Skip to main content

Συντάκτης: Μανίνα Φωτοπούλου

Παρέμβαση Κόκκαλη στον ΕΛΓΑ για τον Daniel και τα κεράσια της Αγιάς – Τι συμφωνήθηκε με Λυκουρέντζο

Συγκεκριμένες λύσεις για δύο σοβαρά ζητήματα που απασχολούν τους παραγωγούς της Λάρισας ζήτησε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης, κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του ΕΛΓΑ κ. Ανδρέα Λυκουρέντζο.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε αρχικά η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση της 9ης Ιουνίου 2026, η οποία αφορά την υποχρέωση αποκατάστασης και επαναφύτευσης των δενδρωδών καλλιεργειών που καταστράφηκαν από την κακοκαιρία Daniel.

Όπως υποστήριξε ο κ. Κόκκαλης, οι προβλέψεις της απόφασης έχουν προκαλέσει σοβαρά πρακτικά προβλήματα στους πληγέντες αγρότες, καθώς οι προθεσμίες δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες αποκατάστασης των καλλιεργειών.

Κατά τη συνάντηση συμφωνήθηκε να αναληφθεί πρωτοβουλία από τον ΕΛΓΑ, ώστε η σχετική δήλωση στο ΟΣΔΕ να μπορεί να πραγματοποιηθεί έως τις 15 Δεκεμβρίου 2026. Πρόκειται για την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώνεται και η προθεσμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης αποκατάστασης των ζημιών και πραγματοποίησης των νέων φυτεύσεων.

Ο κ. Κόκκαλης εξέφρασε την εκτίμηση ότι το ζήτημα πλέον βρίσκεται σε καλό δρόμο, επισημαίνοντας ότι με τη συγκεκριμένη αλλαγή μπορεί να διορθωθεί η στρέβλωση που δημιούργησε η πρόσφατη υπουργική απόφαση.

Το δεύτερο θέμα που έθεσε στον πρόεδρο του ΕΛΓΑ αφορά τις ζημιές στην παραγωγή κερασιών της Αγιάς και τον τρόπο με τον οποίο θα αποζημιωθούν οι παραγωγοί της περιοχής.

Ο βουλευτής είχε ζητήσει με κοινοβουλευτική του παρέμβαση να υπάρξει ξεχωριστή αντιμετώπιση της επαρχίας Αγιάς, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της έκτασης των ζημιών. Ωστόσο, όπως ανέφερε μετά τη συνάντηση, η κατεύθυνση που φαίνεται να επιλέγει το υπουργείο είναι η ενιαία πληρωμή των κερασοπαραγωγών της Αγιάς μαζί με τους παραγωγούς της υπόλοιπης χώρας.

Η αποζημίωση, πάντως, αναμένεται να δοθεί με διαδικασία αντίστοιχη εκείνης που εφαρμόστηκε για τις ζημιές του Daniel και χωρίς την παρακράτηση του 20% που προβλέπει ο κανονισμός του ΕΛΓΑ.

«Η Αγιά έπρεπε να αποζημιωθεί ξεχωριστά», επανέλαβε ο κ. Κόκκαλης, σημειώνοντας ότι, ακόμη και αν επιλεγεί τελικά η ενιαία πληρωμή, η μη επιβολή της παρακράτησης αποτελεί μία σημαντική εξέλιξη για τους πληγέντες παραγωγούς.

«Γιατί η κυβέρνηση επιτρέπει την αισχροκέρδεια και τα υπερκέρδη στα διυλιστήρια;» – Επίκαιρη Ερώτηση του Σωκράτη Φάμελλου προς τον Πρωθυπουργό

Επίκαιρη Ερώτηση προς τον Πρωθυπουργό κατέθεσε ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Σωκράτης Φάμελλος, καταγγέλλοντας την κάλυψη της κυβέρνησης στην αδικαιολόγητη ακρίβεια στα καύσιμα και στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και αποκαλύπτοντας την κυβερνητική επιλογή να αφήνει ανεξέλεγκτη την αυθαιρεσία στην αγορά καυσίμων και παράλληλα υψηλούς και άδικους έμμεσους φόρους.

Ο Σωκράτης Φάμελλος επισημαίνει ότι η πρόσφατη ανακοίνωση του Πρωθυπουργού για την «εθελοντική» και προσωρινή μείωση των τιμών δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα της ακρίβειας αλλά παραδοχή ότι υπήρχε περιθώριο μείωσης των τιμών, το οποίο η κυβέρνηση δεν αξιοποίησε με αποτέλεσμα οι πολίτες και η αγορά να πληρώνουν διαδοχικές αυξήσεις στα καύσιμα, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί τις προτάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την ενίσχυση της εποπτείας στην αγορά καυσίμων. Αντί η κυβέρνηση να περιορίσει την αισχροκέρδεια και να μειώσει τους έμμεσους φόρους, όπως έπραξαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες, επιλέγει επικοινωνιακά πυροτεχνήματα που αφήνουν ανέπαφο τον πυρήνα του προβλήματος, που είναι η αισχροκέρδεια των δύο διυλιστηρίων.

Επειδή, η ελληνική οικονομία χρειάζεται μία αγορά καυσίμων η οποία θα λειτουργεί με αποτελεσματικό έλεγχο, ρύθμιση, πραγματικό ανταγωνισμό και διαφάνεια προς όφελος των πολιτών και της επιχειρηματικότητας, ο Σ. Φάμελλος ρωτά τον πρωθυπουργό:

1. Πώς θα αντιμετωπίσετε την ψαλίδα των τιμών καυσίμων σε σχέση με την αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε diesel και βενζίνη και πώς θα ελέγξετε και θα ρυθμίσετε την αγορά καυσίμων και τα υπερκέρδη διύλισης των δύο διυλιστηρίων;

2. Για ποιον λόγο δεν προχωράτε στη μείωση των υψηλότατων έμμεσων φόρων στα καύσιμα, που έχουν ήδη κάνει πολλές χώρες της ΕΕ και προτείνει και η ΕΕ, που θα συμβάλει και σε φαινόμενα παραβατικότητας στη λιανική καυσίμων, αλλά εξακολουθείτε να το αρνείστε επίμονα επιβαρύνοντας και την οικονομία και τους πολίτες;      

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Επίκαιρης Ερώτησης:  

Αθήνα, 13 Ιουλίου 2026

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

Θέμα: «Γιατί η κυβέρνηση επιτρέπει την αισχροκέρδεια και τα υπερκέρδη στα διυλιστήρια;»

Κε Πρωθυπουργέ,

Ενώ με επιλογές της κυβέρνησής σας τα τελευταία χρόνια επιτρέπετε την προκλητική αισχροκέρδεια των διυλιστηρίων εις βάρος και της οικονομίας και των καταναλωτών, επιλέξατε με ένα επικοινωνιακό μέτρο να αντιμετωπίσετε ακόμα μία φορά την ακρίβεια και να κρύψετε τις ευθύνες σας αλλά και τα υπερκέρδη του ολιγοπωλίου των καυσίμων.

Αντί να λάβετε μέτρα, που πολλά από αυτά προτείνονται και από την ΕΕ, παρουσιάσατε μία επικοινωνιακού χαρακτήρα συμφωνία με τα διυλιστήρια, που τους επιτρέπει να σωρεύουν κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ.

Η ανακοίνωσή σας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της πολιτικής σας μεταφέροντας δυσβάσταχτο κόστος σε όλη την αλυσίδα της αγοράς και σε όλους τους καταναλωτές. Η «εθελοντική» και προσωρινή συνεισφορά των διυλιστηρίων ύψους 40 εκατ. ευρώ για τη μείωση των τιμών σε αμόλυβδη βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης (5 και 10 λεπτά το λίτρο αντίστοιχα) αποτελεί ουσιαστικά παραδοχή ότι υπήρχε περιθώριο μείωσης των τιμών και πριν από αυτή την παρέμβαση.

Η ανακοίνωση αυτή ήρθε μάλιστα μετά από μια εβδομάδα αυξήσεων κατά την οποία οι τιμές χονδρικής αυξήθηκαν αδικαιολόγητα -και πολύ περισσότερο από την υποκριτική εξαγγελία σας-, παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς τιμές πετρελαίου είχαν ήδη αποκλιμακωθεί σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα της προηγούμενης περιόδου. Όμως οι τιμές στην ελληνική αγορά δεν ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία, ενώ τα περιθώρια (κέρδη) διύλισης παρέμειναν ιδιαίτερα υψηλά.

Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στους υψηλούς έμμεσους φόρους αλλά και στον στρεβλό τρόπο διαμόρφωσης των τιμών στην ελληνική αγορά.

Στο πετρέλαιο κίνησης και στη βενζίνη -πολύ περισσότερο- οι τιμές χονδρικής και διύλισης στην Ελλάδα αυξάνονται περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και η Ελλάδα ιδιαίτερα στη βενζίνη εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των ακριβότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ οι ίδιες διεθνείς τιμές ενέργειας ισχύουν για όλες τις ευρωπαϊκές αγορές.

