Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Δικαιοσύνη

Αρβανίτης

Κώστας Αρβανίτης: Η κυβέρνηση της συγκάλυψης πανηγυρίζει για το Κράτος Δικαίου

Δήλωση του Αντιπροέδρου της Left, Κώστα Αρβανίτη, για την ανάρτηση του πρωθυπουργού σχετικά με την έκθεση της Κομισιόν για το κράτος δικαίου

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να πανηγυρίσει. Για ακόμη μία φορά, επέλεξε να διαβάσει από μια ευρωπαϊκή έκθεση μόνο ό,τι εξυπηρετεί το κυβερνητικό αφήγημα, παρουσιάζοντας μια καταγραφή επιμέρους προόδου ως δήθεν πανηγυρική δικαίωση της κυβέρνησής του και ως απάντηση σε κάθε κριτική που δέχεται. Όμως το κράτος δικαίου δεν αποτιμάται με επικοινωνιακές αναρτήσεις ούτε με επιλεκτικές αναγνώσεις ευρωπαϊκών εκθέσεων. Κρίνεται από την καθημερινή λειτουργία των θεσμών και από το κατά πόσο οι πολίτες αισθάνονται ότι υπάρχει διαφάνεια, λογοδοσία και ισονομία.

Για την περιβόητη «πρόοδο» στο κράτος δικαίου μιλούν πιο δυνατά τα ίδια τα γεγονότα. Μιλούν οι υποκλοπές που εξέθεσαν τη χώρα διεθνώς και προκάλεσαν τη θεσμική παρέμβαση των ευρωπαϊκών οργάνων. Μιλά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ που απασχολεί διαρκώς τους ευρωπαϊκούς ελεγκτικούς και εισαγγελικούς μηχανισμούς. Μιλούν οι καταγγελίες για το μπάζωμα στον τόπο της τραγωδίας των Τεμπών και τα ερωτήματα που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις. Μιλούν οι απευθείας αναθέσεις, η ευνοιοκρατία και η διαχείριση δημόσιου χρήματος που έχει προκαλέσει έντονη πολιτική και κοινωνική κριτική. Μιλούν οι συνεχείς αμφισβητήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, οι ανησυχίες για την ελευθερία και την πολυφωνία των ΜΜΕ και η σταδιακή απαξίωση των θεσμικών αντιβάρων.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες. Και αυτή δεν μπορεί να διαγραφεί επειδή η κυβέρνηση επέλεξε να απομονώσει ορισμένες θετικές αναφορές μιας έκθεσης, αποσιωπώντας ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή1 Επιτροπή εξακολουθεί να διατυπώνει συστάσεις και να επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω μεταρρυθμίσεων στους τομείς της Δικαιοσύνης, της διαφάνειας, της καταπολέμησης της διαφθοράς και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης.

Το πιο προκλητικό, όμως, είναι η προσπάθεια του πρωθυπουργού να βαφτίσει κάθε κριτική «αντιπολιτευτική προπαγάνδα». Είναι εύκολο να κατηγορείς τους πολιτικούς αντιπάλους σου. Είναι πολύ πιο δύσκολο να απαντήσεις επί της ουσίας για τις υποκλοπές, για τη διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών, για τις αλλεπάλληλες υποθέσεις που ελέγχονται από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, για τις καταγγελίες περί κυβερνητικών παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη, για τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αξιολογήσεις σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και για την ολοένα μεγαλύτερη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα θεσμικής κανονικότητας, όταν στην πραγματικότητα η δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια κυριαρχείται από ζητήματα που σε κάθε ευρωπαϊκή δημοκρατία θα προκαλούσαν βαθιά πολιτική αυτοκριτική και όχι θριαμβολογίες. Η αλαζονεία με την οποία ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να μετατρέψει μια έκθεση προόδου σε πολιτικό άλλοθι δείχνει ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως εργαλείο επικοινωνίας και όχι ως πυλώνα της δημοκρατίας.

Οι πανηγυρισμοί, λοιπόν, είναι όχι μόνο πρόωροι αλλά και προκλητικοί. Γιατί το κράτος δικαίου δεν μετριέται με κυβερνητικά δελτία Τύπου. Μετριέται από το αν η εξουσία λογοδοτεί, αν η Δικαιοσύν1η λειτουργεί χωρίς σκιές, αν τα μέσα ενημέρωσης είναι πραγματικά ελεύθερα, αν οι ανεξάρτητες αρχές μπορούν να ασκούν απρόσκοπτα το έργο τους και αν κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου. Και σε όλα αυτά, παρά τις κυβερνητικές θριαμβολογίες, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει πολλά να αποδείξει. Η Ελλάδα πρέπει να απαλλαγεί και θα απαλλαγεί από την πιο αντιδημοκρατική και επικίνδυνη κυβέρνηση από την μεταπολίτευση. Η Αριστερά βρίσκεται και θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για την δημοκρατία.

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την άσκηση ποινικών διώξεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Ν.Δ.

Η άσκηση ποινικών διώξεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και ακόμη δεκαοκτώ εμπλεκόμενα πρόσωπα αποτελεί μια ακόμη συντριπτική εξέλιξη στο γαλάζιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Καταρρέει οριστικά το αφήγημα του κ. Μητσοτάκη περί «διαχρονικών παθογενειών». Το σκάνδαλο έχει ονοματεπώνυμο, πολιτική ευθύνη και τη σφραγίδα του επιτελικού κράτους.

Ο ελληνικός λαός και οι έντιμοι αγρότες δεν θα πληρώσουν τα σπασμένα ενός συστήματος πελατειακών εξυπηρετήσεων και διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων.

Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να κρύβεται. Οι κοινοβουλευτικές μεθοδεύσεις δεν αρκούν για να συγκαλύψουν το βάθος και την έκταση του σκανδάλου.

Ήρθε η ώρα της πλήρους πολιτικής λογοδοσίας.

Διοικητικές καθυστερήσεις κόστισαν βαθμούς και αποδοχές σε ΕΜΘ και ΕΠΟΠ – Την αποκατάστασή τους ζητά ο Β. Κόκκαλης || Κατατεθείσα Ερώτηση

Την αποκατάσταση της βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, τα οποία φέρεται να ζημιώθηκαν από πολύμηνες καθυστερήσεις της Διοίκησης κατά τη διαδικασία μετάταξής τους, ζητεί με κοινοβουλευτική παρέμβασή του ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης.

Με ερώτηση προς τους υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Δικαιοσύνης, αναδεικνύει το νομοθετικό κενό που αφορά πτυχιούχους Εθελοντές Μακράς Θητείας και Επαγγελματίες Οπλίτες, οι οποίοι μετατάχθηκαν στο Σώμα Μονίμων Υπαξιωματικών, χωρίς όμως να τους αναγνωριστεί ο χρόνος που μεσολάβησε από την υποβολή της αίτησής τους μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας.

Αφορμή για την παρέμβαση αποτελεί η υπ’ αριθμόν 2509/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης στελεχών της Πολεμικής Αεροπορίας που ζητούσαν να δοθεί αναδρομική ισχύς στη μετάταξή τους.

Όπως επισημαίνεται στην ερώτηση, το δικαστήριο έκρινε ότι οι πράξεις μετάταξης παράγουν αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, εκτός εάν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη ή εάν εκδίδονται σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση. Διαπιστώθηκε, ωστόσο, ότι ο νόμος 3883/2010 δεν περιλαμβάνει διάταξη που να επιτρέπει την αναδρομικότητα των συγκεκριμένων μετατάξεων, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να μην μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα των στελεχών.

