Την ξεκάθαρη θέση ότι οι τράπεζες και τα funds – και όχι οι φορολογούμενοι όπως προωθεί η κυβέρνηση της ΝΔ – θα πρέπει να πληρώσουν την επιστροφή των εκατοντάδων εκατομμυρίων που παρανόμως χρέωναν σε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες του Νόμου Κατσέλη, όπως έκρινε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επισημαίνει ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, τονίζοντας σε δήλωσή του:
«Αν χρωστάς εσύ σε τράπεζα, πληρώνεις εσύ. Αν χρωστάει η τράπεζα σε εσένα, και μάλιστα κλεμμένα, πληρώνεις πάλι εσύ.
500 εκ. ευρώ από τους φορολογούμενους, 200 εκ. ευρώ από τράπεζες, servicers και funds. Αυτή είναι η πραγματική αναλογία της τροπολογίας που έφερε νύχτα η κυβέρνηση μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου για τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη, καθώς η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε παράνομο τον τρόπο με τον οποίο χιλιάδες δανειολήπτες εκτοπίστηκαν από την προστασία του Νόμου Κατσέλη.
Δηλαδή, κάποιοι πλήρωναν επί χρόνια χρήματα που δεν όφειλαν να πληρώνουν, καθώς οι τράπεζες τους έκλεβαν με τον τοκισμό των δανείων. Το 71% του λογαριασμού, το πληρώνει η κοινωνία και μόλις το 29% αυτοί που έκλεψαν τα χρήματα.
Ας το πούμε απλά: Όταν ένα πολίτης χρωστάει στην τράπεζα, πληρώνει ο ίδιος. Όταν όμως προκύπτει ότι οι δανειολήπτες επιβαρύνθηκαν με τρόπο που κρίθηκε παράνομος από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τότε η κυβέρνηση βάζει μπροστά τον φορολογούμενο. 500 εκ. ευρώ από τον κρατικό κορβανά. 500 εκ. ευρώ που θα μπορούσαν κάλλιστα να κατευθυνθούν στην υγεία, στην παιδεία, στη στέγαση των νέων, στην αντιμετώπιση του δημογραφικού.
Η θέση είναι ξεκάθαρη και κρυστάλλινη: Οι δανειολήπτες πρέπει να δικαιωθούν στο ακέραιο. Όμως το κόστος πρέπει να το αναλάβουν εκείνοι που ωφελήθηκαν και όχι οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Για ακόμα μια φορά η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι όταν πρόκειται για τράπεζες και funds, βρίσκει λύσεις. Καταλάβατε τώρα τι μελετούσαν για μέρες και δεν εφάρμοζαν άμεσα την απόφαση;
Την άμεση ενημέρωση της Βουλής και της ελληνικής κοινωνίας για την πορεία του κρίσιμου έργου αποκατάστασης της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Δομοκού – Κραννώνα, που υπέστη εκτεταμένες ζημιές από τις καταστροφικές κακοκαιρίες Daniel και Elias το 2023, ζητά με Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων προς τον Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών ο Βουλευτής Μαγνησίας και Τομεάρχης Υποδομών & Μεταφορών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος.
Πρόκειται για ένα έργο κομβικής σημασίας για την πλήρη αποκατάσταση του βασικού σιδηροδρομικού άξονα Αθήνας – Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών της χώρας. Η έγκαιρη ολοκλήρωσή του συνδέεται άμεσα τόσο με την ασφάλεια των μετακινήσεων όσο και με την αναπτυξιακή προοπτική των σιδηροδρομικών μεταφορών μετά τις πρωτοφανείς καταστροφές που προκάλεσαν τα ακραία καιρικά φαινόμενα του 2023.
«Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου ότι το έργο εξελίσσεται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και ότι δεν τίθεται ζήτημα παράτασης, τα διαθέσιμα στοιχεία και η πραγματική εικόνα των εργασιών προκαλούν έντονο προβληματισμό[1]. Το έργο ανατέθηκε στις 28 Απριλίου 2025 με προϋπολογισμό 173,5 εκατομμυρίων ευρώ και συμβατική διάρκεια μόλις 15 μηνών, με καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης την 28η Ιουλίου 2026. Παρ’ όλα αυτά, ενώ έχει ήδη παρέλθει το μεγαλύτερο μέρος του συμβατικού χρόνου, οι εργασίες φαίνεται να βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, με εκσκαφές θεμελίωσης και κατασκευές υποδομών σε κρίσιμα σημεία του έργου.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία πιστοποίησης εργασιών έως τις 19 Μαΐου 2026, έχουν εκτελεστεί εργασίες ύψους περίπου 93,4 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή λίγο περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού φυσικού και οικονομικού αντικειμένου. Αυτό σημαίνει ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα πρέπει να ολοκληρωθούν εργασίες ιδιαίτερα σύνθετες και κρίσιμες, όπως γεφυρώσεις, επιδομή γραμμής, τοποθέτηση σιδηροτροχιών, ηλεκτροκίνηση, σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση και συστήματα ασφαλείας ETCS», ανέφερε ο Βουλευτής.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο είναι εφικτή η τήρηση του συμβατικού χρονοδιαγράμματος, αλλά και για το αν προετοιμάζεται ήδη νέα παράταση ενός έργου που παρουσιάστηκε ως επείγουσα παρέμβαση αποκατάστασης των καταστροφών που προκάλεσαν οι Daniel και Elias. «Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν, επίσης, οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για ενδεχόμενη ολική διακοπή της κυκλοφορίας στον σιδηροδρομικό άξονα Αθήνας – Θεσσαλονίκης προκειμένου να προχωρήσουν οι εργασίες. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σοβαρές επιπτώσεις τόσο για τους επιβάτες όσο και για τις εμπορευματικές μεταφορές, επηρεάζοντας την οικονομική δραστηριότητα και τη λειτουργία των logistics σε ολόκληρη τη χώρα», σημείωσε ο Βουλευτής.
Με την Ερώτησή του, την οποία συνυπογράφουν συνολικά 10 Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ζητά σαφείς απαντήσεις από τον αρμόδιο Υπουργό για τους λόγους της μεγάλης απόκλισης από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, για το εάν σχεδιάζεται διακοπή της κυκλοφορίας στον κεντρικό σιδηροδρομικό άξονα και για το ποιος θα επωμιστεί το οικονομικό κόστος των καθυστερήσεων, εφόσον αυτές επιβεβαιωθούν.
Παράλληλα, με την Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων, ζητείται να κατατεθεί στη Βουλή το σύνολο των κρίσιμων εγγράφων που αφορούν το έργο, μεταξύ των οποίων η αρχική και η συμπληρωματική σύμβαση, η τεχνική περιγραφή, οι υποχρεώσεις του αναδόχου, τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, οι πιστοποιήσεις εργασιών, τα έγγραφα που αφορούν πιθανή διακοπή της κυκλοφορίας, οι εγκρίσεις ασφαλείας και τα στοιχεία χρηματοδότησης.
Θέμα: Η πλήρης απόκλιση από τα χρονοδιαγράμματα και ο κίνδυνος νέου «φιάσκου» στο κρίσιμο έργο αποκατάστασης της σιδηροδρομικής γραμμής Δομοκού – Κραννώνα
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα και αυτοψία των Data Journalists [https://www.datajournalists.co.uk/2026/05/28/sidirodromos-to-mega-fiasko-toy-krannona/], το έργο «Αποκατάσταση της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Θεσσαλονίκης, από την έξοδο του Σ.Σ. Δομοκού έως την είσοδο του Σ.Σ. Κραννώνα», το οποίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του σιδηροδρομικού άξονα της χώρας, βρίσκεται σε οριακό σημείο.
Το έργο ανατέθηκε χωρίς διαγωνισμό στην εταιρεία ΜΕΤΚΑ στις 28/4/2025, με προϋπολογισμό 173,5 εκατ. ευρώ και αυστηρό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης 15 μηνών, το οποίο λήγει στις 28 Ιουλίου 2026.
Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου στη Βουλή και σε δελτία τύπου ότι το χρονοδιάγραμμα τηρείται απαρέγκλιτα και δεν θα δοθεί καμία παράταση, η πραγματικότητα στα εργοτάξια είναι απογοητευτική.
Ενώ έχουν παρέλθει οι 13 από τους 15 μήνες της σύμβασης, το έργο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των πρώτων εκσκαφών θεμελίωσης και της τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού σε κρίσιμα σημεία γεφυρώσεων.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία πιστοποίησης εργασιών με ημερομηνία 19/5/2026, έχουν εκτελεστεί εργασίες αξίας μόλις 93,4 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το υπουργείο προσδοκά μέσα στους εναπομείναντες δύο μήνες να υλοποιηθεί το υπόλοιπο του έργου, αξίας 80 εκατ. ευρώ, τη στιγμή που εκκρεμούν η ολοκλήρωση γεφυρώσεων, η στρώση σιδηροτροχιών, η ηλεκτροδότηση και η εγκατάσταση των συστημάτων ασφαλείας (σηματοδότηση, τηλε-διοίκηση, ETCS).
Επιπλέον, έντονη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες για επικείμενη ολική διακοπή της κυκλοφορίας στον άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη για κάποιες ημέρες ή και μήνα, προκειμένου να προχωρήσουν οι εργασίες, γεγονός που θα επιφέρει τεράστιο πλήγμα στις μεταφορές και τις εμπορευματικές ροές.
Επειδή, η ασφάλεια και η αξιοπιστία του σιδηροδρόμου αποτελούν εθνική προτεραιότητα μετά την τραγωδία των Τεμπών,
Επειδή, το κόστος του έργου ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω λόγω των καθυστερήσεων, με τον κίνδυνο οι ευθύνες να μετακυλιστούν στο Δημόσιο,
Επειδή, η έλλειψη αναλυτικής τεχνικής περιγραφής και διαφάνειας στις αναθέσεις δημιουργεί ερωτήματα για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
Πώς δικαιολογείται η παραμονή του έργου στο στάδιο των θεμελιώσεων, ενώ υπολείπονται μόλις δύο μήνες για τη συμβατική του λήξη;
Προτίθεται η κυβέρνηση να προχωρήσει σε ολική διακοπή της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας Αθήνας – Θεσσαλονίκης και ποιο είναι το ακριβές σχέδιο αντιμετώπισης των συνεπειών για επιβάτες και εμπορεύματα;
Ποιες θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις από τη μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος και ποιος θα επιβαρυνθεί με το κόστος των καθυστερήσεων;
ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
Στο πλαίσιο των παραπάνω, καλείται ο κ. Υπουργός να καταθέσει στο Σώμα:
Την υπογεγραμμένη Σύμβαση (28/4/2025) μεταξύ του Υπουργείου και του αναδόχου, καθώς και τη Συμπληρωματική Σύμβαση που ακολούθησε.
Τη Συγγραφή Υποχρεώσεων του αναδόχου και την πλήρη Τεχνική Περιγραφή του έργου, η οποία σύμφωνα με καταγγελίες δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εργασιών, βάσει του οποίου διενεργείται η επίβλεψη, καθώς και τυχόν τροποποιήσεις αυτού.
Τους Λογαριασμούς Πληρωμών και τις πιστοποιήσεις εκτελεσθέντων εργασιών που έχουν διενεργηθεί έως σήμερα.
Τα επίσημα έγγραφα και τις εισηγήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών σχετικά με την ανάγκη διακοπής της κυκλοφορίας στον άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, καθώς και τις σχετικές Αποφάσεις για το θέμα από τους αρμόδιους φορείς.
Την Έγκριση Ασφάλειας που φέρεται να έχει λάβει η γραμμή πριν την έναρξη των νέων έργων.
Τη σχετική αλληλογραφία με την Αρχή Πληρωμής για τη χρηματοδότηση του έργου, καθώς και τις εγκρίσεις παράτασης που έχουν δοθεί γι’ αυτό.
Ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. με πρωτοβουλία της Ρ. Δούρου
Ποιοι είναι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση αποφάσισε τη σύσταση, για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση και με μόνη εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας, θέσης Μόνιμου Υπηρεσιακού Υφυπουργού Εξωτερικών, την οποία κατέλαβε, με μεθόδευση – αστραπή, η Αλ. Παπαδοπούλου; Το ερώτημα θέτουν προς τον Υπουργό Εξωτερικών, βουλεύτριες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ με Ερώτησή τους, ύστερα από πρωτοβουλία της Ρένας Δούρου, Τομεάρχισσας Εξωτερικών της ΚΟ του κόμματος. Σημειώνουν ότι “η επίκληση της ‘συνέχειας’ στο ΥΠΕΞ ουδόλως πείθει από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεν διαθέτει συνεκτική εθνική στρατηγική για πολλά διεθνή ζητήματα πρωταρχικού ενδιαφέροντος όπως πχ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις”.
Παρατηρούν επίσης ότι η κυβέρνηση αιφνιδίασε κι ενώ θα έπρεπε “να επιδιωχθεί συναινετική προσέγγιση”, επέβαλλε “την επιλογή της χωρίς σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις”.
Παραθέτουν μάλιστα το ιστορικό της μεθόδευσης με έκδοση … 3 (!) ΦΕΚ προκειμένου να υλοποιηθεί ο διορισμός στη νέα θέση της κας Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, θέτοντας το ερώτημα “γιατί επιλέχθηκε η άρον – άρον μεθόδευση με μεταμεσονύκτια κατάθεση της τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ενώ δεν είχε γίνει καν αντιληπτό εξαρχής ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ΔΕΝ πληρούσε τα κριτήρια εξ ου και χρειάστηκε ΦΕΚ – αστραπή για να χριστεί “ πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων;”
“Με δεδομένη την ιδιαίτερη φύση της θέσης γιατί δεν υπήρξε προσπάθεια συναινετικής επιλογής από την κυβέρνηση με ενημέρωση και συνεννόηση με την αντιπολίτευση προκειμένου να επιλεγεί προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και κοινής αποδοχής”;
Αναλυτικά η Ερώτηση
Προς τον Υπουργό Εξωτερικών
Θέμα: Ποιοι οι πραγματικοί λόγοι της σύστασης θέσης Μόνιμου Υπηρεσιακού Υφυπουργού Εξωτερικών
Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση και με μόνη εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας, η χώρα μας απέκτησε υπηρεσιακή υφυπουργό Εξωτερικών: την πρέσβη Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου ύστερα από την αιφνιδιαστική και μεταμεσονύχτια τροπολογία που έφερε στις 11/6 στη Βουλή η κυβέρνηση σε άσχετο νομοσχέδιο του… Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με στόχο, όπως τόνισε ο κ. ΥΠΕΞ, να μπορεί η χώρα να διαχειριστεί κρίσιμες γεωπολιτικές καταστάσεις σε συνθήκες πολιτικής αβεβαιότητας λόγω εκλογών.
Στη σχετική τροπολογία αναφέρεται, ότι “στο ΥΠΕΞ συστήνεται μία θέση Μόνιμου Υπηρεσιακού Υφυπουργού Εξωτερικών σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 81 του Συντάγματος (“Nόμος ρυθμίζει τη θέση των αναπληρωτών Yπουργών και των Yπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο, των Yφυπουργών, που μπορεί να αποτελούν μέλη της Kυβέρνησης, καθώς και των μόνιμων υπηρεσιακών Yφυπουργών”) στην οποία τοποθετείται εν ενεργεία Πρέσβης ή Πρέσβης εκ προσωπικοτήτων που έχει διατελέσει μόνιμος διπλωματικός υπάλληλος με βαθμό πρέσβη. Ο Μόνιμος Υπηρεσιακός Υφυπουργός έχει τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται με βάση την παρ. 2 του άρθρου 83 του Συντάγματος και ασκεί τα καθήκοντα του και μετά την παραίτηση της Κυβέρνησης εφόσον σχηματίζεται κυβέρνηση από όλα τα κόμματα της Βουλής ή όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχής για να διενεργήσει εκλογές σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 37 του Συντάγματος”.
Η δημιουργία αυτής της θέσης που προβλέπεται μεν από το Σύνταγμα αλλά καμία κυβέρνηση εδώ και μισό αιώνα δεν είχε προχωρήσει στη σύστασή της, προκαλεί σειρά ερωτημάτων στο οποία απέφυγε να απαντήσει ο κ. Υπουργός, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι “κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την κυβέρνηση και μένα για ασυνέπεια, καθώς την ημέρα της ορκωμοσίας μου, ο ίδιος δήλωσα ότι ανάμεσα σε αυτά που θέλω να εισφέρω είναι η ενεργοποίηση του μόνιμου υπηρεσιακού υφυπουργού”. Προσθέτοντας και το επιχείρημα περί… “συνέχειας” στο Υπουργείο: “η πραγματικότητα έχει καταδείξει ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει συνέχεια στο ΥΠΕΞ. Στην περίοδο αυτή, με παγκόσμιους κλυδωνισμούς, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται η συνέχεια, ειδικά όταν έχουμε υπηρεσιακή κυβέρνηση”.