Τα προβλήματα της αγοράς καυσίμων δεν είναι κρυφά.  Η ίδια η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει εντοπίσει δυσλειτουργίες στον κλάδο και έχει καταθέσει προτάσεις από το 2024 για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη διαφάνεια της αγοράς και τη διευκόλυνση της πρόσβασης μη καθετοποιημένων εταιρειών, που παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργή.

Την ίδια στιγμή, η «συνεισφορά» των 40 εκατ. ευρώ αποτελεί ελάχιστο μέρος της συνολικής κερδοφορίας των διυλιστηρίων, όταν τα οικονομικά τους αποτελέσματα καταγράφουν εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις που αγγίζουν το 1δις. € ήδη το πρώτο τρίμηνο του 2026. Μία κερδοσκοπία που οφείλεται στο αδικαιολόγητα υψηλό περιθώριο διύλισης.

Παράλληλα, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προχώρησαν σε μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης ή άλλες φορολογικές παρεμβάσεις για την προστασία των καταναλωτών και της οικονομίας, προτάσεις που συχνά βρίσκονται και στην εργαλειοθήκη της ΕΕ, ενώ η κυβέρνησή σας αρνείται να προχωρήσει σε ανάλογα μέτρα. Και ενώ μάλιστα η αγορά λιανικής είναι σε έλεγχο και η απόδοση ενός μέτρου μείωσης των έμμεσων φόρων θα ωφελούσε απευθείας όλους τους καταναλωτές, το κόστος πολλών προϊόντων και την ελληνική παραγωγή.

Επειδή, η ελληνική οικονομία χρειάζεται μία αγορά καυσίμων η οποία θα λειτουργεί με αποτελεσματικό έλεγχο και ρύθμιση και πραγματικό ανταγωνισμό και διαφάνεια ώστε να ωφελεί τους πολίτες και την επιχειρηματικότητα και όχι μία πρόσκαιρη, χαμηλή και υποκριτική έκπτωση. 

Ερωτάσθε κε Πρωθυπουργέ,

1. Πώς θα αντιμετωπίσετε την ψαλίδα των τιμών καυσίμων σε σχέση με την αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε diesel και βενζίνη και πως θα ελέγξετε και θα ρυθμίσετε την αγορά καυσίμων και τα υπερκέρδη διύλισης των δύο διυλιστηρίων;

2. Για ποιο λόγο δεν προχωράτε στη μείωση των υψηλότατων  έμμεσων φόρων στα καύσιμα, που έχουν ήδη κάνει πολλές χώρες της ΕΕ και προτείνει και η ΕΕ, που θα συμβάλει και σε φαινόμενα παραβατικότητας στη λιανική καυσίμων, αλλά εξακολουθείτε να το αρνείστε επίμονα επιβαρύνοντας και την οικονομία και τους πολίτες;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Φάμελλος Σωκράτης

Απόφαση Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία συνεχίζει τη συντεταγμένη του πορεία. Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου ήταν μία τομή στη μέχρι τώρα πορεία μας. Θα είμαστε παρόντες και παρούσες στην εκλογική μάχη, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις του 5ου συνεδρίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, ως κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς, μπαίνει στη μάχη με το προγραμματικό, ιδεολογικό οπλοστάσιό του, με το πλούσιο ανθρώπινο δυναμικό της Αριστεράς, με τη βαριά κληρονομιά της ιστορίας μας, αλλά και της διακυβέρνησης 2015 – 2019.

Το ερχόμενο Σάββατο κλείνει ο κύκλος της ασάφειας. Οι επόμενες μέρες θα είναι η απαρχή μιας νέας αναγκαίας ενότητας και των αριστερών δυνάμεων.

Η σύγχρονη Αριστερά και το πρόγραμμά της είναι η απάντηση στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Έκτακτη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

Η Έκτακτη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου, στο όνομα της ενότητας, της συνέχειας και της ανάκαμψης του κόμματος, υπερψηφίζει ομόφωνα τα παρακάτω:

Πρώτον. Αποφασίζει τη συνέχιση των εργασιών της το Σαββατοκύριακο 18 και 19 Ιουλίου 2026.

Δεύτερον. Διαπιστώνει ότι η απόφαση της 6ης Ιουνίου περί πολιτικής στήριξης άλλου κόμματος έχει, εκ των πραγμάτων, καταστεί κενή περιεχομένου, μετά και τις σχετικές δημόσιες δηλώσεις των στελεχών και του προέδρου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Ως εκ τούτου, ο ΣΥΡΙΖΑ επιταχύνει άμεσα την προετοιμασία του για τις επερχόμενες εκλογές και την οικοδόμηση εκλογικής συμμαχίας με όσες και όσους επιθυμούν και όσες και όσους μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προοπτική.

Τρίτον. Καλεί την Πολιτική Γραμματεία, σύμφωνα με το καταστατικό, να εισηγηθεί άμεσα τον οδικό χάρτη της εκλογικής προετοιμασίας.

Τέταρτον. Διαπιστώνει την πολιτική αναγκαιότητα της ανάκλησης της διαγραφής του Παύλου Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Θ. Ξανθόπουλος στην Ertnews: Είμαστε σε πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι-Να αποφασίσουμε όλοι μαζί συντροφικά και συλλογικά στην ΚΕ για την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ

Εμμένει  ο βουλευτής Δράμας και εκτελών χρέη Προεδρεύοντος στην Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, στη ενωτική, συμβιβαστική του πρόταση,  η Κ.Ε  το ερχόμενο Σάββατο να συζητήσει και να αποφασίσει για το ποιά θα είναι η επόμενη μέρα στον ΣΥΡΙΖΑ. “Είμαστε σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σταυροδρόμι. Δεν βρίσκω λόγο να αναπαράγεται ο διχασμός. Μας ενδιαφέρει να βρεθούμε όλοι μαζί και να συζητήσουμε συντροφικά ποια θα είναι η επόμενη μέρα στον ΣΥΡΙΖΑ και να τηρήσουμε την απόφασή μας. Το να  ακολουθούμε μονήρη δρόμο δεν προσφέρei καμία υπηρεσία”, τόνισε μιλώντας στην Εrtnews. 

O  κ. Ξανθόπουλος, επανέλαβε ότι σύμφωνα με τον ίδιο, η σύγκλιση και συνεδρίαση της ΚΕ του περασμένου Σαββάτου, είχε την απαιτούμενη εκ του καταστατικού απαρτία και ήταν νόμιμη.  Όπως είπε, έγινε δεκτή η ενωτική πρόταση που διατύπωσε, “ώστε η Κ.Ε να διακόψει την συνεδρίασή της και να ολοκληρώσει τις εργασίες της το επόμενο Σάββατο, ώστε να συμπέσει με την ΚΕ που θα συγκαλέσει πιθανότατα σήμερα η Πολιτική Γραμματεία  του ΣΥΡΙΖΑ και να συγκλίνουμε σε ένα κοινό τόπο”.

    Όσον αφορά τις επισημάνσεις της ΚΕ, όπως αποτυπώθηκαν στην ανακοίνωση, “μετά την άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να συνεργαστεί προεκλογικά με οποιοδήποτε κόμμα, η απόφαση της ΚΕ τη 6ης Ιουνίου έχασε εξ ορισμού το περιεχόμενό της, Πρέπει επομένως να αναπροσαρμόσουμε την τακτική μας και να δούμε τι θα κάνουμε”, πρόσθεσε.

Απαντώντας σε ερώτηση αν θα υπάρξει ξεχωριστό ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, σημείωσε μεταξύ άλλων:     “Η προσπάθεια θα γίνει με όσους θέλουν και όσους μπορούν. Όλα αυτά θα τα αποφασίσουμε στην συνεδρίαση της ΚΕ το επόμενο Σάββατο όπου μπορεί να υπάρχει άλλη άποψη. Δεν ξέρω. Εμένα με ενδιαφέρει αυτό που θα αποφασίσουμε να μας αφορά όλους και να υλοποιηθεί από όλους”.

Ερωτηθείς τέλος για την επιστροφή του Π. Πολάκη στην Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ, είπε ότι η απόφαση της ΚΕ έχει πολιτικό βάρος αλλά είναι υπόθεση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και γι’ αυτό θα ακολουθηθούν κατά γράμμα όσα προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής. “Δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την νομιμότητα και φερεγγυότητα των αποφάσεων μας. Θα ακολουθήσω ότι λέει ο Κανονισμός”, κατέληξε.

