Σημεία από τις παρεμβάσεις του αν. εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Φοίβου Τσικλιά, στην εκπομπή «Αποδελτίωση» της ΕΡΤ3 (25/6) με τον δημοσιογράφο Ίωνα Τσώχο
Για τις αποφάσεις των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και τη στάση του κόμματος
Συνεχίζουμε το κάλεσμα για να υπάρξει ένα ενωτικό ψηφοδέλτιο των προοδευτικών δυνάμεων στο δρόμο προς τις εκλογές, και προς την πλευρά της ΕΛΑΣ και του Αλέξη Τσίπρα. Η παρουσία του θεωρούμε ότι αναδιατάσσει τα δεδομένα και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Η σημερινή του δήλωση ήταν ξεκάθαρη. Η διαφορά όμως του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με άλλα κόμματα, είναι ότι είναι ένα δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς. Έχουμε όργανα κι έχουμε διαδικασίες. Και εγώ προσωπικά, εκτός από αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου, που ορίστηκα πριν από έναν χρόνο, εκλέχθηκα στην Κεντρική Επιτροπή εκπροσωπώντας τα μέλη μας από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας που μου έκαναν την τιμή να με εκλέξουν. Λοιπόν, τα όργανα μας θα συνεδριάσουν για να αξιολογήσουν τα νέα δεδομένα.
Σε εύλογο χρονικό διάστημα θα συνεδριάσει και η Κεντρική Επιτροπή για να αξιολογήσει την πορεία των αποφάσεων. Το ενωτικό μας κάλεσμα είναι διαρκές και είναι σε ισχύ. Ταυτόχρονα όμως έχουμε δηλώσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κατεβάζει τον γενικό διακόπτη. Δεν κατεβάζει ρολά, δεν κλείνει και δεν αυτοδιαλύεται. Στόχος μας είναι να είμαστε παρόντες στις επόμενες εθνικές εκλογές μέσα από ένα μεγάλο ενωτικό ψηφοδέλτιο, το οποίο θα καταφέρει να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όμως η διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν κλείνει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γεννήθηκε για να φέρει την πολιτική αλλαγή, για να διεκδικήσει μια άλλη κοινωνία. Όταν κυβέρνησε 4,5 χρόνια κατάφερε να βελτιώσει κατά πολύ τις συνθήκες ζωής του ελληνικού λαού. Και το θυμούνται οι Έλληνες, πως ζούσαν το 2019 και πως ζούμε το 2026, μετά από επτά χρόνια καταστροφικής θητείας Μητσοτάκη. Αυτόν τον στόχο επιτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και αυτόν τον στόχο θα συνεχίσει να επιτελεί και θα είναι παρών στα πολιτικά πράγματα την επόμενη μέρα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Το πρωτεύον ζήτημα είναι να βρούμε τον τρόπο για να απαλλαγεί η χώρα από την καταστροφική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το πώς θα γίνει αυτό, κάντε λίγη υπομονή και θα το βρούμε. Έχουμε όργανα, έχουμε διαδικασίες. Θα ακούσουμε τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θα ακούσουμε τους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι μέλη στο κόμμα μας, αλλά προσβλέπουν στην κοινωνική αλλαγή και αυτή θα υπηρετήσουμε στις επόμενες εκλογές. Την ανάγκη για αλλαγή, η οποία εμείς θέλουμε να είναι ενωτική. Διότι θεωρούμε ότι μόνο μία ενωτική απάντηση του προοδευτικού χώρου και της Αριστεράς απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη μπορεί να είναι επιτυχημένη. Κανείς μόνος του δεν μπορεί. Και εμείς θέλουμε να μπορέσουμε. Θέλουμε να φέρουμε την αλλαγή με όποιο τρόπο αυτή είναι δυνατή, αλλά σεβόμενοι τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς για συλλογικότητα και δημοκρατία.
Για την ακρίβεια και τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ώστε να αντιμετωπιστεί
Είναι πολιτικό σχέδιο της κυβέρνησης το να συγκεντρώνει τα υπερκέρδη και την υπεραπόδοση από τον ΦΠΑ και να τα κάνει μασούρι. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το οποίο είναι κοστολογημένο και μιλάει για μηδενισμό του ΦΠΑ στα είδη πρώτης κατανάλωσης, για επαναφορά 13ης και 14ης σύνταξης, για επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, για μείωση του Ενιαίου Φόρου Κατανάλωσης στα χαμηλότερα ευρωπαϊκά όρια και για ανακούφιση των καταναλωτών με παράλληλη στήριξη των μισθών, είναι κοστολογημένο στα 1,3 δισ. ευρώ.
Η υπεραπόδοση των εσόδων, το υπερπλεόνασμα για το προηγούμενο έτος ήταν 6,5 δισεκατομμύρια. Από τα 6,5 δισεκατομμύρια έχει επιστρέψει μέχρι τώρα η Νέα Δημοκρατία στους πολίτες τα 800 εκατομμύρια. Τώρα -γιατί δεν είχαν άλλα όπως μας λέγανε- ο κ. Μητσοτάκης θα βρει σε ένα μαγικό σακούλι άλλα τρία δισεκατομμύρια για τη ΔΕΘ. Κάπως βγαίνουν τα νούμερα για τη Νέα Δημοκρατία, δεν βγαίνουν για όλους τους υπόλοιπους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα είναι παρών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Και για να στηρίξει την έκθεση ως ένα κομβικό γεγονός για την πόλη μας, αλλά και για να παρουσιάσει τις προτάσεις του, οι οποίες είναι κοστολογημένες, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες και οι οποίες αλλάζουν την πραγματικότητα για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Διότι για εμάς επίκεντρο δεν είναι οι αριθμοί. Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επίκεντρο είναι ο άνθρωπος.
Για τις υποθέσεις της Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου και του Δημήτρη Αβραμόπουλου
Η κ. Ασημακοπούλου καταδικάστηκε από την ελληνική Δικαιοσύνη για παραβίαση προσωπικών δεδομένων των εκλογέων της ομογένειας. Άρα, μπορεί για τη Νέα Δημοκρατία να έχει γίνει πλέον μια καθημερινότητα στελέχη της να σέρνονται στα δικαστήρια για πάσης φύσεως αδικήματα, αλλά για τον ελληνικό λαό δεν θα πρέπει να γίνει κανονικότητα οι πολιτικοί να παραβιάζουν το νόμο.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αρθεί η ασυλία του κ. Αβραμόπουλου. Οι χθεσινές του δηλώσεις είναι αηδιαστικές, θα μου επιτρέψετε να πω. Ότι «δεν απολογούμαι σε κανέναν κερατά» και «είναι μπούρδες αυτά που μου προσάπτουν». Γι’ αυτά που σας προσάπτουν κ. Αβραμόπουλε θα απολογηθείτε και θα ακολουθηθεί η οδός που είναι να ακολουθηθεί. Όλες οι υπόλοιπες οι ψευτομαγκιές να λείπουν.
Tο θέμα της καταρράκωσης του ήθους της πολιτικής, στον βούρκο στον οποίον το οδηγεί η Νέα Δημοκρατία, είναι αυτό το οποίο δημιουργεί την τοξικότητα. Είναι αυτό το οποίο απωθεί τους νέους και τους οδηγεί στην αποχή από την πολιτική και αυτό θα έχει πολύ αρνητικά αποτελέσματα στο μέλλον. Γι’ αυτό και πρέπει να σταματήσει. Και ένας τρόπος υπάρχει μόνο για να σταματήσει. Με τις εκλογές.
Από τη διάβρωση των θεσμών και τα ζητήματα λογοδοσίας, μέχρι την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις αντιφάσεις της Ευρώπης απέναντι στις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έντονος προβληματισμός και αιχμηρή κριτική για την κατάσταση του κράτους δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εκφράστηκε στην εκδήλωση «ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΕ ΚΡΙΣΗ», που πραγματοποιήθηκε στο Πάρκο Ελευθερίας (πρ. ΕΑΤ–ΕΣΑ), με πρωτοβουλία της Left και του Αντιπροέδρου της, Κώστα Αρβανίτη.
Η εκδήλωση μετέφερε στην Αθήνα τη συζήτηση που άνοιξε στις Βρυξέλλες μετά την υπερψήφιση της Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγητή τον Κώστα Αρβανίτη. Οι πιέσεις στους θεσμούς, τα ζητήματα λογοδοσίας, οι υποκλοπές, οι επιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η προστασία των δικαιωμάτων διεθνώς και η κατάσταση στα Προσφυγικά βρέθηκαν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Στη συζήτηση συμμετείχαν ο πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Χρήστος Ράμμος, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, η Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου, η δικηγόρος και πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ Κατερίνα Παπανικολάου και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.
Την εκδήλωση άνοιξε η Ελένη Κωστοπούλου, μητέρα του Ζακ Κωστόπουλου, η οποία αναφέρθηκε στη βιωμένη εμπειρία της μέσα στις δικαστικές αίθουσες μετά τη δολοφονία του παιδιού της, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την προστασία των θυμάτων και την ανάγκη ισονομίας. «Φαίνεται πως δεν υπάρχει όριο ή κόκκινες γραμμές, στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί ενας δικηγόρος τον πελάτη του τόνισε χαρακτηριστικά».
Η Ελένη Κωστοπούλου υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία και χωρίς ένα δικαστικό σύστημα που να λειτουργεί με όρους διαφάνειας, ευπρέπειας και ίσης μεταχείρισης. Αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των θυμάτων μέσα στη δικαστική διαδικασία, στην ανάγκη προστασίας της μνήμης των νεκρών και στην υποχρέωση των θεσμών να εγγυώνται ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Κώστας Αρβανίτης τόνισε ότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν είναι ένα αφηρημένο θεσμικό ζήτημα, αλλά αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών, συνδέοντάς την με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη γενικευμένη ανασφάλεια.
Όπως σημείωσε, «η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η θεσμική ευρυθμία απαξιώνονται σταθερά και μεθοδευμένα», υποστηρίζοντας ότι η αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων και της λογοδοσίας οδηγεί σε βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «η απαξίωση των θεμελιακών αρχών υπήρξε πάντα κεντρική πολιτική προτεραιότητα και επιλογή των απανταχού καθεστωτικών».
Αναφερόμενος στην πολιτική κατάσταση στη χώρα, έκανε λόγο για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που, όπως είπε, «οι ιστορικοί του μέλλοντος θα περιγράψουν», ενώ οι συνέπειές του βιώνονται ήδη από τους πολίτες. «Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε Νέα Δημοκρατία, δεν έχουμε Δημοκρατία», τόνισε.
Παράλληλα υπογράμμισε ότι η απάντηση στην κρίση δημοκρατίας και θεσμών βρίσκεται στη συγκρότηση μιας ισχυρής προοδευτικής εναλλακτικής. Όπως ανέφερε, «η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις που μας έφεραν εδώ», αλλά η συσπείρωση της Αριστεράς και των δημοκρατικών δυνάμεων γύρω από ένα σχέδιο με κοινωνική δικαιοσύνη, διαφάνεια και πραγματική προστασία των δικαιωμάτων.
Αναφερόμενος στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2025 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας υπήρξε ο εισηγητής, υπογράμμισε ότι η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στις διαπιστώσεις της για τη Δικαιοσύνη, τη διαφθορά, την ελευθερία του Τύπου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και στο γεγονός ότι αποτέλεσε προϊόν ευρείας δημοκρατικής συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ο Αντιπρόεδρος της Left σημείωσε ότι η διαδικασία που οδήγησε στην υπερψήφιση της Έκθεσης απέδειξε πως οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και των θεσμών απέναντι στις τάσεις αυταρχισμού και οπισθοδρόμησης.
Όπως ανέφερε, η Έκθεση αποτέλεσε «μια έμπρακτη απόδειξη ότι στις προοδευτικές δυνάμεις υπάρχει σφυγμός, ωριμότητα και δυνατότητα να γείρουν την πλάστιγγα» απέναντι στην υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων.
Χαιρετισμό μέσω βίντεο απηύθυνε η ευρωβουλεύτρια Έλενα Κουντουρά, η οποία τόνισε ότι η ασφάλεια των πολιτών στις μετακινήσεις τους συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικού και συστηματικού ελέγχου και δράσης. Υπογράμμισε ότι έχει αποδειχθεί πως στην Ελλάδα παραβιάζονται πέντε ευρωπαϊκοί κανονισμοί και δύο ευρωπαϊκές οδηγίες για τη σιδηροδρομική ασφάλεια, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική προστασία της ζωής των πολιτών.
Ο Χρήστος Ράμμος, πρώην Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπογράμμισε ότι η σημερινή κατάσταση του κράτους δικαίου δημιουργεί λόγους έντονης ανησυχίας, καθώς «η δημοκρατία δεν είναι στα καλύτερά της» και η γενικότερη εικόνα είναι τέτοια που «χτυπούν συναγερμοί».
Αναφερόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών, χαρακτήρισε την απόφαση του Αρείου Πάγου για τη μη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ως «ακατανόητη» και σημείωσε ότι αποτελεί συνέχεια μιας σειράς εξελίξεων που έχουν προκαλέσει απογοήτευση για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Όπως τόνισε, «η ελληνική Δικαιοσύνη δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί σε αυτό που ζητά το λειτούργημά της» όταν κρίνονται υποθέσεις μείζονος δημοκρατικού ενδιαφέροντος.
Ο κ. Ράμμος υπογράμμισε ότι η δυσανεξία απέναντι σε αποφάσεις που δεν είναι αρεστές στους κυβερνώντες υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, ενώ αναφέρθηκε και στον κίνδυνο της απαξίωσης της δημοκρατίας και της διάδοσης ενός μισαλλόδοξου λόγου απέναντι στους αδύναμους και στις ευάλωτες ομάδες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις υποκλοπές, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ίδια την παρακολούθηση, αλλά και το γεγονός ότι τεράστιος όγκος προσωπικών δεδομένων πολιτών βρίσκεται σε άγνωστα χέρια, γεγονός που δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική λειτουργία.
Τέλος, υπογράμμισε ότι χωρίς κράτος δικαίου, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, μια χώρα οδηγείται σε κοινωνικές εντάσεις και σε ένα μοντέλο όπου κυριαρχεί η διαφθορά αντί της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, με τη σειρά του, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση των Προσφυγικών και στη δραματική κατάσταση του απεργού πείνας Αριστοτέλη Χαντζή, τονίζοντας την ανάγκη οι λύσεις να προκύπτουν μέσα από τον διάλογο και τη συμμετοχή της ίδιας της κοινότητας. Όπως σημείωσε, η δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμοί, αλλά και καθημερινή πράξη: η προστασία της στέγης, των δημόσιων αγαθών, της κοινωνικής συνοχής και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Μίλησε για τη «δημοκρατία της καθημερινότητας», που δοκιμάζεται στη γειτονιά, στο σχολείο, στον δημόσιο χώρο και στις υπηρεσίες που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών.
Αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, υπογράμμισε την ανάγκη να μπουν όροι κοινωνικής δικαιοσύνης και βιωσιμότητας στην τεχνολογική ανάπτυξη, σημειώνοντας ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα «ποιος θα βάλει φρένο στους ολιγάρχες που ελέγχουν τα data centers» και να διασφαλιστεί ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν θα γίνεται εις βάρος του περιβάλλοντος και της κοινωνίας.
Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, ανέδειξε τη σύνδεση του κράτους δικαίου με την προστασία των δικαιωμάτων, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη δημοκρατική αρχή. Όπως τόνισε, η ελληνική Δικαιοσύνη βρίσκεται σε κρίση, με υποθέσεις όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ να πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Αναφερόμενη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «η κυρία Κοβέσι προσπαθεί να κάνει το έργο που ίσως δεν θα χρειαζόταν να κάνει, αν το έκανε κάποιος εγχώριος δικαστικός λειτουργός».
Η κα. Καμτσίδου υπογράμμισε ότι «βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή», καθώς η υπονόμευση του κράτους δικαίου αποδυναμώνει τη δημοκρατία και ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών και αυταρχικών αντιλήψεων. Παράλληλα, πρότεινε θεσμικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, την αναμόρφωση του συστήματος ευθύνης υπουργών και την ενδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία.
Κλείνοντας, κάλεσε τις προοδευτικές δυνάμεις να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό σχέδιο δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Η Κατερίνα Παπανικολάου, δικηγόρος και πρώην μέλος της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος, επισημαίνοντας πως δεν μπορεί να γίνει ο επιβεβλημένος αμοιβαίος έλεγχος μεταξύ των θεσμών, εξαιτίας της παντοδυναμίας της πολιτικής εξουσίας. Αναφερόμενη στη σωρεία σκανδάλων, υπογράμμισε πως η πλειοψηφία δεν μπορεί να αρνείται να κληθούν μάρτυρες επειδή «δεν τους θεωρεί κρίσιμους» ενώ τόνισε πως «δεν είναι τυχαίο που οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη».
Ολοκληρώνοντας, η κα. Παπανικολάου εξέφρασε την άποψη της, πως οι κυβερνητικές πρακτικές του διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης έχουν κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτή.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης αναφέρθηκε στη δική του εμπειρία από την υπόθεση των υποκλοπών, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των θεσμικών αντιβάρων. Όπως ανέφερε, όταν προσέφυγε στην ΑΔΑΕ ζητώντας ενημέρωση για ενδεχόμενη παρακολούθησή του, στις 12 Αυγούστου 2020, η παρακολούθηση διακόπηκε την ίδια ημέρα.
Αναφερόμενος στους χειρισμούς της υπόθεσης, σημείωσε ότι η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς έχει γίνει πλέον αντιληπτή από την κοινωνία, ενώ τόνισε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις παρακολουθήσεις, αλλά και τα δεδομένα που συλλέχθηκαν και παραμένουν σε άγνωστα χέρια. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της δημοσιογραφικής έρευνας και της κοινωνικής πίεσης στην αποκάλυψη της υπόθεσης.
Κλείνοντας, άσκησε κριτική στον τρόπο σύνταξης των ετήσιων εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, σημειώνοντας ότι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που παρέχουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις και όχι σε μια ανεξάρτητη αποτύπωση της πραγματικότητας από την κοινωνία των πολιτών και τους θεσμούς ελέγχου.
Ο Νίκος Κολοκοτρώνης, δικηγόρος και γεωγράφος και μέλος της Επιτροπής για την ανάδειξη και υπεράσπιση της Κοινότητας των Προσφυγικών και της συλλογικής τους μνήμης αναφέρθηκε στο ζήτημα των Προσφυγικών και την κινητοποίηση κομμάτων, φορέων και απλών πολιτών στην διατήρηση τους και τη στήριξη τους στο αγώνα του Α. Χαντζή.
Ο κ. Κολοκοτρώνης υπογράμμισε πως στα Προσφυγικά κατοικούν περισσότεροι από τετρακόσιοι άνθρωποι από είκοσι επτά χώρες και οποίοι, όπως υποστηρίζει αντιμετωπίζονται με καταστολή από τις αστυνομικές αρχές, προληπτικές προσαγωγές και βιαιότητα, ακόμη και ενάντια σε παιδιά ενώ αποκάλυψε πως για το θέμα των Προσφυγικών έχει ήδη παρέμβει ειδικός εισηγητής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για θέματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δικαίωμα στη στέγη.
Τις ομιλίες έκλεισε ο κ. Δήμος Καραβόλτσης, κάτοικος των Προσφυγικών, ο οποίος δήλωσε χαρακτηριστικά πως « παίρνουμε ρίσκα για μεγάλες επενδύσεις, όχι όμως για την κοινωνική πολιτική» ενώ στην ενδεχόμενη βίαιη «αντεπίθεση» της κυβέρνησης στο ζήτημα, επέμεινε πως «επίθεση στα Προσφυγικά είναι επίθεση στην ίδια την αστική δημοκρατία».
Σύντομες παρεμβάσεις κατέθεσαν η Λούκα Κατσέλη, Ομ.Καθηγήτρια ΕΚΠΑ και πρώην υπουργός και ο Θεόδωρος Μαντάς, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Οι ομιλητές ανέδειξαν τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία της εξουσίας, τις υποκλοπές, την ελευθερία του Τύπου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Σωκράτης Φάμελλος, η Αντιπρόεδρος της Βουλής Όλγα Γεροβασίλη, η πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, καθώς και βουλευτές, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, της Νέας Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, της νομικής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών.
Νέα επίθεση στη ΝΔ για την στάση της στη συνταγματική αναθεώρηση, εγκαλώντας την ότι χρησιμοποιεί το Σύνταγμα και την διαδικασία αναθεώρησης για να εξυπηρετήσει τους δικούς της μικροκομματικούς σχεδιασμούς, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θεόφιλος Ξανθόπουλος, μιλώντας στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης.
“Μιλάμε για προσχηματική αναθεώρηση, για εργαλειακή χρήση της διαδικασίας. Και κάθε συνεδρίαση αυτή η πεποίθηση μας ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Εκτίμησή μας είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον από την κυβέρνηση για την αναθεώρηση ώστε ο καταστατικός χάρτης να αποτελέσει την κατεύθυνση της χώρας για τα επόμενα χρόνια, αλλά είναι μια άσκηση επί χάρτου ώστε να εξυπηρετήσετε τις μικροκομματικές σας προτεραιότητες και με αυτή την έννοια αισθανόμαστε δικαιωμένοι που δεν σας δίνουμε λευκή επιταγή στην διαδικασία αυτή”, υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στο υπό συζήτηση άρθρο 30 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), επισήμανε μεταξύ άλλων: “Ζητά η ΝΔ να εκλέγεται για μια θητεία. Δεν μπορείτε να υιοθετείτε την αρχιτεκτονική του Συντάγματος του 1975 και τα βασικά στοιχεία του να μεταλλάσσονται τόσο πολύ που να υποβαθμίζονται ως μη υπάρχοντα. Η απομείωση του κύρους του θεσμού του ΠτΔ είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να το αφήσουμε σε συγκυριακή πλειοψηφία. Η υπόθεση της εκλογής του ΠτΔ μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2019 πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το βήμα προς τη φθορά, το επεκτείνετε τώρα με τη μια θητεία, 6ετούς διάρκειας και ελάχιστες δυνατές ψήφους. Σας καλώ να δείτε πώς ξεκίνησε το 1975 και πώς καταλήγει το 2030 ο θεσμός”.
“Πιστεύετε ότι με μια θητεία ενισχύεται αυτός ο ενοποιητικός ρόλος του θεσμού του ΠτΔ; Μετά την υφαρπαγή, την αλλαγή πορείας που κάνατε στην αναθεωρητική Βουλή το 2019, ενισχύσατε την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος; Ο ΠτΔ με τις πολύ λίγες ψήφους που θα εκλέγεται και που ουσιαστικά θα είναι άμεσα εξαρτώμενος από την εκάστοτε, ούτε καν πλειοψηφία, μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του; Και γιατί παίρνετε την ευθύνη να μην ανανεώνετε την θητεία ενός επιτυχημένου προέδρου;”, ήταν τα κρίσιμα και αναπάντητα ερωτήματα που απηύθυνε προς την κυβερνητική πλειοψηφία.
Όσον αφορά το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος για προκήρυξη εκλογών με επίκληση εθνικού θέματος, ο κ. Ξανθόπουλος τόνισε χαρακτηριστικά: “Δεν είναι ένα προνόμιο του πρωθυπουργού, πέραν των παραδεδεγμένων, κατά τη κρίση του να μπορεί να προκηρύσσει εκλογές, επικαλούμενος εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, το οποίο μπορεί να είναι η κατάσταση της οικονομίας; Και αυτό το άρθρο σε ένα αμιγώς πρωθυπουργικό σύστημα δεν ενισχύει υπέρμετρα τα προνόμια του πρωθυπουργού και υπονομεύει την φερεγγυότητα και σοβαρότητα των συνταγματικών διατάξεων”.
Για το άρθρο 44 σχολίασε μεταξύ άλλων: “Με βάση την χθεσινή καταδίκη της κ. Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου, θεωρείτε ότι το ψηφιακό δημοψήφισμα είναι μια αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας; Θεωρείτε ότι στις συνθήκες που βιώνει η χώρα, με φαινόμενα που έχουν και ποινικές διαστάσεις, μπορούμε να περάσουμε σε συνθήκες ψηφιακού δημοψηφίσματος;” Και μιλώντας για τον θεσμό του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας, παρατήρησε: “Αδιαφορήσατε προκλητικά για αυτή τη δυνατότητα που δίνει το Σύνταγμα. Πώς να δεχτούμε ότι είστε καλών προθέσεων όταν αυτή την ευχέρεια που είχατε να θεσμοθετήσετε το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, την αφήσατε στα αζήτητα. Και δεν το κάνατε γιατί διακατέχεστε από βαθιά συντηρητική αντίληψη και φοβάστε τη δυναμική που μπορεί να αναπτύξει ένα λαϊκό αίτημα και κάνατε σαν μην υπάρχει”, συνέχισε.
Κατέθεσε τέλος τη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για ρητή κατοχύρωση του θεσμού του δημοψηφίσματος μετά από λαϊκή πρωτοβουλία, σύμφωνα με την οποία ο ΠτΔ προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα από 100.000 εκλογείς.
Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής:
Α) Η συνταγματική ιστορία του ελληνικού λαού και οι συνταγματικοί αγώνες του για Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιώματα και Κοινωνικό Κράτος αποτυπώνονται διαχρονικά στα Συντάγματα, και στο ισχύον Σύνταγμα, η θεμελίωση και η εφαρμογή του οποίου γίνονται «στο όνομα του ελληνικού λαού».
Στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι αναγκαίες ευρείες συναινέσεις. Όμως στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατόν αυτές να διαμορφωθούν και λόγω του περιεχομένου της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και λόγω της απουσίας οποιασδήποτε προεργασίας και του ασφυκτικού χρονικού διαστήματος για τη συζήτησή της που επεβλήθη από την κυβερνώσα πλειοψηφία.
Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση εργαλειοποιείται, έχοντας ενταχθεί στο προεκλογικό οπλοστάσιο της ΝΔ.
Επιπλέον, μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιδιώκεται ο αποπροσανατολισμός από τα ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ορισμένα εκ των οποίων, θα μπορούσαν να τύχουν συνταγματικής κάλυψης.
Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο, μέσω του οποίου ρυθμίζεται η λειτουργία των κρατικών θεσμών και κατοχυρώνονται οι ελευθερίες των πολιτών. Σ΄αυτό αποτυπώνεται ένας συγκεκριμένος ιστορικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, εκφράζονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια,εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωή και αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.
Για το λόγο αυτό, η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών, αλλά ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, για το ποιο κράτος επιδιώκεται να οικοδομηθεί.
Β) (Άρθρα 5-5Α ή 5Β, 14, 15): Η δημοκρατία και η συνταγματική παράδοση έχουν ιστορικά συνδεθεί με την κατοχύρωση και την ελεύθερη άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και την προστασία τους έναντι της εκτελεστικής εξουσίας-της κυβέρνησης .
Η καταπολέμηση των διακρίσεων, πλέον των όσων ήδη αναφέρονται στο ισχύον Σύνταγμα, και λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής ή αναπηρίας, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αντιμετώπισης των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής αποτελούν κεντρικά ζητήματα.
Με την κυβερνητική πρόταση εισάγεται συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, με τη θετική διατύπωση ότι η ΑΙ οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας.
Όμως η διαχείριση της τεχνολογικής εξέλιξης δεν είναι ουδέτερη.
Η ουσιαστική συνταγματική πρόκληση δεν είναι να δηλωθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη «πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία», αλλά να κατοχυρωθούν:
το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει πότε αξιολογείται από αλγόριθμο,
το δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης αυτοματοποιημένων αποφάσεων,
η απαγόρευση αλγοριθμικών διακρίσεων,
η προστασία των εργαζομένων από συστήματα ψηφιακής επιτήρησης,
ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.
Η πραγματική απειλή δεν προέρχεται από την τεχνολογία καθαυτή αλλά από τον τρόπο που οι «κυρίαρχοι» κύκλοι την διαχειρίζονται, από τη συγκέντρωση δεδομένων και ισχύος σε κράτη και πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Επομένως, ένα προοδευτικό Σύνταγμα, εκτός από την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου από τις Ανεξάρτητες Αρχές, που η λειτουργία τους υπονομεύεται από τη σημερινή κυβέρνηση, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ευθέως τις νέες μορφές ψηφιακής εξουσίας.
Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνον από αυταρχικές κρατικές-κυβερνητικές πρακτικές, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης σε πανίσχυρα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες-όμιλοι εταιρειών μπορούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη δημόσια σφαίρα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πρέπει να αντιμετωπίζονται με συνταγματικές προβλέψεις που ενισχύουν τον κοινωνικό έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και επιτρέπουν στο κράτος να παρεμβαίνει υπέρ του γενικού συμφέροντος.
Γ) (Άρθρο 15): Στην πρόταση, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υφίσταται πρόβλεψη για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και την προαγωγή της πολυφωνίας στην ενημέρωση.
Πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένα μέτρα και περιορισμοί, που να συνδέονται με τρόπους ελέγχου και τήρησής τους. Είναι αναγκαίες η απαγόρευση υψηλής συγκέντρωσης ιδιοκτησίας, η διαπλοκή οικονομικής και μιντιακής ισχύος, η εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η επισφαλής εργασία των δημοσιογράφων.
Σε μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσαν να προταθούν ενδεικτικά συνταγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, αυστηρότεροι περιορισμοί στη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης, διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ, ενίσχυση της συντακτικής ανεξαρτησίας, προστασία των δημοσιογράφων από τον εργοδότη τους-την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και από στρατηγικές αγωγές φίμωσης (slapps).
Οι κυρώσεις για την παραβίαση των εν λόγω προβλέψεων μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων.
Στην πρόταση της ΝΔ προβλέπεται, η αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Μήπως αυτή η διατύπωση δείχνει το δρόμο για την απάλειψη ακόμη και αυτών των όρων-περιορισμών.
Δ) (Άρθρο 16): Η ΝΔ «κόπτεται» εδώ και χρόνια για την κατάργηση του άρθρου 16 («κοιμάται και ξυπνάει» μ΄ αυτό τον καημό), η ρητή και απολύτως σαφής διατύπωση του οποίου επιβάλλει, η ανώτατη εκπαίδευση να παρέχεται αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και να απαγορεύεται να παρέχεται από ιδιώτες.
Το εν λόγω άρθρο έχει παραβιαστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ, με τη συνέργεια της Δικαιοσύνης, μέσω της γνωστής απόφασης του Σ.τ.Ε.
Το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο ως προς την εκπαίδευση.
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν περιορίστηκε στην κατοχύρωση ενός ατομικού δικαιώματος στην (ανώτατη) εκπαίδευση. Διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πρότυπο οργάνωσής της.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η παροχή της δεν συνιστά εμπόρευμα, αλλά κοινωνικό αγαθό που δεν υπάγεται στη λογική-στους όρους της αγοράς-του κέρδους.
Όμως, την ομιλία του εισηγητή και των ομιλητών της ΝΔ διατρέχουν η αντίληψη αγοράς για την ανώτατη εκπαίδευση (ο όρος- η λέξη «αγορά» διατρέχει το σύνολο της τοποθέτησής τους), χωρίς να περιέχουν τίποτα για το περιεχόμενο των σπουδών.
Ποιο πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης επιλύεται με την αναθεώρηση του άρθρου 16;
Δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής πειστική απάντηση.
Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν οφείλονται στο άρθρο 16.
Η υποστελέχωση των πανεπιστημίων δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Η έλλειψη φοιτητικών εστιών δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Οι περιορισμένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις δεν οφείλονται στο άρθρο 16.
Η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν πεδία άσκησης δημόσιας-κυβερνητικής πολιτικής.
Κατά συνέπεια, η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της κυβερνητικής πολιτικής.
Το Σύνταγμα αντιμετωπίζει το άρθρο 16 ως θεσμική εγγύηση, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.
Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι τα κατ΄ ευφημισμόν μη κρατικά πανεπιστήμια, στην πραγματικότητα ιδιωτικά, θα είναι μη κερδοσκοπικά.
Ακόμη και αν υποτεθεί, ότι αυτό ισχύει, το ερώτημα παραμένει.
Ποιος εγγυάται, ότι σε βάθος χρόνου δεν θα αναπτυχθούν μηχανισμοί οικονομικής διαφοροποίησης;
Ποιος εγγυάται, ότι η πρόσβαση σε αυτά τα ιδρύματα δεν θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των οικογενειών;
Ποιος εγγυάται ότι δεν θα μεταφέρονται προτεραιότητες και πόροι από το δημόσιο προς το μη κρατικό σύστημα, όπως θα λέγεται κατ΄ ευφημισμόν, το ιδιωτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης;
Τι θα απογίνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια;
Η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς ένας εκπαιδευτικός θεσμός.
Λειτούργησε ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.
Υπήρξε το μέσον, με το οποίο παιδιά αγροτών, εργατών, υπαλλήλων και μικρομεσαίων οικογενειών απέκτησαν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και συνακόλουθα στην επιστήμη και στην κοινωνική ανέλιξη.
Αυτή η ιστορική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι άσχετη με το άρθρο 16, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαιολογητικές βάσεις της συνταγματικής του προστασίας.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν είναι τεχνική.
Είναι έντονα πολιτική.
Το ερώτημα δεν είναι, αν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μη κρατικό πανεπιστήμιο.
Το ερώτημα είναι, αν θα εγκαταλειφθεί η συνταγματική αρχή ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται ισότιμα προς όλους αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι μία τέτοια εγκατάλειψη είναι αναγκαία.
Η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερη επένδυση στο δημόσιο πανεπιστήμιο, περισσότερη έρευνα, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερες εστίες και περισσότερους διδάσκοντες.
Η απάντηση στις αδυναμίες του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι η συνταγματική υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι η ενίσχυση και η αναβάθμισή του.
Η Βουλή πρέπει να απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 και να μην αποδεχθεί την κήρυξή του ως αναθεωρητέου.
Ε) (Άρθρο 17)
Το άρθρο 17 αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας και αποτελεί έναν από τους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού φιλελευθερισμού.
Η προοδευτική κριτική δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει όμως ότι η ιδιοκτησία δεν είναι απόλυτο δικαίωμα αλλά θεσμός με κοινωνική διάσταση.
Επομένως, μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσε να ενισχύσει: την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δυνατότητα κοινωνικών απαλλοτριώσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των φυσικών πόρων από αμιγώς κερδοσκοπική εκμετάλλευση.
Το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει όχι μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και όσους αποκλείονται από την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία και η γη.
Τα δημόσια αγαθά, το νερό και η ενέργεια πρέπει να τελούν υπό τον άμεσο και απόλυτο έλεγχο του κράτους.
ΣΤ) (Άρθρο 21) Η αναθεώρηση του άρθρου 21 του Συντάγματος αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη δοκιμασία για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επικείμενης συνταγματικής μεταρρύθμισης. Και αυτό διότι το άρθρο 21 δεν είναι μια οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Είναι το θεμέλιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Είναι η διάταξη που προστατεύει την οικογένεια, την υγεία, τα άτομα με αναπηρία, τη μητρότητα, την παιδική ηλικία και, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί και η ύπαιθρος χώρα (η περιφέρεια), η οποία ερημώνει.
Συνιστά γενική ρήτρα, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας γίνεται με το ισχύον άρθρο 106 για την ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και την περιφερειακή ανάπτυξη, τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν η συνταγματική κατοχύρωση όλων αυτών των στοιχείων δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος και αγώγιμες αξιώσεις για τους πολίτες ή αν αυτή περιορίζεται σε ένα συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.
Με την κυβερνητική πρόταση προτείνεται η προσθήκη δύο νέων στοιχείων: της κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη και της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης κατά το σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Πρόκειται ασφαλώς για ζητήματα που ανταποκρίνονται σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, αν οι όροι αυτοί είναι θετικοί. Αλλά αν η συνταγματική τους κατοχύρωση δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος ή αν περιορίζεται σε έναν συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.
Η διαφορά είναι έντονα πολιτική. Άλλο πράγμα είναι η κρατική μέριμνα και άλλο η κατοχύρωση ενός κοινωνικού δικαιώματος. Η πρώτη αφήνει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη. Η δεύτερη δημιουργεί θεσμικές δεσμεύσεις και καθιστά το κράτος υπόλογο έναντι των πολιτών.
Τα κοινωνικά δικαιώματα αποκτούν αξία μόνον όταν παράγουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την κρατική εξουσία. Αν όχι,υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσουν περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως συνταγματικός κανόνας.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η απουσία πρόβλεψης για τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η πανδημία απέδειξε, ότι η δημόσια υγεία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική πρόταση δεν φαίνεται να αναβαθμίζει συνταγματικά το ΕΣΥ.
Η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα του 2026 η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια των νέων εργαζομένων και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν απλώς κοινωνικά προβλήματα. Αποτελούν προκλήσεις για την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών.
Γι’ αυτό και η μεγάλη αδυναμία της προτεινόμενης κυβερνητικής αναθεώρησης είναι, ότι αντιμετωπίζει τα κοινωνικά δικαιώματα περισσότερο ως πεδίο κρατικής μέριμνας παρά ως πεδίο συνταγματικά εγγυημένων αξιώσεων των πολιτών. Η κατοικία εμφανίζεται ως αντικείμενο πολιτικής φροντίδας και όχι ως δικαίωμα. Η υγεία-το ΕΣΥ παραμένει χωρίς ειδική συνταγματική θωράκιση. Η διαγενεακή δικαιοσύνη εισάγεται χωρίς σαφές κανονιστικό περιεχόμενο.
Το άρθρο 21 θα μπορούσε να μετατραπεί από διάταξη κρατικής μέριμνας σε διάταξη κοινωνικής εγγύησης.αποτελώντας ιστορική ευκαιρία για την αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους στην εποχή της στεγαστικής κρίσης, της δημογραφικής συρρίκνωσης και των νέων ανισοτήτων..
Ζ) Άρθρο 24
Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού οικοδομήματος. Από τη θέσπισή του το 1975 και ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, κατοχύρωσε την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ως συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα των πολιτών. Τίθενται φραγμοί στην άναρχη δόμηση, στην καταστροφή των δασών και στην υποβάθμιση των κοινών φυσικών αγαθών.
Η παράκαμψη παγίων εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένη υποβάθμιση των ελεύθερων χώρων και των κοινών αγαθών.
Πρέπει να ενισχυθούν οι εγγυήσεις για το περιβάλλον και τη στέγη. Να αποτραπεί η εργαλειοποίηση της συνταγματικής προστασίας τους προς όφελος ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.
Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα για νέα αναθεώρηση του άρθρου 24 προκαλεί εύλογες ανησυχίες. Αν και οι υποστηρικτές της προβάλλουν ως στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων, την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και την καλύτερη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η ουσία των προτεινόμενων αλλαγών φαίνεται να μετατοπίζει τη συνταγματική ισορροπία υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευσης και εις βάρος της περιβαλλοντικής προστασίας.
Χαρακτηριστική περίπτωση, η εγκατάσταση ΑΠΕ οπουδήποτε, χωρίς να εξαιρούνται οι περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, οι περιοχές natura, η γη υψηλής παραγωγικότητας.
Το περιβάλλον δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση μιάς βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Η κλιματική κρίση, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η απώλεια βιοποικιλότητας καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση, και όχι την αποδυνάμωση, των συνταγματικών εγγυήσεων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα κράτη που υποβάθμισαν τους μηχανισμούς περιβαλλοντικού ελέγχου αντιμετώπισαν μακροπρόθεσμα υψηλότερο οικονομικά και κοινωνικά κόστος.
Η κυβερνητική πρόταση φαίνεται να ενισχύει την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον πρέπει να υποχωρεί όταν συγκρούεται με επενδυτικές επιδιώξεις.
Αυτό αφορά και τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Η ελληνική εμπειρία έχει αποδείξει ότι κάθε χαλάρωση των συνταγματικών φραγμών συνοδεύεται από πιέσεις για αλλαγή χρήσεων γης, νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και επέκταση της οικοδομικής δραστηριότητας. Τα δάση δεν αποτελούν μόνον οικολογικό κεφάλαιο, αλλά και κρίσιμη υποδομή προστασίας έναντι της κλιματικής κρίσης. Συγκρατούν νερά, μειώνουν τις θερμοκρασίες, προστατεύουν τη βιοποικιλότητα και λειτουργούν ως φυσικές ασπίδες απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Η συνταγματική προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από πρόσκαιρες αναπτυξιακές επιδιώξεις.
Η σχετική συζήτηση φαίνεται να στηρίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε περιβαλλοντική προστασία είτε ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες οικονομίες που επενδύουν στην πράσινη μετάβαση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην κυκλική οικονομία και στην ανθεκτικότητα έναντι της κλιματικής αλλαγής αναπτύσσονται βιώσιμα.
Συμπερασματικά, η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την κατεύθυνση της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση των εγγυήσεων προς όφελος της ταχύτερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και της γης, αλλά η προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις της εποχής της κλιματικής κρίσης.
Σε μία μέρα, με διαφορά λίγων ωρών, η καταδίκη της κ. Ασημακοπούλου για το email-gate και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον κ. Αβραμόπουλο για το Qatargate επιβεβαιώνουν ότι η περιβόητη «αριστεία» της ΝΔ έχει μόνιμη έδρα στις δικαστικές αίθουσες.
Επιβεβαιώνουν και τη σχέση της κυβέρνησης με πρακτικές διαπλοκής. Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι πια κόμμα. Είναι πινάκιο δικαστηρίου με γαλάζιο λογότυπο.
Το ερώτημα, πλέον, είναι απλό: όταν έρθει η ώρα, οι κυβερνητικοί βουλευτές θα ψηφίσουν την άρση ασυλίας του κ. Αβραμόπουλου ή θα προχωρήσουν σε άλλη μια επιχείρηση συγκάλυψης;
Η Κάγια Κάλλας απάντησε στην πρόσφατη ερώτηση του Αντιπροέδρου της Left, Κώστα Αρβανίτη, για την επιβολή της θανατικής ποινής από τα ισραηλινά δικαστήρια εις βάρος αποκλειστικά των Παλαιστινίων, αποκαλώντας το νομοσχέδιο σοβαρή οπισθοδρόμηση και υπενθυμίζοντας τις υποχρεώσεις του Ισραήλ βάσει της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ.
Στην απάντηση της Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας αναφέρονται τα ανεπαρκή ημίμετρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει η ΕΕ κατά του Ισραήλ επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά την αντίφαση της ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στο Ισραήλ.
Πριν από λίγες μέρες στο Μεξικό, η Ύπατη Εκπρόσωπος είπε την αλήθεια και παρομοίασε το Ισραήλ με το καθεστώς απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής. Το Τελ Αβίβ επιβεβαίωσε ότι έχει μετατρέψει τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη σε φυλακή με την απαγόρευση εισόδου και την απέλαση των Ελλήνων συνδικαλιστών, οι οποίοι τηρώντας όλες τις νόμιμες διαδικασίες επρόκειτο να επισκεφθούν τη Ραμάλα.
Το Ισραήλ μονομερώς διέκοψε κάθε επαφή με την Κάγια Κάλας περιφρονώντας για μία ακόμη φορά την ευρωπαϊκή διπλωματία και τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η Συμφωνία Ένωσης ΕΕ – Ισραήλ.
Τι περιμένει η ΕΕ για να αναστείλει τη Συμφωνία Ένωσης, την οποία έχει κάνει κουρελόχαρτο η κυβέρνηση του Νετανιάχου; Η LEFT το ζητά εδώ και δύο χρόνια σε συνδυασμό με επιβολή εμπάργκο όπλων. Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο πίεσης για να σταματήσουν τα εγκλήματα των Ισραηλινών εις βάρος του παλαιστινιακού λαού.
Ακολουθούν η ερώτηση του Κ. Αρβανίτη και η απάντηση της Κ. Κάλλας:
Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-001333/2026/rev.1
προς την Επιτροπή
Άρθρο 144 του Κανονισμού
Κωνσταντίνος Αρβανίτης (The Left)
Θέμα: Ισραήλ: θανατική ποινή και φυλετικές διακρίσεις
Το ισραηλινό κοινοβούλιο νομοθέτησε στις 30 Μαρτίου 2026 την επιβολή θανατικής ποινής με απαγχονισμό για όποιον προκαλεί σκόπιμα τον θάνατο ενός ατόμου με σκοπό να βλάψει έναν Ισραηλινό πολίτη ή κάτοικο από πρόθεση να θέσει τέρμα στην ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ.
Η προϋπόθεση «άρνησης ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ» πρακτικά εξαιρεί τη συντριπτική πλειονότητα των Εβραίων και καθιστά τον νόμο de facto μέσο απαράδεκτης και στοχευμένης φυλετικής διάκρισης σε βάρος των Παλαιστινίων, όπως έγινε αντιληπτό και από δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών αξιωματούχων κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία.
Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε την Ένωση Πολιτικών Δικαιωμάτων του Ισραήλ να υποβάλει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, επικαλούμενη «προμελετημένη διάκριση», και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη να καταδικάσουν επισήμως τον νόμο. Σε έντονες καταγγελίες έχουν επίσης προβεί η ΕΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο OHE και πλήθος διεθνών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ερωτάται η Επιτροπή:
1. Ποιες είναι οι άμεσες έμπρακτες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί σχετικά με το ζήτημα αυτό;
2. Θα συνεχίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να χρηματοδοτεί τρίτο κράτος το οποίο παραβιάζει κατάφωρα, επανειλημμένα και αποδεδειγμένα τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της;
Κατάθεση: 31.3.2026
E-001333/2026
Απάντηση της ύπατης εκπροσώπου / αντιπροέδρου κ. Kallas
εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(22.6.2026)
Η θέση της ΕΕ σχετικά με τη θανατική ποινή ήταν ανέκαθεν σαφής: η ΕΕ αντιτίθεται στη θανατική ποινή σε όλες τις περιπτώσεις και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Το Ισραήλ τηρούσε εδώ και καιρό de facto μορατόριουμ τόσο για τις εκτελέσεις όσο και για την επιβολή της θανατικής ποινής, δίνοντας έτσι το παράδειγμα στην περιοχή παρά το πολύπλοκο περιβάλλον ασφαλείας. Η πρόσφατη υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη θανατική ποινή από το ισραηλινό κοινοβούλιο συνιστά σοβαρή υπαναχώρηση από την πρακτική αυτή και τις δεσμεύσεις του ίδιου του Ισραήλ. Η ΕΕ ανησυχεί βαθύτατα για τον de facto μεροληπτικό χαρακτήρα του νομοσχεδίου και, εξ όσων έχουν γίνει γνωστά, προκύπτει ότι ο νόμος έχει πλέον προσβληθεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τις προσπάθειές της σε παγκόσμιο επίπεδο για την καθολική κατάργηση της θανατικής ποινής, η ΕΕ καλεί μετ’ επιτάσεως το Ισραήλ να συμμορφωθεί με την προηγούμενη θέση αρχής του και με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του διεθνούς δικαίου, καθώς και με τη δέσμευσή του υπέρ των δημοκρατικών αρχών, όπως αποτυπώνεται μεταξύ άλλων στις διατάξεις της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ. Η θέση της ΕΕ αποτυπώθηκε σαφώς στη δήλωση που εξέδωσε στις 31 Μαρτίου 2026 η ύπατη εκπρόσωπος / αντιπρόεδρος (ΥΕ/ΑΠ) εξ ονόματος της ΕΕ. Η ΥΕ/ΑΠ έθεσε επίσης το ζήτημα στον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, αφού η πλειονότητα των κρατών μελών υποστήριξε επανεξέταση κατά την οποία εντοπίστηκαν πιθανές παραβιάσεις από το Ισραήλ των υποχρεώσεών του βάσει του άρθρου 2 της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ, η πρόεδρος της Επιτροπής ανακοίνωσε σειρά μέτρων στην ομιλία της για την κατάσταση της Ένωσης το 2025. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναστείλει η Επιτροπή το μεγαλύτερο μέρος της διμερούς χρηματοδότησης προς το Ισραήλ, με εξαίρεση τη χρηματοδότηση προς την κοινωνία των πολιτών και το Γιαντ Βασέμ. Πρόσθετα μέτρα, για τα οποία απαιτείται έγκριση από τα κράτη μέλη, βρίσκονται επί του παρόντος υπό συζήτηση στο Συμβούλιο.
Τα όσα συνέβησαν στη σημερινή συνεδρίαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, που είχε ως αντικείμενο την ακρόαση των υποψηφίων για τη νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου, αποτελούν ηχηρό μήνυμα προς την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για την τακτική χειραγώγησης που ασκεί εδώ και επτά χρόνια στον θεσμό της Δικαιοσύνης.
Συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση εμφανίστηκαν μόλις 5 από τους 11 αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, ενώ, από τους 14 Αρεοπαγίτες που συμμετείχαν στη διαδικασία επιλογής για τη θέση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσήλθαν μόνο οι 7. Πέραν των παραπάνω ηχηρών απουσιών, δύο αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου έστειλαν επιστολές, με τις οποίες επέκριναν την κυβέρνηση για την πρόθεσή της να παρακάμψει την ιεραρχία και να επιλέξει κάποιον που δεν ανήκει στους αρχαιότερους των δικαστικών λειτουργών.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως η δυσαρέσκεια στην ηγεσία της Δικαιοσύνης για τις πρακτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει φουντώσει. Η συγκάλυψη των δεκάδων σκανδάλων και η χειραγώγηση δεν μπορούν πλέον να γίνουν αποδεκτές. Το αίτημα για μια προοδευτική κυβέρνηση που θα αφήσει τη Δικαιοσύνη ελεύθερη να πράξει το έργο της γίνεται πλέον όλο και πιο επιτακτικό.
Αίτημα για την κλήση του Ιωάννη Σμυρλή, πρώην Γενικού Γραμματέα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας του Υπουργείου Εξωτερικών, κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.
Το αίτημα κατατίθεται ως συμπληρωματικό προς το αίτημα που κατατέθηκε στις 9 Ιουνίου 2026 για κλήση ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας των: Γρηγόρη Δημητριάδη, Παναγιώτη Κοντολέοντα, Ταλ Ντίλιαν και Μερόμ Χαρπάζ.
Στο αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ γίνεται αναφορά στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Βήμα της Κυριακής» (14 Ιουνίου 2026) με τίτλο «Υποκλοπές – Predator: Κρατική εμπλοκή» με το οποίο καταγγέλλεται ότι η εταιρεία των υποκλοπών, Intellexa (του Τ. Ντίλιαν) έχει στη διάθεσή της έγγραφα ελληνικών κρατικών υπηρεσιών με τη μορφή «συστατικής επιστολής», προκειμένου να διευκολυνθεί η εξαγωγή του σε τρίτες χώρες, με καταλυτική την εμπλοκή του Ιωάννη Σμυρλή, ως Γ.Γ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας, στις εξαγωγές του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.
Κατόπιν τούτου, τίθεται μετ’ επιτάσεως ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, ως προς τη διαφάνεια και λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών, το οποίο αφορά τη δημόσια ζωή, τη λειτουργία των Θεσμών αλλά και της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Αναλυτικά το αίτημα:
Αθήνα, 17 Ιουνίου 2026
Προς τον Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, κ. Αθανάσιο Μπούρα
Θέμα: Συμπληρωματική κλήση για ακρόαση στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, σύμφωνα με το άρθρο 43Α του Κανονισμού της Βουλής.
Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,
Το ζήτημα της λειτουργίας στην Ελλάδα παράνομου λογισμικού παρακολούθησης τύπου spyware, με την εμπορική ονομασία “predator”, με στόχο Μέλη της προηγούμενης Κυβέρνησης, Υπουργούς, Ανώτατους Κρατικούς Αξιωματούχους, τον Α/ΓΕΕΘΑ, Βουλευτές και στελέχη της Αντιπολίτευσης, Δικαστικών, πλήθος φυσικών προσώπων, Δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, απλών πολιτών άπτεται ευθέως της λειτουργίας των Θεσμών, της διαφάνειας της πολιτικής και γενικότερα της δημόσιας ζωής της χώρας, κατά την έννοια του άρθρου 43 Α ΚτΒ.
Σε συνέχεια του από 09.06.2026 απολύτως συναφούς αιτήματος μας για κλήση ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας των κ.κ. Γρηγόρη Δημητριάδη, Παναγιώτη Κοντολέοντα, Ταλ Ντίλιαν και Μερομ Χαρπάζ και ενόψει του δημοσιεύματος της εφημερίδας “Βήμα της Κυριακής”, στις 14 Ιουνίου 2026, με τίτλο “Υποκλοπές – Predator: Κρατική εμπλοκή”, με το οποίο καταγγέλλεται ότι η εταιρία των υποκλοπών, Intellexa του Τ. Ντίλιαν έχει στη διάθεσή της έγγραφα ελληνικών κρατικών υπηρεσιών με τη μορφή «συστατικής επιστολής», προκειμένου να διευκολυνθεί η εξαγωγή του σε τρίτες χώρες, με καταλυτική την εμπλοκή του Ι. Σμυρλή, ως ΓΓ Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας, στις εξαγωγές του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, τίθεται μετ’ επιτάσεως ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, ως προς τη διαφάνεια και λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών, το οποίο αφορά τη δημόσια ζωή, τη λειτουργία των Θεσμών αλλά και της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Επειδή περαιτέρω σύμφωνα με την υποπερ. ι. της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 43 Α του Κανονισμού της Βουλής: «Αντικείμενο της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας είναι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος επί των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 138Α, καθώς και η έρευνα και αξιολόγηση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη μελέτη και επεξεργασία προτάσεων, που συμβάλλουν στη διαφάνεια της πολιτικής και γενικότερα της δημόσιας ζωής της χώρας και η παρακολούθηση της εφαρμογής τους. […] Επίσης, στην επιτροπή θεσμών και διαφάνειας ανήκει ο κοινοβουλευτικός έλεγχος για τα ζητήματα που αφορούν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.). […] Η επιτροπή μπορεί να καλεί σε ακρόαση λειτουργούς του κράτους, καθώς και οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο για θέματα που αφορούν στη λειτουργία των θεσμών και της διαφάνειας, η προσέλευση των οποίων είναι υποχρεωτική. […]. Η επιτροπή έχει την εξουσία συλλογής πληροφοριών και εγγράφων και την εξουσία κλήσης και εξέτασης προσώπων με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 146 και 147.»
Ως εκ τούτων, αιτούμεθα τη συμπληρωματική κλήση ενώπιον της Επιτροπής και δη την ακρόαση σε κοινή συνεδρίαση μετά των κληθέντων δια του από 09 Ιουνίου 2026 αιτήματός μας του Ιωάννη Σμυρλή, ως πρώην Γενικού Γραμματέα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας του Υπουργείου Εξωτερικών.
Η προσφυγή της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρας Κοβέσι, κατά της απόφασης για τη θητεία των Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων είναι ακόμη ένα επεισόδιο σε μια αλυσίδα ενεργειών που δημιουργούν εμπόδια στο έργο ενός θεσμού, ο οποίος ερευνά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων στη χώρα μας.
Όσο οι αποκαλύψεις πληθαίνουν, τόσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει να αντιμετωπίζει ως πρόβλημα όχι το σκάνδαλο, αλλά την έρευνα για το σκάνδαλο.
Για άλλη μια φορά, ο δήθεν ευρωπαϊσμός της ΝΔ αποδεικνύεται αλά καρτ: επικαλείται την Ευρώπη όταν τη βολεύει και αμφισβητεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν εργάζονται για διαφάνεια και λογοδοσία.
Αλήθεια, ποιος φοβάται τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς και γιατί;
Με μια εκτενή αναφορά στη νέα γυναικοκτονία στη Δράμα, που συνταράσσει την Ελλάδα, ξεκίνησε την παρέμβασή του στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος ως Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο βουλευτής Δράμας και Γραμματέας της Επιτροπής Θεόφιλος Ξανθόπουλος. “Σταματά ο νους του ανθρώπου. Μόλις πληροφορήθηκα ότι και η μητέρα του δράστη δεν άντεξε το σοκ και κατέληξε. Το θέμα αυτό πρέπει να μας ενεργοποιήσει όλους γιατί δεν μπορεί άμοιροι και άτολμοι να αναμένουμε ένα θαύμα. Σκοτώνονται άνθρωποι εξαιτίας του φύλου τους και δεν μπορούμε απλά να το παρατηρούμε. Χρειάζονται πολύ σοβαρές πρωτοβουλίες, όχι μόνο νομικές αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο. Αμεσα πρέπει να κινητοποιήσουμε κάθε δυνατότητα για να παρέμβουμε και να ανατρέψουμε μια αδιανόητη κατάσταση που τείνει να γίνει καθεστώς. Χάνονται φίλοι, συγγενείς μας και δεν μπορεί κανείς να πει ότι δεν τον αφορά”, τόνισε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια ο κ. Ξανθόπουλος εξαπέλυσε εκ νέου επίθεση στη κυβέρνηση της ΝΔ εγκαλώντας την ότι εργαλειοποιεί το Σύνταγμα και την αναθεωρητική διαδικασία καθαρά για λόγους δικού της κομματικού συμφέροντος. “Ενώ η Ολομέλεια έδωσε δίμηνη προθεσμία στην Επιτροπή, το πρόγραμμα που ψηφίσατε της δίνει ακριβώς 30 μέρες να ολοκληρώσει τις εργασίες της. Αυτό δείχνει ότι κατεπείγεστε. Κάνετε μια αναθεώρηση επικοινωνιακού χαρακτήρα Επιβεβαιώνετε τις αρχικές μας αντιρρήσεις και επιφυλάξεις. Άλλος είναι ο στόχος σας. Θέλετε να προλάβετε για να έχετε ανοικτό οδικό χάρτη για τις εκλογές. Δεν είναι αυτό πλήρης εργαλειοποίηση του Συντάγματος και της αναθεωρητικής διαδικασίας; Το πρόβλημα είναι πως θα συνατγματοποιήσετε βιαστικά τις ιδεολογικές και πολιτικές σας επιλογές για να πάτε σε εκλογές. Και είναι σε αυτό δεν πρόκειται να συναινέσουμε”, υπογράμμισε.
Όσον αφορά τα αναθεωρητέα άρθρα της συζήτησης πρότεινε στην παρ. 2 του άρθρου 5 να προστεθούν παράμετροι που διευρύνουν το σημερινό πλαίσιο προστασίας κατά των διακρίσεων, όπως οι διακρίσεις λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας και μετά βεβαίως θρησκευτικών και πολιτικών ή κάθε άλλου είδους πεποιθήσεων.
– Πρότεινε επίσης στο άρθρο 5Α να προστεθεί ότι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στην πληροφορία ή στο περιεχόμενο που παράγεται από δημόσιους φορείς και προκύπτει από δημόσια χρηματοδότηση, γιατί αυτό είναι κοινωνικός πλούτος και όχι πνευματική ιδιοκτησία κάποιου.
-Στο άρθρο 14 είπε ότι πρέπει να γίνει πιο περιεκτική και λιτή η διατύπωση σχετικά με την αστική και ποινική ευθύνη του τύπου, να προσδιορίζεται ότι όποιος θίγεται έχει δικαίωμα απάντησης και να περιγράφεται ότι το μέσο έχει υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης.
-Σημείωσε ότι πρέπει να προβλεφθεί ότι το κράτος λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την διασφάλιση της διαφάνειας και την προαγωγή της πολυφωνίας στα ΜΜΕ. Πρέπει να μνημονεύεται η απαγόρευση συγκέντρωσης ΜΜΕ σε άτομα, και παρένθετα ή εταιρείες) με παρεμφερείς δραστηριότητες για να αποφεύγεται η υπερσυγκέντρωση. Ειδικά μάλιστα όταν τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις έργων, μελετών, προμήθειας αγαθών και υπηρεσιών με το Δημόσιο ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. “Είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που έχουν όλες οι δυτικές δημοκρατίες και πρέπει να υπάρξει συνταγματική κατοχύρωση ώστε να σπάσει η εξάρτηση ΜΜΕ και επαγγελματικών δραστηριοτήτων με το δημόσιο”, επισήμανε και ζήτησε να ενισχυθεί ο ρόλο του ΕΣΡ.
Αναφερόμενος τέλος στην ισχύ των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και ιδίως των ανθρώπων που τις ελέγχουν, όπως ο τρισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ, με κίνδυνο να αποτελέσουν έναν παράγοντα διαστρέβλωσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των ατομικών και των πολιτικών δικαιωμάτων, πρότεινε η λειτουργία τους να διέπεται από τον θεσμικό έλεγχο του περιεχομένου τους από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές. “Ο αποκλεισμός μερίδων του κόσμου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι νοητός. Σαφώς όμως πρέπει να υπάρχει ένας νόμος που προσδιορίζει τον περιορισμό της πρόσβασης και για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων, αλλά κυρίως και για λόγους κοινωνικού συμφέροντος”, κατέληξε.
Το σοβαρό θέμα της άρνησης εκτέλεσης των Ευρωπαϊκών ενταλμάτων Σύλληψης που εκδίδει η Ελλάδα, λόγω των κακών συνθηκών κράτησης που επικρατούν στις ελληνικές φυλακές, φέρνουν στη Βουλή 9 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με Ερώτηση προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία κατατέθηκε με πρωτοβουλία του βουλευτή Δράμας Θεόφιλου Ξανθόπουλου.
Αφορμή για την Ερώτηση αποτέλεσε πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που ασχολήθηκε με την άρνηση της Βελγικής Δικαιοσύνης να εκτελέσει Ευρωπαϊκό Ένταλμα των ελληνικών αρχών, με το σκεπτικό ότι η νοητική υστέρηση του εκζητούμενου σε συνδυασμό με τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στην Ελλάδα, θα τον εξέθεταν στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που κατοχυρώνονται στα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ.
Οι κακές συνθήκες κράτησης στις φυλακές, ιδίως λόγω του υπερπληθυσμού, δημιουργούν κίνδυνο προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων, τονίζουν οι βουλευτές και ζητούν να μάθουν πόσα Ε.Ε.Σ. των Ελληνικών Αρχών δεν έχουν εκτελεστεί, τα τελευταία πέντε έτη (2021-2026) από άλλες χώρες, λόγω κακών συνθηκών κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές, ποια εγκλήματα αφορούσαν και από ποιες χώρες έγιναν οι απορρίψεις. Τα ίδια ζητούν να μάθουν και για τυχόν απορρίψεις αιτημάτων έκδοσης της Ελλάδας.
Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:
Αθήνα, 16 Ιουνίου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης
Θέμα: Αρνήσεις εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης της Ελλάδος
Σε εντελώς πρόσφατη απόφασή του (4.6.2026, C‑91/24 [Aucroix]), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) ασχολήθηκε με το ζήτημα της άρνησης της Βελγικής Δικαιοσύνης να εκτελέσει Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.) των Ελληνικών Αρχών. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δ.Ε.Ε., το Βελγικό συμβούλιο εφετών (18.1.2024) αρνήθηκε την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ των ελληνικών Αρχών με την αιτιολογία ότι η νοητική υστέρηση του εκζητούμενου σε συνδυασμό με τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στην Ελλάδα, θα τον εξέθεταν στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που κατοχυρώνονται στα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ.
Επειδή οι κακές συνθήκες κράτησης στις φυλακές, ιδίως λόγω του υπερπληθυσμού, δημιουργούν κίνδυνο προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων,
Επειδή ο κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητούμενου αναγνωρίζεται ως λόγος άρνησης εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. ή απόρριψης αιτήματος έκδοσης.
Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός
Πόσα Ε.Ε.Σ. των Ελληνικών Αρχών δεν έχουν εκτελεστεί, τα τελευταία πέντε έτη (2021-2026) από άλλες χώρες, λόγω κακών συνθηκών κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές; Ποια εγκλήματα αφορούσαν τα Ε.Ε.Σ.; Από ποιες χώρες υπήρξαν αυτές οι απορρίψεις;
2.. Πόσα αιτήματα έκδοσης των Ελληνικών Αρχών δεν έχουν ικανοποιηθεί από άλλες χώρες λόγω κακών συνθηκών κράτησης στις Ελληνικές Φυλακές; Ποια εγκλήματα αφορούσαν τα αιτήματα έκδοσης; Από ποιες χώρες υπήρξαν αυτές οι απορρίψεις;
Οι Ερωτώντες Βουλευτές
Ξανθόπουλος Θεόφιλος
Παπαηλιού Γιώργος
Ακρίτα Έλενα
Βέττα Καλλιόπη
Δούρου Ρένα
Μαμουλάκης Χάρης
Μπάρκας Κώστας
Παναγιωτόπουλος Ανδρέας
Τσαπανίδου Πόπη
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.
Read our Privacy Policy.