Η δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τον κ. Κόκκαλη, καταδεικνύει την ύπαρξη ενός σαφούς νομοθετικού κενού, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω της δικαστικής οδού, αλλά απαιτεί ειδική νομοθετική ρύθμιση.

Το πρόβλημα αφορά στελέχη που είχαν υποβάλει εμπρόθεσμα τις αιτήσεις μετάταξης, διέθεταν από την πρώτη στιγμή όλα τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και κρίθηκαν επιτυχόντα από τα αρμόδια συμβούλια. Παρά ταύτα, η διαδικασία ολοκληρώθηκε αρκετούς μήνες αργότερα, με αποτέλεσμα να χάσουν πολύτιμο χρόνο από τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη.

Έτσι, στελέχη με την ίδια υπηρεσιακή αφετηρία, τα ίδια προσόντα και την ίδια θετική κρίση από τα αρμόδια όργανα εμφανίζονται σήμερα να έχουν διαφορετική εξέλιξη, όχι εξαιτίας της απόδοσης ή της αξιολόγησής τους, αλλά αποκλειστικά λόγω του χρόνου που χρειάστηκε η Διοίκηση για να ολοκληρώσει τις μετατάξεις.

Ο Λαρισαίος βουλευτής κάνει λόγο για ζήτημα ίσης μεταχείρισης και υπηρεσιακής δικαιοσύνης, τονίζοντας ότι οι εργαζόμενοι στις Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορεί να υφίστανται οικονομικές και βαθμολογικές συνέπειες για καθυστερήσεις που δεν προκλήθηκαν από τους ίδιους.

Με την ερώτησή του ζητεί από τα αρμόδια υπουργεία να εξετάσουν την ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για τις μετατάξεις πτυχιούχων ΑΕΙ και ΤΕΙ που προέρχονται από τις κατηγορίες ΕΜΘ και ΕΠΟΠ προς το Σώμα Μονίμων Υπαξιωματικών.

Παράλληλα, ζητεί να θεσπιστεί ειδική διάταξη, ώστε όταν αποδεικνύεται ότι η αίτηση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα, οι νόμιμες προϋποθέσεις πληρούνταν εξαρχής και η καθυστέρηση οφειλόταν αποκλειστικά στη Διοίκηση, να αποκαθίσταται ο χαμένος χρόνος βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης.

Τέλος, καλεί τα υπουργεία να γνωστοποιήσουν πόσα στελέχη επηρεάζονται από το συγκεκριμένο νομοθετικό κενό, ποιο θα ήταν το δημοσιονομικό κόστος μιας σχετικής ρύθμισης και με ποιον τρόπο σκοπεύουν να διασφαλίσουν ίση υπηρεσιακή μεταχείριση για όσους βρέθηκαν σε διαφορετική θέση αποκλειστικά εξαιτίας διοικητικών καθυστερήσεων.

Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 13 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους κ.κ. Υπουργούς

Εθνικής Άμυνας

Δικαιοσύνης

Θέμα: «Ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης για την αποκατάσταση της υπηρεσιακής εξέλιξης μεταταχθέντων ΕΜΘ και ΕΠΟΠ»

Με την υπ’ αριθ. 2509/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης στελεχών της Πολεμικής Αεροπορίας, τα οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί αναδρομική ισχύς στη μετάταξή τους στο Σώμα Μονίμων Υπαξιωματικών. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει το σκεπτικό της απόφασης, σύμφωνα με το οποίο οι συστατικές διοικητικές πράξεις, όπως οι πράξεις μετάταξης, παράγουν κατ’ αρχήν αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, εκτός εάν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη ή εκδίδονται σε συμμόρφωση προς ακυρωτική δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο ν. 3883/2010 δεν περιλαμβάνει διάταξη που να επιτρέπει την αναδρομική ισχύ των μετατάξεων και, ως εκ τούτου, η Διοίκηση δεν είχε τη δυνατότητα να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα.

Κατά συνέπεια, αναδεικνύεται σαφές νομοθετικό κενό, το οποίο επηρεάζει στελέχη που υπέβαλαν εμπροθέσμως αίτηση μετάταξης, πληρούσαν ήδη από την ημερομηνία υποβολής της όλες τις νόμιμες και ουσιαστικές προϋποθέσεις, κρίθηκαν τελικώς επιτυχόντες, πλην όμως η ολοκλήρωση της διαδικασίας μετάταξης πραγματοποιήθηκε πολλούς μήνες αργότερα, με αποτέλεσμα να απωλέσουν χρόνο βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης.

Η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια στελέχη με κοινή αφετηρία, τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επιτυχή κρίση από τα αρμόδια συμβούλια να εμφανίζουν διαφορετική υπηρεσιακή εξέλιξη αποκλειστικά λόγω του χρόνου ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας και όχι λόγω διαφορετικής αξιολόγησης ή υπηρεσιακής επίδοσης.

Επιπλέον, η ανωτέρω δικαστική απόφαση επισημαίνει πως η αντιμετώπιση του ζητήματος προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, ώστε να είναι δυνατή η αποκατάσταση των συνεπειών που προκαλεί η μεταγενέστερη ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Επειδή η κατάσταση αυτή δημιουργεί ζητήματα ίσης μεταχείρισης και υπηρεσιακής δικαιοσύνης μεταξύ στελεχών με κοινή αφετηρία,

Επειδή είναι προφανές ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν μπορεί να προέλθει από τη δικαστική οδό αλλά προϋποθέτει νομοθετική παρέμβαση, ώστε να θεραπευθεί το διαπιστωμένο νομοθετικό κενό και να διασφαλιστεί η ίση υπηρεσιακή μεταχείριση στελεχών που τελούσαν υπό τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί

  1. Προτίθενται να εξετάσουν νομοθετική πρωτοβουλία για την κάλυψη του διαπιστωμένου νομοθετικού κενού αναφορικά με τις μετατάξεις ΕΜΘ και ΕΠΟΠ πτυχιούχων ΑΕΙ/ΤΕΙ στο Σώμα Μονίμων Υπαξιωματικών;
  2. Προτίθενται να θεσπίσουν ειδική διάταξη, ώστε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι είχαν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση, πληρούσαν εξαρχής όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις και η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της μετάταξης οφείλεται αποκλειστικά στη Διοίκηση, να αποκαθίσταται ο χρόνος βαθμολογικής και μισθολογικής τους εξέλιξης;
  3. Έχει εξεταστεί ο αριθμός των στελεχών που επηρεάζονται από το συγκεκριμένο νομοθετικό κενό και ποιος είναι ο εκτιμώμενος δημοσιονομικός αντίκτυπος μιας σχετικής ρύθμισης;
  4. Πώς προτίθενται να διασφαλίσουν την ίση μεταχείριση μεταξύ στελεχών που πληρούσαν τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις μετάταξης, αλλά αντιμετώπισαν διαφορετική υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη αποκλειστικά λόγω διοικητικών καθυστερήσεων;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Κόκκαλης Βασίλειος

Θ. Ξανθόπουλος στην Επ. Αναθεώρησης: Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την συνταγματική αναθεώρηση ως επικοινωνιακό τρικ για να κρύψει τις αντιλαϊκές πολιτικές της

Εκχωρεί υπηρεσίες του Δημοσίου σε ιδιώτες και επιχειρεί με λαθροχειρίες να ελέγξει τις Ανεξάρτητες Αρχές – Προτείνουμε κατοχύρωση του δημόσιου χαρακτήρα της διοίκησης και ενίσχυση της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης.

“Επιβεβαιώνονται όσα είχαμε πει εξ αρχής για την επίσπευση του χρόνου της διαδικασίας αναθεώρησης γιατί η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά για το περιτύλιγμα, το αμπαλάζ που τη συνοδεύει, την επικοινωνιακή διαχείριση του πράγματος, ενώ η πραγματικότητα βοά ότι οι δυσκολίες της καθημερινότητας των πολιτών και η πολιτική συμπεριφορά της ΝΔ δεν έχουν ως γενεσιουργό αιτία το Σύνταγμα, αλλά τις βαθιά ταξικές και συντηρητικές πολιτικές της”,  είπε ο βουλευτής Δράμας, και Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ξεκινώντας την εισήγησή του στη σημερινή προτελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης.

Αναφερόμενος στη συνέχεια στο άρθρο 101 σύμφωνα με το οποίο, η διοίκηση του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα, τόνισε μεταξύ άλλων:” Το αποκεντρωτικό σύστημα στη χώρα έχει εν πολλοίς καταρρεύσει στην πράξη, ενώ η προτεινόμενη αλλαγή ουσιαστικά περιθωριοποιεί τα αποκεντρωμένα κρατικά όργανα και τα αντικαθιστά με όργανα των υπουργείων..Οι αρχές της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας και της λογοδοσίας και της αξιοκρατίας που επικαλείται η ΝΔ μοιάζουν περισσότερο με διαδικασία αυθυποβολής της για να πειστεί η ίδια ότι αυτές είναι αρχές με  τις οποίες πολιτεύεται..”.

“Έχουμε μια αξιακά διαφορετική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι το σύγχρονο κράτος οφείλει να ενισχύσει ουσιαστικά την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση. Οι προηγμένες χώρες της Ευρώπης, στην οποία από τις οποίες αποτελούμε οργανικό μέλος, ουσιαστικά έχουν πολύ ισχυρή αυτοδιοικητική οργάνωση. Και η πρόταση της Κυβέρνησης κινείται στον αντίποδα”, συμπλήρωσε.

“Τι λέμε εμείς; Να καθοριστεί συνταγματικά ο δημόσιος χαρακτήρας της διοίκησης, που σήμερα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση με το διαρκώς διευρυνόμενο φαινόμενο της αποικιοποίησης της από τον ιδιωτικό τομέα. Έχουμε δει στελέχη ιδιωτικά να υφαρπάζουν, να χρησιμοποιούν μέρος της δημόσιας διοίκησης με το πρόσχημα της βέλτιστης και γρήγορης απόδοσης. Αντί δηλαδή η κυβέρνηση να πάρει μέτρα για την επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών, την ενίσχυση της λογοδοσίας, την θέσπιση της αυτενέργειας των δημοσίων υπαλλήλων, εκχωρεί αυτά που κρίνει ότι ενδιαφέρουν στον ιδιωτικό τομέα. Τα είδαμε στον ΕΦΚΑ. Εχθές είδαμε στο Ελληνικό Κτηματολόγιο..Για μας ο κυρίαρχος χαρακτήρας πρέπει να είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της διοίκησης…Επίσης για μας η  λυδία λίθος της επόμενης ημέρας για τη δημόσια διοίκηση στη χώρα, είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός, ο οποίος εντάσσεται πλέον στα κρατικά όργανα, τα οποία οφείλουν να τον φέρουν σε πέρας αυτοδύναμος δηλαδή, χωρίς να  μπορούν να την αναθέτουν σε άλλους”, υπογράμμισε.

Για το άρθρο 101 Α για τις Ανεξάρτητες Αρχές, ανέφερε την οδυνηρή εμπειρία της συμπεριφοράς της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην  ΑΔΑΕ, “όπου αιφνιδίως ο τότε Πρόεδρος της Βουλής και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θεώρησε ότι το λιγότερο από τα τρία πέμπτα ισούται με τα τρία πέμπτα, στη λογική ότι το μισό είναι υπέρ του μαθητού. Και έτσι με μια λαθροχειρία ξαφνικά απέκτησε η  ανεξάρτητη Αρχή Διοίκηση, ενώ δεν συγκέντρωνε τις συνταγματικές προβλέψεις. Έχετε δώσει ένα δείγμα γραφής για να είμαστε καχύποπτοι απέναντί σας”, όπως είπε.

Αφού εξήρε την θεσμική κατάκτηση των Ανεξάρτητων Αρχών τις οποίες αποκάλεσε  σημεία ισορροπίας, και φραγμούς που μπορεί να ελέγχουν τη βουλιμία της εκτελεστικής εξουσίας, στηλίτευσε την πρακτική της κυβέρνησης να δημιουργεί για κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζει και μια ανεξάρτητη αρχή με την ελπίδα ότι έτσι απεκδύεται ένα μέρος της πολιτικής αλλά και της δημόσιας ευθύνης που έχει..Και ο κ. Ξανθόπουλος κατέληξε: “Είμαστε μάρτυρες όλοι της ανοίκειας  και προσβλητικής συμπεριφοράς του τότε Προέδρου της Βουλής, του κ. Τασούλα, ο οποίος αρνήθηκε στον πρόεδρο της ΑΔΑΕ, τον κ. Ράμμο, να έρθει να καταθέσει στην Επιτροπή Θεσμών με την δικαιολογία ότι δεν προσεκλήθη. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να θεσμοθετήσουμε τη λογοδοσία και την ενημέρωση της Βουλής για όσα μείζονα θέματα υπέπεσαν στην αντίληψη της διοίκησης οποιαδήποτε Ανεξάρτητης Αρχής”.

Τοποθέτηση Γ. Παπαηλιού για τα άρθρα 29, 60, 73,77, 78, 79, 81 & 82 στην Επιτροπή Αναθεώρησης Συντάγματος

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα  υπό αναθεώρηση άρθρα 29, 60, 73-77, 78-79 81-82) τα εξής: 

 Α) (Άρθρο 29) : Τα πολιτικά κόμματα είναι τα κύτταρα της δημοκρατίας. Μέσω αυτών διεξάγεται ο διάλογος και εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση ιδεών, απόψεων,  θέσεων.  Η δυσφήμηση των πολιτικών κομμάτων και η προσπάθεια αποβολής-εξοβελισμού τους από πεδία όπου η πολιτική αντιπαράθεση αναπτύσσεται, είναι αντιδημοκρατική και υποκρύπτει τις μύχιες επιθυμίες και τους ανομολόγητους  σκοπούς αυτών που τις διατυπώνουν.

Χωρίς κόμματα, που συμπυκνώνουν ιδέες και συμφέροντα,  δεν υπάρχει δημοκρατία.  

Εν προκειμένω, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης (του άρθρου 29)   εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι όπως το επέλεξε η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το προπαγανδιστικό οπλοστάσιό της ενόψει των επερχόμενων εκλογών.   

Στην κυβερνητική πρόταση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής από  την ελεύθερη δράση των κομμάτων.  Με την  κυβερνητική πρόταση επιχειρείται η μετατόπιση από την αρχή της ελευθερίας ίδρυσης και δράσης των πολιτικών κομμάτων προς ένα καθεστώς αυξημένης κρατικής εποπτείας. Στην προτεινόμενη νέα διατύπωση δημιουργείται ένα ευρύτερο και περισσότερο αόριστο πεδίο κρατικής παρέμβασης.

Προτείνεται η δυνατότητα καθορισμού προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας τους με νόμο και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές. 

Θα μπορεί μια κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλει τους κανόνες εσωκομματικής οργάνωσης αλλά και τους τρόπους δράσης  που θα ευνοούν συγκεκριμένα  κόμματα και θα δυσχεραίνουν την πολιτική δράση μικρότερων άλλων σχηματισμών; που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες λειτουργίας τους.

Η πρόταση παραπέμπει στη γερμανικού τύπου «μαχόμενη δημοκρατία», χωρίς όμως να συνοδεύεται από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες του γερμανικού συνταγματισμού.

Υπάρχει ο κίνδυνος, ο αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογές να μετατραπεί από εξαιρετικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης «ενοχλητικών» πολιτικών δυνάμεων και εν τέλει αλλαγής του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων κατά το δοκούν.

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι η ποινική καταστολή εγκληματικών οργανώσεων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται συνταγματική καθιέρωση-διεύρυνση των εξουσιών αποκλεισμού κομμάτων.

Η μεταφορά κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενέχει τον κίνδυνο δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.

Οι δικαστές θα καλούνται να αποφασίζουν ποιοί πολιτικοί σχηματισμοί θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, αναλαμβάνοντας αποστολή-ευθύνη που κανονικά ανήκει στο εκλογικό σώμα.

Η μ΄ αυτό τον τρόπο  προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι θεμιτή μόνον υπό αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η δημοκρατία να περιορίσει τον ίδιο τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της. 

Για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος από μορφώματα που στρέφονται εναντίον του, χρειάζονται αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας  χωρίς όμως να μετατρέπεται η δικαστική εξουσία σε κεντρικό ρυθμιστή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ανάθεσης αυξημένων αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Υπογραμμίζεται, ότι η πατρίδα μας δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία αφηρημένη θεσμική πρόκληση, αλλά με μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς: Οι πολίτες αμφισβητούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να λογοδοτεί πραγματικά.

Όλα αυτά  αποτυπώνονται στο βίο και την πολιτεία της ΝΔ, στην εκ μέρους της καταπάτηση, τόσο του συνταγματικού κειμένου, όσο και του Κανονισμού της Βουλής.  

Το ερώτημα  είναι, αν οι προτεινόμενες αλλαγές ενισχύουν πραγματικά τη δημοκρατία ή αν παραμένουν περιορισμένες σε έναν θεσμικό εξωραϊσμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Όσον αφορά τις προτεινόμενες διατάξεις για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή: Πρόκειται για υποκρισία, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της ΝΔ τον έχει απαξιώσει.    

Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα σύστημα εξαιρετικά συγκεντρωτικό. Η εκτελεστική εξουσία κυριαρχεί επί της νομοθετικής. Η κυβέρνηση συχνά καθορίζει μονομερώς την πολιτική «ατζέντα» και η Βουλή περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.

Πόσες φορές δεν έχουμε δει κρίσιμες αποφάσεις, να ανακοινώνονται πρώτα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μετά στη Βουλή;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει υπουργούς να αγνοούν ερωτήσεις βουλευτών ή να απαντούν αλλ΄ αντ΄ άλλων ;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας;

Αυτή η πραγματικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη συνταγματικών διατάξεων, οφείλεται στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης της ΝΔ, οφείλεται στη σταδιακή μετατόπιση εξουσιών από τη Βουλή προς το κυβερνητικό κέντρο.

B) (Άρθρο 60) Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του βουλευτή, πρέπει να καθιερωθούν ουσιαστικές εγγυήσεις και να χορηγηθούν ενισχυμένα δικαιώματα στην αντιπολίτευση.

Πρέπει να καθιερωθεί η λειτουργία των  εξεταστικών επιτροπών, χωρίς την έγκριση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Πολύ περισσότερο, που οι εξεταστικές επιτροπές συνιστούν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όταν η κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στοιχεία στη Βουλή, και να καθιερωθούν πραγματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.

Και αυτό, διότι η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διατύπωση γενικών αρχών. Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, που απουσιάζουν από την προτεινόμενη αναθεώρηση.

Γ) (Άρθρα 73-77): Εκτός από τη  νομοθέτηση καθ΄ εαυτή, πάσχει και ο τρόπος νομοθέτησης, όπου συχνά ψηφίζονται εκατοντάδες σελίδες νομοθεσίας εντός ολίγων ωρών, και τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο ενός νομοσχεδίου κατατίθενται την τελευταία στιγμή.

Έτσι ακόμη και οι εφαρμοστές του δικαίου δυσκολεύονται να γνωρίζουν ποιο είναι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Δεν πρόκειται για διοικητικό πρόβλημα, αλλά για  πρόβλημα δημοκρατίας, αφού έτσι χάνεται η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση και  δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση παραμένει μόνον τύπος, «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Αν συνοδευθεί από πραγματική διαφάνεια, θα είναι ένα βήμα προόδου.

Αν παραμείνει μια ακόμη διακήρυξη χωρίς συνέπειες για όσους την παραβιάζουν, δεν θα υπάρξει αλλαγή.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση.

Όταν δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν πρέπει να είναι μόνον τύπος , «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Υπάρχει όμως και εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα.

Γιατί δεν εφαρμόζονται οι κανόνες που ήδη υπάρχουν, αφού η χώρα διαθέτει εδώ και χρόνια νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση.

Και όμως, οι εξαιρέσεις έχουν γίνει κανόνας.

Οι επείγουσες διαδικασίες έχουν γίνει ρουτίνα.

Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν γίνει καθεστώς.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η έλλειψη κανόνων.

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Η κυβερνητική πρόταση εισάγει τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους.

Έτσι, ένας νόμος, πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ, θα μπορεί να παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ώστε να κριθεί, αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο ασφάλειας δικαίου.

Και πράγματι, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της.

Ουδείς επιθυμεί να εφαρμόζονται νόμοι, οι οποίοι αργότερα κρίνονται αντισυνταγματικοί, ουδείς επιθυμεί ανασφάλεια δικαίου.

Όμως πρέπει να εξεταστούν και οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Η ελληνική συνταγματική παράδοση βασίζεται στον διάχυτο δικαστικό έλεγχο, με κάθε δικαστή να μπορεί να εξετάσει αν ένας νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.

Πρόκειται για μια παράδοση που διαχέει τη συνταγματική προστασία σε ολόκληρο το δικαστικό σύστημα.

Η εισαγωγή ενός ισχυρού προληπτικού ελέγχου μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τα ανώτατα δικαστήρια.

Εν προκειμένω, το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και  συγκρούσεις;

Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι δικαστές;

Την απάντηση δίδουν, οι νομικοί, οι δικαστές, οι κοινωνικοί φορείς, οι πολίτες.

Η ανεξαρτησία της  Δικαιοσύνης αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.

Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει και μία ισορροπία, προϋποθέτει να μη μεταφέρονται όλες οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εκτός του πεδίου της λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Και αυτό, διότι υπάρχει κίνδυνος, ο δημόσιος διάλογος να αντικατασταθεί με δικαστικές ερμηνείες και οι πολιτικές διαφωνίες να μετασχηματιστούν  σε δικαστικές υποθέσεις.

Και σ΄ αυτό το πλαίσιο, να ενισχυθεί μία μορφή τεχνοκρατικού συνταγματισμού εις βάρος της δημοκρατικής συμμετοχής.

Δεν αποτελούν λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία. 

Απαιτείται να βρεθεί η σωστή ισορροπία.

Η κυβερνητική πρόταση δεν  απαντά πειστικά σε αυτό το ερώτημα, αφού η δημοκρατία δεν ενισχύεται μόνον με καλύτερες διαδικασίες.

Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, όταν η νομοθέτηση είναι διαφανής, όταν η Βουλή ελέγχει ουσιαστικά την κυβέρνηση, .όταν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και αξιόπιστη, όταν ουδείς βρίσκεται υπεράνω ελέγχου και η πολιτική εξουσία λογοδοτεί.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε προτεινόμενη αλλαγή.

Δ) (Άρθρο 78): Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 78 φαίνεται εκ πρώτης όψεως τεχνική. Στην πραγματικότητα όμως αφορά τον πυρήνα του κοινωνικού ζητήματος, που περιλαμβάνει και την κοινωνική σύγκρουση περί την φορολογία.

Με την πρόταση προβλέπεται, αφενός η πλήρης απαγόρευση κάθε αναδρομικής φορολογικής επιβάρυνσης και αφετέρου η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές επενδύσεις.

Ο χαρακτηρισμός μιάς επένδυσης ως στρατηγικής είναι πολιτικός, αφού εξαρτάται από το παραγωγικό υπόδειγμα και την ασκούμενη οικονομική πολιτική. 

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ομιλεί για ασφάλεια δικαίου και επενδυτική και φορολογική σταθερότητα. Πάντως απ΄ αυτήν απουσιάζει η φορολογική δικαιοσύνη. Παρότι υπάρχει το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει , ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».  

Όμως η πραγματική πολιτική συζήτηση είναι διαφορετική:

Ποιος προστατεύεται από αυτή τη συνταγματική εγγύηση; Ο εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα,  ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο  αγρότης, ο συνταξιούχος; Όχι βέβαια.

Προστατεύονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι μεγάλοι οικονομικοί φορείς που αποκτούν πρόσθετη θεσμική ασφάλεια έναντι του ενδεχόμενου μελλοντικών δημοκρατικών επιλογών από τους πολίτες.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο έναντι των οικονομικών και  κοινωνικών ανισοτήτων. Υπ΄  αυτό το πρίσμα, η φορολογία δεν είναι απλώς μηχανισμός είσπραξης δημοσίων εσόδων. Είναι εργαλείο αναδιανομής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.

Ελευθερία χωρίς κοινωνική ισότητα οδηγεί σε κυριαρχία των οικονομικά ισχυρών επί των υπολοίπων. Επομένως, κάθε φορολογική μεταβολή πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και αυτό, διότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει μόνον την οικονομική ελευθερία αλλά και την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας και των επενδύσεων και επιπλέον την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει για τη μείωση των ανισοτήτων.

Η συνταγματική κατοχύρωση ειδικών φορολογικών εγγυήσεων υπέρ επενδυτικών σχημάτων οδηγεί σε μία νέα μορφή «ασύμμετρης συνταγματικής προστασίας», βάσει της οποίας τα δικαιώματα του κεφαλαίου ενισχύονται περισσότερο από τα κοινωνικά δικαιώματα. Παρότι το Σύνταγμα πρέπει να λειτουργεί ως πλαίσιο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Η συνταγματοποίηση συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών επιλογών ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα μελλοντικών δημοκρατικών πλειοψηφιών να εφαρμόσουν διαφορετικές πολιτικές.

Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά πολιτική.

Απαιτείται ένα Σύνταγμα που θα διευκολύνει την αναδιανομή, όταν η κοινωνία το απαιτεί ή ένα Σύνταγμα που θα καθιστά δυσκολότερη κάθε μεταβολή της εν γένει οικονομικής και ειδικότερα της φορολογικής πολιτικής;

Η δημοκρατία δεν πρέπει επ΄ ουδενί να ακινητοποιείται, με τρόπο που να θωρακίζονται συνταγματικά οι ισχυροί, παρακαμπτόμενης  της φορολογικής δικαιοσύνης. 

(Άρθρο  79): Με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 79 εισάγεται η συνταγματική υποχρέωση, ο προϋπολογισμός να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία.

Αυτή η πρόβλεψη παραπέμπει ευθέως στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη μετά την κρίση χρέους.

Όμως εν προκειμένω δεν πρέπει να επιβάλλονται με απόλυτο τρόπο οι λογιστικοί κανόνες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι από ποιόν αποφασίζεται η οικονομική πολιτική.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται από υπερβολικές συνταγματικές δεσμεύσεις που αφαιρούν κρίσιμες επιλογές από τη λαϊκή κυριαρχία.

Αν το Σύνταγμα επιβάλλει εκ των προτέρων συγκεκριμένο οικονομικό προσανατολισμό, τότε μειώνεται το περιθώριο επιλογής των πολιτών μέσω των εκλογών. Πρόκειται για περιορισμό της δημοκρατίας.

Η οικονομική πολιτική παύει να είναι αντικείμενο δημοκρατικής διαμάχης και μετατρέπεται σε συνταγματική επιταγή.

Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ευρώπη των τελευταίων πολλών χρόνων .

Η λιτότητα έχει παρουσιαστεί ως τεχνική αναγκαιότητα. (Δεν υπάρχει εναλλακτική-there is no alternative (tina)).

Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Όταν το Σύνταγμα κατοχυρώνει κανόνες ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, το κοινωνικό κράτος παύει να αποτελεί προτεραιότητα και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των αγορών και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, προκαλείται κίνδυνος μετατόπισης ή μάλλον μετατοπίζεται από τη δημοκρατική εξουσία των πολιτικών οργάνων προς τεχνοκρατικούς και οικονομικούς μηχανισμούς. 

Αυτό συμβαίνει και με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης , που έχουν μετατραπεί σε «αφεντικά» της διεθνούς οικονομίας     

Η μνημονιακή εμπειρία, και η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών κανόνων ενισχύει ακριβώς αυτή τη λογική.

Ο προϋπολογισμός όμως δεν είναι απλή λογιστική πράξη.

Είναι η υπέρτερη πολιτική πράξη ενός κράτους.

Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο, όμως δεν μπορεί να αναγορεύεται σε υπέρτατη συνταγματική αρχή εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το Σύνταγμα δεν είναι ο καταστατικός χάρτης της αγοράς, αλλά ο καταστατικός χάρτης της δημοκρατικής πολιτείας.

Με την κυβερνητική πρόταση συνταγματοποιείται ένα συγκεκριμένο οικονομικό δόγμα. Υπηρετείται η συνταγματική θωράκιση των ισχυρών και όχι η φορολογική-η κοινωνική δικαιοσύνη. 

Οι προϋπολογισμοί πρέπει να είναι βιώσιμοι, όμως   ταυτόχρονα πρέπει να είναι και κοινωνικά δίκαιοι.

Και η τελική κρίση γι’ αυτό πρέπει να ανήκει στη δημοκρατία και όχι σε έναν συνταγματικό «δημοσιονομικό κόφτη».

Ε) (΄Αρθρο 81) : Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον τρόπο που αποφασίστηκε να προωθηθεί, παραμένει αδιάφορη για το λαό-την κοινωνία. Ουδείς ενδιαφέρεται, ουδείς ασχολείται, πλην ημών, και αυτό με αποκλειστικά ευθύνη της κυβερνώσας πλειοψηφίας της ΝΔ.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αφορά τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, του ποιός ασκεί και ποιός ελέγχει την εξουσία.

Θα έπρεπε να αφορά, το αν το κράτος θα λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας ή αν η κοινωνία θα καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην της.

Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο.

Είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, ιστορικών συγκρούσεων, δημοκρατικών κατακτήσεων, ακόμη και οπισθοδρόμησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κυβερνητική πρόταση  .

Γι’ αυτό και κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Διευρύνει ή περιορίζει τη δημοκρατία;

Ενισχύει τη λαϊκή κυριαρχία ή ενισχύει την (υπερ) συγκέντρωση της εξουσίας (στο πρόσωπο του πρωθυπουργού);

Υπ΄ αυτό πρίσμα, με αυτό το κριτήριο πρέπει να  εξεταστούν και τα άρθρα 81 και 82.

Το άρθρο 81 αφορά τη σύνθεση της κυβέρνησης, ρυθμίζοντας τη θέση των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών.

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μία οργανωτική διάταξη.

Όμως  δεν υπάρχουν ουδέτερες οργανωτικές διατάξεις.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η κυβέρνηση αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοκρατία.

Το μεταπολιτευτικό Σύνταγμα και η σχετική συνταγματική  παράδοση στηρίχθηκε στην ιδέα της συλλογικής κυβερνητικής ευθύνης.

Οι υπουργοί δεν ήταν-δεν είναι  διευθυντές τμημάτων μιάς εταιρείας.

Ήταν-είναι πολιτικά πρόσωπα υπεύθυνα έναντι της Βουλής και του λαού.

Η κυβέρνηση δεν ήταν-δεν είναι ένας μηχανισμός εκτέλεσης εντολών.

Ήταν-είναι συλλογικό πολιτικό όργανο.

Όμως τις τελευταίες δεκαετίες επήλθε σταδιακά μία βαθιά μεταβολή.

Η εξουσία μετακινήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο προς το πρωθυπουργικό γραφείο, από τους υπουργούς προς τους συμβούλους, από τα συλλογικά όργανα προς κλειστούς μηχανισμούς.

Η κορύφωση αυτής της εξέλιξης ήταν-είναι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», που εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός και ως αποτελεσματικότητα, ως θεραπεία των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης.

Όμως το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν-είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσιών.

Η δημοκρατία δεν μετράται μόνον με την αποτελεσματικότητα.

Η δημοκρατία δεν υπάρχει για να είναι απλώς αποτελεσματική, υπάρχει, όταν είναι ελεγχόμενη

Σ΄ αυτό  το πλαίσιο, το άρθρο 81 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται  ως τεχνική οργανωτική  λεπτομέρεια.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν υπάρχει κυβέρνηση ή πρωθυπουργικό γραφείο, αν υπάρχουν υπουργοί με πολιτική ευθύνη ή διαχειριστές αποφάσεων, αν υπάρχει  συλλογικότητα ή μονοπρόσωπη εξουσία.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η κυβερνητική πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, με τη μορφή των «περιστρεφόμενων θυρών»-των «μουσικών καρεκλών», η οποία είναι φαιδρή. Εκτός του ότι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, ισχυροποιεί σε υπέρτατο βαθμό  τη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος μ΄ αυτό τον τρόπο μπορεί να διαμορφώνει, κατά το δοκούν, τη σύνθεση της Βουλής, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τη σύνθεση-την ισορροπία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ακυρώνοντας τη λαϊκή εντολή.       

(Άρθρο 82): Στο άρθρο 82 αναφέρεται ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας.

Η διατύπωση είναι σαφής, δεν λέει ο πρωθυπουργός, ο οποίος εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, αλλά  η κυβέρνηση.

Ο συνταγματικός νομοθέτης  ήταν-είναι απολύτως σαφής: Ήθελε κοινοβουλευτική κυβέρνηση, όχι πρωθυπουργικό καθεστώς, όχι ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας.

Όμως, άλλη κατεύθυνση  ακολούθησε-ακολουθεί η ελληνική πολιτική ζωή.

Η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης έχει υποχωρήσει σημαντικάκαι στην πράξη η γενική πολιτική της χώρας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από το πρωθυπουργικό κέντρο (το Μέγαρο Μαξίμου). 

Αυτή η μετατόπιση συνοδεύεται από την κρίση των θεσμικών αντίβαρων, την αποδυνάμωση της Βουλής και τη δυσπιστία των πολιτών έναντι των θεσμών.

Εμφανίζονται χαρακτηριστικά ακραίας πρωθυπουργοποίησης, αφού ο πρωθυπουργός επιλέγει, συντονίζει, κατευθύνει, έχοντας συγκεντρώσει όλες της κρίσιμες αρμοδιότητες.

Αυτό δεν είναι συμβατό με το πνεύμα του άρθρου 82, με το  Σύνταγμα εν γένει, το οποίο  κατοχυρώνει τη λειτουργία συλλογικών θεσμών και όχι την κυριαρχία ενός προσώπου.

Συνεπώς υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών εγγυήσεων και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου, διότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν θεραπεύεται με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας αλλά με ισχυρότερα αντίβαρα και μεγαλύτερη διαφάνεια .

Οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ενίσχυση, όχι υποβάθμιση, η λογοδοσία χρειάζεται διεύρυνση, όχι περιορισμό.

Βάσει αυτών, χρειάζονται ισχυρή Βουλή, ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενισχυμένος ρόλος των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, θεσμοί κοινωνικού διαλόγου με πραγματικές αρμοδιότητες, αποκέντρωση εξουσιών, συμμετοχή των πολιτών και  διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία.

Το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη δημοκρατικά ελεγχόμενη εξουσία.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανέλθει η δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής ζωής, με αξιόπιστους  θεσμούς, με  τους πολίτες συμμέτοχους και με τη λογοδοσία ενεργή.

Δ. Καλαματιανός: Η ΝΔ προβαίνει σε κοινοβουλευτική εκτροπή για να συγκαλύψει το σκάνδαλο των υποκλοπών || Δήλωση on camera, στο περιστύλιο της Βουλής

Δήλωση on camera, του Γραμματέα της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, στο περιστύλιο της Βουλής

Η κυβερνητική πλειοψηφία προχώρησε σε μία ακόμη κατάφωρη παραβίαση του Κανονισμού της Βουλής, σε μία ακόμη κοινοβουλευτική εκτροπή για να συγκαλύψει το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Αρνήθηκαν την ακρόαση του κ. Ντίλιαν και του κ. Δημητριάδη από την αρμόδια Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Είναι προφανές ότι δεν θέλουν φως, αλήθεια και δικαιοσύνη για το σκάνδαλο. Είναι προφανές ότι ομολογούν την ενοχή τους.

Όσο και αν προσπαθούν,  οι υπεύθυνοι αποκαλύπτονται και οι ευθύνες θα αποδοθούν όσο ψηλά και αν βρίσκονται τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. 

Θ. Ξανθόπουλος: Η κυβέρνηση παρακάμπτει το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής – Δεν καλεί, ως οφείλει, τους Δημητριάδη και Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών για το σκάνδαλο των υποκλοπών – Να αλλάξουν οι διατάξεις που φαλκιδεύουν τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων

Επίθεση στη κυβέρνηση της ΝΔ για την υποκριτική στάση απέναντι στη Βουλή και την εργαλειοποίηση του Συντάγματος και των  θεσμών,  προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της μικροκομματικά συμφέροντα, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θ. Ξανθόπουλος, μιλώντας στη Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος.

“Αύριο  έρχεται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής το αίτημα των δύο πέμπτων της αντιπολίτευσης για την κλήση του κυρίου Δημητριάδη και του κυρίου Ντίλιαν για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Και μολονότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής είναι αυτοδίκαια η κλήση τους, ο Πρόεδρος της Επιτροπής  την συγκαλεί για να αποφασίσουμε. Δηλαδή και στα πλέον προφανή βρίσκετε τρόπο παράκαμψης της ρητής διάταξης για να εξυπηρετήσετε την πολιτική συγκυρία που σας ευνοεί”, τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Ξανθόπουλος εξέφρασε την αντίθεση του κόμματός του στην τροποποίηση του άρθρου 29 του Συντάγματος για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων το οποίο όπως είπε θεσπίστηκε στο Σύνταγμα του 1975 σε μια περίοδο τομή για τη σύγχρονη ιστορία μας, μετά την  νομιμοποίηση του επί δεκαετίες παράνομου κομμουνιστικού κόμματος, με την πίεση του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η καχεκτική δημοκρατία της προδικτατορικής περιόδου τελικώς υπήρξε το θερμοκήπιο της εκτροπής της συνταγματικής και της επιβολής της δικτατορίας. Διατύπωσε όμως τον έντονο προβληματισμό του για την παράγραφο 3 του άρθρου. “Υποβαθμίζεται το δικαίωμα ενός τεράστιου αριθμού πολιτών να εκφράζονται πολιτικά εξαιτίας της επαγγελματικής τους επαγγελματικής τους και μόνον. Είναι λογικό να μην μπορούν να τοποθετούνται πολιτικά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι των ΟΤΑ; Πρέπει να ανοίξει μια συζήτηση κατά πόσον η παράγραφος 3 συνάδει με τη σύγχρονη μορφή δημοκρατίας και δεν φαλκιδεύει, δεν στερεί τα πολιτικά δικαιώματα μεγάλου αριθμού πολιτών, δεκάδων χιλιάδων πολιτών, των οποίων η επαγγελματική ιδιότητα υπερτερεί αυτής του πολίτη”, υπογράμμισε.

Για την τροποποίηση του άρθρου 60, αναρωτήθηκε γιατί το ισχύον Σύνταγμα εμποδίζει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, τον βουλευτή στην άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας. “Ο Κανονισμός της Βουλής και η συνείδησή μας είναι επαρκές πλαίσιο για να ασκήσουμε τον ελεγκτικό μας ρόλο. Είναι επαρκώς κατοχυρωμένος και οχυρωμένος ο ρόλος του βουλευτή. Αυτό που υποβαθμίζει και υπονομεύει την ελεγκτική του αρμοδιότητα είναι η αυταρχική αντίληψη της κυβέρνησης και η συμπεριφορά των μελών της κυβέρνησης”. επισήμανε και θύμισε την εμπειρία από την σύσταση των Εξεταστικών επιτροπών με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης.

Ο κ. Ξανθόπουλος παρατήρησε επίσης ότι ως βουλευτής από το 2019, δεν έχει ψηφίσει ένα νομοσχέδιο με τις προβλέψεις του Κανονισμού της Βουλής σε ό, τι αφορά τις προθεσμίες καθώς τα εκατοντάδες νομοθετήματα είχαν όλα το χαρακτήρα του κατεπείγοντος. Δήλωσε ακόμη τη διαφωνία του και με τη πρόταση της ΝΔ για το άρθρο 77, σχετικά με τη δυνατότητα παραπομπής νόμου για λόγους αντισυνταγματικότητας στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς όπως είπε αποτελεί μια εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας από ένα δικαστήριο που δεν προβλέπεται ούτε στη συνταγματική μας παράδοση, αλλά ούτε και στην έννομη τάξη. Ζήτησε τέλος να τεθούν αυστηρές διατάξεις για τις λεγόμενες εκπρόθεσμες τροπολογίες και επανέλαβε ότι η  κυβέρνηση έχει ευθύνη γιατί ουδέποτε έφερε εφαρμοστικό νόμο για την πρόβλεψη του Συντάγματος σχετικά με τον θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Έκτακτη συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου – Δεκτό το αίτημα Αρβανίτη

Τη διεξαγωγή έκτακτης συζήτησης στην Ολομέλεια με θέμα την παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου κατά την περίοδο που ήταν ευρωβουλευτής και μέλος της Ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής για τα κατασκοπευτικά λογισμικά (PEGA) αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Μετά από σχετική επιστολή του Αντιπροέδρου της LEFT Κώστα Αρβανίτη στην Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους επικεφαλής των Πολιτικών Ομάδων του δημοκρατικού τόξου, κινήθηκαν οι διαδικασίες και κατατέθηκε αίτημα  των πολιτικών ομάδων της LEFT και των Πρασίνων για τη διεξαγωγή ειδικής συνεδρίασης με θέμα “Υπεράσπιση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της ακεραιότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό το φως των αποκαλύψεων ότι ένας ευρωβουλευτής υπήρξε στόχος παρακολούθησης μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.”

Στην έναρξη της Συνόδου της Ολομέλειας, που διεξάγεται στο Στρασβούργο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε πριν λίγο με ψήφους 221 υπέρ και 213 κατά, τη διεξαγωγή έκτακτης συζήτησης για την παρακολούθηση του πρώην Ευρωβουλευτή με λογισμικό PEGASUS, όπως αποκάλυψε έρευνα διεθνών και εγχώριων ΜΜΕ σε συνεργασία με το CITIZEN LAB. 

Η συζήτηση θα διεξαχθεί την Τετάρτη από τις 8 ως τις 9 μ.μ.  (Ώρα Ελλάδος)

Δήλωση on camera του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου: «Ο Μητσοτάκης θέλει να κουκουλώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών με νέο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα»

Δήλωση on camera του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου

Ο κ. Μητσοτάκης φοβάται την αλήθεια για το σκάνδαλο των υποκλοπών και κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει τις ευθύνες του.

Ενημερωθήκαμε σήμερα ότι αντί να κληθούν στη Βουλή οι Ντίλιαν και Δημητριάδης για το σκάνδαλο των υποκλοπών, παρότι υπάρχει το απαιτούμενο αίτημα των 2/5 των βουλευτών της Επιτροπής, προγραμματίζεται μία δήθεν “συζήτηση και λήψη απόφασης” στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής.

Το σχέδιο Μητσοτάκη είναι ξεκάθαρο.

Θέλει να κουκουλώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, παραβιάζοντας τον Κανονισμό της Βουλής.

Με ποιο δικαίωμα θα απαγορεύσει την κλήση Δημητριάδη, ο οποίος ομολόγησε ότι “ανέλαβε την πολιτική ευθύνη του σκανδάλου για το καλό της παράταξης”;

Με ποιο δικαίωμα θα απαγορεύσει την κλήση Ντίλιαν, που σύμφωνα με δημοσιεύματα, δηλώνει ότι έχει σύμφωνο συνεργασίας με την ΕΥΠ για το Predator;

Και ενώ υπάρχει και η νέα συγκλονιστική αποκάλυψη ότι παγιδεύτηκε ακόμα και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το 2022, Στέλιος Κούλογλου όταν ερευνούσε, ως μέλος τη επιτροπής PEGA του Ευρωκοινοβουλίου, το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.

Προειδοποιούμε τον κ. Μητσοτάκη:

Δεν θα σας αφήσουμε να μεθοδεύσετε ακόμη ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, όπως κάνετε κάθε φορά που θέλετε να μπαζώσετε τα σκάνδαλα της κυβέρνησής σας.

Οι υπεύθυνοι θα αποκαλυφθούν, όσο ψηλά και αν βρίσκονται. Και οι ευθύνες θα καταλογιστούν, πρώτα απ’ όλα από τον Ελληνικό λαό.

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Να διερευνηθεί άμεσα η παρακολούθηση του Στέλιου Κούλογλου με το Pegasus – Να σταματήσει η συγκάλυψη από τη ΝΔ

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Οι νέες, επικίνδυνες για τη δημοκρατία, αποκαλύψεις, για την επανειλημμένη μόλυνση του κινητού τηλεφώνου του πρώην ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και δημοσιογράφου, Στέλιου Κούλογλου, με το κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, είναι ένα νέο πλήγμα για το κράτος δικαίου και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.  

Πρωτοφανή πρόκληση για τις δημοκρατικές διαδικασίες συνιστά το γεγονός ότι ο Στέλιος Κούλογλου έπεσε θύμα της παράνομης παρακολούθησης όντας μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που διερευνούσε την παράνομη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών και τις υποκλοπές σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μολύνσεις έλαβαν χώρα σε Ελλάδα και Βέλγιο.

Απαιτείται η συντονισμένη διερεύνηση από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές των δύο χωρών, καθώς και από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζητά την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.

Όλα συνηγορούν ότι πίσω από τις παράνομες παρακολουθήσεις, υπάρχει ένα καθεστώς με χαρακτηριστικά παρακράτους που οδηγεί στο Μέγαρο Μαξίμου.

Για αυτό και η κυβέρνηση της ΝΔ εξακολουθεί να εμποδίζει την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αρνούμενη κάθε προσπάθεια πλήρους διαφάνειας και λογοδοσίας με την κλήση των πρωταγωνιστών του σκανδάλου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Ξανά συγκάλυψη, ξανά αποφυγή ελέγχου.

Και την ίδια ώρα, παρά τις αποκαλύψεις, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προχωρά με απαράδεκτες καθυστερήσεις στη διερεύνηση της υπόθεσης.

Η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης αποτελεί υποχρέωση απέναντι στους πολίτες, στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στη δημοκρατία.

Καμία σκιά δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη.

Γ. Γαβρήλος: Οι προτάσεις της ΝΔ για τις αλλαγές στο Άρθρο 86 είναι προπέτασμα καπνού, υποκριτικές και θεσμικά υστερόβουλες

Κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος και σχετικά με το Άρθρο 86, περί ευθύνης υπουργών, τοποθετήθηκε ο Γιώργος Γαβρήλος, εισηγητής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Οι προτάσεις της ΝΔ για τις αλλαγές στο Άρθρο 86 είναι λαϊκίστικες, υστερόβουλες και υποκριτικές

«Η ιστορική συγκυρία που συζητάμε την αναθεώρηση του άρθρου 86 είναι αρνητική για το πολιτικό σύστημα. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, 7 χρόνια τώρα, έχει καταφέρει να απαξιώσει πλήρως το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς ακόμη και την άποψη που έχουν οι πολίτες για την Δικαιοσύνη.

Η ΝΔ εργαλειοποίησε συστηματικά το Σύνταγμα, τους Νόμους ακόμη και τον Κανονισμό της Βουλής για να κρύψει τα συνεχόμενα σκάνδαλα και τις ευθύνες της. Σήμερα εργαλειοποιεί και την κορυφαία διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος. Σαν να λέει σε όλους μας ότι έφταιγε το Σύνταγμα που έμειναν στο απυρόβλητο και δεν ελέγχθηκαν όπως θα έπρεπε οι Υπουργοί της για το μεγάλο έγκλημα των Τεμπών ή για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ή για τις παρακολουθήσεις και το Predator.»

«Η σημερινή πρόταση της ΝΔ κάνει ακόμη χειρότερα τα πράγματα αναφορικά με το πως θα πρέπει να ελέγχονται οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Επιλέγει να σύρει την συζήτηση σε έναν λαϊκισμό, υιοθετώντας μια άκρως προκλητική στάση που ουσιαστικά δεν αλλάζει τίποτα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, του ελέγχου και της λογοδοσίας.

Την ώρα που ο κόσμος φωνάζει για Δικαιοσύνη και για πολλαπλά συστήματα ελέγχου της εξουσίας, η ΝΔ προτείνει την κατάργηση της δικαιοδοσίας της Βουλής στην διερεύνηση ευθυνών για πολιτικά πρόσωπα. Πάει δηλαδή στο άλλο άκρο και καταργεί τον ρόλο του Κοινοβουλίου, ως θεσμικό αντίβαρο, αναφορικά με το άρθρο 86. Λες και για ό,τι ντροπιαστικό έχει συμβεί μέχρι τώρα, με αποκορύφωμα το περσινό καλοκαίρι και το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της ΝΔ, που οι βουλευτές της δεν ήξεραν τι είχαν ψηφίσει αναφορικά με την παραπομπή των γαλάζιων Υπουργών, φταίει η ίδια η Βουλή ή το Σύνταγμα και το συγκεκριμένο άρθρο.

Έχουμε φτάσει σήμερα στο σημείο να συζητάμε αν ο αναθεωρητικός ή ο συντακτικός νομοθέτης είχε στο μυαλό του να σώσει τον Βορίδη και τον Αυγενάκη. Όχι, κύριοι της ΝΔ, δεν είχε σκοπό να σώσει τα σκάνδαλά σας. Γιατί εμείς θα σας θυμίσουμε ότι ακόμη και στα επαναστατικά Συντάγματα προβλέπονταν μία συμμετοχή της Βουλής, στον έλεγχο των πολιτικών προσώπων. Επίσης θα σας θυμίσουμε ότι η χώρα μας έχει παράδοση στα Συντάγματα του ελεύθερου κράτους με την πρόβλεψη του ρόλου της Βουλής που σήμερα εσείς θέλετε να καταργήσετε».

Ζητήσαμε και φέρατε με καθυστέρηση τον εκτελεστικό Νόμο που συνδέεται με την Αναθεώρηση του 2019. Τα θεσμικά αντίβαρα υπήρχαν

«Γιατί η πλειοψηφία αρνούνταν να φέρει τον εκτελεστικό νόμο σε σχέση τα περί ευθύνης υπουργών; Γιατί ακόμη δεν έχουν κατοχυρωθεί οι προτάσεις για την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία ή για την ισότητα των δικαστών των στρατιωτικών και πολιτικών δικαστών;

Η ΝΔ οφείλει να απαντήσει τι άλλαξε και δεν της αρέσουν οι αναθεωρητικές προτάσεις του 2019 που προέβλεπαν να ξεκινάει η διαδικασία από την Βουλή, να κάνει την προανάκριση και μετά μέσω του δικαστικού Συμβουλίου, όποιος πράγματι είχε εις βάρος του αποχρώσες ενδείξεις, να παραπέμπεται έως το Ειδικό Δικαστήριο προκειμένου να ελεγχθεί από έναν δικαστή. Όλες αυτές οι μέριμνες υπήρχαν, γιατί δεν τις εφάρμοσε η Κυβέρνηση;

Προφανώς γιατί μιλάμε για μια Κυβέρνηση που δια στόματος κ. Άδωνη Γεωργιάδη είπε τότε πως όσο θα κατέχουμε αυτή την πλειοψηφία μέσα στη Βουλή, κανένας υπουργός δεν πρόκειται να ελεγχθεί. Ακόμη και αν υπήρχε ολόκληρος φάκελος σχηματισμένος από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Η ΝΔ νιώθει άτρωτη παίζοντας θεσμικά παιχνίδια στην πλάτη του Πολιτεύματος, του Συντάγματος και του Ελληνικού λαού».

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ

«Εμείς θεωρούμε ότι η αναθεώρηση πρέπει να επιφυλάξει έναν ρόλο για τη Βουλή. Με 20-30 βουλευτές θα μπορεί η υπόθεση να ξεκινάει από την Βουλή και στην συνέχεια να πηγαίνει σε ένα τριμελές συμβούλιο δικαστών, οι οποίοι θα κάνουν όλη την ανάκριση και όλον τον έλεγχο για κάποιον υπουργό ή υφυπουργό. Και μετά η υπόθεση να παίρνει τον δρόμο της δικαιοσύνης.

Σε καμία περίπτωση δεν δεχόμαστε να γυρνάει πάλι η πρόταση πίσω στην Βουλή για να γίνει ονομαστική ψηφοφορία όπως πρότεινε η ΝΔ.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει ανεχτή η κάθε προσπάθεια από την πλευρά της Κυβέρνησης να ρίχνει στάχτη στα μάτια του κόσμου, αποφεύγοντας τις ευθύνες της για όλη αυτή την κατάσταση παρακμής των θεσμών και της δυσπιστίας του κόσμου, ειδικά προς την Δικαιοσύνη».