Τοποθέτηση Γ. Παπαηλιού για τα άρθρα 29, 60, 73,77, 78, 79, 81 & 82 στην Επιτροπή Αναθεώρησης Συντάγματος

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα  υπό αναθεώρηση άρθρα 29, 60, 73-77, 78-79 81-82) τα εξής: 

 Α) (Άρθρο 29) : Τα πολιτικά κόμματα είναι τα κύτταρα της δημοκρατίας. Μέσω αυτών διεξάγεται ο διάλογος και εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση ιδεών, απόψεων,  θέσεων.  Η δυσφήμηση των πολιτικών κομμάτων και η προσπάθεια αποβολής-εξοβελισμού τους από πεδία όπου η πολιτική αντιπαράθεση αναπτύσσεται, είναι αντιδημοκρατική και υποκρύπτει τις μύχιες επιθυμίες και τους ανομολόγητους  σκοπούς αυτών που τις διατυπώνουν.

Χωρίς κόμματα, που συμπυκνώνουν ιδέες και συμφέροντα,  δεν υπάρχει δημοκρατία.  

Εν προκειμένω, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης (του άρθρου 29)   εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι όπως το επέλεξε η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το προπαγανδιστικό οπλοστάσιό της ενόψει των επερχόμενων εκλογών.   

Στην κυβερνητική πρόταση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής από  την ελεύθερη δράση των κομμάτων.  Με την  κυβερνητική πρόταση επιχειρείται η μετατόπιση από την αρχή της ελευθερίας ίδρυσης και δράσης των πολιτικών κομμάτων προς ένα καθεστώς αυξημένης κρατικής εποπτείας. Στην προτεινόμενη νέα διατύπωση δημιουργείται ένα ευρύτερο και περισσότερο αόριστο πεδίο κρατικής παρέμβασης.

Προτείνεται η δυνατότητα καθορισμού προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας τους με νόμο και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές. 

Θα μπορεί μια κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλει τους κανόνες εσωκομματικής οργάνωσης αλλά και τους τρόπους δράσης  που θα ευνοούν συγκεκριμένα  κόμματα και θα δυσχεραίνουν την πολιτική δράση μικρότερων άλλων σχηματισμών; που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες λειτουργίας τους.

Η πρόταση παραπέμπει στη γερμανικού τύπου «μαχόμενη δημοκρατία», χωρίς όμως να συνοδεύεται από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες του γερμανικού συνταγματισμού.

Υπάρχει ο κίνδυνος, ο αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογές να μετατραπεί από εξαιρετικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης «ενοχλητικών» πολιτικών δυνάμεων και εν τέλει αλλαγής του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων κατά το δοκούν.

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι η ποινική καταστολή εγκληματικών οργανώσεων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται συνταγματική καθιέρωση-διεύρυνση των εξουσιών αποκλεισμού κομμάτων.

Η μεταφορά κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενέχει τον κίνδυνο δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.

Οι δικαστές θα καλούνται να αποφασίζουν ποιοί πολιτικοί σχηματισμοί θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, αναλαμβάνοντας αποστολή-ευθύνη που κανονικά ανήκει στο εκλογικό σώμα.

Η μ΄ αυτό τον τρόπο  προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι θεμιτή μόνον υπό αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η δημοκρατία να περιορίσει τον ίδιο τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της. 

Για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος από μορφώματα που στρέφονται εναντίον του, χρειάζονται αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας  χωρίς όμως να μετατρέπεται η δικαστική εξουσία σε κεντρικό ρυθμιστή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ανάθεσης αυξημένων αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Υπογραμμίζεται, ότι η πατρίδα μας δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία αφηρημένη θεσμική πρόκληση, αλλά με μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς: Οι πολίτες αμφισβητούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να λογοδοτεί πραγματικά.

Όλα αυτά  αποτυπώνονται στο βίο και την πολιτεία της ΝΔ, στην εκ μέρους της καταπάτηση, τόσο του συνταγματικού κειμένου, όσο και του Κανονισμού της Βουλής.  

Το ερώτημα  είναι, αν οι προτεινόμενες αλλαγές ενισχύουν πραγματικά τη δημοκρατία ή αν παραμένουν περιορισμένες σε έναν θεσμικό εξωραϊσμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Όσον αφορά τις προτεινόμενες διατάξεις για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή: Πρόκειται για υποκρισία, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της ΝΔ τον έχει απαξιώσει.    

Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα σύστημα εξαιρετικά συγκεντρωτικό. Η εκτελεστική εξουσία κυριαρχεί επί της νομοθετικής. Η κυβέρνηση συχνά καθορίζει μονομερώς την πολιτική «ατζέντα» και η Βουλή περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.

Πόσες φορές δεν έχουμε δει κρίσιμες αποφάσεις, να ανακοινώνονται πρώτα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μετά στη Βουλή;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει υπουργούς να αγνοούν ερωτήσεις βουλευτών ή να απαντούν αλλ΄ αντ΄ άλλων ;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας;

Αυτή η πραγματικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη συνταγματικών διατάξεων, οφείλεται στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης της ΝΔ, οφείλεται στη σταδιακή μετατόπιση εξουσιών από τη Βουλή προς το κυβερνητικό κέντρο.

B) (Άρθρο 60) Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του βουλευτή, πρέπει να καθιερωθούν ουσιαστικές εγγυήσεις και να χορηγηθούν ενισχυμένα δικαιώματα στην αντιπολίτευση.

Πρέπει να καθιερωθεί η λειτουργία των  εξεταστικών επιτροπών, χωρίς την έγκριση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Πολύ περισσότερο, που οι εξεταστικές επιτροπές συνιστούν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όταν η κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στοιχεία στη Βουλή, και να καθιερωθούν πραγματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.

Και αυτό, διότι η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διατύπωση γενικών αρχών. Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, που απουσιάζουν από την προτεινόμενη αναθεώρηση.

Γ) (Άρθρα 73-77): Εκτός από τη  νομοθέτηση καθ΄ εαυτή, πάσχει και ο τρόπος νομοθέτησης, όπου συχνά ψηφίζονται εκατοντάδες σελίδες νομοθεσίας εντός ολίγων ωρών, και τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο ενός νομοσχεδίου κατατίθενται την τελευταία στιγμή.

Έτσι ακόμη και οι εφαρμοστές του δικαίου δυσκολεύονται να γνωρίζουν ποιο είναι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Δεν πρόκειται για διοικητικό πρόβλημα, αλλά για  πρόβλημα δημοκρατίας, αφού έτσι χάνεται η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση και  δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση παραμένει μόνον τύπος, «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Αν συνοδευθεί από πραγματική διαφάνεια, θα είναι ένα βήμα προόδου.

Αν παραμείνει μια ακόμη διακήρυξη χωρίς συνέπειες για όσους την παραβιάζουν, δεν θα υπάρξει αλλαγή.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση.

Όταν δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν πρέπει να είναι μόνον τύπος , «ένα πουκάμισο αδειανό». 

Υπάρχει όμως και εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα.

Γιατί δεν εφαρμόζονται οι κανόνες που ήδη υπάρχουν, αφού η χώρα διαθέτει εδώ και χρόνια νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση.

Και όμως, οι εξαιρέσεις έχουν γίνει κανόνας.

Οι επείγουσες διαδικασίες έχουν γίνει ρουτίνα.

Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν γίνει καθεστώς.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η έλλειψη κανόνων.

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Η κυβερνητική πρόταση εισάγει τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους.

Έτσι, ένας νόμος, πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ, θα μπορεί να παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ώστε να κριθεί, αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο ασφάλειας δικαίου.

Και πράγματι, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της.

Ουδείς επιθυμεί να εφαρμόζονται νόμοι, οι οποίοι αργότερα κρίνονται αντισυνταγματικοί, ουδείς επιθυμεί ανασφάλεια δικαίου.

Όμως πρέπει να εξεταστούν και οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Η ελληνική συνταγματική παράδοση βασίζεται στον διάχυτο δικαστικό έλεγχο, με κάθε δικαστή να μπορεί να εξετάσει αν ένας νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.

Πρόκειται για μια παράδοση που διαχέει τη συνταγματική προστασία σε ολόκληρο το δικαστικό σύστημα.

Η εισαγωγή ενός ισχυρού προληπτικού ελέγχου μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τα ανώτατα δικαστήρια.

Εν προκειμένω, το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και  συγκρούσεις;

Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι δικαστές;

Την απάντηση δίδουν, οι νομικοί, οι δικαστές, οι κοινωνικοί φορείς, οι πολίτες.

Η ανεξαρτησία της  Δικαιοσύνης αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.

Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει και μία ισορροπία, προϋποθέτει να μη μεταφέρονται όλες οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εκτός του πεδίου της λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Και αυτό, διότι υπάρχει κίνδυνος, ο δημόσιος διάλογος να αντικατασταθεί με δικαστικές ερμηνείες και οι πολιτικές διαφωνίες να μετασχηματιστούν  σε δικαστικές υποθέσεις.

Και σ΄ αυτό το πλαίσιο, να ενισχυθεί μία μορφή τεχνοκρατικού συνταγματισμού εις βάρος της δημοκρατικής συμμετοχής.

