Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Αγροτική Πολιτική

Επίκαιρη ερώτηση του Β. Κόκκαλη: «Υπέρμετρες αυξήσεις κοινοχρήστων, επιβολή «υπερτιμήματος» και ζητήματα διαφάνειας στη διαχείριση της ΒΙΠΕ Λάρισας από την ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ Α.Ε.»


Αθήνα, 9 Ιουλίου 2026

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Ανάπτυξης

ΘΕΜΑ: «Υπέρμετρες αυξήσεις κοινοχρήστων, επιβολή «υπερτιμήματος» και ζητήματα διαφάνειας στη διαχείριση της ΒΙΠΕ Λάρισας από την ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ Α.Ε.»

Σύμφωνα με αναφορές εγκατεστημένων επιχειρήσεων στη Βιομηχανική Περιοχή Λάρισας (ΒΙ.ΠΕ. Λάρισας), η διαχειρίστρια εταιρεία ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ Α.Ε., αξιοποιώντας τις διατάξεις του Ν. 4982/2022 και τον νέο κανονισμό λειτουργίας των επιχειρηματικών πάρκων, έχει προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις στα κοινόχρηστα έξοδα των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις κάνουν λόγο για αιφνίδιες και δυσανάλογες επιβαρύνσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούν σε σημαντική αύξηση του συνολικού κόστους λειτουργίας, χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ενδεικτικά, γίνεται λόγος για ανεπαρκή συντήρηση οδικού δικτύου, ζητήματα ασφάλειας και φωτισμού καθώς και γενικότερη εικόνα υποδομών που δεν ανταποκρίνεται στις αυξημένες οικονομικές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, στο κόστος λειτουργίας ενσωματώνονται δαπάνες έργων και μελετών με πρόσθετη προσαύξηση («υπερτίμημα») που μπορεί να φθάνει ή να αγγίζει το 20%, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και την αναλογικότητα της επιβάρυνσης των εγκατεστημένων επιχειρήσεων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν ουσιαστικό μηχανισμό ελέγχου ή συμμετοχής στη διαμόρφωση του προϋπολογισμού των κοινόχρηστων δαπανών, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες περιορισμένης λογοδοσίας στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών της ΒΙΠΕ Λάρισας. Το ισχύον πλαίσιο οδηγεί σε περιορισμό της δυνατότητας των επιχειρήσεων για ουσιαστική συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, καθώς οι διαδικασίες έγκρισης του κανονισμού λειτουργίας και των οικονομικών επιβαρύνσεων δεν διασφαλίζουν επαρκή εκπροσώπηση ή πραγματική δυνατότητα ανατροπής αποφάσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα σύστημα λήψης αποφάσεων που χαρακτηρίζεται από μονομέρεια. Έχει λοιπόν επικρατήσει ένα καθεστώς στο οποίο η ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ Α.Ε. λειτουργεί ως μοναδικός διαχειριστής κρίσιμων υποδομών με ισχυρό κανονιστικό και οικονομικό ρόλο, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο επίπεδο λογοδοσίας και ελέγχου, γεγονός που εντείνει το αίσθημα αβεβαιότητας και οικονομικής πίεσης.

Δεδομένου ότι η ΒΙΠΕ Λάρισας αποτελεί σημαντικό παραγωγικό κόμβο για την περιφερειακή οικονομία και την εθνική βιομηχανία, τίθενται ζητήματα εύρυθμης λειτουργίας, ανταγωνιστικότητας και θεσμικής ισορροπίας μεταξύ της διαχειρίστριας εταιρείας και των εγκατεστημένων επιχειρήσεων.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Προτίθεται να εξετάσει την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου εφαρμογής του Ν. 4982/2022 ως προς τις υφιστάμενες ΒΙΠΕ, και ειδικότερα τη ΒΙΠΕ Λάρισας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι χρεώσεις κοινοχρήστων και τυχόν «υπερτίμημα» επιβάλλονται με αντικειμενικά, διαφανή και ελεγχόμενα κριτήρια;
  2. Υφίσταται πρόβλεψη για θεσμοθέτηση υποχρεωτικού μηχανισμού διαβούλευσης, ελέγχου και συμμετοχής των εγκατεστημένων επιχειρήσεων στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τον προϋπολογισμό, τις επενδύσεις και τις δαπάνες λειτουργίας στη ΒΙΠΕ Λάρισας, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η αποφυγή μονομερών οικονομικών επιβαρύνσεων;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Κόκκαλης Βασίλειος

Αλ. Μεϊκόπουλος: «Η ευλογιά αφάνισε τα κοπάδια τους. Η Κυβέρνηση τους στερεί το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών» || Κατατεθείσα Ερώτηση

Την ανάγκη άμεσης νομοθετικής παρέμβασης, ώστε να προστατευθούν οι νέοι κτηνοτρόφοι που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα Νέων Αγροτών και έχασαν το ζωικό τους κεφάλαιο εξαιτίας της ευλογιάς αιγοπροβάτων, αναδεικνύει με κοινοβουλευτική Ερώτησή του προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων ο Βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος. Την ερώτηση συνυπογράφει ο αρμόδιος τομεάρχης της Κ.Ο., Β. Κόκκαλης.

«Η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και η εφαρμογή των υποχρεωτικών υγειονομικών μέτρων για τον περιορισμό της νόσου οδήγησαν στη θανάτωση χιλιάδων ζώων σε ολόκληρη τη χώρα, προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στην ελληνική κτηνοτροφία. Ανάμεσα στους πλέον πληγέντες βρίσκονται δεκάδες νέοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι είχαν επενδύσει το μέλλον τους στον πρωτογενή τομέα μέσω του Προγράμματος Νέων Αγροτών της πρόσκλησης του 2021. Ιδιαίτερα στη Μαγνησία, νέοι παραγωγοί που είχαν ήδη λάβει την πρώτη δόση της ενίσχυσης και βρίσκονται στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσης των επιχειρηματικών τους σχεδίων, είδαν τις εκμεταλλεύσεις τους να καταστρέφονται ολοκληρωτικά, καθώς υποχρεώθηκαν να οδηγήσουν σε θανάτωση το σύνολο του ζωικού τους κεφαλαίου, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Πολιτείας για την αντιμετώπιση της επιζωοτίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό αδιέξοδο. Οι συγκεκριμένοι νέοι κτηνοτρόφοι αδυνατούν πλέον αντικειμενικά να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις του προγράμματος και να επιτύχουν την απαιτούμενη τυπική απόδοση, όχι λόγω δικής τους υπαιτιότητας ή ελλιπούς διαχείρισης της εκμετάλλευσής τους, αλλά εξαιτίας ενός γεγονότος ανωτέρας βίας, το οποίο αναγνωρίζει και η ίδια η Πολιτεία. Παρά ταύτα, η μοναδική λύση που μέχρι σήμερα προσφέρει το Υπουργείο είναι η δυνατότητα απένταξης από το Πρόγραμμα, χωρίς επιστροφή της πρώτης δόσης της ενίσχυσης. Πρόκειται, όμως, για μια επιλογή που ουσιαστικά οδηγεί τους νέους ανθρώπους εκτός του επαγγέλματος, στερώντας τους τη δυνατότητα να ανασυστήσουν τις μονάδες τους, να ολοκληρώσουν το επιχειρηματικό τους σχέδιο και να λάβουν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης, ύψους 12.000 ευρώ», ανέφερε ο Βουλευτής.

Ο Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος υπογραμμίζει ότι οι πληγέντες κτηνοτρόφοι ζητούν το αυτονόητο. Να τους δοθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο, να επανεκκινήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα και να ολοκληρώσουν κανονικά το πρόγραμμα στο οποίο εντάχθηκαν. «Η αναγνώριση ενός περιστατικού ως γεγονότος ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εξαντλείται στη δυνατότητα εγκατάλειψης της παραγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, οφείλει να συνοδεύεται από ουσιαστικά μέτρα στήριξης που θα επιτρέψουν στους νέους παραγωγούς να παραμείνουν στην ύπαιθρο, να συνεχίσουν να παράγουν και να διατηρήσουν ζωντανή την ελληνική κτηνοτροφία. Η απένταξη των πληγέντων από το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον βασικό του σκοπό, που είναι η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο και η διατήρηση των νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα», σημείωσε ο Βουλευτής.

Με την Ερώτησή του, ζητά να θεσπιστεί ειδική πρόβλεψη για τους συγκεκριμένους δικαιούχους, ώστε να τους δοθεί επαρκής χρόνος για την ανασύσταση των εκμεταλλεύσεών τους χωρίς να χάσουν το δικαίωμα ολοκλήρωσης του Προγράμματος και καταβολής της δεύτερης δόσης της ενίσχυσης.

Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 9 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

Θέμα: Διασφάλιση της συνέχισης του Προγράμματος Νέων Αγροτών για τους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από την ευλογιά αιγοπροβάτων

Η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων έχει προκαλέσει μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια η ελληνική κτηνοτροφία.