Ωστόσο η εξέλιξη αυτή πάσχει σε επίπεδο διαδικασίας και ουσίας.
Σε επίπεδο διαδικασίας είναι ενδεικτικό ότι χρειάστηκαν… 3 (!) ΦΕΚ για τον διορισμό της κας Παπαδοπούλου, γεγονός που μαρτυρά το… επείγον του πράγματος. Συγκεκριμένα, στις 00.35 της 11/6 με την τροπολογία δημιουργείται η θέση μόνιμου υπηρεσιακού υφυπουργού Εξωτερικών, προβλέποντας ότι στη θέση αυτή “τοποθετείται εν ενεργεία Πρέσβης ή Πρέσβης εκ προσωπικοτήτων, που έχει διατελέσει διπλωματικός υπάλληλος με βαθμό Πρέσβη”. Το γεγονός ότι η κα Παπαδοπούλου δεν πληρούσε τα κριτήρια, οδήγησε, στις 12/6 στις 12.07 σε νέο ΦΕΚ, με ψηφιακή υπογραφή προκειμένου να γίνει η κα Παπαδοπούλου πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων κι έτσι δύο (!) λεπτά αργότερα, στις 12.09. με το τρίτο ΦΕΚ, να διοριστεί στη νέα θέση!
Η εξέλιξη πάσχει και επί της ουσίας, γιατί ενώ θα έπρεπε να επιδιωχθεί συναινετική προσέγγιση, η κυβέρνηση αιφνιδίασε, επιβάλλοντας μια επιλογή της χωρίς σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις.
Τούτων δοθέντων
ερωτάται ο κ. Υπουργός
Με δεδομένη την ιδιαίτερη φύση της θέσης γιατί δεν υπήρξε προσπάθεια συναινετικής επιλογής από την κυβέρνηση με ενημέρωση και συνεννόηση με την αντιπολίτευση προκειμένου να επιλεγεί προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και κοινής αποδοχής ;
Γιατί επιλέχθηκε η άρον – άρον μεθόδευση με μεταμεσονύκτια κατάθεση της τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ενώ δεν είχε γίνει καν αντιληπτό εξαρχής ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ΔΕΝ πληρούσε τα κριτήρια εξ ου και χρειάστηκε ΦΕΚ – αστραπή για να χριστεί “ πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων”;
Ποιοι εντέλει είναι οι πραγματικοί λόγοι της σύστασης θέσης Μόνιμου Υπηρεσιακού Υφυπουργού Εξωτερικών; Η επίκληση της “συνέχειας” στο ΥΠΕΞ ουδόλως πείθει από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεν διαθέτει συνεκτική εθνική στρατηγική για πολλά διεθνή ζητήματα πρωταρχικού ενδιαφέροντος όπως πχ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Οι ερωτώσες βουλεύτριες και οι ερωτώντες βουλευτές
«Άμεση και καθολική εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου χωρίς αποκλεισμούς για όλους τους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη – Απαιτούνται μέτρα κατά της ακρίβειας και έλεγχος της αγοράς»
«Σε μια περίοδο που υπάρχει η ασυδοσία των funds, των servicers και των τραπεζών και που προχωράνε οι πλειστηριασμοί -όσο και αν το κρύβει η κυβέρνηση- η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι ιστορική και απαιτεί άμεση και καθολική εφαρμογή για όλους τους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στη διαδικασία του νόμου Κατσέλη» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος κατά τη συνάντηση του με την πρόεδρο, Παναγιώτα Καλαποθαράκου, και με εκπροσώπους της Ένωσης Καταναλωτών – Η Ποιότητα Της Ζωής (ΕΚΠΟΙΖΩ), προειδοποιώντας παράλληλα την κυβέρνηση να μην αποκλείσει κανέναν δανειολήπτη.
«Πρέπει να αναμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο της προστασίας της κύριας κατοικίας και του πτωχευτικού κώδικα, που αποδεικνύεται ότι είναι τελικά κοινωνικά επικίνδυνο και καταστροφικό – και αναφέρομαι στον πτωχευτικό κώδικα Σταϊκούρα και μετέπειτα-, γιατί είναι πολύ σημαντική η παρακαταθήκη που έχουμε πλέον από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη» τόνισε στη συνέχεια.
Συνεχίζοντας, ο Σωκράτης Φάμελλος άσκησε σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για την πλατφόρμα «posokanei», ανέδειξε την ακρίβεια στην Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά και την πολύ χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων, και κατέθεσε τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ:
«Ο κ. Μητσοτάκης πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Θέλουμε πραγματικούς θεσμούς για τον καταναλωτή και όχι εργαλεία και καμπάνιες εκατομμυρίων για να εκπαιδευτούν οι πολίτες στην ακρίβεια. Και χρειαζόμαστε και μέτρα για τη μείωση των τιμών: Το ένα είναι η μείωση του ποσοστού κέρδους και ο έλεγχος όλης της εφοδιαστικής αλυσίδας, από το χωράφι στο ράφι, από τον εισαγωγέα στο ράφι. Και το δεύτερο είναι η μείωση των έμμεσων φόρων. Το έχουν κάνει πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης, αλλά αρνείται να το κάνει ο κ. Μητσοτάκης».
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έκανε λόγο για «καρτελοποίηση» της αγοράς, σημειώνοντας ιδιαίτερα τους τομείς των τραπεζών, των καυσίμων, του ρεύματος και της εφοδιαστικής αλυσίδας, τονίζοντας πως πρέπει να υπάρχει έλεγχος και ρύθμιση της αγοράς από την Πολιτεία «ώστε να αντιμετωπίζει τα προβλήματα αθέμιτων πρακτικών», ενώ επεσήμανε την ανάγκη να ενισχυθεί το καταναλωτικό κίνημα.
Από την πλευρά της, και η πρόεδρος του ΕΚΠΟΙΖΩ, Παναγιώτα Καλαποθαράκου τόνισε πως η απόφαση του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες, «πρέπει να τύχει καθολικής εφαρμογής», ενώ σχετικά με την πολιτική της κυβέρνησης για την πάταξη της ακρίβειας, έκανε λόγο για «μέτρα – ασπιρίνες», τονίζοντας πως το «posokanei» δεν είναι αρκετό για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια.
Στη συνάντηση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συμμετείχε επίσης ο βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης και εκπρόσωπος τύπου Χρήστος Γιαννούλης, η αν. γραμματέας Αναστασία Σαπουνά και το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ιωάννα Λιούτα.
Εκ μέρους της ΕΚΠΟΙΖΩ συμμετείχε η πρόεδρος Παναγιώτα Καλαποθαράκου, το μέλος του ΔΣ Παναγιώτης Σγούρας και ο νομικός σύμβουλος Βίκτωρας Τσιαφούτης.
Νέα επίθεση στη ΝΔ για την στάση της στη συνταγματική αναθεώρηση, εγκαλώντας την ότι χρησιμοποιεί το Σύνταγμα και την διαδικασία αναθεώρησης για να εξυπηρετήσει τους δικούς της μικροκομματικούς σχεδιασμούς, εξαπέλυσε ο βουλευτής Δράμας και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θεόφιλος Ξανθόπουλος, μιλώντας στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης.
“Μιλάμε για προσχηματική αναθεώρηση, για εργαλειακή χρήση της διαδικασίας. Και κάθε συνεδρίαση αυτή η πεποίθηση μας ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Εκτίμησή μας είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον από την κυβέρνηση για την αναθεώρηση ώστε ο καταστατικός χάρτης να αποτελέσει την κατεύθυνση της χώρας για τα επόμενα χρόνια, αλλά είναι μια άσκηση επί χάρτου ώστε να εξυπηρετήσετε τις μικροκομματικές σας προτεραιότητες και με αυτή την έννοια αισθανόμαστε δικαιωμένοι που δεν σας δίνουμε λευκή επιταγή στην διαδικασία αυτή”, υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στο υπό συζήτηση άρθρο 30 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), επισήμανε μεταξύ άλλων: “Ζητά η ΝΔ να εκλέγεται για μια θητεία. Δεν μπορείτε να υιοθετείτε την αρχιτεκτονική του Συντάγματος του 1975 και τα βασικά στοιχεία του να μεταλλάσσονται τόσο πολύ που να υποβαθμίζονται ως μη υπάρχοντα. Η απομείωση του κύρους του θεσμού του ΠτΔ είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να το αφήσουμε σε συγκυριακή πλειοψηφία. Η υπόθεση της εκλογής του ΠτΔ μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2019 πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το βήμα προς τη φθορά, το επεκτείνετε τώρα με τη μια θητεία, 6ετούς διάρκειας και ελάχιστες δυνατές ψήφους. Σας καλώ να δείτε πώς ξεκίνησε το 1975 και πώς καταλήγει το 2030 ο θεσμός”.
“Πιστεύετε ότι με μια θητεία ενισχύεται αυτός ο ενοποιητικός ρόλος του θεσμού του ΠτΔ; Μετά την υφαρπαγή, την αλλαγή πορείας που κάνατε στην αναθεωρητική Βουλή το 2019, ενισχύσατε την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος; Ο ΠτΔ με τις πολύ λίγες ψήφους που θα εκλέγεται και που ουσιαστικά θα είναι άμεσα εξαρτώμενος από την εκάστοτε, ούτε καν πλειοψηφία, μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του; Και γιατί παίρνετε την ευθύνη να μην ανανεώνετε την θητεία ενός επιτυχημένου προέδρου;”, ήταν τα κρίσιμα και αναπάντητα ερωτήματα που απηύθυνε προς την κυβερνητική πλειοψηφία.
Όσον αφορά το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος για προκήρυξη εκλογών με επίκληση εθνικού θέματος, ο κ. Ξανθόπουλος τόνισε χαρακτηριστικά: “Δεν είναι ένα προνόμιο του πρωθυπουργού, πέραν των παραδεδεγμένων, κατά τη κρίση του να μπορεί να προκηρύσσει εκλογές, επικαλούμενος εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, το οποίο μπορεί να είναι η κατάσταση της οικονομίας; Και αυτό το άρθρο σε ένα αμιγώς πρωθυπουργικό σύστημα δεν ενισχύει υπέρμετρα τα προνόμια του πρωθυπουργού και υπονομεύει την φερεγγυότητα και σοβαρότητα των συνταγματικών διατάξεων”.
Για το άρθρο 44 σχολίασε μεταξύ άλλων: “Με βάση την χθεσινή καταδίκη της κ. Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου, θεωρείτε ότι το ψηφιακό δημοψήφισμα είναι μια αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας; Θεωρείτε ότι στις συνθήκες που βιώνει η χώρα, με φαινόμενα που έχουν και ποινικές διαστάσεις, μπορούμε να περάσουμε σε συνθήκες ψηφιακού δημοψηφίσματος;” Και μιλώντας για τον θεσμό του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας, παρατήρησε: “Αδιαφορήσατε προκλητικά για αυτή τη δυνατότητα που δίνει το Σύνταγμα. Πώς να δεχτούμε ότι είστε καλών προθέσεων όταν αυτή την ευχέρεια που είχατε να θεσμοθετήσετε το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας, την αφήσατε στα αζήτητα. Και δεν το κάνατε γιατί διακατέχεστε από βαθιά συντηρητική αντίληψη και φοβάστε τη δυναμική που μπορεί να αναπτύξει ένα λαϊκό αίτημα και κάνατε σαν μην υπάρχει”, συνέχισε.
Κατέθεσε τέλος τη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για ρητή κατοχύρωση του θεσμού του δημοψηφίσματος μετά από λαϊκή πρωτοβουλία, σύμφωνα με την οποία ο ΠτΔ προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα από 100.000 εκλογείς.
“Είναι πάγια η θέση της Αριστεράς υπέρ του κοινωνικού κράτους, όπου η υγεία δεν είναι εμπόρευμα αλλά δικαίωμα. Το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων είναι τεράστιο. Είναι ο πυρήνας όλων των προβλημάτων”, τόνισε ο βουλευτής Δράμας και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ξεκινώντας τον χαιρετισμό στην ημερίδα της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων με θέμα: “Εξασφαλίζοντας ένα υγιές ξεκίνημα για όλα τα παιδιά”.
“Το σχολικό περιβάλλον προσφέρεται ποικιλότροπα για την πρόληψη ασθενειών, την πρώιμη διάγνωση, την έγκαιρη θεραπεία, την προστασία του μαθητικού πληθυσμού και την ενεργή συμμετοχή και συνεργασία γονέων, εκπαιδευτικών, και επαγγελματιών υγείας. Στην Ελλάδα, οι υπηρεσίες υγείας στο σχολικό περιβάλλον, περιορίζονται στην κατά περίπτωση και υπό προϋποθέσεις τοποθέτηση σχολικής νοσηλεύτριας, εάν και εφόσον ζητηθεί από γονέα. Δεν είναι μόνιμη, κάτι που περιστέλλει την δυνατότητα εμπέδωσης σχέσεων εμπιστοσύνης με το σχολείο”, πρόσθεσε.
“Η παροχή οργανωμένων και ολοκληρωμένων σχολιατρικών υπηρεσιών δεν προβλέπεται θεσμικά και η παρεχόμενη σχολική υγεία περιορίζεται σε περιστασιακό έλεγχο βιβλιαρίων υγείας από τις ΤΟΜΥ και τα Κέντρα Υγείας ή την διενέργεια ομιλιών. Οι κατακερματισμένες και υποτυπώδεις παροχές υγείας δεν εφαρμόζονται ισότιμα σε όλα τα σχολεία. Η εκπαίδευση σε θέματα υγείας δεν επιτελείται σε συστηματική βάση και δεν υπακούει σε κοινά παραδεκτές αρχές και μεθόδους. Εμφορείται δε συχνά από ατομοκεντρική και ιατροκεντρική αντίληψη ενάντια στη λογική της υγείας ως κοινωνικού αγαθού”, υπογράμμισε.
“Προτείνουμε ολοκληρωμένες πολυυπηρεσίες σχολικών μονάδων φροντίδας υγείας με στελέχωση από το υφιστάμενο προσωπικό πρωτοβάθμιων μονάδων υγείας και νέες προσλήψεις. Επιτόπια παροχή οργανωμένων και εξειδικευμένων υπηρεσιών πρόληψης στο σχολείο. Επιτόπια έγκαιρη ανίχνευση, αντιμετώπιση και παρακολούθηση προβλημάτων υγείας μαθητών. Επιτόπια αντιμετώπιση προσυμπτωματικων ελέγχων (screening test) οπτικής οξύτητας και αχρωματοψίας, παθήσεων της σπονδυλικής στήλης, στοματικής υγιεινής, εμβολιαστικής κάλυψης και σωματικής ανάπτυξης. Επιτόπια ανίχνευση μαθησιακών διαταραχών, ενδοοικογενειακής βίας και εξαρτήσεων, σε συνεργασία με παιδοψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Διασφάλιση υγιεινών περιβαλλοντικών συνθηκών στο σχολικό χώρο και χρηματοδότηση μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων για υλοποίηση του σχεδίου”, ανέφερε.
“Τέλος, προτείνουμε εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής υγείας, με προσανατολισμό στις αρχές της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Να επανοηματοδοτηθεί η υγεία ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως υπόθεση ατομικής ευθύνης”, κατέληξε.
Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής:
Α) Η συνταγματική ιστορία του ελληνικού λαού και οι συνταγματικοί αγώνες του για Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιώματα και Κοινωνικό Κράτος αποτυπώνονται διαχρονικά στα Συντάγματα, και στο ισχύον Σύνταγμα, η θεμελίωση και η εφαρμογή του οποίου γίνονται «στο όνομα του ελληνικού λαού».
Στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι αναγκαίες ευρείες συναινέσεις. Όμως στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατόν αυτές να διαμορφωθούν και λόγω του περιεχομένου της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και λόγω της απουσίας οποιασδήποτε προεργασίας και του ασφυκτικού χρονικού διαστήματος για τη συζήτησή της που επεβλήθη από την κυβερνώσα πλειοψηφία.
Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση εργαλειοποιείται, έχοντας ενταχθεί στο προεκλογικό οπλοστάσιο της ΝΔ.
Επιπλέον, μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιδιώκεται ο αποπροσανατολισμός από τα ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ορισμένα εκ των οποίων, θα μπορούσαν να τύχουν συνταγματικής κάλυψης.
Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο, μέσω του οποίου ρυθμίζεται η λειτουργία των κρατικών θεσμών και κατοχυρώνονται οι ελευθερίες των πολιτών. Σ΄αυτό αποτυπώνεται ένας συγκεκριμένος ιστορικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, εκφράζονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια,εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωή και αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.
Για το λόγο αυτό, η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών, αλλά ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, για το ποιο κράτος επιδιώκεται να οικοδομηθεί.
Β) (Άρθρα 5-5Α ή 5Β, 14, 15): Η δημοκρατία και η συνταγματική παράδοση έχουν ιστορικά συνδεθεί με την κατοχύρωση και την ελεύθερη άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και την προστασία τους έναντι της εκτελεστικής εξουσίας-της κυβέρνησης .
Η καταπολέμηση των διακρίσεων, πλέον των όσων ήδη αναφέρονται στο ισχύον Σύνταγμα, και λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής ή αναπηρίας, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αντιμετώπισης των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής αποτελούν κεντρικά ζητήματα.
Με την κυβερνητική πρόταση εισάγεται συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, με τη θετική διατύπωση ότι η ΑΙ οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας.
Όμως η διαχείριση της τεχνολογικής εξέλιξης δεν είναι ουδέτερη.
Η ουσιαστική συνταγματική πρόκληση δεν είναι να δηλωθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη «πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία», αλλά να κατοχυρωθούν:
το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει πότε αξιολογείται από αλγόριθμο,
το δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης αυτοματοποιημένων αποφάσεων,
η απαγόρευση αλγοριθμικών διακρίσεων,
η προστασία των εργαζομένων από συστήματα ψηφιακής επιτήρησης,
ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.
Η πραγματική απειλή δεν προέρχεται από την τεχνολογία καθαυτή αλλά από τον τρόπο που οι «κυρίαρχοι» κύκλοι την διαχειρίζονται, από τη συγκέντρωση δεδομένων και ισχύος σε κράτη και πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Επομένως, ένα προοδευτικό Σύνταγμα, εκτός από την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου από τις Ανεξάρτητες Αρχές, που η λειτουργία τους υπονομεύεται από τη σημερινή κυβέρνηση, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ευθέως τις νέες μορφές ψηφιακής εξουσίας.
Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνον από αυταρχικές κρατικές-κυβερνητικές πρακτικές, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης σε πανίσχυρα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες-όμιλοι εταιρειών μπορούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη δημόσια σφαίρα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πρέπει να αντιμετωπίζονται με συνταγματικές προβλέψεις που ενισχύουν τον κοινωνικό έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και επιτρέπουν στο κράτος να παρεμβαίνει υπέρ του γενικού συμφέροντος.
Γ) (Άρθρο 15): Στην πρόταση, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υφίσταται πρόβλεψη για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και την προαγωγή της πολυφωνίας στην ενημέρωση.
Πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένα μέτρα και περιορισμοί, που να συνδέονται με τρόπους ελέγχου και τήρησής τους. Είναι αναγκαίες η απαγόρευση υψηλής συγκέντρωσης ιδιοκτησίας, η διαπλοκή οικονομικής και μιντιακής ισχύος, η εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η επισφαλής εργασία των δημοσιογράφων.
Σε μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσαν να προταθούν ενδεικτικά συνταγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, αυστηρότεροι περιορισμοί στη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης, διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ, ενίσχυση της συντακτικής ανεξαρτησίας, προστασία των δημοσιογράφων από τον εργοδότη τους-την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και από στρατηγικές αγωγές φίμωσης (slapps).
Οι κυρώσεις για την παραβίαση των εν λόγω προβλέψεων μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων.
Στην πρόταση της ΝΔ προβλέπεται, η αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Μήπως αυτή η διατύπωση δείχνει το δρόμο για την απάλειψη ακόμη και αυτών των όρων-περιορισμών.
Δ) (Άρθρο 16): Η ΝΔ «κόπτεται» εδώ και χρόνια για την κατάργηση του άρθρου 16 («κοιμάται και ξυπνάει» μ΄ αυτό τον καημό), η ρητή και απολύτως σαφής διατύπωση του οποίου επιβάλλει, η ανώτατη εκπαίδευση να παρέχεται αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και να απαγορεύεται να παρέχεται από ιδιώτες.
Το εν λόγω άρθρο έχει παραβιαστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ, με τη συνέργεια της Δικαιοσύνης, μέσω της γνωστής απόφασης του Σ.τ.Ε.
Το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο ως προς την εκπαίδευση.
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν περιορίστηκε στην κατοχύρωση ενός ατομικού δικαιώματος στην (ανώτατη) εκπαίδευση. Διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πρότυπο οργάνωσής της.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η παροχή της δεν συνιστά εμπόρευμα, αλλά κοινωνικό αγαθό που δεν υπάγεται στη λογική-στους όρους της αγοράς-του κέρδους.
Όμως, την ομιλία του εισηγητή και των ομιλητών της ΝΔ διατρέχουν η αντίληψη αγοράς για την ανώτατη εκπαίδευση (ο όρος- η λέξη «αγορά» διατρέχει το σύνολο της τοποθέτησής τους), χωρίς να περιέχουν τίποτα για το περιεχόμενο των σπουδών.
Ποιο πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης επιλύεται με την αναθεώρηση του άρθρου 16;
Δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής πειστική απάντηση.
Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν οφείλονται στο άρθρο 16.
Η υποστελέχωση των πανεπιστημίων δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Η έλλειψη φοιτητικών εστιών δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Οι περιορισμένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις δεν οφείλονται στο άρθρο 16.
Η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό δεν οφείλεται στο άρθρο 16.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν πεδία άσκησης δημόσιας-κυβερνητικής πολιτικής.
Κατά συνέπεια, η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της κυβερνητικής πολιτικής.
Το Σύνταγμα αντιμετωπίζει το άρθρο 16 ως θεσμική εγγύηση, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.
Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι τα κατ΄ ευφημισμόν μη κρατικά πανεπιστήμια, στην πραγματικότητα ιδιωτικά, θα είναι μη κερδοσκοπικά.
Ακόμη και αν υποτεθεί, ότι αυτό ισχύει, το ερώτημα παραμένει.
Ποιος εγγυάται, ότι σε βάθος χρόνου δεν θα αναπτυχθούν μηχανισμοί οικονομικής διαφοροποίησης;
Ποιος εγγυάται, ότι η πρόσβαση σε αυτά τα ιδρύματα δεν θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των οικογενειών;
Ποιος εγγυάται ότι δεν θα μεταφέρονται προτεραιότητες και πόροι από το δημόσιο προς το μη κρατικό σύστημα, όπως θα λέγεται κατ΄ ευφημισμόν, το ιδιωτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης;
Τι θα απογίνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια;
Η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς ένας εκπαιδευτικός θεσμός.
Λειτούργησε ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.
Υπήρξε το μέσον, με το οποίο παιδιά αγροτών, εργατών, υπαλλήλων και μικρομεσαίων οικογενειών απέκτησαν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και συνακόλουθα στην επιστήμη και στην κοινωνική ανέλιξη.
Αυτή η ιστορική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι άσχετη με το άρθρο 16, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαιολογητικές βάσεις της συνταγματικής του προστασίας.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν είναι τεχνική.
Είναι έντονα πολιτική.
Το ερώτημα δεν είναι, αν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μη κρατικό πανεπιστήμιο.
Το ερώτημα είναι, αν θα εγκαταλειφθεί η συνταγματική αρχή ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται ισότιμα προς όλους αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι μία τέτοια εγκατάλειψη είναι αναγκαία.
Η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερη επένδυση στο δημόσιο πανεπιστήμιο, περισσότερη έρευνα, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερες εστίες και περισσότερους διδάσκοντες.
Η απάντηση στις αδυναμίες του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι η συνταγματική υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι η ενίσχυση και η αναβάθμισή του.
Η Βουλή πρέπει να απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 και να μην αποδεχθεί την κήρυξή του ως αναθεωρητέου.
Ε) (Άρθρο 17)
Το άρθρο 17 αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας και αποτελεί έναν από τους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού φιλελευθερισμού.
Η προοδευτική κριτική δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει όμως ότι η ιδιοκτησία δεν είναι απόλυτο δικαίωμα αλλά θεσμός με κοινωνική διάσταση.
Επομένως, μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσε να ενισχύσει: την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δυνατότητα κοινωνικών απαλλοτριώσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των φυσικών πόρων από αμιγώς κερδοσκοπική εκμετάλλευση.
Το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει όχι μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και όσους αποκλείονται από την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία και η γη.
Τα δημόσια αγαθά, το νερό και η ενέργεια πρέπει να τελούν υπό τον άμεσο και απόλυτο έλεγχο του κράτους.
ΣΤ) (Άρθρο 21) Η αναθεώρηση του άρθρου 21 του Συντάγματος αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη δοκιμασία για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επικείμενης συνταγματικής μεταρρύθμισης. Και αυτό διότι το άρθρο 21 δεν είναι μια οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Είναι το θεμέλιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Είναι η διάταξη που προστατεύει την οικογένεια, την υγεία, τα άτομα με αναπηρία, τη μητρότητα, την παιδική ηλικία και, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί και η ύπαιθρος χώρα (η περιφέρεια), η οποία ερημώνει.
Συνιστά γενική ρήτρα, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας γίνεται με το ισχύον άρθρο 106 για την ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και την περιφερειακή ανάπτυξη, τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν η συνταγματική κατοχύρωση όλων αυτών των στοιχείων δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος και αγώγιμες αξιώσεις για τους πολίτες ή αν αυτή περιορίζεται σε ένα συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.
Με την κυβερνητική πρόταση προτείνεται η προσθήκη δύο νέων στοιχείων: της κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη και της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης κατά το σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Πρόκειται ασφαλώς για ζητήματα που ανταποκρίνονται σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, αν οι όροι αυτοί είναι θετικοί. Αλλά αν η συνταγματική τους κατοχύρωση δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος ή αν περιορίζεται σε έναν συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.
Η διαφορά είναι έντονα πολιτική. Άλλο πράγμα είναι η κρατική μέριμνα και άλλο η κατοχύρωση ενός κοινωνικού δικαιώματος. Η πρώτη αφήνει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη. Η δεύτερη δημιουργεί θεσμικές δεσμεύσεις και καθιστά το κράτος υπόλογο έναντι των πολιτών.
Τα κοινωνικά δικαιώματα αποκτούν αξία μόνον όταν παράγουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την κρατική εξουσία. Αν όχι,υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσουν περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως συνταγματικός κανόνας.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η απουσία πρόβλεψης για τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η πανδημία απέδειξε, ότι η δημόσια υγεία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική πρόταση δεν φαίνεται να αναβαθμίζει συνταγματικά το ΕΣΥ.
Η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα του 2026 η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια των νέων εργαζομένων και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν απλώς κοινωνικά προβλήματα. Αποτελούν προκλήσεις για την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών.
Γι’ αυτό και η μεγάλη αδυναμία της προτεινόμενης κυβερνητικής αναθεώρησης είναι, ότι αντιμετωπίζει τα κοινωνικά δικαιώματα περισσότερο ως πεδίο κρατικής μέριμνας παρά ως πεδίο συνταγματικά εγγυημένων αξιώσεων των πολιτών. Η κατοικία εμφανίζεται ως αντικείμενο πολιτικής φροντίδας και όχι ως δικαίωμα. Η υγεία-το ΕΣΥ παραμένει χωρίς ειδική συνταγματική θωράκιση. Η διαγενεακή δικαιοσύνη εισάγεται χωρίς σαφές κανονιστικό περιεχόμενο.
Το άρθρο 21 θα μπορούσε να μετατραπεί από διάταξη κρατικής μέριμνας σε διάταξη κοινωνικής εγγύησης.αποτελώντας ιστορική ευκαιρία για την αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους στην εποχή της στεγαστικής κρίσης, της δημογραφικής συρρίκνωσης και των νέων ανισοτήτων..
Ζ) Άρθρο 24
Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού οικοδομήματος. Από τη θέσπισή του το 1975 και ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, κατοχύρωσε την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ως συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα των πολιτών. Τίθενται φραγμοί στην άναρχη δόμηση, στην καταστροφή των δασών και στην υποβάθμιση των κοινών φυσικών αγαθών.
Η παράκαμψη παγίων εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένη υποβάθμιση των ελεύθερων χώρων και των κοινών αγαθών.
Πρέπει να ενισχυθούν οι εγγυήσεις για το περιβάλλον και τη στέγη. Να αποτραπεί η εργαλειοποίηση της συνταγματικής προστασίας τους προς όφελος ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.
Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα για νέα αναθεώρηση του άρθρου 24 προκαλεί εύλογες ανησυχίες. Αν και οι υποστηρικτές της προβάλλουν ως στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων, την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και την καλύτερη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η ουσία των προτεινόμενων αλλαγών φαίνεται να μετατοπίζει τη συνταγματική ισορροπία υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευσης και εις βάρος της περιβαλλοντικής προστασίας.
Χαρακτηριστική περίπτωση, η εγκατάσταση ΑΠΕ οπουδήποτε, χωρίς να εξαιρούνται οι περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, οι περιοχές natura, η γη υψηλής παραγωγικότητας.
Το περιβάλλον δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση μιάς βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Η κλιματική κρίση, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η απώλεια βιοποικιλότητας καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση, και όχι την αποδυνάμωση, των συνταγματικών εγγυήσεων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα κράτη που υποβάθμισαν τους μηχανισμούς περιβαλλοντικού ελέγχου αντιμετώπισαν μακροπρόθεσμα υψηλότερο οικονομικά και κοινωνικά κόστος.
Η κυβερνητική πρόταση φαίνεται να ενισχύει την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον πρέπει να υποχωρεί όταν συγκρούεται με επενδυτικές επιδιώξεις.
Αυτό αφορά και τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Η ελληνική εμπειρία έχει αποδείξει ότι κάθε χαλάρωση των συνταγματικών φραγμών συνοδεύεται από πιέσεις για αλλαγή χρήσεων γης, νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και επέκταση της οικοδομικής δραστηριότητας. Τα δάση δεν αποτελούν μόνον οικολογικό κεφάλαιο, αλλά και κρίσιμη υποδομή προστασίας έναντι της κλιματικής κρίσης. Συγκρατούν νερά, μειώνουν τις θερμοκρασίες, προστατεύουν τη βιοποικιλότητα και λειτουργούν ως φυσικές ασπίδες απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Η συνταγματική προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από πρόσκαιρες αναπτυξιακές επιδιώξεις.
Η σχετική συζήτηση φαίνεται να στηρίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε περιβαλλοντική προστασία είτε ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες οικονομίες που επενδύουν στην πράσινη μετάβαση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην κυκλική οικονομία και στην ανθεκτικότητα έναντι της κλιματικής αλλαγής αναπτύσσονται βιώσιμα.
Συμπερασματικά, η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την κατεύθυνση της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση των εγγυήσεων προς όφελος της ταχύτερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και της γης, αλλά η προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις της εποχής της κλιματικής κρίσης.
Συνάντηση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου με τον πρόεδρο και με εκπροσώπους της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον Επισιτισμό – Τουρισμό (ΠΟΕΕΤ)\
«Δεν υπάρχει ανάπτυξη αν δεν υπάρχει ευημερία της εργασίας και των εργαζομένων. Και σήμερα οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στην εστίαση και στον τουρισμό, αντιμετωπίζουν κατάματα τον “οδοστρωτήρα” που είχε υποσχεθεί ο κ. Μητσοτάκης. Υπάρχει εργασιακή ανασφάλεια εξαιτίας των πολιτικών του κ. Μητσοτάκη και όλων των υπουργών Εργασίας. Στη χώρα μας έχουμε πλέον επταήμερη εργασία, 13ωρο, εξαντλητικά ωράρια και ασυδοσία σε πάρα πολλές περιπτώσεις εκ μέρους της εργοδοσίας που εκμεταλλεύεται τις “πλάτες” που κυριολεκτικά κάνει ο Μητσοτάκης στην παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων. Και αυτό έχει δημιουργήσει και ένα σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας της εργασίας με εκατοντάδες δυστυχήματα» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος κατά τη συνάντηση που είχε με τον πρόεδρο, Γιώργο Χότζογλου και με εκπροσώπους της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον Επισιτισμό – Τουρισμό.
Ο Σωκράτης Φάμελλος αναφέρθηκε στον μεγάλο αριθμό θυμάτων εργατικών δυστυχημάτων το 2025 και το 2026, τονίζοντας πως «όταν ο εργαζόμενος δουλεύει από τα ξημερώματα μέχρι αργά το βράδυ, αυτό έχει επίπτωση και στην ασφάλεια της εργασίας, ιδίως όταν με επιλογή της κυβέρνησης έχουν αποδυναμωθεί όλες οι ρυθμίσεις αλλά και οι θεσμοί που πρέπει να προστατεύουν την εργασία και τα εργασιακά δικαιώματα».
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ξεκαθάρισε ότι το κόμμα στηρίζει τα δίκαια αιτήματα της Ομοσπονδίας ενόψει και της αυριανής πανελλαδικής απεργίας του κλάδου:
«Αυτό το οποίο ζούμε στη χώρα μας είναι μια σύγχρονη μορφή εργασιακής σκλαβιάς, γι’ αυτό και δίκαια κινητοποιήστε αύριο, εκφράζοντας το σύνολο των εργαζομένων της χώρας μας. Γιατί ταυτόχρονα οι εργαζόμενοι με χαμηλές αμοιβές έχουν απέναντι τους και τη μάστιγα της αισχροκέρδειας. Οπότε πρακτικά μιλάμε για μια κοινωνία φτωχών εργαζομένων, που μεγαλώνει τις ανισότητες και δημιουργεί και σοβαρά ερωτήματα στην κοινωνική συνοχή».
Αναφερόμενος στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο Σωκράτης Φάμελλος υπογράμμισε:
«Χρειαζόμαστε ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, που να εφαρμόζονται και να αντιστοιχούν και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, με αύξηση των αμοιβών, όχι με επιδόματα, αλλά με αμοιβές οι οποίες να εξασφαλίζουν την ευημερία των εργαζομένων. Απαιτείται προστασία των εποχικά εργαζομένων και τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, με στήριξη των θεσμών και των ελεγκτικών μηχανισμών που αφορούν στην ασφάλεια και στην υγεία των εργαζομένων. Γιατί αν δεν προστατευθούν οι εργαζόμενοι στον τουρισμό και στην εστίαση, δεν θα μπορέσει και ο κλάδος να είναι παραγωγικός και αποτελεσματικός. Η ευημερία μιας οικονομίας αλλά και η ευημερία μιας κοινωνίας στηρίζεται σε εργαζόμενους που πρέπει να ευημερούν. Και αυτό είναι υποχρέωση μιας δημοκρατικής Πολιτείας».
Ο Σωκράτης Φάμελλος επανέλαβε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει καταθέσει δύο τροπολογίες στη Βουλή αναφορικά με την επέκταση του επιδόματος ανεργίας στους εποχικά εργαζόμενους, που απορρίφθηκαν από την κυβέρνηση.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΠΟΕΕΤ, Γιώργος Χότζογλου εξήγησε ότι οι φράσεις «γαλέρα» και «μεσαίωνας» είναι λίγες για να περιγράψουν τις συνθήκες εργασίας στον κλάδο. Τα εξοντωτικά ωράρια εργασίας, η μη εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων και η μη επέκταση του επιδόματος ανεργίας είναι μερικά μόνο από τα θέματα στα οποία στάθηκε. Παράλληλα, κατήγγειλε την παντελή έλλειψη ελέγχων σημειώνοντας πως «το ΣΕΠΕ δεν μετατράπηκε σε Ανεξάρτητη Αρχή. Με τον 4808 του 2021, τον περίφημο “νόμο Χατζηδάκη”, μετατράπηκε σε αόρατη Αρχή».
Στη συνάντηση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συμμετείχε επίσης η βουλευτής Κοζάνης και τομεάρχης Τουρισμού Καλλιόπη Βέττα, ο βουλευτής Αργολίδας και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γιώργος Γαβρήλος και η αν. γραμματέας Αναστασία Σαπουνά.
Εκ μέρους της ΠΟΕΕΤ συμμετείχε ο πρόεδρος Γιώργος Χότζογλου, ο γενικός γραμματέας Φώτης Σκαλτσάς, ο αν. γραμματέας Μιχάλης Μουτάφης και ο πρόεδρος του Σωματείου Προσωπικού Ξενοδοχείου «Caravel», Γιάννης Λαλιώτης.
Άμεση ήταν η ανταπόκριση του Βουλευτή Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξανδρου Μεϊκόπουλου στο αίτημα του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ειδικού Σωφρονιστικού Καταστήματος Νέων Βόλου για συνάντηση και ενημέρωση για τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και για τις ιδιαίτερα ανησυχητικές συνθήκες που επικρατούν στο Κατάστημα.
Ο κ. Μεϊκόπουλος πραγματοποίησε θεσμική συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν εκ μέρους του Συλλόγου ο Πρόεδρος κ. Ζαχαρίας Κυριακίδης, και ο Αντιπρόεδρος, κ. Χρήστος Κουτσογιώργης.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων περιέγραψαν μια κατάσταση που, όπως τόνισαν, έχει καταστεί πλέον οριακή και επικίνδυνη τόσο για την ασφάλεια των υπαλλήλων όσο και για την εύρυθμη λειτουργία του σωφρονιστικού καταστήματος. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο σοβαρό περιστατικό επίθεσης που σημειώθηκε στις 13 Ιουνίου 2026 σε βάρος σωφρονιστικού υπαλλήλου από κρατούμενο, ένα περιστατικό που, σύμφωνα με τον Σύλλογο, δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός αλλά εντάσσεται σε μια γενικότερη εικόνα αυξημένων κινδύνων και έντασης εντός του Καταστήματος.
Όπως επισημάνθηκε, η βασική αιτία που επιτείνει την επικινδυνότητα των συνθηκών είναι η δραματική υποστελέχωση του καταστήματος, ζήτημα που βαίνει διαρκώς επιδεινούμενο τα τελευταία τρία (3) τουλάχιστον χρόνια. Παρότι οι οργανικές θέσεις προσωπικού ανέρχονται σε 50, σήμερα υπηρετούν τυπικά μόλις 28 υπάλληλοι.
Πολλοί εξ αυτών βρίσκονται σε χρόνιες αναρρωτικές άδειες, με αποτέλεσμα, οι ενεργοί φύλακες που καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν τη λειτουργία του Καταστήματος να ανέρχονται μόλις σε 16. Από τους 16 ενεργούς υπαλλήλους, οι 4 βρίσκονται σήμερα σε καθεστώς συνταξιοδότησης, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα. «Ακόμη και για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών ασφαλείας απαιτούνται τουλάχιστον 20 ενεργοί φύλακες, ώστε να μπορούν να χορηγούνται κανονικά άδειες και ρεπό. Σήμερα, έχουν συσσωρευτεί εκατοντάδες οφειλόμενα ρεπό, τα οποία εκτιμώνται συνολικά σε 800 έως 900 ημέρες, γεγονός που καταδεικνύει την υπερεντατικοποίηση της εργασίας και την εξάντληση του προσωπικού», υπογράμμισαν οι εργαζόμενοι.
Παράλληλα, αναδείχθηκε και το σοβαρό ζήτημα του υπερπληθυσμού των κρατουμένων. Ενώ η δυναμικότητα του Ειδικού Σωφρονιστικού Καταστήματος Νέων Βόλου κυμαίνεται μεταξύ 56 και 60 θέσεων, σήμερα φιλοξενούνται περίπου 98 κρατούμενοι, ενώ το προηγούμενο διάστημα ο αριθμός τους είχε φτάσει ακόμη και τους 139. Η αναντιστοιχία μεταξύ διαθέσιμου προσωπικού και αριθμού κρατουμένων δημιουργεί, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, ένα εκρηκτικό περιβάλλον που αυξάνει καθημερινά τους κινδύνους για όλους και έχει άμεσες συνέπειες και στη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες χωρίς την αναγκαία υποστήριξη.
Από την πλευρά του ο Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος ανέφερε: «Η ασφάλεια των εργαζομένων στα σωφρονιστικά καταστήματα και η εύρυθμη λειτουργία των δομών κράτησης δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως ζήτημα δεύτερης προτεραιότητας. Όταν οι ελλείψεις προσωπικού παγιώνονται, όταν οι ανάγκες παραμένουν ακάλυπτες και όταν οι προειδοποιήσεις των εργαζομένων αγνοούνται επί χρόνια, η Πολιτεία αναλαμβάνει ακέραια την ευθύνη για τα αδιέξοδα που δημιουργούνται. Το ζήτημα αφορά την προστασία των εργαζομένων, τη διασφάλιση των συνθηκών κράτησης και τελικά την ίδια την ποιότητα του κράτους δικαίου».
Ευχαριστώντας τους εκπροσώπους του Συλλόγου για τον γόνιμο διάλογο, ο Βουλευτής δεσμεύτηκε να παρακολουθεί στενά το θέμα και να στηρίζει με τα κατάλληλα κοινοβουλευτικά μέσα τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων.
Η εικόνα της καταστροφής των εκσκαφέων στα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ στην Κοζάνη είναι αναμφίβολα σοκαριστική.
Η αλήθεια της βίαιης απολιγνιτοποίησης του κυρίου Μητσοτάκη είναι ακόμα πιο σοκαριστική και σκανδαλώδης.
Η κυβέρνηση της ΝΔ και η διοίκηση Στάσση στη ΔΕΗ εδώ και 7 χρόνια επέλεξαν χωρίς σχέδιο ενεργειακής μετάβασης να κλείσουν ακόμα και λιγνιτωρυχεία και μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που ήταν σύγχρονες και ανταγωνιστικές και μπορούσαν να στηρίξουν την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Και είναι δύο φορές αλήθεια ότι η διοίκηση Στάσση στη ΔΕΗ απαξίωσε και τον εξοπλισμό στα λιγνιτωρυχεία για να μην μπορέσουν να παράγουν ξανά!
Η βίαιη απολιγνιτοποίηση ήταν άδικη και το μόνο που υπηρέτησε ήταν τα υπερκέρδη του καρτέλ του εισαγόμενου φυσικού αερίου και γενικά των καρτέλ της ενέργειας.
Αυτό που ζει η Δυτική Μακεδονία είναι η καταστροφή του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού.
Γι’ αυτό πρέπει να φύγει το συντομότερο αυτή η κυβέρνηση. Γιατί τις επιπτώσεις δεν τις πληρώνει μόνο η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη, αλλά όλη η Ελλάδα στους λογαριασμούς ρεύματος.
Την έντονη ανησυχία του για τη συνεχή συρρίκνωση της ελληνικής καπνοπαραγωγής εκφράζει ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, ο οποίος κατέθεσε ερώτηση προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ζητώντας συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για τη στήριξη του κλάδου και των καπνοπαραγωγικών περιοχών της χώρας.
Στην ερώτησή του, την οποία συνυπογράφουν 12 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο κ. Κόκκαλης επισημαίνει ότι η καπνοκαλλιέργεια εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για χιλιάδες αγροτικές οικογένειες, ιδιαίτερα στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, όπου οι εναλλακτικές παραγωγικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες λόγω του μικρού και κατακερματισμένου κλήρου.
Όπως τονίζει, η παραγωγή ανατολικών καπνών και κυρίως του μπασμά έχει διαχρονικά συμβάλει στη διατήρηση της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής δραστηριότητας στην ελληνική περιφέρεια. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές προκλήσεις, όπως η αποσύνδεση των ενισχύσεων, η αύξηση του κόστους παραγωγής, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, η έλλειψη εργατών γης και η απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για το μέλλον της καπνοκαλλιέργειας.
Ο Λαρισαίος βουλευτής υπογραμμίζει ότι, παρά τη μείωση της εγχώριας παραγωγής, η ζήτηση για καπνό παραμένει ισχυρή, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να εισάγει μεγάλες ποσότητες από τρίτες χώρες. Παράλληλα, μεταφέρει τη θέση των παραγωγών ότι η καλλιέργεια καπνού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με την αντικαπνιστική πολιτική, καθώς πρόκειται για έναν σημαντικό εξαγωγικό αγροτικό κλάδο με ιδιαίτερη βαρύτητα για τις τοπικές οικονομίες.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά από την κυβέρνηση να παρουσιάσει τα επίσημα στοιχεία για την πορεία της καπνοπαραγωγής κατά την τελευταία δεκαετία, να γνωστοποιήσει τα μέτρα που σχεδιάζει για τη στήριξη των καπνοπαραγωγών και να διευκρινίσει εάν υπάρχει πρόβλεψη για την ενίσχυση της συμβολαιακής γεωργίας μέσω πολυετών συμφωνιών μεταξύ παραγωγών και μεταποιητικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα αντιμετώπισης του αυξημένου κόστους παραγωγής, ζητά πρωτοβουλίες για την προώθηση των ελληνικών καπνών και ειδικότερα του μπασμά στις εγχώριες και διεθνείς αγορές, ενώ καλεί το υπουργείο να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο για την αποτροπή της περαιτέρω εγκατάλειψης μιας καλλιέργειας που, όπως αναφέρει, στηρίζει την οικονομική και κοινωνική συνοχή πολλών περιοχών της ελληνικής υπαίθρου.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:
Αθήνα, 9 Ιουνίου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
ΘΕΜΑ: «Η συρρίκνωση της ελληνικής καπνοπαραγωγής και η ανάγκη στήριξης των καπνοπαραγωγικών περιοχών»
Η καπνοκαλλιέργεια εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για χιλιάδες αγροτικές οικογένειες, ιδιαίτερα στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, όπου ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος περιορίζει σημαντικά τις εναλλακτικές παραγωγικές επιλογές. Ειδικότερα, η παραγωγή ανατολικών καπνών και κυρίως του μπασμά έχει διαχρονικά συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής δραστηριότητας στην ελληνική περιφέρεια.
Όμως, τα τελευταία χρόνια η ελληνική καπνοπαραγωγή έχει υποστεί σημαντική συρρίκνωση, λόγω της αποσύνδεσης των ενισχύσεων, της αύξησης του κόστους παραγωγής, της γήρανσης των καπνοκαλλιεργητών, της έλλειψης εργατών γης και βέβαια της έλλειψης ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού για το μέλλον του κλάδου. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εισάγει μεγάλες ποσότητες καπνού από τρίτες χώρες, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή.
Οι εκπρόσωποι των παραγωγών επισημαίνουν ότι η καλλιέργεια καπνού δεν πρέπει να συγχέεται με την αντικαπνιστική πολιτική, καθώς πρόκειται για έναν σημαντικό αγροτικό κλάδο με εξαγωγικό προσανατολισμό και ιδιαίτερη σημασία για τις τοπικές οικονομίες. Παράλληλα, υπογραμμίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της συμβολαιακής γεωργίας μέσω πολυετών συμφωνιών μεταξύ παραγωγών και μεταποιητικών επιχειρήσεων, προκειμένου να εξασφαλιστούν σταθερότητα, προγραμματισμός και βιώσιμο εισόδημα.
Επειδή η καπνοκαλλιέργεια αποτελεί κρίσιμη παραγωγική δραστηριότητα για πολλές ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας,
Επειδή συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση της απασχόλησης, του εισοδήματος και του πληθυσμού στην ελληνική ύπαιθρο,
Επειδή ο ελληνικός μπασμάς αποτελεί προϊόν υψηλής ποιότητας και διεθνούς αναγνώρισης,
Επειδή η εγκατάλειψη της καλλιέργειας επιτείνει τα φαινόμενα ερήμωσης της υπαίθρου και απώλειας παραγωγικού δυναμικού,
Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
Ποια είναι τα επίσημα στοιχεία για την εξέλιξη της καπνοπαραγωγής, των καλλιεργούμενων εκτάσεων και του αριθμού των παραγωγών κατά την τελευταία δεκαετία;
Ποια μέτρα προτίθεται να λάβει η Κυβέρνηση για τη στήριξη της καπνοκαλλιέργειας στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας;
Υπάρχει σχεδιασμός για την ενίσχυση της συμβολαιακής γεωργίας και τη θεσμοθέτηση πολυετών συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και μεταποιητικών επιχειρήσεων;
Με ποιες πολιτικές σκοπεύει το Υπουργείο να αντιμετωπίσει το αυξημένο κόστος παραγωγής που επιβαρύνει τους καπνοπαραγωγούς;
Προτίθεται η κυβέρνηση να αναλάβει πρωτοβουλίες για την προώθηση και αξιοποίηση των ελληνικών καπνών και ειδικότερα του μπασμά στην εγχώρια και διεθνή αγορά;
Ποια μέτρα θα ληφθούν ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω συρρίκνωση της καπνοπαραγωγής και η εγκατάλειψη μιας καλλιέργειας που στηρίζει την οικονομική και κοινωνική συνοχή πολλών περιοχών της χώρας;
Οι Ερωτώντες Βουλευτές
Κόκκαλης Βασίλειος
Ακρίτα Έλενα
Βέττα Καλλιόπη
Γαβρήλος Γεώργιος
Δούρου Ειρήνη (Ρένα)
Κοντοτόλη Μαρίνα
Μαμουλάκης Χαράλαμπος
Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος
Μπάρκας Κωνσταντίνος
Νοτοπούλου Αικατερίνη
Παναγιωτόπουλος Ανδρέας
Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)
Ψυχογιός Γεώργιος
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.
Read our Privacy Policy.