Δεν αποτελούν λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία. 

Απαιτείται να βρεθεί η σωστή ισορροπία.

Η κυβερνητική πρόταση δεν  απαντά πειστικά σε αυτό το ερώτημα, αφού η δημοκρατία δεν ενισχύεται μόνον με καλύτερες διαδικασίες.

Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, όταν η νομοθέτηση είναι διαφανής, όταν η Βουλή ελέγχει ουσιαστικά την κυβέρνηση, .όταν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και αξιόπιστη, όταν ουδείς βρίσκεται υπεράνω ελέγχου και η πολιτική εξουσία λογοδοτεί.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε προτεινόμενη αλλαγή.

Δ) (Άρθρο 78): Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 78 φαίνεται εκ πρώτης όψεως τεχνική. Στην πραγματικότητα όμως αφορά τον πυρήνα του κοινωνικού ζητήματος, που περιλαμβάνει και την κοινωνική σύγκρουση περί την φορολογία.

Με την πρόταση προβλέπεται, αφενός η πλήρης απαγόρευση κάθε αναδρομικής φορολογικής επιβάρυνσης και αφετέρου η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές επενδύσεις.

Ο χαρακτηρισμός μιάς επένδυσης ως στρατηγικής είναι πολιτικός, αφού εξαρτάται από το παραγωγικό υπόδειγμα και την ασκούμενη οικονομική πολιτική. 

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία ομιλεί για ασφάλεια δικαίου και επενδυτική και φορολογική σταθερότητα. Πάντως απ΄ αυτήν απουσιάζει η φορολογική δικαιοσύνη. Παρότι υπάρχει το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει , ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».  

Όμως η πραγματική πολιτική συζήτηση είναι διαφορετική:

Ποιος προστατεύεται από αυτή τη συνταγματική εγγύηση; Ο εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα,  ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο  αγρότης, ο συνταξιούχος; Όχι βέβαια.

Προστατεύονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι μεγάλοι οικονομικοί φορείς που αποκτούν πρόσθετη θεσμική ασφάλεια έναντι του ενδεχόμενου μελλοντικών δημοκρατικών επιλογών από τους πολίτες.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο έναντι των οικονομικών και  κοινωνικών ανισοτήτων. Υπ΄  αυτό το πρίσμα, η φορολογία δεν είναι απλώς μηχανισμός είσπραξης δημοσίων εσόδων. Είναι εργαλείο αναδιανομής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.

Ελευθερία χωρίς κοινωνική ισότητα οδηγεί σε κυριαρχία των οικονομικά ισχυρών επί των υπολοίπων. Επομένως, κάθε φορολογική μεταβολή πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και αυτό, διότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει μόνον την οικονομική ελευθερία αλλά και την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας και των επενδύσεων και επιπλέον την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει για τη μείωση των ανισοτήτων.

Η συνταγματική κατοχύρωση ειδικών φορολογικών εγγυήσεων υπέρ επενδυτικών σχημάτων οδηγεί σε μία νέα μορφή «ασύμμετρης συνταγματικής προστασίας», βάσει της οποίας τα δικαιώματα του κεφαλαίου ενισχύονται περισσότερο από τα κοινωνικά δικαιώματα. Παρότι το Σύνταγμα πρέπει να λειτουργεί ως πλαίσιο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Η συνταγματοποίηση συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών επιλογών ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα μελλοντικών δημοκρατικών πλειοψηφιών να εφαρμόσουν διαφορετικές πολιτικές.

Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά πολιτική.

Απαιτείται ένα Σύνταγμα που θα διευκολύνει την αναδιανομή, όταν η κοινωνία το απαιτεί ή ένα Σύνταγμα που θα καθιστά δυσκολότερη κάθε μεταβολή της εν γένει οικονομικής και ειδικότερα της φορολογικής πολιτικής;

Η δημοκρατία δεν πρέπει επ΄ ουδενί να ακινητοποιείται, με τρόπο που να θωρακίζονται συνταγματικά οι ισχυροί, παρακαμπτόμενης  της φορολογικής δικαιοσύνης. 

(Άρθρο  79): Με την προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 79 εισάγεται η συνταγματική υποχρέωση, ο προϋπολογισμός να διασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία.

Αυτή η πρόβλεψη παραπέμπει ευθέως στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη μετά την κρίση χρέους.

Όμως εν προκειμένω δεν πρέπει να επιβάλλονται με απόλυτο τρόπο οι λογιστικοί κανόνες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι από ποιόν αποφασίζεται η οικονομική πολιτική.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται από υπερβολικές συνταγματικές δεσμεύσεις που αφαιρούν κρίσιμες επιλογές από τη λαϊκή κυριαρχία.

Αν το Σύνταγμα επιβάλλει εκ των προτέρων συγκεκριμένο οικονομικό προσανατολισμό, τότε μειώνεται το περιθώριο επιλογής των πολιτών μέσω των εκλογών. Πρόκειται για περιορισμό της δημοκρατίας.

Η οικονομική πολιτική παύει να είναι αντικείμενο δημοκρατικής διαμάχης και μετατρέπεται σε συνταγματική επιταγή.

Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ευρώπη των τελευταίων πολλών χρόνων .

Η λιτότητα έχει παρουσιαστεί ως τεχνική αναγκαιότητα. (Δεν υπάρχει εναλλακτική-there is no alternative (tina)).

Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Όταν το Σύνταγμα κατοχυρώνει κανόνες ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, το κοινωνικό κράτος παύει να αποτελεί προτεραιότητα και μετατρέπεται σε μεταβλητή που προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των αγορών και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, προκαλείται κίνδυνος μετατόπισης ή μάλλον μετατοπίζεται από τη δημοκρατική εξουσία των πολιτικών οργάνων προς τεχνοκρατικούς και οικονομικούς μηχανισμούς. 

Αυτό συμβαίνει και με τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης , που έχουν μετατραπεί σε «αφεντικά» της διεθνούς οικονομίας     

Η μνημονιακή εμπειρία, και η συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικών κανόνων ενισχύει ακριβώς αυτή τη λογική.

Ο προϋπολογισμός όμως δεν είναι απλή λογιστική πράξη.

Είναι η υπέρτερη πολιτική πράξη ενός κράτους.

Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να αποτελεί θεμιτό στόχο, όμως δεν μπορεί να αναγορεύεται σε υπέρτατη συνταγματική αρχή εις βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Το Σύνταγμα δεν είναι ο καταστατικός χάρτης της αγοράς, αλλά ο καταστατικός χάρτης της δημοκρατικής πολιτείας.

Με την κυβερνητική πρόταση συνταγματοποιείται ένα συγκεκριμένο οικονομικό δόγμα. Υπηρετείται η συνταγματική θωράκιση των ισχυρών και όχι η φορολογική-η κοινωνική δικαιοσύνη. 

Οι προϋπολογισμοί πρέπει να είναι βιώσιμοι, όμως   ταυτόχρονα πρέπει να είναι και κοινωνικά δίκαιοι.

Και η τελική κρίση γι’ αυτό πρέπει να ανήκει στη δημοκρατία και όχι σε έναν συνταγματικό «δημοσιονομικό κόφτη».

Ε) (΄Αρθρο 81) : Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον τρόπο που αποφασίστηκε να προωθηθεί, παραμένει αδιάφορη για το λαό-την κοινωνία. Ουδείς ενδιαφέρεται, ουδείς ασχολείται, πλην ημών, και αυτό με αποκλειστικά ευθύνη της κυβερνώσας πλειοψηφίας της ΝΔ.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αφορά τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, του ποιός ασκεί και ποιός ελέγχει την εξουσία.

Θα έπρεπε να αφορά, το αν το κράτος θα λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας ή αν η κοινωνία θα καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην της.

Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο.

Είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, ιστορικών συγκρούσεων, δημοκρατικών κατακτήσεων, ακόμη και οπισθοδρόμησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κυβερνητική πρόταση  .

Γι’ αυτό και κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Διευρύνει ή περιορίζει τη δημοκρατία;

Ενισχύει τη λαϊκή κυριαρχία ή ενισχύει την (υπερ) συγκέντρωση της εξουσίας (στο πρόσωπο του πρωθυπουργού);

Υπ΄ αυτό πρίσμα, με αυτό το κριτήριο πρέπει να  εξεταστούν και τα άρθρα 81 και 82.

Το άρθρο 81 αφορά τη σύνθεση της κυβέρνησης, ρυθμίζοντας τη θέση των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών.

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μία οργανωτική διάταξη.

Όμως  δεν υπάρχουν ουδέτερες οργανωτικές διατάξεις.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η κυβέρνηση αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοκρατία.

Το μεταπολιτευτικό Σύνταγμα και η σχετική συνταγματική  παράδοση στηρίχθηκε στην ιδέα της συλλογικής κυβερνητικής ευθύνης.

Οι υπουργοί δεν ήταν-δεν είναι  διευθυντές τμημάτων μιάς εταιρείας.

Ήταν-είναι πολιτικά πρόσωπα υπεύθυνα έναντι της Βουλής και του λαού.

Η κυβέρνηση δεν ήταν-δεν είναι ένας μηχανισμός εκτέλεσης εντολών.

Ήταν-είναι συλλογικό πολιτικό όργανο.

Όμως τις τελευταίες δεκαετίες επήλθε σταδιακά μία βαθιά μεταβολή.

Η εξουσία μετακινήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο προς το πρωθυπουργικό γραφείο, από τους υπουργούς προς τους συμβούλους, από τα συλλογικά όργανα προς κλειστούς μηχανισμούς.

Η κορύφωση αυτής της εξέλιξης ήταν-είναι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», που εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός και ως αποτελεσματικότητα, ως θεραπεία των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης.

Όμως το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν-είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσιών.

Η δημοκρατία δεν μετράται μόνον με την αποτελεσματικότητα.

Η δημοκρατία δεν υπάρχει για να είναι απλώς αποτελεσματική, υπάρχει, όταν είναι ελεγχόμενη

Σ΄ αυτό  το πλαίσιο, το άρθρο 81 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται  ως τεχνική οργανωτική  λεπτομέρεια.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν υπάρχει κυβέρνηση ή πρωθυπουργικό γραφείο, αν υπάρχουν υπουργοί με πολιτική ευθύνη ή διαχειριστές αποφάσεων, αν υπάρχει  συλλογικότητα ή μονοπρόσωπη εξουσία.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η κυβερνητική πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, με τη μορφή των «περιστρεφόμενων θυρών»-των «μουσικών καρεκλών», η οποία είναι φαιδρή. Εκτός του ότι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, ισχυροποιεί σε υπέρτατο βαθμό  τη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος μ΄ αυτό τον τρόπο μπορεί να διαμορφώνει, κατά το δοκούν, τη σύνθεση της Βουλής, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τη σύνθεση-την ισορροπία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ακυρώνοντας τη λαϊκή εντολή.       

(Άρθρο 82): Στο άρθρο 82 αναφέρεται ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας.

Η διατύπωση είναι σαφής, δεν λέει ο πρωθυπουργός, ο οποίος εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, αλλά  η κυβέρνηση.

Ο συνταγματικός νομοθέτης  ήταν-είναι απολύτως σαφής: Ήθελε κοινοβουλευτική κυβέρνηση, όχι πρωθυπουργικό καθεστώς, όχι ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας.

Όμως, άλλη κατεύθυνση  ακολούθησε-ακολουθεί η ελληνική πολιτική ζωή.

Η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης έχει υποχωρήσει σημαντικάκαι στην πράξη η γενική πολιτική της χώρας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από το πρωθυπουργικό κέντρο (το Μέγαρο Μαξίμου). 

Αυτή η μετατόπιση συνοδεύεται από την κρίση των θεσμικών αντίβαρων, την αποδυνάμωση της Βουλής και τη δυσπιστία των πολιτών έναντι των θεσμών.

Εμφανίζονται χαρακτηριστικά ακραίας πρωθυπουργοποίησης, αφού ο πρωθυπουργός επιλέγει, συντονίζει, κατευθύνει, έχοντας συγκεντρώσει όλες της κρίσιμες αρμοδιότητες.

Αυτό δεν είναι συμβατό με το πνεύμα του άρθρου 82, με το  Σύνταγμα εν γένει, το οποίο  κατοχυρώνει τη λειτουργία συλλογικών θεσμών και όχι την κυριαρχία ενός προσώπου.

Συνεπώς υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών εγγυήσεων και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου, διότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν θεραπεύεται με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας αλλά με ισχυρότερα αντίβαρα και μεγαλύτερη διαφάνεια .

Οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ενίσχυση, όχι υποβάθμιση, η λογοδοσία χρειάζεται διεύρυνση, όχι περιορισμό.

Βάσει αυτών, χρειάζονται ισχυρή Βουλή, ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενισχυμένος ρόλος των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, θεσμοί κοινωνικού διαλόγου με πραγματικές αρμοδιότητες, αποκέντρωση εξουσιών, συμμετοχή των πολιτών και  διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία.

Το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη δημοκρατικά ελεγχόμενη εξουσία.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανέλθει η δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής ζωής, με αξιόπιστους  θεσμούς, με  τους πολίτες συμμέτοχους και με τη λογοδοσία ενεργή.

Κ. Αρβανίτης: Άμεση κατάθεση ερώτησης στην Κομισιόν για την καταστρατήγηση του κατώτατου μισθού από την Estée Lauder

Τον εργασιακό μεσαίωνα που έχει διαμορφωθεί πίσω από τις πολυτελείς βιτρίνες του κόσμου της ομορφιάς, στον οποίο η πλειοψηφία είναι γυναίκες και μητέρες εργαζόμενες με πολλά χρόνια προϋπηρεσίας, περιέγραψε η πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων της Estée Lauder Hellas, Άννα Αμαραντίδου, στον Αντιπρόεδρο της Left και μέλος της Επιτροπής Απασχόλησης (EMPL) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Κώστα Αρβανίτη.

Με την ανοχή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που μένει άπραγη, ενώ παραβιάζονται οι δικοί της νόμοι αλλά και η ευρωπαϊκή νομοθεσία, ο δεύτερος μεγαλύτερος κολοσσός καλλυντικών παγκοσμίως αμείβει τους εκατοντάδες εργαζομένους του στην Ελλάδα με μισθούς που υπολογίζονται με κατώτατο μισθό χαμηλότερο από τον θεσμοθετημένο των 920€.

Συγκεκριμένα, όπως κατήγγειλε η κα Αμαραντίδου κατά τη συνάντηση, η διοίκηση της εταιρείας απέφευγε από τον Ιανουάριο να έλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με τους εργαζομένους για την νέα επιχειρησιακή σύμβαση απειλώντας ότι θα ακολουθήσουν αναδιάρθρωση και απολύσεις, και μόνο μετά από την προειδοποίηση για απεργιακές κινητοποιήσεις πρόσφερε αύξηση 2% στον κατώτατο μισθό των 830€, δηλαδή 838€.

Δημιουργώντας εργαζομένους δύο ταχυτήτων, εφαρμόζει τον μισθό των 920€ στους νεοεισερχόμενους, όμως κι εκεί η εικόνα είναι πλασματική καθώς ενσωματώνει παρανόμως στον μισθό τα επιδόματα, ώστε να δημιουργείται η εικόνα υψηλότερων αποδοχών.

Ο αντιπρόεδρος της ευρωομάδας της Αριστεράς, Κώστας Αρβανίτης δήλωσε ότι εντός της εβδομάδας θα καταθέσει ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας να εξεταστεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες πρακτικές συνάδουν με το ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο και το νέο πλαίσιο για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς και την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η αμερικανική πολυεθνική εταιρεία Estée Lauder φαίνεται ότι επιχειρεί να εφαρμόσει το μοντέλο της Amazon, η οποία αδιαφορούσε για το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο και περιφρονούσε το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώσπου ανακλήθηκε η πρόσβασή της στον θεσμό. Η Left θα συνεχίσει να πρωτοστατεί στη μάχη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων

Στη Βουλή από τον Β. Κόκκαλη οι καταγγελίες για τις υλοτομήσεις στη μεθόριο – Ζητά απαντήσεις για νομιμότητα και Natura

Στο επίκεντρο του κοινοβουλευτικού ελέγχου φέρνει ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης τις εργασίες αποψίλωσης και υλοτόμησης που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια κατά μήκος της μεθορίου, κάνοντας λόγο για σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, διαφάνειας και περιβαλλοντικής προστασίας.

Με ερώτησή του προς τους υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο κ. Κόκκαλης υποστηρίζει ότι από το 2023 έως σήμερα εκτελούνται εργασίες καθαρισμού, αποψίλωσης και υλοτομίας εντός της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης (ΖΑΠ), χωρίς να υπάρχει ένα σαφές και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο που να καθορίζει τις αρμοδιότητες, τους όρους διαχείρισης και τους μηχανισμούς ελέγχου των συγκεκριμένων παρεμβάσεων.

Ο Λαρισαίος βουλευτής επισημαίνει ότι, παρότι οι εργασίες ανατίθενται μέσω δημόσιων ανοικτών διαγωνισμών, οι σχετικές συμβάσεις δεν φαίνεται να έχουν κοινοποιηθεί στις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, ενώ, όπως αναφέρει, δεν έχουν τεθεί στη διάθεσή τους στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τηρούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες.

Στην ερώτηση γίνεται λόγος για έλλειψη ενιαίου πλαισίου όσον αφορά την καταγραφή των δασικών προϊόντων, την παράδοση και παραλαβή της ξυλείας, την εποπτεία των εργασιών, την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και τη νόμιμη διακίνησή τους.

Παράλληλα, ο κ. Κόκκαλης επικαλείται ευρήματα αυτοψιών των Διευθύνσεων Δασών, σύμφωνα με τα οποία έχουν καταγραφεί υλοτομήσεις πέραν του επιτρεπόμενου εύρους των 20 μέτρων, μη αδειοδοτημένες διανοίξεις δασικών δρόμων εκτός των ορίων της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης, αλλά και επεμβάσεις σε περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε περιστατικά μεταφοράς φρεσκοκομμένης ξυλείας από φορτηγά ιδιωτικών εταιρειών, χωρίς – όπως σημειώνεται – τα προβλεπόμενα συνοδευτικά έγγραφα, γεγονός που οδήγησε, σύμφωνα με την ερώτηση, ακόμη και σε κατασχέσεις ξυλείας και υποβολή μηνύσεων από τις αρμόδιες δασικές αρχές.

Ο πρώην υφυπουργός τονίζει ακόμη ότι μέρος των περιοχών όπου εκτελούνται οι εργασίες βρίσκεται εντός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000 και του Εθνικού Πάρκου Οροσειράς Ροδόπης, όπου απαιτείται αυξημένο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.

Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση ζητά από την κυβέρνηση να δώσει στη δημοσιότητα τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί από το 2023 μέχρι σήμερα, να διευκρινίσει μέσω ποιων διαγωνισμών ανατέθηκαν οι εργασίες και ποιοι οικονομικοί φορείς συμμετείχαν σε αυτούς, καθώς και να απαντήσει εάν έχουν διερευνηθεί οι διαπιστώσεις των δασικών υπηρεσιών για υπερβάσεις των επιτρεπόμενων ορίων υλοτόμησης και παράνομες διανοίξεις δρόμων.

Παράλληλα, ζητά εξηγήσεις για την αντίφαση που – όπως υποστηρίζει – προκύπτει μεταξύ των απαντήσεων της Στρατιωτικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις οποίες δεν πραγματοποιούνται νέες υλοτομήσεις, και των ευρημάτων των δασικών υπηρεσιών που οδήγησαν σε κατασχέσεις ξυλείας και ποινικές διαδικασίες.

Τέλος, ο κ. Κόκκαλης καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει στη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου διαχείρισης των δασικών εκτάσεων εντός των Απαγορευμένων Ζωνών και της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης, με στόχο – όπως αναφέρει – την πλήρη διαφάνεια των διαδικασιών, την ιχνηλασιμότητα της παραγόμενης ξυλείας, την ουσιαστική συμμετοχή των δασικών υπηρεσιών και την αυστηρή εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 8 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους κ.κ. Υπουργούς

Εθνικής Άμυνας

Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Θέμα: «Σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, διαφάνειας και περιβαλλοντικής προστασίας στις εργασίες υλοτόμησης κατά μήκος της μεθορίου»

Έντονο προβληματισμό προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο εκτελούνται από το 2023 έως και σήμερα εργασίες καθαρισμού, αποψίλωσης και υλοτομίας εντός της μεθοριακής ζώνης και ειδικότερα εντός της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης (ΖΑΠ). Το ισχύον καθεστώς για τη διαχείριση των δασικών εκτάσεων εντός Απαγορευμένης Ζώνης και Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης παραμένει αποσπασματικό μετά τη λήξη, το 2010, των κοινών υπουργικών αποφάσεων που ρύθμιζαν τη διαχείριση των δασών εντός ΑΖ/ΖΑΠ, δημιουργώντας κενό ως προς τις αρμοδιότητες, τους όρους εκμετάλλευσης και τους μηχανισμούς ελέγχου.

Παρά το γεγονός ότι οι εργασίες καθαρισμού, διαμόρφωσης και υλοτομίας εντός της ΖΑΠ εκτελούνται αποκλειστικά μέσω δημόσιων ανοικτών διαγωνισμών, μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν κοινοποιηθεί στις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες οι σχετικές συμβάσεις που προέκυψαν από τις εν λόγω διαδικασίες, ούτε έχουν τεθεί υπόψη τους στοιχεία που να αποδεικνύουν την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Ταυτόχρονα, διαπιστώνεται απουσία ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου που να ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των παραγόμενων δασικών προϊόντων, την παράδοση και παραλαβή της παραγόμενης ξυλείας, την εποπτεία των εργασιών, την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και τη νόμιμη διακίνησή τους.

Παράλληλα, έχουν αναφερθεί περιστατικά υλοτομήσεων πέραν του προβλεπόμενου εύρους των 20 μέτρων, μη αδειοδοτημένες διανοίξεις δρόμων εκτός των ορίων των 500 μέτρων της ΖΑΠ, καθώς και νέες υλοτομήσεις σε περιοχές όπου η στρατιωτική υπηρεσία υποστηρίζει ότι δεν πραγματοποιούνται πλέον εργασίες και ότι υφίστανται αποκλειστικά υπολείμματα παλαιότερων παρεμβάσεων προς αποκομιδή.

Ειδικότερα, από κλιμάκια των Διευθύνσεων Δασών έχουν καταγραφεί περιπτώσεις μεταφοράς φρεσκοκομμένης ξυλείας από φορτηγά ιδιωτικών εταιρειών, και έχει διαπιστωθεί σε τμήματα της ΖΑΠ, η ύπαρξη μεγάλου όγκου συσσωρευμένης ξυλείας, προερχόμενης τόσο από παλαιές όσο και από πρόσφατες υλοτομήσεις. Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την πραγματική έκταση των εργασιών που εξακολουθούν να εκτελούνται σε περιοχές όπου η στρατιωτική υπηρεσία υποστηρίζει ότι δεν πραγματοποιούνται πλέον εργασίες και ότι υφίστανται αποκλειστικά υπολείμματα παλαιότερων παρεμβάσεων προς αποκομιδή.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς μέρος των περιοχών αυτών εμπίπτει σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 και στο Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης, όπου απαιτείται αυξημένο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας και ειδική μέριμνα για την τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Επειδή οι εργασίες αποψίλωσης, καθαρισμού και υλοτόμησης στις εν λόγω περιοχές της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης εκτελούνται από ιδιωτικές εταιρείες χωρίς να έχουν κοινοποιηθεί οι σχετικές συμβάσεις ανάθεσης στις δασικές υπηρεσίες,

Επειδή αυτοψίες και έλεγχοι των δασικών αρχών έχουν καταγράψει υλοτομήσεις πέραν των επιτρεπόμενων ορίων, μη αδειοδοτημένες διανοίξεις δασικών δρόμων και επεμβάσεις σε περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας,

Επειδή έχουν διαπιστωθεί περιστατικά μεταφοράς πρόσφατα υλοτομημένης ξυλείας χωρίς τα προβλεπόμενα συνοδευτικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να έχουν κινηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες κατάσχεσης και υποβολής μηνύσεων,

Επειδή τμήματα της επίμαχης περιοχής εμπίπτουν στο δίκτυο Natura 2000 και στο Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης, όπου επιβάλλεται αυξημένο καθεστώς προστασίας,

Επειδή παρατηρείται εμφανής αντίφαση μεταξύ των διαπιστώσεων των δασικών υπηρεσιών και των απαντήσεων που έχουν δοθεί στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου αναφορικά με την ύπαρξη ή μη νέων υλοτομιών,

Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Ποιες συμβάσεις έχουν συναφθεί από το 2023 έως σήμερα για την εκτέλεση εργασιών αποψίλωσης, καθαρισμού και υλοτόμησης εντός της Ζώνης Ασφάλειας Προκάλυψης και για ποιο λόγο αυτές δεν έχουν κοινοποιηθεί στις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες;
  2. Μέσω ποιων δημόσιων ανοικτών διαγωνισμών ανατέθηκαν οι συγκεκριμένες εργασίες και ποιοι οικονομικοί φορείς συμμετείχαν σε αυτούς;
  3. Έχουν διερευνηθεί οι διαπιστώσεις των Διευθύνσεων Δασών σχετικά με υλοτομήσεις πέραν των προβλεπόμενων ορίων, μη αδειοδοτημένες διανοίξεις δρόμων και επεμβάσεις εκτός της επιτρεπόμενης ζώνης;
  4. Πώς εξηγείται η αντίφαση μεταξύ των απαντήσεων της Στρατιωτικής Υπηρεσίας περί μη ύπαρξης νέων υλοτομιών και των ευρημάτων των δασικών υπηρεσιών που κατέληξαν ακόμη και σε κατασχέσεις ξυλείας και υποβολή μηνύσεων;
  5. Προτίθεται η Κυβέρνηση να θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης των δασικών εκτάσεων εντός ΑΖ και ΖΑΠ, που να εξασφαλίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών, την ιχνηλασιμότητα της παραγόμενης ξυλείας, την ουσιαστική συμμετοχή των δασικών υπηρεσιών και την πλήρη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Κόκκαλης Βασίλειος

Ερώτηση και ΑΚΕ Α. Παναγιωτόπουλου και Θ. Ξανθόπουλου: Σοβαρά ερωτήματα για τις εξαγγελθείσες αλλαγές στον διαγωνισμό της ΕΣΔΔΑ και τον κίνδυνο υπονόμευσης της αξιοκρατίας

Αθήνα,10 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ και ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Προς τον Υπουργό Εσωτερικών

Θέμα: «Σοβαρά ερωτήματα για τις εξαγγελθείσες αλλαγές στον διαγωνισμό της ΕΣΔΔΑ και τον κίνδυνο υπονόμευσης της αξιοκρατίας».

Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ) αποτελεί έναν από τους  θεσμούς του ελληνικού κράτους που κατάφερε να διατηρήσει επί δεκαετίες το κύρος, την αξιοπιστία και την κοινωνική του αποδοχή. Από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα, ο διαγωνισμός εισαγωγής της αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την αξιοκρατική στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης καθώς χιλιάδες υποψήφιοι κρίθηκαν μέσα από απαιτητικές και αντικειμενικές διαδικασίες, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και χωρίς περιθώρια αδιαφανών επιλογών.

Οι πρόσφατες εξαγγελίες που παρουσιάστηκαν από τον Υπουργό Εσωτερικών στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με την επικείμενη αναδιοργάνωση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης και, κυρίως, με τις αλλαγές στον διαγωνισμό εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ), προκαλούν έντονο προβληματισμό και εύλογη ανησυχία.

Και αυτό γιατί οι μέχρι σήμερα ανακοινώσεις δεν προϊδεάζουν για μια μεταρρύθμιση που θα ενισχύσει έναν επιτυχημένο θεσμό. Αντίθετα, δημιουργούν την εικόνα μιας παρέμβασης που απειλεί να αλλοιώσει τον πυρήνα μιας διαδικασίας, η οποία επί σαράντα και πλέον χρόνια αποτελεί ίσως το πιο αναγνωρισμένο παράδειγμα αξιοκρατικής επιλογής στελεχών στη Δημόσια Διοίκηση.

Η ΕΣΔΔΑ δεν είναι ένας θεσμός που απέτυχε ώστε να απαιτείται ριζική αναδόμηση. Είναι ένας θεσμός που δοκιμάστηκε επί δεκαετίες, άντεξε στις κυβερνητικές εναλλαγές, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ως προς την αξιοπιστία του και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την αντικειμενική επιλογή των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η φιλοσοφία του διαγωνισμού της προηγήθηκε ιστορικά και λειτούργησε ως πρότυπο για την κατοπινή θεσμοθέτηση του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

Κι όμως, αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει έναν από τους  θεσμούς που εξακολουθούν να χαίρουν ευρείας αποδοχής, επιλέγει -όπως προκύπτει από τις εξαγγελίες της- να ανατρέψει βασικά χαρακτηριστικά του διαγωνισμού, εισάγοντας ηλεκτρονικά τεστ πολλαπλής επιλογής, αξιολογήσεις προσωπικότητας και ομαδικές προφορικές διαδικασίες.

Οι εξαγγελίες αυτές γεννούν εύλογα ερωτήματα. Η αντικατάσταση απαιτητικών γραπτών δοκιμασιών που αξιολογούν την επιστημονική συγκρότηση, την αναλυτική ικανότητα και τη συνθετική σκέψη από ηλεκτρονικά τεστ περιορισμένων δυνατοτήτων, σε συνδυασμό με διαδικασίες όπως οι «δοκιμασίες προσωπικότητας» και οι προφορικές ομαδικές αξιολογήσεις, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει έναν διαγωνισμό γνώσης και επιστημονικής επάρκειας σε μια διαδικασία με ασαφή και ευάλωτα στην υποκειμενικότητα κριτήρια.

Προκαλεί επίσης εντύπωση ότι η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει μέτωπο με έναν θεσμό που λειτουργεί, όταν παραμένει άλυτη σειρά χρόνιων προβλημάτων της Δημόσιας Διοίκησης, όπως η ουσιαστική αξιολόγηση προσωπικού, η επιλογή προϊσταμένων, η εφαρμογή σύγχρονων συστημάτων διοίκησης και η πραγματική αξιοποίηση των αποφοίτων της ίδιας της Σχολής.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έρχεται, μάλιστα, ως συνέχεια μιας συνολικότερης κυβερνητικής επιλογής που έχει οδηγήσει στη συστηματική υποβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης. Αντί η κυβέρνηση να επενδύσει στα στελέχη που αναδείχθηκαν μέσα από αδιάβλητους διαγωνισμούς και πολύχρονη εκπαίδευση, επέλεξε να οικοδομήσει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε μετακλητούς, κομματικούς συμβούλους και εξωτερικές αναθέσεις. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός κράτους που δεν εμπιστεύεται τους ίδιους τους δημόσιους λειτουργούς του αλλά προτιμά να μεταφέρει κρίσιμες λειτουργίες, σχεδιασμό πολιτικών και διοικητική τεχνογνωσία σε ιδιωτικά σχήματα και πρόσωπα που οφείλουν τη θέση τους πρωτίστως στην κυβερνητική εύνοια και όχι σε ανοιχτές, αξιοκρατικές διαδικασίες επιλογής.

Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη πολιτικά. Τροφοδοτεί έναν μηχανισμό κομματικής εξάρτησης και αναπαραγωγής πελατειακών σχέσεων, στον οποίο ο μόνιμος, αξιοκρατικά επιλεγμένος υπάλληλος παραγκωνίζεται υπέρ ενός διευρυμένου δικτύου μετακλητών, συμβούλων και εξωτερικών συνεργατών. Όσο αποδυναμώνεται ο ρόλος των στελεχών που προέρχονται από θεσμούς όπως η ΕΣΔΔΑ, τόσο ενισχύεται η λογική ενός κράτους που λειτουργεί με προσωπικές σχέσεις, πολιτικές εξαρτήσεις και προσωρινές αναθέσεις αντί με θεσμική συνέχεια, επαγγελματισμό και λογοδοσία.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, την ίδια περίοδο κατά την οποία οι απόφοιτοι της ΕΣΔΔΑ παραμένουν συχνά αναξιοποίητοι και κρίσιμες θέσεις ευθύνης καλύπτονται επί μακρόν με αναθέσεις και αναπληρώσεις, το Δημόσιο έχει δαπανήσει περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ σε συμβάσεις με ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες.

Επειδή η Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης αποτελεί διαχρονικά έναν από τους θεσμούς της Δημόσιας Διοίκησης, του οποίου η αξιοπιστία, η αντικειμενικότητα και το αδιάβλητο δεν έχουν αμφισβητηθεί,

Επειδή η κυβέρνηση, αντί να θεραπεύσει τις πραγματικές παθογένειες της Δημόσιας Διοίκησης, επιλέγει να παρεμβαίνει σε έναν θεσμό που επί τέσσερις δεκαετίες υπηρετεί την αξιοκρατία,

Επειδή οι εξαγγελίες για αντικατάσταση απαιτητικών γραπτών εξετάσεων από διαδικασίες που βασίζονται σε τεστ δεξιοτήτων και αξιολογήσεις προσωπικότητας δημιουργούν εύλογες ανησυχίες για την ενίσχυση της υποκειμενικής κρίσης εις βάρος της αντικειμενικότητας,

Επειδή η κυβέρνηση έχει επιλέξει να υποβαθμίσει συστηματικά το μόνιμο ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου, ενισχύοντας ένα μοντέλο διοίκησης που στηρίζεται σε μετακλητούς, συμβούλους και εξωτερικές αναθέσεις,

Επειδή μέχρι σήμερα δεν έχει κατατεθεί το σχετικό νομοσχέδιο, αλλά οι επίσημες εξαγγελίες του Υπουργού στο Υπουργικό Συμβούλιο έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από αποφοίτους της ΕΣΔΔΑ και φορείς της Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίοι εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την κατεύθυνση και τη σκοπιμότητα της προωθούμενης μεταρρύθμισης,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός,

  1. Ποια συγκεκριμένα προβλήματα του ισχύοντος διαγωνισμού επιχειρεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση, δεδομένου ότι η αξιοπιστία και το αδιάβλητό του δεν έχουν αμφισβητηθεί διαχρονικά;
  2. Ποια επιστημονική μελέτη, αξιολόγηση ή συγκριτική τεκμηρίωση στηρίζει την πρόθεση αντικατάστασης γραπτών εξετάσεων ανάπτυξης από ηλεκτρονικά τεστ και δοκιμασίες προσωπικότητας;
  3. Με ποιον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι οι προαναγγελθείσες διαδικασίες αξιολόγησης προσωπικότητας και ομαδικής προφορικής δοκιμασίας δεν θα εισάγουν στοιχεία υποκειμενικότητας εις βάρος της αξιοκρατίας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων;
  4. Προτίθεται το Υπουργείο να αναθέσει σε ιδιωτικές εταιρείες ή εξωτερικούς συμβούλους τον σχεδιασμό, την υλοποίηση ή την αξιολόγηση οποιουδήποτε σταδίου του νέου διαγωνισμού;
  5. Έχει προηγηθεί διαβούλευση με την Ένωση Αποφοίτων της ΕΣΔΔΑ, τη διοίκηση του ΕΚΔΔΑ, πανεπιστημιακούς ή άλλους επιστημονικούς φορείς πριν από την παρουσίαση των συγκεκριμένων προτάσεων στο Υπουργικό Συμβούλιο και, εάν ναι, ποια είναι τα πορίσματα αυτής της διαβούλευσης;
  6. Προτίθεται να δημοσιοποιήσει το πλήρες σκεπτικό, τις μελέτες και τα στοιχεία στα οποία βασίζονται οι εξαγγελθείσες αλλαγές πριν από την κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου, ώστε να προηγηθεί ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για έναν θεσμό που αποτελεί διαχρονικό πυλώνα αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση;
  7. Με βάση ποια εισήγηση των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών ή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης δρομολογήθηκε η διαδικασία αναμόρφωσης του διαγωνισμού εισαγωγής στην ΕΣΔΔΑ; Ποια υπηρεσία εισηγήθηκε τις συγκεκριμένες αλλαγές και ποια ήταν η τεκμηρίωση της σχετικής εισήγησης;

Παρακαλείται ο αρμόδιος Υπουργός να καταθέσει στη Βουλή:

  1. Την εισήγηση ή τις εισηγήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, βάσει των οποίων δρομολογήθηκε η διαδικασία αναμόρφωσης του διαγωνισμού εισαγωγής στην ΕΣΔΔΑ.
  2. Κάθε συνοδευτικό υπηρεσιακό έγγραφο, μελέτη, γνωμοδότηση, πρακτικό, σημείωμα ή άλλη διοικητική τεκμηρίωση που αποτέλεσε τη βάση για τη λήψη της σχετικής απόφασης και τον σχεδιασμό των προτεινόμενων αλλαγών.

Οι ερωτώντες Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Αποκλεισμοί και αδυναμίες στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων. Ανάγκη συνολικής αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους

Αθήνα, 10 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Θέμα: «Αποκλεισμοί και αδυναμίες στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων. Ανάγκη συνολικής αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους»

Το ιδιωτικό χρέος αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα σοβαρότερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των παραγωγικών φορέων, των επαγγελματικών ενώσεων και της ίδιας της πραγματικότητας της αγοράς, η κυβέρνηση καθυστέρησε αδικαιολόγητα να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες νοικοκυριά, ελεύθεροι επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις να βρεθούν αντιμέτωποι με τη συσσώρευση νέων οφειλών και με ένα ολοένα αυξανόμενο βάρος χρέους.

Όμως, ακόμη και όταν η κυβέρνηση προχώρησε στη θέσπιση νέων ρυθμίσεων, αυτές αποδείχθηκαν κατώτερες των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας και της οικονομίας, καθώς συνοδεύονται από αυστηρούς περιορισμούς, αποκλεισμούς σημαντικών κατηγοριών οφειλετών και προϋποθέσεις που περιορίζουν την πρόσβαση όσων έχουν πραγματική ανάγκη. Αντί για μια ολοκληρωμένη και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης, επιλέχθηκαν αποσπασματικές παρεμβάσεις που δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος.

Ειδικότερα, στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων αποκλείονται οι ασφαλισμένοι που είχαν ήδη επιδείξει συνέπεια, έχοντας εντάξει τις οφειλές τους σε προηγούμενη ρύθμιση και καταβάλλοντας προσπάθεια να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με τους όρους εφαρμογής, δεν μπορούν να υπαχθούν όσοι είχαν ενεργή ρύθμιση στις 21 Απριλίου 2026 ή είχαν ήδη ρυθμίσει τις ίδιες οφειλές μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ίσης μεταχείρισης, καθώς οι πολίτες και οι επαγγελματίες που είχαν επιλέξει τη ρύθμιση και προσπαθούσαν, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, στερούνται της δυνατότητας πρόσβασης σε ένα νέο ευνοϊκότερο πλαίσιο. Η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει και να ενισχύει τη συνέπεια των οφειλετών και όχι να δημιουργεί την αίσθηση ότι η έγκαιρη ένταξη σε μια ρύθμιση λειτουργεί τελικά ως μειονέκτημα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση θέτει έναν ακόμη ουσιαστικό αποκλεισμό. Όσοι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά δεν μπορούν να ενταχθούν στις 72 δόσεις, εφόσον προηγουμένως δεν εξοφλήσουν ή δεν υπαγάγουν τις συγκεκριμένες οφειλές στην πάγια ρύθμιση. Στην πράξη, ένας μικρός επαγγελματίας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας καλείται να βρει επιπλέον κεφάλαια για να αποκτήσει πρόσβαση στη νέα ρύθμιση, γεγονός που ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό τον υποτιθέμενο ανακουφιστικό χαρακτήρα του μέτρου.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το επιτόκιο της νέας ρύθμισης, το οποίο ανέρχεται σε  5,84%. Σε μία περίοδο κατά την οποία μικρές επιχειρήσεις, ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, η επιβάρυνση αυτή αυξάνει το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης των οφειλών και περιορίζει την πραγματική αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Η αποπληρωμή των χρεών δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των δόσεων αλλά και από το τελικό οικονομικό βάρος που καλείται να αναλάβει ο οφειλέτης. Όσο υψηλότερο είναι το κόστος της ρύθμισης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος αδυναμίας ολοκλήρωσής της και δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών, αναπαράγοντας τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τη συνολική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΙΟΒΕ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος έχει ανέλθει στα 417 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 168% του ΑΕΠ, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονται στα 237,8 δισ. ευρώ. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου επτά στα δέκα ευρώ των ληξιπρόθεσμων οφειλών αφορούν χρέη προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν ότι, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί ισχυρής ανάπτυξης, αυξημένων φορολογικών εσόδων και υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η πραγματική οικονομία και η κοινωνία εξακολουθούν να ασφυκτιούν κάτω από το βάρος των χρεών. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα οικοδομούνται την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμη και στις βασικές φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις.

Η κυβέρνηση, αντί να προχωρήσει σε μια συνολική στρατηγική διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους, επιλέγει αποσπασματικές ρυθμίσεις με αυστηρούς αποκλεισμούς, οι οποίες αφήνουν εκτός μεγάλο μέρος των πραγματικά αδύναμων οφειλετών. Έτσι, το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να λειτουργεί ως μια βραδυφλεγής βόμβα για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Επειδή η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας,

Επειδή οι ρυθμίσεις οφειλών οφείλουν να είναι βιώσιμες, αποτελεσματικές και να παρέχουν πραγματική δυνατότητα επανένταξης στην οικονομική δραστηριότητα,

Επειδή η έκταση του ιδιωτικού χρέους απαιτεί μια συνολική στρατηγική και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις που αφήνουν εκτός σημαντικές κατηγορίες οφειλετών,

Επειδή η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει τη δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να απαλλαγούν από το βάρος μη διαχειρίσιμων χρεών και να επιστρέψουν σε παραγωγική δραστηριότητα

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός,

  1. Για ποιο λόγο αποκλείονται από τη νέα ρύθμιση οι ασφαλισμένοι που είχαν ήδη ενεργή ρύθμιση ή είχαν επιλέξει να ρυθμίσουν εγκαίρως τις οφειλές τους;
  2. Προτίθεται η κυβέρνηση να επιτρέψει τη μεταφορά των συνεπών οφειλετών στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων;
  3. Πόσοι οφειλέτες αποκλείονται από τη ρύθμιση λόγω ύπαρξης ληξιπρόθεσμων οφειλών από 1.1.2024 και μετά;
  4. Για ποιο λόγο επιλέχθηκε ως προϋπόθεση η προηγούμενη εξόφληση ή ρύθμιση των νεότερων οφειλών, γνωρίζοντας ότι αυτή αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες;
  5. Εξετάζει η κυβέρνηση τη μείωση του επιτοκίου της ρύθμισης ώστε αυτή να καταστεί πραγματικά βιώσιμη για τους οφειλέτες;
  6. Ποιο είναι το συνολικό σχέδιο της κυβέρνησης για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους των 417 δισ. ευρώ και ειδικότερα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, που αποτελούν περίπου το 70% του συνόλου;
  7. Προτίθεται η κυβέρνηση να προχωρήσει σε μία συνολική μεταρρύθμιση που θα παρέχει πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντί για αποσπασματικές ρυθμίσεις με αυστηρούς αποκλεισμούς;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γιώργος

Καλαματιανός Διονύσιος

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γιώργος

Ερώτηση Α. