέννησης του πρωτογενούς τομέα και στήριξης της τοπικής οικονομίας, η περιοχή οδηγείται σε μια νέα μορφή εξάρτησης, όπου ακόμη και οι φυσικοί της πόροι εκχωρούνται σιωπηλά σε επιλογές που εξυπηρετούν πρωτίστως τις ανάγκες των μεγάλων ενεργειακών σχεδιασμών και όχι των ίδιων των κατοίκων της. 

Πρόσβαση στην ενέργεια & Ενεργειακή Δημοκρατία

Η ΔΕΗ έχει πάψει να λειτουργεί ως δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού, δεν υπηρετεί τον αναπτυξιακό και κοινωνικό της ρόλο, ούτε για τη χώρα, ούτε για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη. Λειτουργεί ως ιδιωτική εταιρεία, μέλος ενός καρτέλ, που σωρεύει υπερκέρδη. Η κυβέρνηση δια του κ. Μητσοτάκη, λέει μεγάλα λόγια στο εξωτερικό για δημιουργία εντυπώσεων περί ρύθμισης των στρεβλώσεων, αλλά εντός της χώρας αποφεύγει συστηματικά εδώ και χρόνια να συγκρουστεί με τις ολιγοπωλιακές πρακτικές, αφήνοντας τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να σηκώνουν το βάρος μιας από τις ακριβότερες ενεργειακές κρίσεις στην Ευρώπη. Και το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν υπήρξε ουσιαστική κινητοποίηση ούτε μετά τις σοβαρές επισημάνσεις της έκθεσης του ACER για στρεβλώσεις και φαινόμενα χειραγώγησης στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε μετά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία καταγγέλλει συστηματικά αδιαφανείς πρακτικές και σοβαρές δυσλειτουργίες στους μηχανισμούς ευστάθειας και στην αγορά εξισορρόπησης, ζητώντας επίμονα στοχευμένους ελέγχους και ρυθμιστικές παρεμβάσεις που μέχρι σήμερα παραμένουν ουσιαστικά ανεκπλήρωτες. Η απροθυμία της κυβέρνησης να παρέμβει είναι σκανδαλώδης πλέον.

Ένα από τα ελάχιστα ουσιαστικά κοινωνικά και αναπτυξιακά αντισταθμιστικά οφέλη που απέκτησαν οι τοπικές κοινωνίες από δεκαετίες λιγνιτικής δραστηριότητας, μετατρέπεται σήμερα σε πεδίο αβεβαιότητας και οικονομικής ασφυξίας, ως άμεση συνέπεια της αλλοπρόσαλλης ενεργειακής πολιτικής της κυβέρνησης σας. Έχουν περάσει επτά χρόνια και δεν φροντίσατε ούτε καν να διασφαλίσετε την απρόσκοπτη λειτουργία της τηλεθέρμανσης, αφήνοντας τις τηλεθερμάνσεις να λειτουργούν χωρίς σταθερό σχέδιο και με το κόστος να μετακυλίεται τελικά στους ίδιους τους πολίτες που υποτίθεται ότι θα προστατεύονταν από τη δίκαιη μετάβαση σας.

Εδώ αναδεικνύεται ξεκάθαρα η αντίφαση των πολιτικών σας επιλογών.  Δημιουργήσατε πρόβλημα βιωσιμότητας στις τηλεθερμάνσεις με τη βίαιη απολιγνιτοποίηση και τώρα επιχειρείτε να το λύσετε φορτώνοντας στις τοπικές κοινωνίες ένα νέο περιβαλλοντικό και οικονομικό βάρος με την καύση απορριμμάτων. Με αυθαίρετες αλλαγές στον Εθνικό Σχεδιασμό που ανοίγουν τον δρόμο για ιδιωτική διαχείριση και καύση σύμμεικτων απορριμμάτων, εν κρυπτώ μελέτες και αποφάσεις οδηγείτε σε μια κατάσταση που γεννά σοβαρά περιβαλλοντικά και κοινωνικά ερωτήματα και μεταφέρει νέο κόστος στις τοπικές κοινωνίες.

Η πράσινη μετάβαση για να είναι δίκαιη ώστε να μη μείνει κανένας πίσω, απαιτεί τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών σε όλα τα επίπεδα σχεδιασμού και υλοποίησης των ενεργειών. Για δε την υλοποίηση έργων ΑΠΕ οι επενδύσεις μικρής κλίμακας και οι ενεργειακές κοινότητες είναι εκείνες που διαμοιράζουν και διαχέουν τα οφέλη στις τοπικές κοινωνίες. Ωστόσο, τα αποτελέσματά σας και εδώ είναι απογοητευτικά. Η προκλητική σας υπουργική απόφαση τον Αύγουστο του 2022 να δοθεί καθολική προτεραιότητα στην χορήγηση οριστικών προσφορών σύνδεσης στο Ηλεκτρικό Δίκτυο σε όλα τα έργα των μεγάλων εταιριών του κλάδου εντός των πληττόμενων περιοχών υπό μετάβαση, έχει στερήσει το δικαίωμα επιβίωσης και ανάπτυξης των ντόπιων επενδυτών.

Ενεργειακή ασφάλεια

Η εικόνα που εκπέμπεται τα τελευταία χρόνια γύρω από την ενεργειακή πολιτική της χώρας δεν παραπέμπει σε σοβαρό εθνικό σχεδιασμό, αλλά σε μια διαρκή αλληλουχία πρόχειρων, ατεκμηρίωτων και αντιφατικών αποφάσεων, που λαμβάνονται ερήμην των τοπικών κοινωνιών και συχνά επιβάλλονται με όρους αυταρχισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι, κάθε φορά που οι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης ζητούν απαντήσεις για το μέλλον τους, ο κος Μητσοτάκης επιλέγει να απαντά περισσότερο με αστυνομικές δυνάμεις και ΜΑΤ παρά με διαφάνεια, διάλογο και πειστικό σχέδιο μετάβασης. Αυτή ακριβώς η αντίληψη διαπερνά και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε η απολιγνιτοποίηση, δηλαδή, χωρίς σοβαρή τεχνοοικονομική τεκμηρίωση, χωρίς συνεκτικό ενεργειακό σχεδιασμό και χωρίς πραγματική μέριμνα για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

Από το 2019 προειδοποιούσαμε ότι η βίαιη υποκατάσταση του λιγνίτη από εισαγόμενο φυσικό αέριο δεν συνιστά ενεργειακή μετάβαση αλλά αλλαγή μορφής ενεργειακής εξάρτησης. Και σήμερα, μέσα στις γεωπολιτικές αναταράξεις και τη διεθνή αστάθεια των αγορών ενέργειας, αποδεικνύεται πόσο επικίνδυνη και κοντόφθαλμη ήταν αυτή η επιλογή. Η χώρα έκλεισε βιαστικά εγχώριες μονάδες βάσης για να στηριχθεί σε εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο, εκθέτοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την ίδια την οικονομία σε ακραίες διακυμάνσεις κόστους και κινδύνους εφοδιασμού.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της Πτολεμαΐδας V, ίσως το πιο εμβληματικό παράδειγμα ενεργειακού και αναπτυξιακού παραλογισμού. Μια υπερσύγχρονη μονάδα, στην οποία επενδύθηκαν 1,5 δις. €, σχεδιάζεται να μετατραπεί εσπευσμένα σε μονάδα φυσικού αερίου χωρίς σαφή τεχνοοικονομική τεκμηρίωση, χωρίς επαρκή διαφάνεια και με κόστος που προσεγγίζει εκείνο μιας νέας αυτόνομης μονάδας. Και ενώ επί μήνες ΥΠΕΝ και ΔΕΗ παρουσιάζατε την απόφαση ως οριστική και αδιαπραγμάτευτη, μόλις πριν λίγες ημέρες αναγκαστήκατε υπό την πίεση των πραγματικών αναγκών του συστήματος να επαναφέρετε προσωρινά τη λειτουργία της μονάδας και να παγώσετε μέρος των σχεδιασμών σας. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει με τον πιο ηχηρό τρόπο ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας δεν στηρίζεται σε σταθερές στρατηγικές επιλογές, αλλά σε διαρκείς αυτοσχεδιασμούς, αντιφάσεις και κινήσεις πανικού που σας εκθέτουν.

Και ενώ η πραγματικότητα σας διαψεύδει διαρκώς, συνεχίζετε να αντιμετωπίζετε ως ξεπερασμένη κάθε τεκμηριωμένη άποψη που επιμένει στην ανάγκη διατήρησης ενός ελάχιστου ποσοστού λιγνιτικής παραγωγής (10%) για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας του συστήματος.

Σήμερα η λειτουργία της μονάδας Πτολεμαΐδα V στοιχίζει 110€/MWh ενώ οι μονάδες φυσικού αερίου στα 140€/MWh. Λόγω της ανόδου της τιμής του φυσικού αερίου η διαφορά θα αυξηθεί περαιτέρω προς όφελος των συμφωνιών που προωθείτε για LNG, δηλαδή συνάλλαγμα που θα φύγει εκτός Ελλάδας. Το παραπάνω προστίθεται στις άνω των 3000 θέσεις εργασίας που χάνονται.

Τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι η Πτολεμαΐδα 5 δεν είναι το ακριβό βάρος που παρουσιάζετε. Αντίθετα, ήδη με τις σημερινές τιμές φυσικού αερίου, η λειτουργία της μπορεί να είναι οικονομικά συμφέρουσα ακόμη και αν συνυπολογιστεί το υψηλό κόστος δικαιωμάτων CO₂. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας, όπου η Ελλάδα εξαρτάται όλο και περισσότερο από εισαγόμενο φυσικό αέριο και LNG, δηλαδή από ένα καύσιμο ακριβό, γεωπολιτικά επισφαλές και με σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα λόγω μεταφοράς και διαρροών μεθανίου. Για αυτό και η Πτολεμαΐδα V οφείλει να παραμείνει σε λειτουργία τουλάχιστον μέχρι η χώρα να αποκτήσει ένα πραγματικά αξιόπιστο σύστημα αποθήκευσης και δικτύων για τις ΑΠΕ, ώστε να διασφαλίζονται ταυτόχρονα η ενεργειακή ασφάλεια και οι προσιτές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ολοκληρωτική αντικατάσταση του λιγνίτη από το φυσικό αέριο όχι μόνον δεν συμβάλλει στην απανθρακοποίηση, αλλά το σύνολο της η Θερμικής Παραγωγής, δηλαδή το μεγαλύτερο τμήμα της ενέργειας βάσης, που είναι ο κρίσιμος παράγοντας για την εύρυθμη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας, αλλά και την ασφάλεια εφοδιασμού και τη λειτουργία της αγοράς, τείνει να ελέγχεται από τους ιδιώτες, οι οποίοι θα κατέχουν την πλειοψηφία της εγκατεστημένης ισχύος. Το γεγονός αυτό ενισχύει την αναγκαιότητα ύπαρξης στη χώρα μας μιας επιχείρησης υπό δημόσιο έλεγχο όπως ήταν η ΔΕΗ πριν την κυβερνητική απόφαση της Ν.Δ που αποδυνάμωσε, μέχρι καταργήσεως, το «Δ» από τον τίτλο της. Η επικείμενη Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου θα μπορούσε να είναι η αφετηρία απόκτησης πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ΔΕΗ από πλευράς του Δημοσίου.

Η κυβέρνηση αντιμετώπισε την απολιγνιτοποίηση αποκλειστικά ως λογιστικό και επικοινωνιακό στόχο και όχι ως εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αντί για ένα πολυδιάστατο σχέδιο ενεργειακής μετάβασης με βιομηχανική πολιτική, δημόσιο έλεγχο κρίσιμων υποδομών, αποκεντρωμένη παραγωγή, αποθήκευση ενέργειας, ενεργειακές κοινότητες και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, επιλέχθηκε ένα μοντέλο βίαιης αποβιομηχάνισης και μονομερούς εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα και ολιγοπωλιακές δομές αγοράς. Η δική μας πρόταση παραμένει διαχρονικά σταθερή για σταδιακή και κοινωνικά δίκαιη μετάβαση, με διατήρηση κρίσιμης λιγνιτικής ισχύος για λόγους ασφάλειας μέχρι να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες υποδομές αποθήκευσης και δικτύων, ενίσχυση της ενεργειακής δημοκρατίας μέσω ενεργειακών κοινοτήτων και αυτοπαραγωγής και ένα πραγματικό παραγωγικό σχέδιο που θα κρατήσει ζωντανές τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη (ρήτρες ενεργειακής και κοινωνικής ασφάλειας, απασχόλησης και τοπικής ανταποδοτικότητας, φορολογικές ρυθμίσεις).

Επειδή μετά από επτά (7) έτη ανεπάρκειας στις πρώην λιγνιτικές περιοχές, αποδεικνύεται ότι δεν είχατε κανένα αναπτυξιακό σχεδιασμό, παρά μόνο σχέδιο ανάπτυξης των κερδών της ΔΕΗ και των καρτέλ ενέργειας του φυσικού αερίου και των μεγάλων ΑΠΕ.

Επειδή δεν υπάρχει περιθώριο για άλλα ευχολόγια και εξαγγελίες

Επειδή από τα έως σήμερα εξαγγελθέντα μέτρα δεν έχουν προκύψει ουσιαστικά αποτελέσματα αλλά βαθύτατες πληγές

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, επερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Θα διατηρήσετε τις λιγνιτικές μονάδες στο σύστημα, όπως επιτάσσουν οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, η ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας και εισηγούνται οι αρμόδιοι φορείς όπως ο ΑΔΜΗΕ και το ΤΕΕ;
  2. Σκοπεύετε να ανακαλέσετε την απόφαση σας για κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, εξασφαλίζοντας μια συμμετοχή στο μείγμα, τουλάχιστον 10%; Θα αλλάξετε την απόφαση σας για την ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑ V; Αν όχι, σε ποια μελέτη και στοιχεία στηρίζετε την απόφασή σας;
  3. Ποιες ενέργειες θα κάνετε για την αντιστροφή των αρνητικών ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών στις λιγνιτικές περιοχές;
  4. Ποια μέτρα θα λάβετε για τη στήριξη των εργαζομένων, ανέργων, συμβασιούχων και εργολαβικών εργαζομένων στις λιγνιτικές περιοχές;
  5. Πώς δικαιολογείτε τη μεγάλη καθυστέρηση και τη χαμηλή απορροφητικότητα του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης και την ισχνή εκταμίευση των προγραμμάτων;
  6. Ποια είναι η συνεισφορά του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στις υπό μετάβαση περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και Μεγαλόπολης; Παρουσιάστε ποσοστά των απορροφήσεων κατά τα προηγούμενα έτη
  7. Πόσα στρέμματα γης, με ποια διαδικασία και τι αντίτιμο έχουν επαναποδοθεί στις τοπικές κοινωνίες από τη ΔΕΗ;
  8. Πόσες αποκαταστάσεις (σε στρέμματα) έχουν ολοκληρωθεί έως σήμερα; Πόσες και σε ποιες περιοχές είναι σε εξέλιξη; Ποιος έχει αναλάβει το κόστος;           
  9. Ποιες είναι οι επίσημες δεσμεύσεις και τα οριστικά χρονοδιαγράμματα για τη απρόσκοπτη λειτουργία της τηλεθέρμανσης στην Π.Ε. Κοζάνης, χωρίς επιβάρυνση για τους πολίτες τα επόμενα χρόνια;
  10. Πότε θα ολοκληρωθεί η Σ.Η.Θ.Υ.Α. στην περιοχή, με ποιο κόστος και πως θα ενισχύσει τις οικείες δημοτικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα εξαιτίας της έλλειψης κυβερνητικής στήριξης;
  11. Ως προς ποια παράμετρο συνιστά περιβαλλοντική βελτίωση η χρήση πετρελαίου για τις τηλεθερμάνσεις;
  12. Ποια είναι η σημερινή εξέλιξη του προγράμματος της «αναβάθμισης» του οικισμού Ακρινής;
  13. Έχουν διενεργηθεί από την Επιθεώρηση Μεταλλείων οι απαραίτητοι έλεγχοι των συνεχόμενων κατολισθήσεων πέριξ της Αχλάδας, που καταγγέλλουν οι κάτοικοι; Ποια τα συμπεράσματα σας;

Οι Επερωτώντες Βουλευτές

Φάμελλος Σωκράτης

Καλαματιανός Διονύσης

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γιώργος

Γεροβασίλη Όλγα

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Καραμέρος Γιώργος

Κασιμάτη Νίνα

Κεδίκογλου Συμεών

Κόκκαλης Βασίλης

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μαμουλάκης Χάρης

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Κατερίνα

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γιώργος

Παππάς Νίκος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γιώργος

Κ. Βέττα: «Οι ενεργειακές κοινότητες και οι μικροί παραγωγοί Α.Π.Ε. χρειάζονται στήριξη για να αντιμετωπίσουν την οικονομική ασφυξία και να συμβάλλουν στη μείωση του κόστους ενέργειας για τους πολίτες» || Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ κ. Καλλιόπη Βέττα κατέθεσε κοινοβουλευτική ερώτηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, την οποία συνυπογράφουν 11 Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., με θέμα: «Να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ενεργειακή δημοκρατία, το κόστος ρεύματος και την στήριξη των μικρών παραγωγών Α.Π.Ε. και των ενεργειακών κοινοτήτων».

Στην ερώτηση, με αφορμή την πρόσφατη συνέλευση των μικρών παραγωγών ενέργειας και των Ενεργειακών Κοινοτήτων που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου στην Κοζάνη, στην οποία παρευρέθηκε η Βουλευτής, περιγράφεται το καθεστώς πολυεπίπεδης ασφυξίας και πλήρους αποκλεισμού στο οποίο έχει περιέλθει ο κλάδος, γεγονός που ναρκοθετεί ευθέως την έννοια της ενεργειακής δημοκρατίας στη χώρα μας.

Ειδικότερα, καταγράφονται τα προβλήματα που προκύπτουν από την έλλειψη ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού, τον κορεσμό του δικτύου και την απουσία κεντρικών υποδομών αποθήκευσης, που οδηγούν σε συνεχείς, ανεξέλεγκτες περικοπές στην παραγωγή των μικρών επενδυτών, με τις απώλειες εσόδων τους να υπερβαίνουν ήδη το 40%, γεγονός που προκαλεί αλματώδη αύξηση των κόκκινων δανείων του κλάδου.

Επιπρόσθετα, στην ερώτηση της κ. Βέττα, επισημαίνεται η εξόφθαλμη αδικία στις τιμές αποζημίωσης, καθώς η τιμή των φωτοβολταϊκών των μικρών παραγωγών είναι περίπου στα 2 λεπτά η κιλοβατώρα, την ίδια ώρα που το ορυκτό φυσικό αέριο κοστίζει 130 ευρώ/MWh, αποδεικνύοντας ότι η κυβερνητική πολιτική στοχεύει στην εξασφάλιση υπερκερδών για τους μεγάλους ομίλους και όχι στη διάχυση των οφελών της πράσινης μετάβασης στην κοινωνία.

Η ενεργειακή δημοκρατία, υπενθυμίζεται, αποτελεί βασικό πυλώνα για μια δίκαιη μετάβαση, ειδικά σε περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία που βιώνει τις βίαιες συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, και προϋποθέτει την ισότιμη πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο και την ενίσχυση των τοπικών κοινωνικών σχημάτων, αντί για τον αποκλειστικό έλεγχό του από ελάχιστα ολιγοπώλια.

Η εξέλιξη αυτή, όπως αναφέρει η κ. Βέττα, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για τους μικρούς τοπικούς παραγωγούς και τις Ενεργειακές Κοινότητες, αλλά στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης: η Υπουργική Απόφαση του ΥΠΕΝ του 2022 κατήργησε αναδρομικά τη χρονική προτεραιότητα σύνδεσης καταδικάζοντάς τους σε καθήλωση.

Την ίδια ώρα το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται – με πολύ μεγάλη καθυστέρηση- ουσιαστικά να «νομιμοποιήσει» εκ των υστέρων αυτό το καθεστώς αδικίας, παραδίδοντας ζωτικό χώρο στα μεγάλα συμφέροντα.

Επομένως, όπως επισημαίνει η κ. Βέττα στην ερώτηση, η κυβέρνηση πρέπει να λύσει το πρόβλημα της οικονομικής καταστροφής των ενεργειακών κοινοτήτων και των μικρομεσαίων επενδυτών που πλέον αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις και απειλούνται με κατασχέσεις, λαμβάνοντας άμεσα μέτρα και υιοθετώντας τις εύλογες και βάσιμες προτάσεις της Π.Ο.Σ.Π.Η.Ε.Φ. για, εκτός των άλλων, έκτακτο μηχανισμό στήριξης και εγκατάσταση μονάδων αποθήκευσης κατά προτεραιότητα.

Τέλος, η Βουλευτής αναφέρει ότι την ίδια στιγμή που χάνεται καθαρή ενέργεια που θα μπορούσε να ηλεκτροδοτήσει ένα εκατομμύριο καταναλωτές, η χώρα μας καταγράφει το ακριβότερο ρεύμα με βάση την αγοραστική δύναμη των πολιτών και το υψηλότερο ποσοστό ενεργειακής φτώχειας στην Ε.Ε. (18,1%), γεγονός που αποτυπώνει την παταγώδη αποτυχία της κυβερνητικής ενεργειακής πολιτικής.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 27 Μαΐου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον κ. Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Θέμα: «Να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ενεργειακή δημοκρατία, το κόστος ρεύματος και την στήριξη των μικρών παραγωγών Α.Π.Ε. και των ενεργειακών κοινοτήτων»

Η πρόσφατη συνέλευση των μικρών παραγωγών ενέργειας και των Ενεργειακών Κοινοτήτων που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου στην Κοζάνη, ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο το καθεστώς πολυεπίπεδης ασφυξίας στο οποίο έχει περιέλθει ο κλάδος.

Οι εκπρόσωποι των φορέων, μεταξύ των οποίων ο Σύνδεσμος Επενδυτών Φωτοβολταϊκών Δυτικής Μακεδονίας και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (Π.Ο.Σ.Π.Η.Ε.Φ.), περιέγραψαν μια κατάσταση πλήρους αποκλεισμού των μικρών παραγωγών, η οποία ναρκοθετεί ευθέως την έννοια της ενεργειακής δημοκρατίας στη χώρα μας.

Οι μικρομεσαίοι επενδυτές Α.Π.Ε. και οι Ενεργειακές Κοινότητες, που θα έπρεπε να πρωτοστατούν στην πράσινη μετάβαση, ειδικά σε περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία που βιώνει τις βίαιες συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με τον ορατό κίνδυνο της οικονομικής καταστροφής.

Η έλλειψη ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού, ο κορεσμός και η αδυναμία του εθνικού ηλεκτρικού δικτύου, καθώς και η κραυγαλέα απουσία κεντρικών υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, έχουν δημιουργήσει μια βαθιά στρεβλή αγορά.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συνέλευση, οι συνεχείς και ανεξέλεγκτες περικοπές στην παραγωγή, σε συνδυασμό με την παγίωση μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών στην αγορά ενέργειας, οδηγούν ήδη σε απώλειες εσόδων που υπερβαίνουν το 40%.

Ενδεικτικά, οι περικοπές ενέργειας αναμένεται να παρουσιάσουν το 2026 κατακόρυφη αύξηση της τάξης του +75%, αγγίζοντας το δυσθεώρητο νούμερο των 3,5 TWh που θα πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων. Το αποτέλεσμα είναι τα φωτοβολταϊκά πάρκα των μικρών παραγωγών να χάνουν έως και το 80% της ημερήσιας παραγωγής τους κατά τις ώρες αιχμής, χωρίς καν να προωθούνται οι αναγκαίες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας.

Αντί οι μικροί παραγωγοί και οι ενεργειακές κοινότητες να εισέρχονται στο σύστημα κατά προτεραιότητα ή έστω ισότιμα, αποκλείονται βίαια επειδή το δίκτυο αδυνατεί να απορροφήσει την παραγόμενη καθαρή ενέργεια. Το γεγονός αυτό αποτελεί τεράστια πρόκληση όχι μόνο για τους ίδιους τους επενδυτές, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας: την ίδια ώρα που νοικοκυριά και επιχειρήσεις γονατίζουν από την ακρίβεια, χάνεται ενέργεια που θα μπορούσε να ηλεκτροδοτήσει σχεδόν 1 εκατομμύριο καταναλωτές.

Παράλληλα, οι προσφερόμενες τιμές αποζημίωσης αναδεικνύουν μια εξόφθαλμη αδικία. Ενώ η τιμή των φωτοβολταϊκών συμπιέζεται πλέον κοντά στα 2 λεπτά την κιλοβατώρα, το ορυκτό φυσικό αέριο κοστίζει 130 ευρώ/MWh.

Γίνεται σαφές σε όλους ότι η κυβερνητική πολιτική δεν στοχεύει στη διάχυση των οφελών της πράσινης μετάβασης στους πολίτες, αλλά στην εξασφάλιση υπερκερδών για τους μεγάλους ομίλους του φυσικού αερίου και των μεγάλων Α.Π.Ε..

Αυτή η ραγδαία μείωση των εσόδων έχει φέρει τους μικρούς παραγωγούς σε πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Οι τράπεζες, προχωρούν σε κατασχέσεις λογαριασμών, απειλώντας με καθολική δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των παραγωγών, την ώρα που το ίδιο το κράτος, μέσω των περικοπών του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. και του Α.Δ.Μ.Η.Ε., τους στερεί το δικαίωμα να παράγουν και να εισπράττουν.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κομβικό ρόλο στην υποβάθμιση των μικρών παραγωγών επέφερε η Υ.Α. του Υ.Π.ΕΝ., παραμονές Δεκαπενταύγουστου του 2022, (ΦΕΚ Β’ 4303/12.08.2022), η οποία άλλαξε αναδρομικά τους όρους κατασκευής και σύνδεσης νέων σταθμών Α.Π.Ε. και μονάδων αποθήκευσης στο δίκτυο του Α.Δ.Μ.Η.Ε. κα του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε..

Το αποτέλεσμα ήταν η κατάργηση της χρονικής προτεραιότητας, το μπλόκο σε μικρούς και μεσαίους επενδυτές, η προώθηση μεγάλων μονάδων, η καταστροφή των επενδυτικών σχεδίων για επενδυτές που συνειδητοποίησαν σε μια μέρα, ότι δεν θα έβρισκαν ποτέ χώρο για να συνδεθούν.

Όπως αναφέρθηκε, οι προτάσεις της Π.Ο.Σ.Π.Η.Ε.Φ., οι οποίες παρουσιάστηκαν και στην συνέλευση, κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, και πρέπει να αξιοποιηθούν αναλόγως από την κυβέρνηση: δημιουργία ενός έκτακτου μηχανισμού στήριξης των Φ/Β που πλήττονται από τις περικοπές και τις αρνητικές τιμές, άμεση παράταση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης διαφορικής προσαύξησης κατά 7 έτη, αύξηση των ωρών μηδενικών τιμών ή/και πληρωμή των μηδενικών τιμών, επιδότηση εγκατάστασης μπαταριών και εγκατάσταση μονάδων αποθήκευσης behind the meter, θέσπιση εθνικού στόχου για την αποθήκευση, αναστολή εισόδου αδειοδοτημένων μονάδων Α.Π.Ε. (ανάλογα με τον βαθμό εισόδου μονάδων αποθήκευσης).

Παράλληλα, πρέπει να τονιστεί ότι σε αυτή τη στρεβλή κατάσταση και την υπερθερμασμένη αγορά έρχεται πλέον να βάλει τη σφραγίδα της και το πολυαναμενόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Α.Π.Ε..

Μετά από πολυετείς, σκόπιμες καθυστερήσεις –που επέτρεψαν την άναρχη και ανεξέλεγκτη επέλαση συγκεκριμένων επιχειρηματικών ομίλων και την υπερθέρμανση της αγοράς– το νέο Χωροταξικό όχι μόνο δεν θεραπεύει τις παθογένειες, αλλά έρχεται ουσιαστικά να «νομιμοποιήσει» εκ των υστέρων ένα καθεστώς αδικίας.

Αντί να θέσει αυστηρούς κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών, το πλαίσιο αυτό είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των μεγάλων συμφερόντων. Παραδίδει τον ζωτικό χώρο της χώρας και των κορεσμένων περιοχών, όπως η Δυτική Μακεδονία, στα μεγάλα ολιγοπώλια, αφήνοντας τις Ενεργειακές Κοινότητες και τους μικρούς τοπικούς παραγωγούς χωρίς «ηλεκτρικό χώρο» και χωρίς καμία χωροταξική προστασία απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό των μεγαθήριων.

Τέλος, όλες αυτές οι πολιτικές, παρά τις εξαγγελίες και τις υποσχέσεις, δεν προσφέρουν στο γενικότερο ζητούμενο για μείωση ή συγκράτηση των τιμών του ρεύματος για τους καταναλωτές. Η χώρα μας σημειώνει διαρκώς αρνητικά ρεκόρ, καθώς το κόστος ρεύματος -προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη- είναι σχεδόν πάντοτε, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Ελλάδα στις τελευταίες στατιστικές κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό ενεργειακής φτώχειας στην ΕΕ, με το 18,1% του πληθυσμού να δηλώνει αδυναμία να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του.

Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει ενεργειακή δημοκρατία, διάχυση των οφελών και κέρδος για τους πολίτες. Μια αποτυχία που χρεώνεται στην κυβέρνηση που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι τα κέρδη για τους επενδυτές στο φυσικό αέριο και τις μεγάλες Α.Π.Ε..

Επειδή η Δυτική Μακεδονία δικαιούται να είναι πρωταγωνίστρια και όχι θύμα της ενεργειακής μετάβασης,

Επειδή η βιωσιμότητα των μικρών παραγωγών και των Ενεργειακών Κοινοτήτων είναι ταυτόσημη με την επιβίωση των τοπικών κοινωνιών,

Επειδή η ενεργειακή δημοκρατία προϋποθέτει δίκαιη κατανομή του ηλεκτρικού χώρου και όχι τον αποκλειστικό έλεγχό του από ελάχιστα ολιγοπώλια,

Επειδή το νέο Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ θεσμοθετεί και νομιμοποιεί αναδρομικά μια βαθιά άνιση αγορά προς όφελος των λίγων,

Επειδή το κόστος ρεύματος -βάσει της αγοραστικής δύναμης των πολιτών- είναι το ακριβότερο στην Ευρώπη, γεγονός που αποτυπώνει την αποτυχία της ενεργειακής πολιτικής και της αντιμετώπισης της ακρίβειας

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Σε ποιες άμεσες ενέργειες προτίθεται να προβεί προκειμένου να σταματήσει ο άδικος, μονομερής και δυσανάλογος αποκλεισμός των μικρών παραγωγών Α.Π.Ε. και των Ενεργειακών Κοινοτήτων από το ηλεκτρικό δίκτυο;
  2. Προτίθεται να θεσπίσει ένα δίκαιο και διαφανές πλαίσιο κατανομής των περικοπών ενέργειας, ώστε να μην επιβαρύνονται σχεδόν αποκλειστικά οι μικρομεσαίοι σταθμοί προς όφελος των μεγάλων έργων;
  3. Ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) που θα επιτρέψουν την απορρόφηση της παραγωγής των μικρών έργων, και με ποιο τρόπο θα διασφαλιστεί η πρόσβαση των Ενεργειακών Κοινοτήτων σε αυτές;
  4. Προτίθεται να αναλάβει νομοθετική ή άλλη πρωτοβουλία, σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, για το πάγωμα ή την αναδιάρθρωση των δανείων των μικρών παραγωγών, οι οποίοι αδυνατούν να πληρώσουν λόγω των κρατικών περικοπών στην παραγωγή τους;
  5. Θα υλοποιήσει τις προτάσεις του Π.Ο.Σ.Π.Η.Ε.Φ. για υπέρβαση της κρίσης;
  6. Πώς δικαιολογεί το γεγονός ότι το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, αντί να βάλει φρένο στην άναρχη ανάπτυξη και να προστατεύσει τους μικρούς τοπικούς παραγωγούς, έρχεται τελικά να «νομιμοποιήσει» μια υπερθερμασμένη και στρεβλή αγορά προς όφελος των μεγάλων συμφερόντων;
  7. Τι απαντά στους πολίτες που υφίστανται, βάσει της αγοραστικής τους δύναμης, το ακριβότερο κόστος ρεύματος διαχρονικά στην Ε.Ε.;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Καλλιόπη Βέττα

Έλενα Ακρίτα

Γιώργος Γαβρήλος

Ειρήνη (Ρένα) Δούρου

Μιλτιάδης Ζαμπάρας

Χαράλαμπος (Χάρης) Μαμουλάκης

Κωνσταντίνος Μπάρκας

Αλέξανδρος Μεικόπουλος

Αικατερίνη Νοτοπούλου

Γεώργιος Παπαηλιού

Πόπη Τσαπανίδου

Γιώργος Ψυχογιός

Επίκαιρη ερώτηση Γ. Καραμέρου: Άμεση θεσμική λύση με Προεδρικό Διάταγμα για το Χέρωμα Βάρης και τερματισμός της πολεοδομικής ομηρίας των χιλιάδων κατοίκων του

Αθήνα, 22 Μάϊου 2026

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Θέμα: «Άμεση θεσμική λύση με Προεδρικό Διάταγμα για το Χέρωμα Βάρης και τερματισμός της πολεοδομικής ομηρίας των χιλιάδων κατοίκων του».

Η περιοχή του Χερώματος Βάρης, στον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, παραμένει επί δεκαετίες σε καθεστώς πολεοδομικής και θεσμικής εκκρεμότητας. Σύμφωνα με το ιστορικό, πρόκειται για περιοχή με αναφορές σε οικιστική παρουσία ήδη από τη δεκαετία του 1960, με ιδιοκτησιακό ιστορικό που ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και με ένταξη στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο ως Πολεοδομική Ενότητα από το 1986. Παράλληλα, η πολεοδομική μελέτη έχει εκπονηθεί ήδη από το 1988, αλλά η έγκρισή της παραμένει σε εκκρεμότητα, καθώς απαιτείται τροποποίηση του Π.Δ. 544/1978 και αποδέσμευση της περιοχής από τη β ζώνη προστασίας Υμηττού.

Η εκκρεμότητα αυτή έχει πραγματικές συνέπειες, καθώς οι κάτοικοι στερούνται βασικές υποδομές, όπως αποχέτευση, οδικό δίκτυο και σύγχρονο δίκτυο ύδρευσης, ενώ η απουσία οριστικής πολεοδομικής ρύθμισης συντηρεί ένα καθεστώς αβεβαιότητας για ιδιοκτήτες και κατοίκους. Ταυτόχρονα, δεν υπηρετείται αποτελεσματικά ούτε η προστασία του Υμηττού, αφού η θεσμική ασάφεια δεν παράγει σαφείς κανόνες, όρια, χρήσεις γης και περιβαλλοντικές δεσμεύσεις. Χωρίς κανόνες πέρα από τα σπίτια ξεφυτρώνουν άλλες χρήσεις όπως π.χ. μικρές κτηνοτροφικές μονάδες!

Κατά την περίοδο της κυβέρνησης Τσίπρα είχε υπάρξει πρόοδος προς την κατεύθυνση συγκρότησης Προεδρικού Διατάγματος που θα μπορούσε να δώσει λύση, με αναγνώριση της ανάγκης ειδικής πολεοδομικής αντιμετώπισης του Χερώματος. Το 2020, στη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το Προεδρικό Διάταγμα προστασίας του Υμηττού, το Χέρωμα εμφανιζόταν ως υφιστάμενη οικιστική συγκέντρωση, εντασσόμενη σε νέα Ζώνη ΣΤ, με πρόβλεψη Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου για ανάπλαση και περιβαλλοντική προστασία.

Ωστόσο, η μετέπειτα τροποποίηση και διεύρυνση του σχεδίου, με την ένταξη πολλών και διαφορετικών περιπτώσεων στον ίδιο χειρισμό, οδήγησε σε ένα σύνθετο πλαίσιο που δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της λύσης. Η αρνητική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορούσε τη θεσμική και νομική επάρκεια του συνολικού σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος και δεν μπορεί να εμφανίζεται ως αιτία ή ως δικαιολογία για τη διατήρηση της εκκρεμότητας στο Χέρωμα. Η ευθύνη της Πολιτείας είναι να επανέλθει με ειδικά τεκμηριωμένη, καθαρή και νόμιμη ρύθμιση.

Επειδή η προστασία του Υμηττού πρέπει να συνδυάζεται με σαφείς πολεοδομικούς κανόνες και όχι με διαιώνιση εκκρεμοτήτων,

Επειδή το Χέρωμα Βάρης χρειάζεται ειδική, τεκμηριωμένη και θεσμικά ασφαλή λύση, χωρίς να συγχέεται με διαφορετικές περιπτώσεις άλλων περιοχών,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Πότε προτίθεται να προωθήσει ειδικά τεκμηριωμένο Προεδρικό Διάταγμα για τον καθορισμό του Χερώματος Βάρης ως οικιστικής ζώνης, με σαφή όρια, χρήσεις γης και όρους περιβαλλοντικής προστασίας;
  2. Ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του Υπουργείου για την ολοκλήρωση της ρύθμισης και την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών στην περιοχή;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Καραμέρος Γεώργιος

Κοινή Ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας & Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του Τομεάρχη της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Μίλτου Ζαμπάρα, για το ενεργειακό κόστος και τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας

Οι ΑΠΕ μειώνουν τη τιμή της χονδρικής. Γιατί δεν μειώνεται ο λογαριασμός;

Σε πρόσφατη ανάρτησή του στην πλατφόρμα LinkedIn, ο υφυπουργός Ενέργειας κος Τσάφος παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM) στο Χρηματιστήριο Ενέργειας μειώνεται όταν αυξάνεται η διείσδυση των ΑΠΕ. Πρόκειται για μια τεχνικά ορθή και απολύτως αναμενόμενη διαπίστωση. Οι ΑΠΕ, λόγω του χαμηλού οριακού κόστους παραγωγής τους, συμβάλλουν στη μείωση της τιμής της αγοράς επόμενης ημέρας.

Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα είναι αν αυτή η μείωση μεταφέρεται τελικά στον λογαριασμό κατανάλωσης, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τα νοικοκυριά. Δυστυχώς, η πραγματικότητα δείχνει ότι αυτό δεν συμβαίνει, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα έπρεπε.

Σε δεύτερη ανάρτησή του, ασκώντας κριτική σε πρόσφατη έρευνα της The Green Tank για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καταλήγει να επαναλαμβάνει τον μύθο περί βελτίωσης των τιμών ρεύματος ως αποτέλεσμα της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας.

Έναν μύθο που, δυστυχώς για πολίτες και επιχειρήσεις, απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα.

Πιο συγκεκριμένα:

Α. Γιατί δεν φτάνουν οι μειωμένες τιμές των ΑΠΕ στην κατανάλωση

Η τιμή της χονδρικής δεν περιορίζεται μόνο στην τιμή της Αγοράς Επόμενης Ημέρας (DAM/MCP), την οποία χρησιμοποιεί συστηματικά για συγκρίσεις ο κ. Τσάφος. Επιβαρύνεται από μια σειρά πρόσθετων χρεώσεων και μηχανισμών, κυρίως μέσω των λεγόμενων ΛΠ1, ΛΠ2 και ιδιαίτερα του ΛΠ3, που συνδέονται με το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος.

Το σύνολο αυτών των προσαυξήσεων αυξήθηκε από περίπου 13 €/MWh το 2023 σε περίπου 21 €/MWh το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, προσαυξάνοντας τη χονδρική τιμή κατά περίπου 20%. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που μεταφράζεται σε συνολικό κόστος για την αγορά της τάξης των 1,2 δισ. ευρώ.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, στις ώρες πολύ υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες όταν η τιμή της DAM υποχωρεί σημαντικά, παρατηρείται ταυτόχρονα εκτίναξη του ΛΠ3, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασε ακόμη και τα 80 €/MWh, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΝΕΧ και του ΑΔΜΗΕ.

Χαρακτηριστικό είναι το σχετικό διάγραμμα:

Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται άμεσα με τη λειτουργία της αγοράς εξισορρόπησης. Την ίδια στιγμή που περικόπτεται παραγωγή από ΑΠΕ λόγω αδυναμίας απορρόφησης της ενέργειας, στο σύστημα παραμένουν σε λειτουργία πάνω από 1.000 MW θερμικών μονάδων, πολλές φορές υπό καθεστώς “constrained”, δηλαδή με αποζημίωση τύπου “pay as bid” (στην τιμή που δηλώνουν οι ίδιες), γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις εκτοξεύει τις τιμές στα 300 έως 400 €/MWh ή και υψηλότερα.

Με απλά λόγια, οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή της DAM, όμως μεγάλο μέρος αυτού του οφέλους χάνεται μέσα στο κόστος εξισορρόπησης και στις στρεβλώσεις της αγοράς, προτού φτάσει στον τελικό καταναλωτή.

Β. Βελτιώθηκαν οι τιμές ρεύματος από την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας;

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα δεν έχουν βελτιωθεί σήμερα σε σχέση με εκείνες που παρέλαβε η Νέα Δημοκρατία το 2019. Αντίθετα, η σχετική θέση της χώρας έχει επιδεινωθεί.

Η κυβέρνηση παρέλαβε τιμές περίπου 28% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ σήμερα η διαφορά έχει περιοριστεί περίπου στο 18%, παρά τη σημαντική αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το β’ εξάμηνο του 2025.

Η Ελλάδα το 2019 βρισκόταν στη 16η θέση της ΕΕ ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, σε όρους αγοραστικής δύναμης, για τα τυπικά νοικοκυριά της κατηγορίας ετήσιας κατανάλωσης 2.500 έως 5.000 kWh. Σήμερα η θέση αυτή έχει επιδεινωθεί, με τη χώρα να βρίσκεται πλέον στη 12η ακριβότερη θέση.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και για τις επιχειρήσεις. Στην κατηγορία κατανάλωσης 20 έως 70 MWh, η Ελλάδα από τη 16η θέση το 2019 βρίσκεται πλέον στη 10η ακριβότερη θέση στην ΕΕ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στηρίζει την ενεργειακή μετάβαση και την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Όμως, η μετάβαση αυτή οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και την παραγωγή και όχι να μετατρέπεται σε πεδίο υπερκερδών και στρεβλώσεων της αγοράς, που τελικά οδηγούν στην ακρίβεια και στην οικονομική ασφυξία νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Γι’ αυτό απαιτούνται άμεσα:

•Ουσιαστική διαφάνεια στην αγορά εξισορρόπησης, με συστηματοποίηση των μηχανισμών εξισορρόπησης, σύμφωνα και με τις προτάσεις του ΑΔΜΗΕ. Ενδεχομένως και με προαγορά ισχύος και ενέργειας εξισορρόπησης, πάντοτε όμως μέσω διαφανών διαγωνιστικών διαδικασιών.

•Επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης και στα δίκτυα.

•Περιορισμός των ακραίων περιθωρίων κέρδους στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κέρδη EBITDA των βασικών εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, από περίπου 1,5 δισ. ευρώ το 2021, έχουν φτάσει περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ το 2024, ενώ εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα 4 δισ. ευρώ το 2025.

Μια τελευταία επισήμανση αφορά τη βιομηχανία και τη μεταποίηση, για τις οποίες τα αναγγελθέντα μέτρα, όπως για παράδειγμα οι ΥΚΩ, είναι επιεικώς ανεπαρκή.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική βιομηχανία καλείται να ανταγωνιστεί χώρες με πολύ χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, όπως η Βουλγαρία με περίπου 62,5 €/MWh και η Γερμανία με περίπου 50 €/MWh, όταν στην Ελλάδα το αντίστοιχο κόστος κυμαίνεται μεταξύ 100 και 140 €/MWh.

Είναι εύλογο, λοιπόν, να τίθεται το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση δεν αξιοποιεί πλήρως τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης, όπως το εγκεκριμένο και πλέον διευρυμένο CISAF, το οποίο εφαρμόζεται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική ενεργειακή πολιτική. Μια πολιτική με διαφάνεια, κοινωνικό όφελος, στήριξη της παραγωγής και πραγματική μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για την κοινωνία και την οικονομία.

«Ασφυκτικά τα χρονοδιαγράμματα του Εξοικονομώ-Χιλιάδες δικαιούχοι στον αέρα» || Ερώτηση με πρωτοβουλία του Α. Μεϊκόπουλου

Την άμεση ανάγκη παράτασης του χρόνου υλοποίησης των έργων και την αποσαφήνιση του καθεστώτος των εκκρεμών αιτήσεων στα προγράμματα «Εξοικονομώ 2025» και «Εξοικονομώ Νέων 2023» αναδεικνύουν με κοινοβουλευτική ερώτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών 13 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία του Βουλευτή Μαγνησίας, Αλέξανδρου  Μεϊκόπουλου.


«Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ 2025», το οποίο χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά και τη στήριξη χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και επαγγελματιών του τεχνικού κλάδου. Ωστόσο, η εφαρμογή του προγράμματος έχει οδηγήσει σε έντονη ανασφάλεια και αγανάκτηση πολίτες, μηχανικούς, προμηθευτές και τεχνικές επιχειρήσεις, εξαιτίας των σοβαρών καθυστερήσεων, των διαρκών αλλαγών στους όρους εφαρμογής και των εξαιρετικά περιορισμένων χρονικών περιθωρίων που τέθηκαν για την ολοκλήρωση των έργων. Ο οδηγός του προγράμματος τροποποιήθηκε εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός ανά έργο και να περιοριστεί ο χρόνος υλοποίησης σε μόλις οκτώ μήνες από την ημερομηνία υπαγωγής, τη στιγμή που στα προηγούμενα προγράμματα «Εξοικονομώ» προβλεπόταν διάρκεια δώδεκα μηνών με δυνατότητα πρόσθετων παρατάσεων.

Η τελική προθεσμία ολοκλήρωσης των έργων παραμένει πρακτικά ανεφάρμοστη, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις στα υλικά και τον εξοπλισμό, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις, αλλά και η έλλειψη διαθέσιμων συνεργείων και τεχνικού προσωπικού δημιουργούν αντικειμενικές δυσκολίες στην υλοποίηση των παρεμβάσεων» αναφέρουν οι βουλευτές.


Σύμφωνα με την Ερώτηση, σοβαρό είναι και το πρόβλημα των εκκρεμών αιτήσεων που, ενώ έχουν ήδη αξιολογηθεί θετικά και διαθέτουν εγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, δεν έχουν ακόμη λάβει τελική απόφαση υπαγωγής. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια οι δικαιούχοι να μην μπορούν να ξεκινήσουν εργασίες, να μην εκταμιεύονται προκαταβολές και να «παγώνουν» συμβάσεις με προμηθευτές και αναδόχους. «Έντονη ανησυχία προκαλούν και οι  πληροφορίες που κάνουν λόγο για ενδεχόμενη μη έκδοση νέων αποφάσεων υπαγωγής και πιθανή απένταξη επιλέξιμων αιτήσεων χωρίς πρόβλεψη διαδικασίας ένστασης ή διοικητικής προσφυγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, ισονομίας και ασφάλειας δικαίου».

Στην κοινοβουλευτική παρέμβαση, υπογραμμίζεται ότι το Υπουργείο έχει από τον Ιανουάριο αναγνωρίσει τις καθυστερήσεις των διαδικασιών, παρατείνοντας προηγουμένως την προθεσμία έκδοσης αποφάσεων υπαγωγής, ενώ σημειώνεται ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει ήδη τεθεί ζήτημα ευελιξίας στα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Τονίζεται ότι: «Τα νοικοκυριά και οι επαγγελματίες του τεχνικού κόσμου, διεκδικούν δίκαιους όρους εφαρμογής, διαφάνεια, ασφάλεια δικαίου και ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα για την επιτυχή ολοκλήρωση των ενεργειακών αναβαθμίσεων.


Οι βουλευτές καλούν τους αρμόδιους υπουργούς να απαντήσουν:
 

  1. Προτίθεται η κυβέρνηση να δώσει ουσιαστική παράταση στην καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης των έργων του «Εξοικονομώ 2025» και του «Εξοικονομώ Νέων 2023», ώστε να καταστεί εφικτή η ομαλή υλοποίησή τους;
  2. Για ποιο λόγο εξακολουθούν να εκκρεμούν αποφάσεις υπαγωγής για αιτήσεις που έχουν ήδη χαρακτηριστεί επιλέξιμες και διαθέτουν εγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις;
  3. Πόσες επιλέξιμες αιτήσεις βρίσκονται σήμερα σε εκκρεμότητα ως προς την έκδοση απόφασης υπαγωγής;
  4. Ισχύουν οι πληροφορίες περί μη έκδοσης νέων αποφάσεων υπαγωγής και ενδεχόμενης απένταξης επιλέξιμων αιτήσεων; Αν ναι, με ποια νομική και διοικητική τεκμηρίωση;
  5. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει το ασφυκτικό πλαίσιο υλοποίησης των 8 μηνών, δεδομένου ότι αποκλίνει σημαντικά από όσα ίσχυαν στα προηγούμενα προγράμματα «Εξοικονομώ»;

Ακολουθεί η Ερώτηση:

Αθήνα, 22 Μαΐου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους Υπουργούς

Περιβάλλοντος & Ενέργειας

Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών

Θέμα: Άμεση ανάγκη παράτασης του χρόνου υλοποίησης και αποσαφήνισης του καθεστώτος των εκκρεμών αιτήσεων στα προγράμματα «Εξοικονομώ 2025» και «Εξοικονομώ Νέων 2023».

Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ 2025», που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αποτελεί ένα κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών, στήριξης των νοικοκυριών και τόνωσης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στον τεχνικό και κατασκευαστικό κλάδο.

Ωστόσο, η πορεία υλοποίησής του έχει δημιουργήσει έντονη ανασφάλεια και εύλογη αγανάκτηση σε χιλιάδες ωφελούμενους, μηχανικούς, προμηθευτές και τεχνικές επιχειρήσεις, εξαιτίας σοβαρών καθυστερήσεων, ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων και διαρκών αλλαγών στους όρους εφαρμογής του.

Συγκεκριμένα, ο πίνακας αποτελεσμάτων του προγράμματος ανακοινώθηκε στις 25/11/2025, οι πρώτες αποφάσεις υπαγωγής εκδόθηκαν στις 09/12/2025, ενώ στις αρχές Δεκεμβρίου τροποποιήθηκε ο οδηγός του προγράμματος, μειώνοντας εκ των υστέρων τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό ανά έργο και περιορίζοντας τον χρόνο υλοποίησης σε μόλις 8 μήνες από την ημερομηνία υπαγωγής.

Η 4η απόφαση υπαγωγής εκδόθηκε στις 13/03/2026 και η τελική καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης των έργων ορίστηκε στις 31/05/2026 και εν συνεχεία παρατάθηκε μόλις κατά έναν μήνα, έως τις 30/06/2026.

Την ίδια στιγμή, τα προηγούμενα προγράμματα «Εξοικονομώ 2021», «Εξοικονομώ 2023» και «Εξοικονομώ Νέων 2023» προέβλεπαν συμβατικό χρόνο υλοποίησης 12 μηνών, με δυνατότητα αυτόματης παράτασης τριών επιπλέον μηνών, καθώς και πρόσθετων παρατάσεων λόγω ανωτέρας βίας.

Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να δίνονται νέες παρατάσεις, αναγνωρίζοντας εμπράκτως τις αντικειμενικές δυσκολίες υλοποίησης των έργων.

Οι δυσκολίες αυτές όχι μόνο δεν έχουν εκλείψει, αλλά αντιθέτως εντείνονται, λόγω των συνεχών ανατιμήσεων σε υλικά και εξοπλισμό και της μεγάλης έλλειψης διαθέσιμων συνεργείων και τεχνικού προσωπικού.

Επιπρόσθετα, ζητήματα δημιουργούνται με τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις υλικών και την αδυναμία δέσμευσης οικονομικών προσφορών πέραν ελάχιστων ημερών καθώς και την αυξημένη ζήτηση στην αγορά ενεργειακών αναβαθμίσεων.

Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν πολυάριθμες αιτήσεις που έχουν ήδη αξιολογηθεί θετικά και έχουν λάβει έγκριση δανειοδότησης από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί ακόμη η τελική απόφαση υπαγωγής.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι δικαιούχοι να αδυνατούν να προχωρήσουν σε εργασίες, καθώς δεν μπορούν να εκταμιευθούν προκαταβολές ούτε να ενεργοποιηθούν συμβάσεις με προμηθευτές και αναδόχους.

Μάλιστα, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της 30/01/2026, το ίδιο το Υπουργείο αναγνώρισε τις καθυστερήσεις των διαδικασιών, παρατείνοντας την προθεσμία έκδοσης αποφάσεων υπαγωγής από 31/01/2026 έως 15/03/2026, «προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή ολοκλήρωση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών».

Επιπλέον, προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία το γεγονός ότι, σύμφωνα με καταγγελίες ενδιαφερομένων και προφορικές ενημερώσεις από το helpdesk του προγράμματος, φέρεται να εξετάζεται η μη έκδοση νέων αποφάσεων υπαγωγής και η απένταξη επιλέξιμων αιτήσεων, ακόμη και χωρίς πρόβλεψη διαδικασίας ένστασης ή διοικητικής προσφυγής.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόσφατη υπερψήφιση από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρότασης για παράταση κατά 18 μήνες της περιόδου υλοποίησης ώριμων έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που αποδεικνύει ότι το ζήτημα των καθυστερήσεων και της ανάγκης μεγαλύτερης χρονικής ευελιξίας αναγνωρίζεται πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επειδή, η ολοκλήρωση των έργων έως τις 30/06/2026 είναι πρακτικά ανέφικτη για τη μεγάλη πλειοψηφία των ωφελουμένων,

Επειδή, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ίσους όρους συμμετοχής, ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα για τους πολίτες και τους επαγγελματίες,

Επειδή, οι καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων υπαγωγής δεν μπορούν να μετακυλίονται ως ευθύνη στους πολίτες.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Προτίθεται η κυβέρνηση να δώσει ουσιαστική παράταση στην καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης των έργων του «Εξοικονομώ 2025» και του «Εξοικονομώ Νέων 2023», ώστε να καταστεί εφικτή η ομαλή υλοποίησή τους;
  2. Για ποιον λόγο εξακολουθούν να εκκρεμούν αποφάσεις υπαγωγής για αιτήσεις που έχουν ήδη χαρακτηριστεί επιλέξιμες και διαθέτουν εγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις;
  3. Πόσες επιλέξιμες αιτήσεις βρίσκονται σήμερα σε εκκρεμότητα ως προς την έκδοση απόφασης υπαγωγής;
  4. Ισχύουν οι πληροφορίες περί μη έκδοσης νέων αποφάσεων υπαγωγής και ενδεχόμενης απένταξης επιλέξιμων αιτήσεων; Αν ναι, με ποια νομική και διοικητική τεκμηρίωση;
  5. Προτίθενται να επανεξετάσουν το ασφυκτικό πλαίσιο υλοποίησης των 8 μηνών, δεδομένου ότι αποκλίνει σημαντικά από όσα ίσχυαν στα προηγούμενα προγράμματα «Εξοικονομώ»;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Ζαμπάρας Μίλτος

Μαμουλάκης Χάρης

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γεώργιος

Ποιος τελικά θα λογοδοτήσει και ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό, για το φιάσκο των 40 εκατ. ευρώ με τα “σπιτάκια ανακύκλωσης”;|| Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με πρωτοβουλία Χ. Μαμουλάκη

Ερώτηση Βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία του Χάρη Μαμουλάκη προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών και Εσωτερικών

Ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων των τελευταίων ετών, το κόστος για τα λεγόμενα «σπιτάκια ανακύκλωσης», αναδεικνύουν 16 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρωτοβουλία του Τομεάρχη Οικονομικών & Ανάπτυξης της Κ.Ο, Βουλευτή Ηρακλείου Χάρη Μαμουλάκη, καταθέτοντας σχετική Ερώτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών και Εσωτερικών.

«Η υπόθεση των λεγόμενων «σπιτιών ανακύκλωσης» εξελίσσεται πλέον σε ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων των τελευταίων ετών, εκθέτοντας βαρύτατα την κυβέρνηση, τις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές και τους εμπλεκόμενους φορείς υλοποίησης» αναφέρει στην Ερώτηση ο Χάρης Μαμουλάκης, τονίζοντας: «Πρόκειται για έργα που παρουσιάστηκαν ως δήθεν εμβληματικές παρεμβάσεις «πράσινης μετάβασης» και ανακύκλωσης, αλλά σήμερα συνοδεύονται από πορίσματα της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΕΔΕΛ), παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφάσεις δημοσιονομικών διορθώσεων και ανακτήσεων δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και σοβαρά ερωτήματα για τις υπερκοστολογήσεις, τις προβληματικές ή φωτογραφικές προδιαγραφές και τη διασπάθιση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων. Οι συναρμόδιοι Υπουργοί οφείλουν εξηγήσεις.».

Με την Ερώτηση γίνεται αναφορά και σε προηγούμενες Κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, σε σχετικούς ελέγχους της ΕΔΕΛ κατόπιν εντολής της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο συνολικό ποσό προς ανάκτηση από την ΕΥΔ ΟΕΚΑ προς τον ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου και τον ΕΔΣΝΑ, για δαπάνες που κρίθηκαν οριστικά μη επιλέξιμες και ανέρχεται στο ποσό των 39.682.480 ευρώ.


Τονίζεται επίσης ότι το πόρισμα της ΕΔΕΛ καταγράφει μη επαρκή αξιολόγηση των έργων από τις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές, μη τεκμηρίωση του εύλογου κόστους των συμβάσεων, τεχνικές προδιαγραφές που δεν διασφάλιζαν ισότιμο ανταγωνισμό, καθώς και μη επιλέξιμες δαπάνες που οδήγησαν σε δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις. 


Παράλληλα, επισημαίνεται ότι παρά τα εξαιρετικά σοβαρά αυτά ευρήματα, τη δημοσιότητα που έλαβε το ζήτημα αλλά και τις συνεχείς κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην απαντά ξεκάθαρα ποιος θα πληρώσει τελικά τη ζημία των σχεδόν 40 εκατομμυρίων ευρώ,  δεν διευκρινίζει εάν το κόστος θα μετακυλιστεί στους ΦΟΔΣΑ, στους δήμους και τελικά στους πολίτες, ούτε απαντά ποιες πολιτικές, διοικητικές και υπηρεσιακές ευθύνες έχουν αναζητηθεί για τις αποφάσεις που οδήγησαν σε αυτή τη δημοσιονομική κατάρρευση. 


Για όλα τα παραπάνω, οι βουλευτές ζητούν απαντήσεις στα ερωτήματα:

1.         Με ποιο τρόπο σκοπεύει η Κυβέρνηση να επιστρέψει το ποσό των 39.682.480 ευρώ, που αφορά οριστικά μη επιλέξιμες δαπάνες;  Θα επιβαρυνθούν οι προϋπολογισμοί των ΦΟΔΣΑ, των  δήμων και τελικά οι ίδιοι οι πολίτες; 

2.         Ποια φυσικά πρόσωπα, διοικήσεις φορέων, υπηρεσιακοί παράγοντες και πολιτικές ηγεσίες έχουν μέχρι σήμερα ελεγχθεί ή κληθεί να λογοδοτήσουν για το σχεδιασμό και την υλοποίηση αποφάσεων που οδήγησαν στις συγκεκριμένες δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις;

3.         Σε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έχουν προβεί τα αρμόδια υπουργεία μετά τα πορίσματα της ΕΔΕΛ, τις αποφάσεις ανάκτησης και τη συνεργασία με τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές και εισαγγελικές αρχές, ώστε να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι και να αποτραπεί η επιβάρυνση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των πολιτών; Έχουν γνώση οι αρμόδιοι Υπουργοί εάν υφίσταται εν εξελίξει έρευνα και σε ποιο στάδιο αυτή βρίσκεται;

Ακολουθεί η σχετική Ερώτηση.

Αθήνα, 20 Μαΐου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους κ.κ. Υπουργούς

Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Εσωτερικών

Θέμα: «Ποιος τελικά θα λογοδοτήσει και ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό, για το φιάσκο των 40 εκατ. ευρώ με τα “σπιτάκια ανακύκλωσης”;»

Η υπόθεση των λεγόμενων «σπιτιών ανακύκλωσης» εξελίσσεται πλέον σε ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων των τελευταίων ετών, εκθέτοντας βαρύτατα την κυβέρνηση, τις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές και τους εμπλεκόμενους φορείς υλοποίησης.

Πρόκειται για έργα που παρουσιάστηκαν ως δήθεν εμβληματικές παρεμβάσεις «πράσινης μετάβασης» και ανακύκλωσης, αλλά σήμερα συνοδεύονται από πορίσματα της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΕΔΕΛ), παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφάσεις δημοσιονομικών διορθώσεων και ανακτήσεων δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και σοβαρά ερωτήματα για τις υπερκοστολογήσεις, τις προβληματικές ή φωτογραφικές προδιαγραφές και τη διασπάθιση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.

Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την επίσημη απάντηση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στο πλαίσιο προηγούμενης κοινοβουλευτικής παρέμβασης, οι σχετικοί έλεγχοι της ΕΔΕΛ διενεργήθηκαν κατόπιν εντολής της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ σε συνέχεια του σχετικού πορίσματος, με βάση τις αποφάσεις με ΑΔΑ: ΨΟ5ΙΗ-3ΠΜ, 6ΖΓΥΗ-ΒΙΚ και Ε975Η-ΑΚΤ, το συνολικό ποσό προς ανάκτηση από την ΕΥΔ ΟΕΚΑ προς τον ΦΟΔΣΑ Πελοποννήσου και τον ΕΔΣΝΑ, για δαπάνες που κρίθηκαν οριστικά μη επιλέξιμες ανέρχεται στο ποσό των 39.682.480 ευρώ.

Το ίδιο το πόρισμα της ΕΔΕΛ καταγράφει μη επαρκή αξιολόγηση των έργων από τις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές, μη τεκμηρίωση του εύλογου κόστους των συμβάσεων, τεχνικές προδιαγραφές που δεν διασφάλιζαν ισότιμο ανταγωνισμό, καθώς και μη επιλέξιμες δαπάνες που οδήγησαν σε δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις. Δυστυχώς, παρά τα εξαιρετικά σοβαρά αυτά ευρήματα, τη δημοσιότητα που έλαβε το ζήτημα αλλά και τις συνεχείς κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην απαντά ξεκάθαρα ποιος θα πληρώσει τελικά τη ζημία των σχεδόν 40 εκατομμυρίων ευρώ,  δεν διευκρινίζει εάν το κόστος θα μετακυληστεί στους ΦΟΔΣΑ, στους δήμους και τελικά στους πολίτες, ούτε απαντά ποιες πολιτικές, διοικητικές και υπηρεσιακές ευθύνες έχουν αναζητηθεί για τις αποφάσεις που οδήγησαν σε αυτή τη δημοσιονομική κατάρρευση.

Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο, ότι βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, οι αποφάσεις ανάκτησης είναι άμεσα εκτελεστές και βαρύνουν τους υπόχρεους φορείς καθώς και ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς είναι οργανισμοί της αυτοδιοίκησης, προκύπτει  ευθέως και με μεγάλη πιθανότητα, ο κίνδυνος να μετακυληστεί το τεράστιο αυτό ποσό προς ανάκτηση, στους δήμους και τελικά στους πολίτες μέσω ανταποδοτικών τελών και επιβαρύνσεων στους προϋπολογισμούς των Δήμων.

Τέλος, ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα εγείρονται και από το γεγονός ότι το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σε σχετική απάντησή του , σε μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου, αναγνωρίζει τη συνεργασία της ΕΔΕΛ με τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει πλήρης και σαφής ενημέρωση της Βουλής, για την πορεία και το εύρος της διερεύνησης. Για τους λόγους αυτούς:

Επειδή, δεν μπορεί ένα ακόμη σκάνδαλο επί διακυβέρνησης της Ν.Δ., που συνδέεται με ευρωπαϊκούς πόρους, υπερκοστολογημένες συμβάσεις και οριστικά μη επιλέξιμες δαπάνες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, να καταλήξει να πληρωθεί από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους πολίτες,

Επειδή, η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει να μεταθέτει ευθύνες μεταξύ υπουργείων, διαχειριστικών αρχών και φορέων, αποφεύγοντας να απαντήσει ποιοι ευθύνονται και ποιος θα επιβαρυνθεί τη ζημία.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Με ποιο τρόπο σκοπεύει η Κυβέρνηση να επιστρέψει το ποσό των 39.682.480 ευρώ, που αφορά οριστικά μη επιλέξιμες δαπάνες; Θα επιβαρυνθούν οι προϋπολογισμοί των ΦΟΔΣΑ, των  δήμων και τελικά οι ίδιοι οι πολίτες;
  2. Ποια φυσικά πρόσωπα, διοικήσεις φορέων, υπηρεσιακοί παράγοντες και πολιτικές ηγεσίες έχουν μέχρι σήμερα ελεγχθεί ή κληθεί να λογοδοτήσουν για το σχεδιασμό και την υλοποίηση αποφάσεων που οδήγησαν στις συγκεκριμένες δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις;
  3. Σε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έχουν προβεί τα αρμόδια υπουργεία μετά τα πορίσματα της ΕΔΕΛ, τις αποφάσεις ανάκτησης και τη συνεργασία με τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές και εισαγγελικές αρχές, ώστε να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι και να αποτραπεί η επιβάρυνση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των πολιτών; Έχουν γνώση οι αρμόδιοι Υπουργοί εάν υφίσταται εν εξελίξει έρευνα και σε ποιο στάδιο αυτή βρίσκεται;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μαμουλάκης Χάρης

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γιώργος

Δούρου Ειρήνη

Κασιμάτη Νίνα

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Κατερίνα

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Παπαηλιού Γιώργος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γεώργιος

Καλλιόπη Βέττα: «Οι πολιτικές της κυβέρνησης και των τραπεζών απέναντι στους μικρούς παραγωγούς Α.Π.Ε. επιφέρουν μεγάλο χτύπημα στην ενεργειακή δημοκρατία και το κόστος ρεύματος»

Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. κ. Καλλιόπη Βέττα παρευρέθηκε στην ανοιχτή συνέλευση των μικρών παραγωγών ενέργειας και των Ενεργειακών Κοινοτήτων που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Συνεδριάσεων του Περιφερειακού Συμβουλίου Δυτικής Μακεδονίας.

Στην συνάντηση, εκτός των άλλων, ήταν ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Επενδυτών Φωτοβολταϊκών Δυτικής Μακεδονίας κ. Κώστας Σιαμπανόπουλος καθώς και ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά κ. Γιάννης Παναγής.

Βασικό θέμα συζήτησης ήταν η πολυεπίπεδη ασφυξία που αντιμετωπίζουν οι μικροί παραγωγοί και οι ενεργειακές κοινότητες.

Προβλήματα, όπως οι συνεχείς περικοπές στην παραγωγή, η παγίωση μηδενικών ή και αρνητικών τιμών στο χρηματιστήριο ενέργειας, η έλλειψη συστημάτων αποθήκευσης, ο κορεσμός και η αδυναμία του δικτύου, οδηγούν σε απώλειες εσόδων άνω του 40%, γεγονός που ναρκοθετεί τις προοπτικές του κλάδου.

Ενδεικτικά, αναφέρθηκε ότι μέσα στο 2026 οι περικοπές θα αυξηθούν κατά +75% (αγγίζοντας τις 3,5 TWh), με τα φωτοβολταϊκά να χάνουν έως και το 80% της ημερήσιας παραγωγής τους τις ώρες αιχμής (!)

Αντί να εισέρχονται κατά προτεραιότητα ή έστω ισότιμα ειδικά τις ώρες ηλιοφάνειας και παραγωγής, αποκλείονται καθώς το σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει την παραγομένη ενέργεια.

Το πρόβλημα αφορά, όχι μόνο τους ίδιους, όπως τόνισε και η Βουλευτής, αλλά και το σύνολο των πολιτών καθώς χάνεται ενέργεια  που θα μπορούσε να ηλεκτροδοτήσει σχεδόν 1 εκ. καταναλωτές.

Επιπρόσθετα, οι προσφερόμενες τιμές, ανεξαρτήτως του τρόπου παραγωγής, δεν έχουν την ίδια αξία, καθώς σήμερα τα φωτοβολταϊκά κινούνται σχεδόν στα 2 λεπτά την κιλοβατώρα, ενώ το φυσικό αέριο φτάνει στα 130 ευρώ/MWH.

Παράλληλα, μεγάλο είναι το πρόβλημα με τα δάνεια των παραγωγών, καθώς οι απώλειες εσόδων οδηγούν σε αδυναμία πληρωμής των τραπεζικών υποχρεώσεων.

Όπως τονίστηκε στην συνάντηση, έχει δημιουργηθεί ένα υπερθερμασμένο περιβάλλον με τους στόχους του Ε.Σ.Ε.Κ. σε Α.Π.Ε. για το 2030 (27GW) να έχουν ήδη υπερκαλυφθεί, μιας και ήδη βρισκόμαστε  σε 36,5GW συνδεδεμένα, ή με τελικούς όρους σύνδεσης.

Οι προτάσεις της Π.Ο.Σ.Π.Η.Ε.Φ., κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση: δημιουργία ενός έκτακτου μηχανισμού στήριξης των Φ/Β που πλήττονται από τις περικοπές και τις αρνητικές τιμές, άμεση παράταση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης διαφορικής προσαύξησης κατά 7 έτη, αύξηση των ωρών μηδενικών τιμών ή/και πληρωμή των μηδενικών τιμών, επιδότηση εγκατάστασης μπαταριών και εγκατάσταση μονάδων αποθήκευσης behind the meter, θέσπιση εθνικού στόχου για την αποθήκευση, αναστολή εισόδου αδειοδοτημένων μονάδων Α.Π.Ε. (ανάλογα με τον βαθμό εισόδου μονάδων  αποθήκευσης)

Η Βουλευτής αναφέρθηκε στις κοινοβουλευτικές της παρεμβάσεις για τα αιτήματα των μικρών παραγωγών, επισημαίνοντας ότι θα προχωρήσει άμεσα σε νέα ερώτηση για τα προβλήματα τους.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι κομβικό ρόλο στην υποβάθμιση των μικρών παραγωγών επέφερε η Υ.Α. του Υ.Π.ΕΝ., παραμονές Δεκαπενταύγουστου του 2022,  (ΦΕΚ Β’ 4303/12.08.2022), η οποία άλλαξε αναδρομικά  τους όρους κατασκευής και σύνδεσης νέων σταθμών Α.Π.Ε. και μονάδων αποθήκευσης στο δίκτυο του Α.Δ.Μ.Η.Ε. κα του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε..

Το αποτέλεσμα ήταν η κατάργηση της χρονικής προτεραιότητας, το μπλόκο σε μικρούς και μεσαίους επενδυτές, η προώθηση μεγάλων μονάδων, η καταστροφή των επενδυτικών σχεδίων για επενδυτές που συνειδητοποίησαν σε μια μέρα, ότι δεν θα έβρισκαν ποτέ χώρο για να συνδεθούν.

Συνολικά, όπως ανέφερε η κ. Βέττα, η στρεβλή διαχείριση έχει οδηγήσει σε υψηλότατες τιμές στην ενέργεια, σε αντίθεση με τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης για υψηλή διείσδυση Α.Π.Ε., που θα έριχναν χαμηλά τις τιμές…

Το αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει ενεργειακή δημοκρατία, διάχυση των οφελών και κέρδος για τους πολίτες. Μια αποτυχία που χρεώνεται στην κυβέρνηση που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι τα κέρδη για τους επενδυτές στο φυσικό αέριο και τις μεγάλες Α.Π.Ε..

Στη Βουλή από τον Αλ. Μεϊκόπουλο οι καταγγελίες-σοκ για την ανακύκλωση στον Βόλο

«Οι πολίτες ανακυκλώνουν-Πού καταλήγουν τελικά τα υλικά;»

  1. «Είναι σε γνώση των αρμόδιων Υπουργείων οι καταγγελίες και τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στην Εισαγγελία Βόλου σχετικά με την απόθεση ανακυκλώσιμων απορριμμάτων στον ΧΥΤΑ Βόλου;
  2. Έχει διαταχθεί έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ή άλλες αρμόδιες αρχές για τη διερεύνηση των συγκεκριμένων καταγγελιών; Αν ναι, ποια είναι τα μέχρι στιγμής ευρήματα;
  3. Λειτουργεί σήμερα το ΚΔΑΥ Βόλου; Αν όχι, από πότε έχει σταματήσει η λειτουργία του και για ποιους λόγους;
  4. Ποιο είναι το εγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων του Δήμου Βόλου σε περίπτωση αδυναμίας λειτουργίας του τοπικού ΚΔΑΥ;
  5. Λαμβάνοντας υπόψη και την με Αρ. Πρωτ. 78418/4.3.2026 Απάντηση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Π.Ε. Μαγνησίας, υπήρξε φορέας που έδωσε εντολή να μεταφέρονται τα ανακυκλώσιμα υλικά στον ΧΥΤΑ Βόλου αντί για τα ΚΔΑΥ Λάρισας και Καρδίτσας και αν ναι ποιος φορέας έδωσε την σχετική εντολή;
  6. Υπάρχει αδειοδοτημένος χώρος προσωρινής μεταφόρτωσης ή αποθήκευσης ανακυκλώσιμων υλικών εντός ή πλησίον του ΧΥΤΑ Βόλου; Αν όχι, με ποια νομιμοποίηση μεταφέρονταν εκεί ανακυκλώσιμα απορρίμματα;
  7. Ποιος έδωσε εντολή ή άδεια ώστε απορριμματοφόρα ανακύκλωσης να εισέρχονται στον ΧΥΤΑ Βόλου και να αποθέτουν εκεί φορτία ανακυκλώσιμων υλικών;
  8. Πόσοι τόνοι ανακυκλώσιμων απορριμμάτων συλλέχθηκαν από τον Δήμο Βόλου τους τελευταίους δώδεκα μήνες και ποια είναι η τεκμηριωμένη τελική διαχείρισή τους ανά μήνα και ανά εγκατάσταση παραλαβής;
  9. Προτίθενται τα αρμόδια Υπουργεία να προχωρήσουν σε πλήρη διαχειριστικό και περιβαλλοντικό έλεγχο του συστήματος ανακύκλωσης του Δήμου Βόλου και να αποδοθούν ευθύνες όπου αυτές προκύπτουν;»

Τα παραπάνω ερωτήματα έφερε με Ερώτησή του στη Βουλή ο Βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος αναδεικνύοντας τις εξαιρετικά σοβαρές καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας σχετικά με τη διαχείριση των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων στον Βόλο και το ενδεχόμενο παράνομης απόθεσής τους στον ΧΥΤΑ Βόλου. Με την κοινοβουλευτική ερώτηση στρέφεται προς τους αρμόδιους Υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας και Εσωτερικών από τους οποίους ζητούνται άμεσες και σαφείς απαντήσεις για μια υπόθεση που προκαλεί έντονη ανησυχία στην τοπική κοινωνία και εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, περιβαλλοντικής προστασίας, δημόσιας υγείας και διαφάνειας στη διαχείριση των απορριμμάτων.

«Σύμφωνα με δημόσιες καταγγελίες δημοτικών συμβούλων της μείζονος αντιπολίτευσης του Δήμου Βόλου, αλλά και με δημοσιεύματα τοπικών μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με τα οποία απορριμματοφόρα ανακύκλωσης φέρονται να οδηγούν ανακυκλώσιμα υλικά απευθείας στον ΧΥΤΑ Βόλου, ακόμη και στο ίδιο πρανές με σύμμεικτα απορρίμματα. Μάλιστα, οι καταγγέλλοντες κατέθεσαν στην Εισαγγελία Βόλου οπτικοακουστικό υλικό, πλάνα από drone και φωτογραφίες, τα οποία αποτυπώνουν πρακτικές που, εφόσον επιβεβαιωθούν, συνιστούν σοβαρή παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πλήρη ακύρωση της διαδικασίας ανακύκλωσης.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το Κέντρο Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ) Βόλου φέρεται να μη λειτουργεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι κατά το τρέχον έτος δεν λειτούργησε καθόλου», ανέφερε ο Βουλευτής.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η με αριθμό πρωτοκόλλου 78418/4.3.2026 Απάντηση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Π.Ε. Μαγνησίας, σύμφωνα με την οποία σε σχετικό έλεγχο οι υπηρεσίες ενημερώθηκαν από στελέχη του Δήμου Βόλου ότι οι ημερήσιες ποσότητες ανακυκλώσιμων υλικών μεταφέρονται στα ΚΔΑΥ Λάρισας και Καρδίτσας. Ωστόσο, τα στοιχεία και το σχετικό οπτικό υλικό που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται να δημιουργούν σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ των επίσημων διαβεβαιώσεων και της πραγματικής διαχείρισης των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων.

Όπως αναφέρει ο Βουλευτής: «Η ανακύκλωση αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της περιβαλλοντικής πολιτικής και της κυκλικής οικονομίας και οι πολίτες του Βόλου συμμετέχουν καθημερινά στη διαδικασία διαλογής στην πηγή, με την προσδοκία ότι η προσπάθειά τους συμβάλλει ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος. Εάν επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, πρόκειται για μια βαθιά προσβολή της εμπιστοσύνης των πολιτών, αλλά και για ένα ιδιαίτερα σοβαρό περιβαλλοντικό ζήτημα που δεν μπορεί να μείνει χωρίς διερεύνηση και λογοδοσία».

Την ερώτηση συνυπογράφει ο Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Μίλτος Ζαμπάρας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 20 Μαΐου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους Υπουργούς

Περιβάλλοντος & Ενέργειας

Εσωτερικών

Θέμα: Σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων στον Βόλο και πιθανή παράνομη απόθεσή τους στον ΧΥΤΑ Βόλου

Σύμφωνα με σοβαρές δημόσιες καταγγελίες δημοτικών συμβούλων της μείζονος αντιπολίτευσης του Δήμου Βόλου αλλά και δημοσιεύματα τοπικών μέσων ενημέρωσης, προκύπτουν εξαιρετικά ανησυχητικά στοιχεία σχετικά με τη διαχείριση των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων της πόλης.

Ειδικότερα, οι δημοτικοί σύμβουλοι κατέθεσαν στην Εισαγγελία Βόλου οπτικοακουστικό υλικό, πλάνα από drone, φωτογραφίες και λοιπά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία απορριμματοφόρα ανακύκλωσης φέρονται να αποθέτουν ανακυκλώσιμα υλικά εντός του ΧΥΤΑ Βόλου, ακόμη και στο ίδιο πρανές με σύμμεικτα απορρίμματα.

Οι ίδιες καταγγελίες αναφέρουν ότι το Κέντρο Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ) Βόλου δεν λειτουργεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες κατά το τρέχον έτος δεν λειτούργησε καθόλου.

Παράλληλα, γίνεται λόγος για πλήρη έλλειψη προσωρινής αδειοδοτημένης εγκατάστασης μεταφόρτωσης ανακυκλώσιμων εντός του ΧΥΤΑ Βόλου, γεγονός που γεννά σοβαρά ερωτήματα νομιμότητας και περιβαλλοντικής ασφάλειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η με Αριθ. Πρωτ. 78418/4.3.2026 Απάντηση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Π.Ε. Μαγνησίας προς τους καταγγέλλοντες, σύμφωνα με την οποία, μετά από αυτοψία στην περιοχή «Μπουρμπουλήθρα», οι υπηρεσίες ενημερώθηκαν από στελέχη του Δήμου Βόλου ότι «οι ημερήσιες ποσότητες ανακυκλώσιμων υλικών μεταφέρονται στα ΚΔΑΥ της Λάρισας και της Καρδίτσας», καθώς και ότι οι ήδη αποθηκευμένες ποσότητες θα μεταφέρονταν επίσης εκεί.  

Ωστόσο, τα καταγγελλόμενα περιστατικά και το σχετικό οπτικό υλικό φαίνεται να δείχνουν ότι μεγάλες ποσότητες ανακυκλώσιμων οδηγούνται τελικά στον ΧΥΤΑ Βόλου, κατά παράβαση όσων δηλώθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες και κατά παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των όρων λειτουργίας του συστήματος ανακύκλωσης.

Τα παραπάνω, εφόσον επιβεβαιωθούν, συνιστούν εξαιρετικά σοβαρή παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, πλήγμα για την έννοια της ανακύκλωσης και βαθιά προσβολή της εμπιστοσύνης των πολιτών, οι οποίοι καθημερινά συμμετέχουν στη διαδικασία διαλογής στην πηγή, θεωρώντας ότι συμβάλλουν ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος.

Η υπόθεση δημιουργεί εύλογες και ιδιαίτερα σοβαρές ανησυχίες για το ενδεχόμενο συστηματικής ακύρωσης της διαδικασίας ανακύκλωσης στην πόλη του Βόλου, για τον κίνδυνο παράνομης ταφής ανακυκλώσιμων υλικών, αλλά και για τη συνολική διαφάνεια στη διαχείριση των απορριμμάτων.

Παράλληλα, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία των στοιχείων που δηλώνονται στις αρμόδιες αρχές, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς και για τη συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση της περιοχής και τη διάρκεια ζωής του ήδη επιβαρυμένου ΧΥΤΑ Βόλου.

Επειδή, η ανακύκλωση αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της περιβαλλοντικής πολιτικής και της κυκλικής οικονομίας,

Επειδή, οι πολίτες του Βόλου καταβάλλουν καθημερινή προσπάθεια διαλογής στην πηγή, η οποία φαίνεται να ακυρώνεται στην πράξη,

Επειδή, τυχόν απόθεση ανακυκλώσιμων υλικών στον ΧΥΤΑ συνιστά σοβαρή περιβαλλοντική και διοικητική παράβαση,

Επειδή, τίθενται ζητήματα δημόσιας υγείας, νομιμότητας, διαφάνειας και αξιοπιστίας της τοπικής αυτοδιοίκησης και των ελεγκτικών μηχανισμών.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Είναι σε γνώση τους οι καταγγελίες και τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στην Εισαγγελία Βόλου σχετικά με την απόθεση ανακυκλώσιμων απορριμμάτων στον ΧΥΤΑ Βόλου;
  2. Έχει διαταχθεί έλεγχος από το Σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ή άλλες αρμόδιες αρχές για τη διερεύνηση των συγκεκριμένων καταγγελιών; Αν ναι, ποια είναι τα μέχρι στιγμής ευρήματα;
  3. Λειτουργεί σήμερα το ΚΔΑΥ Βόλου; Αν όχι, από πότε έχει σταματήσει η λειτουργία του και για ποιους λόγους;
  4. Ποιο είναι το εγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης των ανακυκλώσιμων απορριμμάτων του Δήμου Βόλου σε περίπτωση αδυναμίας λειτουργίας του τοπικού ΚΔΑΥ;
  5. Λαμβάνοντας υπόψη και την με Αρ. Πρωτ. 78418/4.3.2026 Απάντηση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Π.Ε. Μαγνησίας, υπήρξε φορέας που έδωσε εντολή να μεταφέρονται τα ανακυκλώσιμα υλικά στον ΧΥΤΑ Βόλου αντί για τα ΚΔΑΥ Λάρισας και Καρδίτσας και αν ναι ποιος φορέας έδωσε την σχετική εντολή;
  6.  Υπάρχει αδειοδοτημένος χώρος προσωρινής μεταφόρτωσης ή αποθήκευσης ανακυκλώσιμων υλικών εντός ή πλησίον του ΧΥΤΑ Βόλου; Αν όχι, με ποια νομιμοποίηση μεταφέρονταν εκεί ανακυκλώσιμα απορρίμματα;
  7. Ποιος έδωσε εντολή ή άδεια ώστε απορριμματοφόρα ανακύκλωσης να εισέρχονται στον ΧΥΤΑ Βόλου και να αποθέτουν εκεί φορτία ανακυκλώσιμων υλικών;
  8. Πόσοι τόνοι ανακυκλώσιμων απορριμμάτων συλλέχθηκαν από τον Δήμο Βόλου τους τελευταίους δώδεκα μήνες και ποια είναι η τεκμηριωμένη τελική διαχείρισή τους ανά μήνα και ανά εγκατάσταση παραλαβής;
  9. Προτίθενται να προχωρήσουν σε πλήρη διαχειριστικό και περιβαλλοντικό έλεγχο του συστήματος ανακύκλωσης του Δήμου Βόλου και να αποδοθούν ευθύνες όπου αυτές προκύπτουν;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Ζαμπάρας Μίλτος