Η εφαρμογή των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων για τον περιορισμό της νόσου οδήγησε στην υποχρεωτική θανάτωση χιλιάδων ζώων, με αποτέλεσμα εκατοντάδες κτηνοτρόφοι να χάσουν το παραγωγικό τους κεφάλαιο και να βρεθούν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης. Η κατάσταση αυτή δεν απειλεί μόνο τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους, αλλά και την ίδια την προοπτική διατήρησης της κτηνοτροφικής δραστηριότητας σε πολλές περιοχές της χώρας.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα για τους νέους κτηνοτρόφους που εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα Νέων Αγροτών της πρόσκλησης του 2021, μεταξύ των οποίων και δικαιούχοι από τη Μαγνησία. Χαρακτηριστικές είναι περιπτώσεις νέων κτηνοτρόφων της περιοχής, οι οποίοι, έχοντας ήδη λάβει από το 2021 την πρώτη δόση της ενίσχυσης και ευρισκόμενοι στο στάδιο ολοκλήρωσης του επιχειρηματικού τους σχεδίου, έχασαν το σύνολο του ζωικού τους κεφαλαίου λόγω της υποχρεωτικής θανάτωσης των ζώων εξαιτίας της ευλογιάς. Ως εκ τούτου, αδυνατούν, αντικειμενικά, να επιτύχουν την απαιτούμενη τυπική απόδοση (10% των κοπαδιών τους) και να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις του Προγράμματος, όχι λόγω δικής του υπαιτιότητας ή πλημμελούς διαχείρισης της εκμετάλλευσής τους, αλλά εξαιτίας ενός γεγονότος ανωτέρας βίας, το οποίο αναγνωρίζει και η ίδια η Πολιτεία. Ως αποτέλεσμα, πλήθος νέων κτηνοτρόφων που επλήγησαν από την ευλογιά αντιμετωπίζουν σήμερα τον κίνδυνο να μην ολοκληρώσουν επιτυχώς το πρόγραμμα και, κατά συνέπεια, να στερηθούν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης (12.000 ευρώ).

Οι προαναφερόμενοι παραγωγοί δεν ζητούν την απαλλαγή τους από τις υποχρεώσεις του προγράμματος, ούτε την απένταξή τους. Ζητούν να τους δοθεί η δυνατότητα να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο, να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα, να ολοκληρώσουν το επιχειρηματικό τους σχέδιο και να λάβουν τη δεύτερη δόση της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται για όλους τους δικαιούχους. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, το Υπουργείο, παρά το ότι αναγνωρίζει την ευλογιά ως παράγοντα ανωτέρας βίας, η μόνη διέξοδος που παρέχει στους πληγέντες είναι η δυνατότητα απένταξης από το Πρόγραμμα Νέων Αγροτών, χωρίς επιστροφή της πρώτης δόσης της ενίσχυσης.

Πρόκειται για μια λύση που δεν αποκαθιστά την αδικία ούτε υπηρετεί τον σκοπό του ίδιου του προγράμματος. Αντιθέτως, οδηγεί ουσιαστικά τους νέους κτηνοτρόφους εκτός του επαγγέλματος, στερώντας τους τη δυνατότητα να επανεκκινήσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα και να ολοκληρώσουν την επένδυση που ήδη έχουν πραγματοποιήσει.

Είναι προφανές ότι η αναγνώριση ενός γεγονότος ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην αποδοχή της εγκατάλειψης μιας παραγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, οφείλει να συνοδεύεται από τα αναγκαία μέτρα που θα επιτρέψουν στους πληγέντες να αποκαταστήσουν την παραγωγή τους και να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους. Άλλωστε, ο θεμελιώδης στόχος του Προγράμματος Νέων Αγροτών είναι η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο και η διατήρηση νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα. Η απένταξη των πληγέντων κτηνοτρόφων, αντί της ουσιαστικής στήριξής τους ώστε να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο και να συνεχίσουν την παραγωγή, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη φιλοσοφία και τον αναπτυξιακό σκοπό του ίδιου του Προγράμματος.

Επειδή, η απώλεια του ζωικού κεφαλαίου των πληγέντων κτηνοτρόφων οφείλεται αποκλειστικά στην εφαρμογή υποχρεωτικών μέτρων που επέβαλε η Πολιτεία για την αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων,

Επειδή, οι δικαιούχοι του Προγράμματος Νέων Αγροτών επιθυμούν να παραμείνουν ενεργοί κτηνοτρόφοι και όχι να οδηγηθούν σε αναγκαστική έξοδο από το επάγγελμα,

Επειδή, η στήριξη της νέας γενιάς αγροτών και η διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας αποτελούν βασικούς στόχους της αγροτικής πολιτικής.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Πόσοι δικαιούχοι του Προγράμματος Νέων Αγροτών έχουν επηρεαστεί από την ευλογιά αιγοπροβάτων, πόσοι εξ αυτών αδυνατούν να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα και πόσοι προέρχονται από την Περιφέρεια Θεσσαλίας και ειδικότερα από τη Μαγνησία;
  2. Προτίθεται να θεσπίσει ειδική πρόβλεψη για τους δικαιούχους του Προγράμματος Νέων Αγροτών που απώλεσαν το ζωικό τους κεφάλαιο λόγω ευλογιάς αιγοπροβάτων, ώστε να τους δοθεί επαρκής χρόνος για την ανασύσταση της εκμετάλλευσής τους και την ολοκλήρωση των επιχειρηματικών τους σχεδίων;
  3. Ποια συγκεκριμένα μέτρα προτίθεται να λάβει για την ταχεία ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου των πληγέντων νέων κτηνοτρόφων, προκειμένου να συνεχίσουν απρόσκοπτα την παραγωγική τους δραστηριότητα;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Κόκκαλης Βασίλης

«Τα ψέματα τελείωσαν»: Ο Β. Κόκκαλης ζητά τολμηρές αποφάσεις για να σωθεί ο πρωτογενής τομέας

Την ανάγκη για ριζικές αλλαγές στον σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, ανέδειξε στην τοποθέτησή του στη Διακομματική Επιτροπή για τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης.

Ο Λαρισαίος βουλευτής υποστήριξε ότι το πόρισμα της επιτροπής δεν θα έχει ουσιαστική αξία εάν περιοριστεί στη διαπίστωση των προβλημάτων, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «τα ψέματα τελείωσαν», τονίζοντας ότι εάν υπάρχει μέλλον για τον πρωτογενή τομέα απαιτούνται πλέον τολμηρές πολιτικές αποφάσεις.

Ο κ. Κόκκαλης στάθηκε ιδιαίτερα στο δομικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας, σημειώνοντας ότι οι αγρότες αποτελούν ένα επάγγελμα στο οποίο εμφανίζονται  επίσης ως παραγωγοί, οικονομολόγοι, νομικοί και διαχειριστές πολύπλοκων προγραμμάτων, γεγονός που, όπως είπε, αποδεικνύει ότι το σημερινό μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη ενίσχυσης των συνεταιρισμών, επισημαίνοντας ότι σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα για τη συμμετοχή των παραγωγών σε συνεργατικά σχήματα, αφού τα φορολογικά οφέλη είναι αντίστοιχα με εκείνα της συμβολαιακής γεωργίας. Παράλληλα υποστήριξε ότι οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις εμπορικές εταιρείες στα επενδυτικά προγράμματα και ζήτησε ένα νέο μοντέλο συνεργατισμού με πραγματικά κίνητρα.

Αναφερόμενος στην εκπαίδευση των αγροτών, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει το λιγότερο εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον πρωτογενή τομέα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την ύπαρξη δεκάδων προγραμμάτων κατάρτισης, ζητώντας η εκπαίδευση να αποκτήσει πρακτικό χαρακτήρα και να συνδεθεί άμεσα με την παραγωγή.

Ο πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εστίασε ακόμη στην αποτυχία, όπως τη χαρακτήρισε, των προγραμμάτων νέων αγροτών, εκτιμώντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των ενισχύσεων αλλά η έλλειψη πρόσβασης των νέων στη γεωργική γη, καθώς -όπως επισήμανε- οι τράπεζες χρηματοδοτούν την αγορά εξοπλισμού αλλά όχι την αγορά αγροτικής γης.

Σκληρή ήταν η κριτική του και για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Ο κ. Κόκκαλης υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί να θυσιάζει εύφορες εκτάσεις για ενεργειακές εγκαταστάσεις, προειδοποιώντας ότι, εάν συνεχιστεί αυτή η πρακτική, θα πληγεί η αγροτική παραγωγή και η διατροφική επάρκεια.

Περνώντας στα ζητήματα της καθημερινότητας, χαρακτήρισε «τουλάχιστον απαράδεκτο» τον σχεδιασμό του προγράμματος των βιολογικών καλλιεργειών, υποστηρίζοντας ότι η προσπάθεια αντιμετώπισης των παρατυπιών οδήγησε σε οριζόντιες κυρώσεις, με αποτέλεσμα να τιμωρούνται και συνεπείς παραγωγοί.

Για τη διαχείριση της ευλογιάς στα αιγοπρόβατα έκανε λόγο για «εγκληματική» αντιμετώπιση της κρίσης, ζητώντας απαντήσεις για τους ελέγχους στους μετακινούμενους κτηνοτρόφους και για το εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει έλεγχο ανίχνευσης αντισωμάτων από εμβολιασμούς. Παράλληλα υπογράμμισε ότι η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής εκατοντάδων ορεινών χωριών.

Ο κ. Κόκκαλης αναφέρθηκε επίσης στο ζήτημα των ελληνοποιήσεων, επισημαίνοντας ότι η πλήρης εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος «Άρτεμις ΙΙ» καθυστερεί επί έξι χρόνια, παρότι -όπως είπε- θα μπορούσε να εξασφαλίσει πλήρη ιχνηλασιμότητα του γάλακτος και αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, κάλεσε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου να διευκρινίσει με ποιον τρόπο σχεδιάζει να συνδέσει τις ενισχύσεις της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με την πραγματική παραγωγή, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα και η στήριξη των πραγματικών παραγωγών.

Ερώτηση Δ. Καλαματιανού: Ανάδειξη και ανάπτυξη του αλιευτικού τουρισμού στην Ηλεία

Αθήνα, 10 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους Υπουργούς

Τουρισμού

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Θέμα: «Ανάδειξη και ανάπτυξη του αλιευτικού τουρισμού στην Ηλεία»

Ο αλιευτικός τουρισμός αποτελεί μια σημαντική προοπτική για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα και του τουριστικού προϊόντος στη χώρα, συνεισφέροντας στην ενίσχυση του εισοδήματος των επαγγελματιών αλιέων και τη βιώσιμη ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών. Ειδικότερα, πρόκειται για μια δραστηριότητα που συνδέει την παραγωγή με τον τουρισμό, αναδεικνύει την τοπική γαστρονομία, προβάλλει την αλιευτική παράδοση και συμβάλλει στη διατήρηση της πολιτιστικής και περιβαλλοντικής ταυτότητας κάθε περιοχής.

Στην κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τον ν. 4582/2018 «Θεματικός τουρισμός – Ειδικές μορφές τουρισμού – Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου στον τομέα του τουρισμού και της τουριστικής εκπαίδευσης – Στήριξη τουριστικής επιχειρηματικότητας και άλλες διατάξεις», εισήγαγε διατάξεις σχετικά με την ανάπτυξη, την οργάνωση και την εποπτεία δραστηριοτήτων αναψυχής και επιχειρηματικότητας και τη διαμόρφωση πλαισίου κανόνων ασφαλείας που αφορούν τον θεματικό τουρισμό και ειδικές μορφές τουρισμού. Πρόκειται για διατάξεις που αφορούν και τον αλιευτικό τουρισμό. Ωστόσο, οι δυνατότητες ανάπτυξης του αλιευτικού τουρισμού παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες. Οι επαγγελματίες αλιείς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια όπως η έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης, τα περιορισμένα χρηματοδοτικά εργαλεία και η απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου προβολής της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος καυσίμων, η μείωση των αλιευμάτων, η κλιματική κρίση και οι γενικότερες πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι αλιείς, καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση συμπληρωματικών πηγών εισοδήματος για τους επαγγελματίες του κλάδου. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, ο αλιευτικός τουρισμός μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική διέξοδο, διατηρώντας ενεργές τις τοπικές αλιευτικές κοινότητες και δημιουργώντας, παράλληλα, νέες θέσεις εργασίας στις παράκτιες περιοχές.

Η Ηλεία διαθέτει ένα εκτεταμένο παραλιακό μέτωπο, σημαντικά αλιευτικά καταφύγια και λιμάνια, καθώς και επαγγελματίες αλιείς με βαθιά γνώση της θάλασσας και της τοπικής αλιευτικής κουλτούρας. Παράλληλα, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας, με εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Συνεπώς, οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του αλιευτικού τουρισμού είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές.

Παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για στήριξη και ενίσχυση των αλιέων, όπως, επίσης, του τουρισμού και των διαφόρων μορφών του, δεν προκύπτει μέχρι σήμερα ότι έχουν υπάρξει από την πλευρά της ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο αλιευτικός τουρισμός, ούτε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση των επαγγελματιών που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον συγκεκριμένο τομέα.

Επειδή η διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό μπορεί να ενισχύσει το εισόδημα των αλιέων, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και να συγκρατήσει τον πληθυσμό στις παράκτιες κοινότητες,

Επειδή οι επαγγελματίες αλιείς χρειάζονται ενημέρωση και ουσιαστική στήριξη ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στη συγκεκριμένη δραστηριότητα,

Επειδή η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών εργαλείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του εγχειρήματος,

Επειδή ο αλιευτικός τουρισμός μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο βιώσιμης ανάπτυξης για την Ηλεία.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Ποιος είναι ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης για την ανάπτυξη του αλιευτικού τουρισμού;
  2. Πόσοι επαγγελματίες αλιείς έχουν λάβει μέχρι σήμερα άδεια άσκησης αλιευτικού τουρισμού; Πόσοι από αυτούς εδρεύουν στην Ηλεία;
  3. Ποια είναι τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να στηρίξουν τον αλιευτικό τουρισμό;  Προτίθεται, μεταξύ άλλων, η Κυβέρνηση να προχωρήσει σε ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα για την αναβάθμιση των αλιευτικών σκαφών και του απαραίτητου εξοπλισμού, ώστε να μπορούν να δραστηριοποιηθούν στον αλιευτικό τουρισμό οι επαγγελματίες αλιείς που το επιθυμούν;
  4. Προτίθεται η Κυβέρνηση να υλοποιήσει, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους αλιευτικούς συλλόγους, προγράμματα προώθησης του αλιευτικού τουρισμού στην Ηλεία;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Καλαματιανός Διονύσιος-Χαράλαμπος

Ανακοίνωση του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: ΟΠΕΚΕΠΕ – Η κυβέρνηση βάζει σε κίνδυνο τους ευρωπαϊκούς πόρους της χώρας

Οι νέες εξελίξεις στην υπόθεση των παράνομων επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαιώνουν ότι το σκάνδαλο δεν αφορά πλέον μόνο τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Αφορά ευθέως την κατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα και τον κίνδυνο να πληρώσουν οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι το κόστος της κυβερνητικής συγκάλυψης και της θεσμικής απαξίωσης.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, 57 άτομα καταδικάστηκαν για απάτη με αγροτικές επιδοτήσεις από το Εθνικό Απόθεμα, ύψους άνω του 1,7 εκατ. ευρώ, για την περίοδο από το 2019 έως το 2022. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε έφεση κατά της αθώωσης κατηγορουμένου που είχε επιστρέψει τις παράνομες επιδοτήσεις, καθιστώντας σαφές ότι η επιστροφή των χρημάτων δεν εξαλείφει τη ζημία που προκλήθηκε στο Εθνικό Απόθεμα, αφού οι πόροι του εξαντλούνται αμετάκλητα όταν κατανέμονται παράνομα.

Η ίδια η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι έχει θέσει δημόσια το πρόβλημα της αντιμετώπισης της απάτης στην Ελλάδα, διερωτώμενη πώς είναι δυνατόν κάποιος να διαπράττει απάτη, να επιστρέφει τα χρήματα και να μένει ελεύθερος. Η νέα παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης από την κυβέρνηση.

Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αξιολογεί πιθανή ποινική ευθύνη υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ που διενήργησαν επιτόπιους ελέγχους, καθώς και πρόσθετων υπαλλήλων που ενέκριναν πληρωμές το 2020 χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία επαλήθευση της νομιμότητας των δηλωμένων εκτάσεων και της αγροτικής δραστηριότητας.

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο όσους εισέπραξαν παράνομα ευρωπαϊκούς πόρους. Αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό ελέγχων, εγκρίσεων και πληρωμών. Αφορά τη διοικητική λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αφορά την πολιτική εποπτεία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι ακόμη μεγαλύτερο: η κυβέρνηση, αντί να εγγυηθεί την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και την ανεμπόδιστη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δημιουργεί συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα σε ευρωπαϊκή θεσμική κρίση.

Όταν τίθενται ζητήματα κράτους δικαίου, ανεξαρτησίας της έρευνας και προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε δεν απειλείται μόνο η αξιοπιστία της κυβέρνησης. Απειλούνται οι ευρωπαϊκοί πόροι που δικαιούται η χώρα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εργαλεία για την προστασία του προϋπολογισμού της όταν παραβιάσεις του κράτους δικαίου επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά τη χρηστή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να εξηγήσει τι κάνει ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο ενεργοποίησης τέτοιων διαδικασιών σε βάρος της χώρας.

Με απλά λόγια: οι πραγματικοί αγρότες και κτηνοτρόφοι κινδυνεύουν να πληρώσουν διπλά. Πρώτα, επειδή ευρωπαϊκοί πόροι κατευθύνθηκαν παράνομα σε επιτήδειους. Και δεύτερη φορά, επειδή η κυβέρνηση δεν διασφαλίζει με πειστικό τρόπο ότι οι ευρωπαϊκές αρχές μπορούν να ερευνήσουν ανεμπόδιστα και ότι ο μηχανισμός πληρωμών καθαρίζει σε βάθος.

Και εδώ προκύπτουν συγκεκριμένα ερωτήματα:

Ποιοι ενέκριναν τις πληρωμές του 2020 χωρίς να έχει επαληθευτεί η νομιμότητα των δηλωμένων εκτάσεων και της αγροτικής δραστηριότητας;

Γιατί στελέχη που αναφέρονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παραμένουν σε κρίσιμες θέσεις στη νέα δομή της ΑΑΔΕ, χωρίς αξιολόγηση και χωρίς πειθαρχική διαδικασία;

Γιατί στέλεχος που συνεργάστηκε με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μετακινήθηκε εκτός δομής, με δικαστική απόφαση να κρίνει τη μετακίνηση παράνομη και καταχρηστική;

Τι μέτρα έχει λάβει η κυβέρνηση ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο ενεργοποίησης ευρωπαϊκών διαδικασιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια ή αναστολή ευρωπαϊκών πόρων;

Ποιοι είχαν την πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο κατά την οποία εξελίχθηκε αυτή η υπόθεση;

Η μεταφορά αρμοδιοτήτων στην ΑΑΔΕ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι μεταρρύθμισης, όταν στην πράξη διατηρεί ανέγγιχτα κρίσιμα πρόσωπα που βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας και την ίδια στιγμή αποδυναμώνει στέλεχος που συνέβαλε στη διερεύνηση της υπόθεσης.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ιδιωτική υπόθεση της Νέας Δημοκρατίας. Διαχειρίζεται ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους που ανήκουν στους πραγματικούς αγρότες και κτηνοτρόφους της χώρας. Η προστασία αυτών των πόρων είναι εθνική υποχρέωση και όχι πεδίο κομματικής διαχείρισης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία ζητά πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, θεσμικό έλεγχο σε όλα τα επίπεδα του νέου μηχανισμού ΟΠΕΚΕΠΕ και ΑΑΔΕ, προστασία όσων συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και απόδοση ευθυνών, διοικητικών, ποινικών και πολιτικών, όσο ψηλά και αν βρίσκονται.

Σωκράτης Φάμελλος: «Πρέπει να διωχθούν οι υπεύθυνοι του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι οι αγρότες που αγωνίζονται να επιβιώσουν – Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα καταθέσει άμεσα τροπολογία για να σταματήσουν οι διώξεις αγροτών»

Συνάντηση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου, με αντιπροσωπεία της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων

«Oι πρώτες διώξεις έπρεπε να γίνουν κατά των υπευθύνων του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, της κλοπής δηλαδή πάνω από 1 δισ. ευρώ επιδοτήσεων που στήθηκε μέσα από το Μαξίμου και να επιστραφούν οι κλεμμένες επιδοτήσεις στους τίμιους και πραγματικούς αγρότες» τόνισε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος κατά τη συνάντηση του με αντιπροσωπεία της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων, εκφράζοντας σφοδρή κρτιτική απέναντι στις «διώξεις εναντίον αγροτών που αγωνίζονταν για να επιβιώσουν και για να μην ερημώσει η ελληνική ύπαιθρος».

«Θέλω να καταθέσω την υποστήριξη μας στον αγώνα σας για να σταματήσουν οι διώξεις. Πρέπει να υπάρξουν και οι απαραίτητες κινήσεις από τον πολιτικό κόσμο. Εμείς έχουμε ήδη προετοιμάσει μία τροπολογία η οποία σταματάει τις διώξεις κατά των αγροτών, διότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν, εκπροσωπώντας τους πολίτες στη Βουλή, να κάνουν αυτό που πρέπει, παρότι θα έπρεπε ήδη να το έχει κάνει η κυβέρνηση» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Σωκράτης Φάμελλος τόνισε πως «η κρίση στον πρωτογενή τομέα συνεχίζεται και μεγαλώνει. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ έχουν ξεκινήσει όλες οι καλλιέργειες, δεν έχει αρχίσει ακόμα η υποβολή δηλώσεων για τις επιδοτήσεις ΟΣΔΕ και έτσι οι αγρότες “είναι στον αέρα”. Ενώ και η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ θέτει σοβαρά προβλήματα της σύνδεσης επιδοτήσεων με τη στρατηγική του υπουργείου, αλλά και ερωτήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και διαλειτουργικότητας με τις βάσεις δεδομένων και τις χρήσεις γης». Υπενθύμισε δε, το αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για συγκρότηση μόνιμου συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής με ευθύνη της Βουλής.

Ο Σωκράτης Φάμελλος άσκησε έντονη κριτική στο αρνητικό αποτύπωμα που έχουν αφήσει οι ζωονόσοι και η έλλειψη στρατηγικής από το αρμόδιο υπουργείο, που οδηγεί στον αφανισμό του κτηνοτροφικού κλάδου αλλά και των κτηνοτροφικών προϊόντων στην Ελλάδα.

Επισήμανε επίσης ότι «το κόστος παραγωγής είναι στα ύψη, και στα καύσιμα και στις υπόλοιπες πρώτες ύλες, με αποτέλεσμα οι αγρότες να έχουν ελάχιστο εισόδημα και πολλές φορές οι καλλιέργειες να είναι ζημιογόνες, ενώ από την άλλη, οι τιμές στα ράφια είναι στα ύψη αφού η κυβέρνηση έχει κάνει συμφωνία με τα καρτέλ για να μην μειώνονται οι τιμές. Και έτσι το πρόβλημα είναι και στους αγρότες και στους καταναλωτές από την ακρίβεια».

Τέλος, ο Σωκράτης Φάμελλος έκανε λόγο για «ευρωπαϊκό πραξικόπημα» ως προς την εφαρμογή της συμφωνίας Mercosur, παρότι «με πρωτοβουλία της ευρωομάδας της Αριστεράς είχε σταματήσει η εφαρμογής της αλλά ο κ. Μητσοτάκης και η κα φον ντερ Λάιεν κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετήσουν τα μεγάλα καρτέλ, αλλά όχι τους αγρότες».

«Η ελληνική ύπαιθρος ερημώνει με σχέδιο από τον κ. Μητσοτάκη που θέλει να γίνουν οι αγρότες, κολίγοι, στους νέους τσιφλικάδες που φέρνει στην Ελλάδα. Και αυτό είναι αντίθετο και με το δημογραφικό και με την ελληνική παραγωγή και με τους κανόνες της Δημοκρατίας» κατέληξε ο Σωκράτης Φάμελλος.

«Κατηγορούμαστε, διωκόμαστε, με εκατοντάδες δικογραφίες που έχουν φτάσει σε χέρια αγροτών, ακόμη και σε ανθρώπους που δεν συμμετείχαν καν στα μπλόκα, με στόχο την ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων και την τρομοκράτηση μας», διεμήνυσε ο πρόεδρος της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων, Ρίζος Μαρούδας.

Ο Ρίζος Μαρούδας αναφέρθηκε επίσης στην οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αγροτοκτηνοτροφικός κλάδος που δεν αφορά μόνο την επιβίωση των αγροτών αλλά όλη τη ζωή στην ύπαιθρο.

Εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συμμετείχαν στη συνάντηση ο βουλευτής Λάρισας και τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Βασίλης Κόκκαλης, ο βουλευτής Ηλείας και γραμματέας της Κ.Ο Διονύσης Καλαματιανός, ο βουλευτής Μαγνησίας και τομεάρχης Μεταφορών, Υποδομών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, ο βουλευτής Αργολίδας και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γιώργος Γαβρήλος και ο διευθυντής της Κ.Ο του κόμματος Γιώργος Μπάκης.

Στην αντιπροσωπεία των αγροτών συμμετείχαν επίσης οι Ηλίας Αγγελακούδης, Γρηγόρης Γρουζίδης, Κώστας Αποστολόπουλος, Χρήστος Λύγδης, Κωνσταντίνος Σέφης και ο Αθανάσιος Βομπίρης.

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Ανάγκη συγκρότησης εθνικής στρατηγικής για τον ελληνικό ελαιοκομικό τομέα, ενίσχυσης της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού ελαιολάδου και αντιμετώπισης των διαρθρωτικών προβλημάτων του κλάδου

Αθήνα, 08 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Θέμα: «Ανάγκη συγκρότησης εθνικής στρατηγικής για τον ελληνικό ελαιοκομικό τομέα, ενίσχυσης της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού ελαιολάδου και αντιμετώπισης των διαρθρωτικών προβλημάτων του κλάδου»

Το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά ελληνικά αγροτικά προϊόντα, με ιδιαίτερη οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτιστική σημασία. Η ελαιοκαλλιέργεια συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα χιλιάδων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας σε πολλές αγροτικές περιοχές της χώρας, την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και την εξωστρέφεια του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα. Παράλληλα, το ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αναγνωρίζεται διεθνώς για τα ποιοτικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του, γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία.

Παρά τα παραπάνω, τα τελευταία χρόνια καταγράφονται ανησυχητικές εξελίξεις, οι οποίες αναδεικνύουν ότι η Ελλάδα, ενώ εξακολουθεί να παράγει προϊόν υψηλής ποιότητας, αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα στη διεθνή αγορά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου παρουσιάζει μακροχρόνια στασιμότητα, ενώ την ίδια περίοδο η παγκόσμια παραγωγή αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της χώρας στην παγκόσμια αγορά μειώνεται σταδιακά, όχι επειδή μειώνεται η ποιότητα του ελληνικού προϊόντος αλλά επειδή άλλες ελαιοπαραγωγές χώρες επενδύουν συστηματικά στην αύξηση της παραγωγικότητας, στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην έρευνα, στην τυποποίηση, στην εξωστρέφεια και στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων εθνικών πολιτικών για τον κλάδο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ισπανία, η οποία δεν κυριαρχεί μόνο λόγω του μεγέθους της παραγωγής της αλλά, κυρίως, επειδή έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα παραγωγής, εμπορίας, έρευνας και προώθησης του ελαιολάδου. Η παραγωγική της ισχύς επηρεάζει πλέον άμεσα τη διαμόρφωση των διεθνών τιμών, γεγονός που αναδεικνύει ότι ο ανταγωνισμός στον συγκεκριμένο κλάδο δεν αφορά αποκλειστικά την ποιότητα του προϊόντος αλλά και την ικανότητα κάθε χώρας να οργανώνει αποτελεσματικά την παραγωγή, να παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις και να παρεμβαίνει συντονισμένα στις αγορές.

Αντίστοιχα, χώρες όπως η Πορτογαλία, η οποία αξιοποίησε μεγάλα αρδευτικά έργα και επενδύσεις σε σύγχρονες καλλιέργειες, καθώς και η Τυνησία, η οποία δημιούργησε ισχυρούς μηχανισμούς υποστήριξης της ελαιοκομίας και της εξαγωγικής δραστηριότητας, κατάφεραν μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να αυξήσουν σημαντικά τόσο την παραγωγή όσο και την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές. Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η ανταγωνιστικότητα του ελαιοκομικού τομέα δεν αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα των φυσικών πλεονεκτημάτων μιας χώρας, αλλά κυρίως της συνέχειας, της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας πολιτικής.

Αντιθέτως, στην Ελλάδα η ελαιοκομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο άσκησης πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι το προϊόν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς πυλώνες του πρωτογενούς τομέα, δεν υφίσταται μέχρι σήμερα ένας μόνιμος θεσμικός μηχανισμός που να συγκεντρώνει, να επεξεργάζεται και να αξιοποιεί τα δεδομένα του κλάδου, να αξιολογεί συστηματικά τις διεθνείς εξελίξεις, να εισηγείται μακροπρόθεσμες πολιτικές και να συντονίζει τις δράσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

Η απουσία ενός τέτοιου μηχανισμού έχει ως αποτέλεσμα η πολιτική για την ελαιοκομία να ασκείται αποσπασματικά, μέσω επιμέρους παρεμβάσεων που συνήθως επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των προβλημάτων και όχι τις αιτίες που τα προκαλούν. Η διαχείριση ζητημάτων όπως η αναδιάρθρωση των ελαιώνων, η έλλειψη εργατικού δυναμικού, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η προστασία από φυτοϋγειονομικούς κινδύνους, η έρευνα για νέες ποικιλίες, η βελτίωση της ποιότητας, η πιστοποίηση, η προώθηση των εξαγωγών και η ανάπτυξη ισχυρών ελληνικών εμπορικών σημάτων πραγματοποιείται χωρίς έναν ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς μετρήσιμους στόχους και χωρίς έναν φορέα που να παρακολουθεί συστηματικά την εφαρμογή των σχετικών πολιτικών.

Παράλληλα, η έλλειψη ενός Εθνικού Συμβουλίου Ελαιοκομίας ή άλλου αντίστοιχου θεσμικού οργάνου στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα να διαμορφώνει μία συνεκτική εθνική θέση απέναντι στις εξελίξεις της διεθνούς αγοράς και στις μεταρρυθμίσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Χωρίς την ύπαρξη ενός θεσμικού πυρήνα συντονισμού που να εξασφαλίζει τη συνέχεια των πολιτικών, την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και την έγκαιρη προσαρμογή στις διεθνείς εξελίξεις, είναι βέβαιο πως θα οδηγήσει σε περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγής και θα καταστήσει την χώρα ουραγό των εξελίξεων,

Η συγκεκριμένη θεσμική υστέρηση έχει και σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξάγει μεγάλο μέρος της παραγωγής της σε χύμα μορφή, κυρίως προς την Ιταλία, όπου το ελληνικό ελαιόλαδο τυποποιείται, αποκτά εμπορική ταυτότητα και επανεξάγεται στις διεθνείς αγορές με σημαντικά υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Η πρακτική αυτή έχει παγιώσει ένα παραγωγικό μοντέλο στο οποίο η χώρα παράγει μία πρώτη ύλη εξαιρετικής ποιότητας, χωρίς όμως να απολαμβάνει στο σύνολό της τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από την τυποποίηση, την εμπορική αξιοποίηση και την ανάπτυξη διεθνώς αναγνωρίσιμων εμπορικών σημάτων. Πρόκειται για μία διαρθρωτική αδυναμία που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από τους παραγωγούς ή τις επιχειρήσεις, αλλά προϋποθέτει στοχευμένες δημόσιες πολιτικές, κίνητρα για καθετοποίηση της παραγωγής, ενίσχυση των συλλογικών σχημάτων, υποστήριξη της εξωστρέφειας και μακροπρόθεσμη στρατηγική προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές.

Ενδεικτικά της περιορισμένης εξαγωγικής διείσδυσης του ελληνικού ελαιολάδου σε αγορές υψηλής ανάπτυξης αποτελεί το γεγονός ότι στην αγορά της Κίνας, η οποία εισάγει ετησίως περίπου 65.000 τόνους ελαιολάδου, μόλις το 3% των εισαγωγών αφορά ελληνικό προϊόν, γεγονός που αναδεικνύει τα περιθώρια ενίσχυσης της εξαγωγικής στρατηγικής της χώρας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά στην έλλειψη διαφάνειας και ολοκληρωμένης παρακολούθησης της αλυσίδας αξίας «από το χωράφι έως το ράφι». Παρά το γεγονός ότι το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα της χώρας, δεν υφίσταται ένας επίσημος, συστηματικός και ενιαίος μηχανισμός καταγραφής του κόστους παραγωγής, μεταποίησης, τυποποίησης, μεταφοράς, αποθήκευσης και λιανικής διάθεσης. Ως αποτέλεσμα, δεν υπάρχει επαρκής θεσμική εικόνα για το πού ακριβώς δημιουργούνται οι επιβαρύνσεις στην τελική τιμή και ποιο τμήμα της αλυσίδας απορροφά τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Επιπλέον, η απουσία ενιαίου θεσμικού σχεδιασμού στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα συστηματικής αξιοποίησης εργαλείων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, καθώς και την αποτελεσματική σύνδεση της αγροτικής παραγωγής με την έρευνα, την καινοτομία και τις σύγχρονες τεχνολογίες καλλιέργειας και επεξεργασίας. Η έλλειψη κεντρικού συντονισμού δυσχεραίνει επίσης την προσαρμογή του κλάδου στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες ήδη επηρεάζουν την παραγωγικότητα και τη σταθερότητα των αποδόσεων.

Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η αναβάθμιση της επιστημονικής και τεχνικής εκπαίδευσης στον τομέα της ελαιοκομίας, μέσω της ενίσχυσης εξειδικευμένων προγραμμάτων στις Γεωπονικές Σχολές, της δημιουργίας μεταπτυχιακών προγραμμάτων (master) με αντικείμενο την ελαιοκομία καθώς και της ανάπτυξης επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ) και εξειδικευμένων πιστοποιήσεων σε κρίσιμες καλλιεργητικές πρακτικές, όπως το κλάδεμα, το οποίο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα των ελαιώνων.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι ο ελληνικός ελαιοκομικός τομέας αντιμετωπίζει όχι μόνο συγκυριακές δυσκολίες, αλλά κυρίως βαθιές διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες, οι οποίες σχετίζονται με την απουσία ενιαίας στρατηγικής, τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων και την έλλειψη μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης της αγοράς.

Για την αντιμετώπιση των παραπάνω, κρίνεται αναγκαία η συγκρότηση ενός μόνιμου θεσμικού φορέα στρατηγικού συντονισμού του ελαιοκομικού τομέα, με τη μορφή Εθνικού Συμβουλίου Ελαιοκομίας, στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας, των παραγωγικών οργανώσεων, των συνεταιρισμών και της μεταποιητικής και εξαγωγικής δραστηριότητας. Ένας τέτοιος φορέας θα μπορούσε να λειτουργεί ως κεντρικός μηχανισμός συλλογής και ανάλυσης δεδομένων, χάραξης στρατηγικής, αξιολόγησης πολιτικών και συντονισμού δράσεων, διασφαλίζοντας τη συνέχεια και τη συνοχή της εθνικής πολιτικής για το ελαιόλαδο.

Επειδή η ελαιοκομία αποτελεί έναν από τους πλέον σημαντικούς και στρατηγικούς τομείς της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, με καθοριστική συμβολή στην παραγωγή, την απασχόληση και τις εξαγωγές της χώρας,

Επειδή η διεθνής αγορά αγροτικών προϊόντων χαρακτηρίζεται από αυξημένο ανταγωνισμό και απαιτεί συνεκτικές και μακροπρόθεσμες εθνικές στρατηγικές για τη διασφάλιση και ενίσχυση της θέσης κάθε παραγωγικής χώρας,

Επειδή η αποτελεσματική αξιοποίηση της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού ελαιολάδου προϋποθέτει οργανωμένη λειτουργία της αλυσίδας παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας καθώς και επαρκή θεσμικό συντονισμό,

Επειδή η διαμόρφωση δίκαιων και διαφανών όρων στην αγορά αγροτικών προϊόντων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα των παραγωγών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου,

Επειδή η ανάγκη προσαρμογής του πρωτογενούς τομέα στις σύγχρονες οικονομικές, περιβαλλοντικές και κλιματικές συνθήκες καθιστά αναγκαίο έναν ενιαίο και αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό σε εθνικό επίπεδο,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Προτίθεται η κυβέρνηση να προχωρήσει στην εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού στρατηγικού σχεδίου για τον ελαιοκομικό τομέα, με ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας, το οποίο να περιλαμβάνει στόχους για την παραγωγή, την τυποποίηση, τις εξαγωγές και τη μείωση της εξάρτησης από τις χύμα εξαγωγές.
  2. Εξετάζεται η δημιουργία ενός θεσμικού φορέα, όπως ένα Εθνικό Συμβούλιο Ελαιοκομίας, με αρμοδιότητα τον συντονισμό και τη χάραξη πολιτικής για τον κλάδο;
  3. Υπάρχει πρόθεση για τη δημιουργία ενός επίσημου μηχανισμού παρακολούθησης και κοστολόγησης της αλυσίδας αξίας «χωράφι – ράφι», ώστε να καταγράφονται με διαφάνεια τα στάδια κόστους από την παραγωγή έως τη λιανική πώληση και να εντοπίζονται πιθανές στρεβλώσεις;
  4. Σχεδιάζεται η λήψη μέτρων για τη μείωση της εξάρτησης από τις εξαγωγές χύμα ελαιολάδου και την ενίσχυση της τυποποίησης και των ελληνικών brands;
  5. Εξετάζεται η αναθεώρηση της φορολογικής επιβάρυνσης του ελαιολάδου, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του προϊόντος;
  6. Υπάρχει σχεδιασμός για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης μέσω επενδύσεων σε άρδευση, εκσυγχρονισμό καλλιεργειών και αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής μεταβλητότητας, καθώς και για την ενίσχυση της εξαγωγικής στρατηγικής της χώρας σε αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Κόκκαλης Βασίλειος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Ζαμπάρας Μιλτιάδης ( Μίλτος)

Μαμουλάκης Χάρης

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα

Ψυχογιός Γεώργιος

Ερώτηση Π. Τσαπανίδου: Σοβαρά προβλήματα στελέχωσης, χρηματοδότησης και λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ)

Αθήνα, 08 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξής και Τροφίμων

ΘΕΜΑ: «Σοβαρά προβλήματα στελέχωσης, χρηματοδότησης και λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ)»

Οι εργαζόμενοι στον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), με αφορμή την πρόσφατη κινητοποίησή τους, αναδεικνύουν ζητήματα που αφορούν στις συνθήκες λειτουργίας του Φορέα και στην αποτελεσματικότητα του επίσημου συστήματος ελέγχου της ασφάλειας των τροφίμων.

Σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, ο ΕΦΕΤ αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό καθώς σημαντικός αριθμός οργανικών θέσεων παραμένει κενός ενώ οι επικείμενες συνταξιοδοτήσεις εκτιμάται ότι θα επιτείνουν περαιτέρω το πρόβλημα. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υποστελέχωση περιφερειακών υπηρεσιών καθώς και στη μη λειτουργία ορισμένων Περιφερειακών Διευθύνσεων, γεγονός που, κατά τους εργαζόμενους, δυσχεραίνει την άσκηση του ελεγκτικού έργου σε ολόκληρη την επικράτεια.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την πλήρη κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Οργανισμού με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσχέρειες στην άσκηση της αποστολής του. Οι εργαζόμενοι εκφράζουν επίσης ανησυχία για την αυξανόμενη ανάθεση υποστηρικτικών λειτουργιών σε ιδιώτες καθώς και για το ενδεχόμενο περαιτέρω αποδυνάμωσης του δημόσιου χαρακτήρα των ελέγχων.

Επιπλέον, τίθενται ζητήματα που αφορούν στο μισθολογικό και υπηρεσιακό τους καθεστώς, όπως η απώλεια εισοδήματος κατά τα προηγούμενα έτη, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση συλλογικών ρυθμίσεων, η αποζημίωση για ειδικές υπηρεσιακές υποχρεώσεις, η αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας των επιθεωρητών και η ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς νομικής και υπηρεσιακής υποστήριξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο ΕΦΕΤ αποτελεί τον κατεξοχήν δημόσιο φορέα εποπτείας της ασφάλειας των τροφίμων και η εύρυθμη λειτουργία του συνδέεται άμεσα με την προστασία της δημόσιας υγείας, την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς τροφίμων και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που αναδεικνύονται αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποια είναι η σημερινή εικόνα στελέχωσης του ΕΦΕΤ ανά Περιφερειακή Διεύθυνση και ποιος είναι ο προγραμματισμός του Υπουργείου για την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων μέσω μόνιμων προσλήψεων;
  2. Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα για τη σύσταση και πλήρη λειτουργία των Περιφερειακών Διευθύνσεων που εξακολουθούν να μην έχουν ενεργοποιηθεί;
  3. Θεωρεί ότι η υφιστάμενη χρηματοδότηση του ΕΦΕΤ επαρκεί για την απρόσκοπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων του και, εάν όχι, ποιες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει για την ενίσχυσή της;
  4. Προτίθεται να διασφαλίσει ότι οι αρμοδιότητες του επίσημου ελέγχου των τροφίμων θα εξακολουθήσουν να ασκούνται από ισχυρό και επαρκώς στελεχωμένο δημόσιο μηχανισμό, χωρίς περαιτέρω αποδυνάμωση του δημόσιου χαρακτήρα του ελεγκτικού έργου;
  5. Προτίθεται το Υπουργείο να προχωρήσει στην επίλυση των εκκρεμοτήτων που αφορούν στο εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων στον ΕΦΕΤ, συμπεριλαμβανομένης της ολοκλήρωσης της συλλογικής σύμβασης εργασίας, της αποκατάστασης ειδικών αμοιβών και αποζημιώσεων καθώς και της αναγνώρισης των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας μέσω της επέκτασης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας;
  6. Προτίθεται το Υπουργείο να ενισχύσει τον ΕΦΕΤ με τον αναγκαίο τεχνικό εξοπλισμό, σύγχρονα πληροφοριακά εργαλεία, συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού και επαρκή νομική υποστήριξη, ώστε να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις αυξημένες απαιτήσεις των επισήμων ελέγχων τροφίμων;
  7. Έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες αποζημίωσης των υπαλλήλων του ΕΦΕΤ που συμμετείχαν σε έκτακες επιχειρησιακές δράσεις, όπως οι έλεγχοι για την αντιμετώπιση ζωονόσων και οι ειδικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν των εξελίξεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, και εάν όχι, πότε προβλέπεται η ολοκλήρωσή τους;

H Ερωτώσα Βουλευτής

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Μ. Κοντοτόλη – Β. Κόκκαλης: «Δεν πάει άλλο. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι των Τρικάλων ζητούν λύσεις τώρα» || Κοινή Ερώτηση

Ερώτηση προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατέθεσαν η Βουλευτής Τρικάλων Μαρίνα Κοντοτόλη και ο αρμόδιος Τομεάρχης και Βουλευτής Λάρισας Βασίλης Κόκκαλης, μεταφέροντας στη Βουλή την έντονη αγωνία και την απόγνωση των αγροτών και των κτηνοτρόφων του νομού Τρικάλων, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την πρόσφατη κινητοποίηση με τα τρακτέρ στο κέντρο της πόλης.

Οι δύο βουλευτές επισημαίνουν ότι τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα παραμένουν άλυτα, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις. Το διαρκώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η ενεργειακή ακρίβεια, οι υψηλές τιμές των αγροτικών εφοδίων, οι καθυστερήσεις στην καταβολή ενισχύσεων και αποζημιώσεων, καθώς και οι περικοπές που προκύπτουν από την εφαρμογή του συστήματος monitoring της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, συρρικνώνουν το εισόδημα των παραγωγών και απειλούν τη βιωσιμότητα των αγροτικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης που παραμένουν ανεκπλήρωτες, όπως η εφαρμογή του αφορολόγητου αγροτικού πετρελαίου, η έγκαιρη καταβολή αποζημιώσεων για ζημιές σε καλλιέργειες και ζωικό κεφάλαιο, καθώς και η λήψη ουσιαστικών μέτρων στήριξης της κτηνοτροφίας. Οι παραγωγοί βρίσκονται ήδη στην καρδιά της καλλιεργητικής περιόδου, αδυνατώντας να ανταποκριθούν ακόμη και στις βασικές λειτουργικές τους υποχρεώσεις.

Με την κοινοβουλευτική τους παρέμβαση, οι βουλευτές ζητούν από τον αρμόδιο Υπουργό να απαντήσει:

  • ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του αφορολόγητου αγροτικού πετρελαίου και των μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους,
  • πότε θα ολοκληρωθεί η καταβολή όλων των εκκρεμών ενισχύσεων και αποζημιώσεων χωρίς καθυστερήσεις και αποκλεισμούς,
  • ποια μέτρα θα ληφθούν ώστε να διασφαλιστούν δίκαιες και βιώσιμες τιμές για τα αγροτικά προϊόντα, που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος παραγωγής και να εξασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα στους παραγωγούς.

    Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι των Τρικάλων εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Δεν ζητούν προνόμια, αλλά τα αυτονόητα: να μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν και να ζουν με αξιοπρέπεια από τον κόπο τους. Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει τις εξαγγελίες χωρίς αντίκρισμα και να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση των δεσμεύσεών της.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της κοινής ερώτησης:

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Θέμα: «Δεν πάει άλλο, λένε οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι των Τρικάλων».

Την έντονη αγωνία και την απόγνωση του αγροτικού κόσμου ανέδειξε η κινητοποίηση που πραγματοποίησαν την Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026 αγρότες και κτηνοτρόφοι των Τρικάλων, οι οποίοι προχώρησαν σε πορεία με τα τρακτέρ τους στο κέντρο της πόλης, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της Επιτροπής του Μπλόκου Τρικάλων και στο πλαίσιο των αποφάσεων της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων.

Οι συμμετέχοντες κατήγγειλαν ότι, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις, τα σοβαρά προβλήματα του πρωτογενούς τομέα παραμένουν άλυτα. Όπως επισημαίνουν, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η ενεργειακή ακρίβεια, οι υψηλές τιμές των αγροτικών εφοδίων, οι καθυστερήσεις στην καταβολή ενισχύσεων και αποζημιώσεων, καθώς και οι περικοπές που σημειώνονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος monitoring της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, οδηγούν σε περαιτέρω συρρίκνωση του εισοδήματός τους.

Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι οι δεσμεύσεις της κυβέρνησης που αναλήφθηκαν μετά τις μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων μηνών, όπως η εφαρμογή αφορολόγητου αγροτικού πετρελαίου, η καταβολή αποζημιώσεων για ζημιές σε καλλιέργειες και ζωικό κεφάλαιο και η λήψη μέτρων στήριξης της κτηνοτροφίας, δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, την ώρα που οι παραγωγοί βρίσκονται εν μέσω της καλλιεργητικής περιόδου και αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμη και στις βασικές λειτουργικές τους δαπάνες.

Οι αγρότες διεκδικούν, μεταξύ άλλων, ουσιαστική μείωση του κόστους παραγωγής μέσω αφορολόγητου πετρελαίου και πλαφόν στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, εγγυημένες τιμές για τα προϊόντα τους που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και να διασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα, άμεση καταβολή των ενισχύσεων και των αποζημιώσεων χωρίς καθυστερήσεις ή αποκλεισμούς, καθώς και αποτελεσματικά μέτρα προστασίας των καλλιεργειών και του ζωικού κεφαλαίου.

Επειδή η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή της ελληνικής περιφέρειας,

Επειδή η συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας των μικρομεσαίων αγροτών και κτηνοτρόφων απειλείται άμεσα από το αυξημένο κόστος παραγωγής και τις καθυστερήσεις στις προβλεπόμενες ενισχύσεις.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των δεσμεύσεων της κυβέρνησης σχετικά με το αφορολόγητο αγροτικό πετρέλαιο και τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των αγροτικών εκμεταλλεύσεων;
  2. Πότε πρόκειται να ολοκληρωθεί η καταβολή όλων των εκκρεμών ενισχύσεων και αποζημιώσεων προς τους αγρότες και κτηνοτρόφους, χωρίς καθυστερήσεις και αδικαιολόγητους αποκλεισμούς;
  3. Ποια μέτρα προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση ώστε να διασφαλιστούν δίκαιες και βιώσιμες τιμές για τα αγροτικά προϊόντα που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος παραγωγής και να εξασφαλίζουν αξιοπρεπές εισόδημα στους παραγωγούς;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Κοντοτόλη Μαρίνα

Κόκκαλης Βασίλειος

Στη Βουλή οι καταγγελίες για τη Φέτα ΠΟΠ – Ο Β. Κόκκαλης ζητά απαντήσεις για γάλα εκτός ζώνης και ελέγχους του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ

Τις σοβαρές καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας σχετικά με πιθανές παραβιάσεις των προδιαγραφών παραγωγής της Φέτας ΠΟΠ φέρνει στη Βουλή ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, καταθέτοντας ερώτηση προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ο Λαρισαίος βουλευτής ζητά αναλυτικά στοιχεία για τις εισαγωγές αιγοπρόβειου γάλακτος, τις μεταφορές γάλακτος από την Κρήτη προς την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και για τους ελέγχους που πραγματοποιεί ο ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ στις επιχειρήσεις παραγωγής Φέτας ΠΟΠ.

Αφορμή για την κοινοβουλευτική παρέμβαση αποτελούν οι καταγγελίες της Ένωσης Κτηνοτρόφων Ελλάδος προς τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες δύο μεγάλες τυροκομικές επιχειρήσεις με δραστηριότητα στη Θεσσαλία φέρονται να χρησιμοποιούν για την παραγωγή προϊόντων που διατίθενται ως Φέτα ΠΟΠ αιγοπρόβειο γάλα προερχόμενο είτε από την Κρήτη, η οποία βρίσκεται εκτός της οριοθετημένης γεωγραφικής ζώνης παραγωγής, είτε από άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο κ. Κόκκαλης επισημαίνει ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς το γάλα που προέρχεται εκτός της ζώνης ΠΟΠ ή από το εξωτερικό φέρεται να αποκτάται σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, πλήττοντας το εισόδημα των Ελλήνων κτηνοτρόφων και τη βιωσιμότητα της αιγοπροβατοτροφίας.

Παράλληλα, εκφράζει έντονο προβληματισμό για την επάρκεια των κρατικών ελέγχων, επικαλούμενος αναφορές περί ελλιπούς ή προσχηματικής παρακολούθησης της ιχνηλασιμότητας του γάλακτος, των ισοζυγίων, των παραστατικών διακίνησης, των δηλώσεων παραγωγής και των εξαγωγών, ενώ θέτει στο επίκεντρο και τον ρόλο του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ ως βασικού φορέα πιστοποίησης και ελέγχου της Φέτας ΠΟΠ.

Στην ερώτησή του υπογραμμίζει ότι η προστασία της Φέτας ΠΟΠ δεν αφορά μόνο τους παραγωγούς, αλλά αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας, καθώς συνδέεται με την αξιοπιστία της χώρας, την υπεραξία ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ελληνικού προϊόντος και τη διατήρηση της εξαγωγικής του δυναμικής. Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τις προβλεπόμενες προδιαγραφές μπορεί να υπονομεύσει τις πολυετείς προσπάθειες για τη διεθνή κατοχύρωση του προϊόντος και να πλήξει τόσο τους καταναλωτές όσο και τις νόμιμες επιχειρήσεις.

Ο πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ζητά από το υπουργείο να δώσει αναλυτικά στοιχεία για τις ποσότητες πρόβειου και γίδινου γάλακτος που εισήχθησαν από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεταφέρθηκαν από την Κρήτη κατά την τριετία 2024-2026, να γνωστοποιήσει σε ποιες επιχειρήσεις και σε ποια τελικά προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν, να παρουσιάσει τα στοιχεία για τις διαθέσιμες ποσότητες γάλακτος που πληρούν τις προδιαγραφές παραγωγής Φέτας ΠΟΠ ανά Περιφερειακή Ενότητα, καθώς και τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων, των παραβάσεων και των προστίμων που έχουν επιβληθεί από τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ την τελευταία πενταετία. Τέλος, καλεί την κυβέρνηση να διευκρινίσει ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνει ώστε να διαφυλαχθεί το κύρος και η αξιοπιστία της ελληνικής Φέτας ΠΟΠ στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 6 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον κ. Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Θέμα: «Η Κυβέρνηση παρακολουθεί αδρανής την υπονόμευση της Φέτας ΠΟΠ, λόγω της καταχρηστικής χρήσης της ονομασίας της από τουρκικές επιχειρήσεις»

Η Φέτα αποτελεί το εμβληματικότερο ελληνικό αγροδιατροφικό προϊόν, αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής παραγωγικής ταυτότητας και βασικό πυλώνα του εισοδήματος χιλιάδων αιγοπροβατοτρόφων και δεκάδων τυροκομικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Η κατοχύρωσή της ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), μετά από πολυετείς δικαστικές και πολιτικές μάχες, δεν αποτελεί μόνο μια θεσμική αναγνώριση της μοναδικότητάς της, αλλά και ένα κρίσιμο εργαλείο προστασίας της ελληνικής παραγωγής, της ποιότητας του προϊόντος και της αξιοπιστίας του στις διεθνείς αγορές.

Η αξία της Φέτας ΠΟΠ για την ελληνική οικονομία είναι πολυδιάστατη. Στηρίζει την απασχόληση στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, ενισχύει την προστιθέμενη αξία της ελληνικής κτηνοτροφίας και αποτελεί το σημαντικότερο εξαγώγιμο τυροκομικό προϊόν της χώρας. Η προστασία της, επομένως, δεν αφορά μόνο έναν παραγωγικό κλάδο, αλλά συνολικά την αναπτυξιακή προοπτική του πρωτογενούς τομέα.

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, τουρκικές επιχειρήσεις παράγουν και διαθέτουν στην αγορά προϊόντα με την ονομασία «Feta», ενώ προωθούν τα προϊόντα αυτά και σε αγορές του εξωτερικού. Οι πληροφορίες αυτές προκαλούν εύλογη ανησυχία στον κτηνοτροφικό κόσμο, στις μεταποιητικές επιχειρήσεις και στους εξαγωγικούς φορείς της χώρας. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει για μία ακόμη φορά τις αδυναμίες της κυβερνητικής πολιτικής και ειδικότερα την απουσία ολοκληρωμένης στρατηγικής, όσον αφορά στη διεθνή προστασία των ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ. Η Κυβέρνηση εμφανίζεται να αντιδρά μόνο εκ των υστέρων, όταν τα προβλήματα έχουν ήδη λάβει διαστάσεις, αντί να διαθέτει έναν μόνιμο μηχανισμό πρόληψης, παρακολούθησης και άμεσης παρέμβασης, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις ελληνικές διπλωματικές αρχές και τους παραγωγικούς φορείς.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς οι Έλληνες κτηνοτρόφοι βρίσκονται, τα τελευταία χρόνια, αντιμέτωποι με πρωτοφανή αύξηση του κόστους παραγωγής, υψηλές τιμές στις ζωοτροφές και την ενέργεια, τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, αλλά και τη συνεχιζόμενη μείωση του ζωικού κεφαλαίου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, κάθε πλήγμα στη διεθνή φήμη και στην εμπορική αξία της Φέτας συνεπάγεται άμεσες οικονομικές συνέπειες για τους παραγωγούς και την ελληνική περιφέρεια.

Επειδή η Φέτα ΠΟΠ αποτελεί εθνικό προϊόν στρατηγικής σημασίας.

Επειδή η προστασία της Φέτας ΠΟΠ συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας, των τυροκομικών επιχειρήσεων και των εξαγωγών, καθώς και της ελληνικής περιφέρειας.

Επειδή απαιτείται ένα  συνολικό και ολοκληρωμένο σχέδιο για την προστασία και την προώθηση της Φέτας ΠΟΠ στις διεθνείς αγορές.

Επειδή η Κυβέρνηση οφείλει να παρεμβαίνει έγκαιρα και αποτελεσματικά, κάθε φορά που παρατηρούνται περιστατικά καταχρηστικής χρήσης της ονομασίας της.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Πότε ενημερώθηκε το Υπουργείο για τη χρήση της ονομασίας «Feta» από τουρκικές επιχειρήσεις και ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα;
  2. Έχουν αποσταλεί επίσημα διαβήματα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις αρμόδιες υπηρεσίες της για το συγκεκριμένο ζήτημα; Εάν ναι, ποιο είναι το περιεχόμενό τους και ποια ήταν η ανταπόκριση;
  3. Έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις προς τις τουρκικές αρχές ή προς άλλους διεθνείς οργανισμούς για την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης της ονομασίας «Feta»;
  4. Ποιο είναι το ισχύον καθεστώς προστασίας της Φέτας στις εμπορικές σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης–Τουρκίας και ποιες πρωτοβουλίες έχει αναλάβει ή προτίθεται να αναλάβει η κυβέρνηση για την ενίσχυσή του;
  5. Διαθέτει το Υπουργείο μόνιμο μηχανισμό παρακολούθησης των διεθνών αγορών και των παραβιάσεων που αφορούν ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ; Αν ναι, ποια είναι η στελέχωση, η λειτουργία και τα αποτελέσματα του μηχανισμού αυτού;
  6. Πόσες περιπτώσεις παραβίασης της ονομασίας «Φέτα» έχουν καταγραφεί από το 2019 έως σήμερα, σε ποιες χώρες και ποιες ενέργειες έγιναν σε κάθε μία από αυτές;
  7. Προτίθεται η Κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση της διεθνούς προστασίας της Φέτας σε όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Βασίλειος Κόκκαλης

Ερώτηση Αλ. Μεϊκόπουλου – Β. Κόκκαλη: «Άδικος αποκλεισμός των παραγωγών της Μαγνησίας από τις αποζημιώσεις για το προανθικό στάδιο και τη μειωμένη παραγωγή κάστανου»

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων

Θέμα: «Άδικος αποκλεισμός των παραγωγών της Μαγνησίας από τις αποζημιώσεις για το προανθικό στάδιο και τη μειωμένη παραγωγή κάστανου».

Η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων για τη διάθεση ποσού 80 εκατ. ευρώ προς αποζημίωση των παραγωγών που επλήγησαν από τον προανθικό παγετό του 2025 έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον αγροτικό κόσμο, καθώς το ποσό υπολείπεται σημαντικά των εκτιμήσεων του ΕΛΓΑ, ο οποίος είχε υπολογίσει τις συνολικές ανάγκες σε περίπου 120 εκατ. ευρώ.

Ιδιαίτερη ανησυχία και έντονη αγανάκτηση επικρατεί στους δενδροκαλλιεργητές της Μαγνησίας και ειδικότερα του Πηλίου καθώς, σύμφωνα με καταγγελίες παραγωγών και εκπροσώπων τους, οι μηλοπαραγωγοί, οι κερασοπαραγωγοί και οι αχλαδοπαραγωγοί της περιοχής μένουν εκτός του πλαισίου ενίσχυσης, παρά το γεγονός ότι υπέστησαν σημαντικές απώλειες στην παραγωγή τους. Μάλιστα, σε πρόσφατη συνάντηση εκπροσώπων της Μαγνησίας με τον Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Ανδριανό, ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο δεν είχε λάβει τα απαραίτητα στοιχεία για την ένταξη των παραγωγών της Μαγνησίας στο μέτρο. Ωστόσο, οι παραγωγοί διαψεύδουν κατηγορηματικά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι όλα τα απαιτούμενα στοιχεία είχαν αποσταλεί εμπρόθεσμα τόσο από τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) Μαγνησίας όσο και από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ζαγοράς Πηλίου «ΖΑΓΟΡΙΝ», ο οποίος εκπροσωπεί εκατοντάδες παραγωγούς της περιοχής.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και για τους καστανοπαραγωγούς της Μαγνησίας. Παρότι το ίδιο πρόγραμμα προβλέπει οικονομική ενίσχυση για τη μειωμένη παραγωγή κάστανου, οι παραγωγοί της περιοχής φέρονται επίσης να εξαιρούνται ενώ και στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιοι φορείς υποστηρίζουν ότι είχαν αποστείλει εγκαίρως όλα τα απαραίτητα στοιχεία στο Υπουργείο.

Από τα παραπάνω, προκύπτει σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας της διαδικασίας συγκέντρωσης και αξιολόγησης των στοιχείων αλλά και άνισης μεταχείρισης των παραγωγών της Μαγνησίας.

Οι δενδροκαλλιεργητές της περιοχής πλήττονται για ακόμη μία χρονιά από τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, χωρίς ωστόσο να απολαμβάνουν ισότιμη αντιμετώπιση από την Πολιτεία.

Επειδή, οι παραγωγοί της Μαγνησίας δηλώνουν ότι τα στοιχεία έχουν αποσταλεί εγκαίρως από όλους τους αρμόδιους φορείς,

Επειδή, υπάρχει εμφανής αντίφαση μεταξύ όσων υποστηρίζει το Υπουργείο και όσων καταγγέλλουν οι τοπικές υπηρεσίες και οι συνεταιρισμοί,

Επειδή, ο αποκλεισμός ολόκληρων παραγωγικών περιοχών δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη διαφάνεια και την πληρότητα της διαδικασίας.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Έχει παραλάβει το Υπουργείο τα στοιχεία που αφορούν στις ζημιές στις καλλιέργειες μήλων, κερασιών, αχλαδιών και κάστανων της Μαγνησίας; Εάν ναι, γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν οι παραγωγοί της περιοχής στους δικαιούχους των ενισχύσεων;
  2. Εάν πράγματι δεν είχαν περιέλθει στο Υπουργείο τα σχετικά στοιχεία, πότε και με ποιον τρόπο διαπιστώθηκε αυτό και γιατί δεν ζητήθηκε εγκαίρως η συμπλήρωση ή επανυποβολή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες;
  3. Επιβεβαιώνει το Υπουργείο ότι η ΔΑΟΚ Μαγνησίας και ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ζαγοράς Πηλίου είχαν αποστείλει τα σχετικά στοιχεία; Αν ναι, σε ποιο στάδιο της διαδικασίας αυτά δεν αξιοποιήθηκαν;
  4. Με ποια αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια αποκλείστηκαν οι μηλοπαραγωγοί, κερασοπαραγωγοί, αχλαδοπαραγωγοί και καστανοπαραγωγοί της Μαγνησίας από τις συγκεκριμένες ενισχύσεις;
  5. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει άμεσα τον φάκελο της Μαγνησίας, να αποκαταστήσει τυχόν παραλείψεις και να εντάξει τους δικαιούχους παραγωγούς στις αποζημιώσεις, ώστε να μην υπάρξει άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλες πληγείσες περιοχές της χώρας;

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Κόκκαλης Βασίλης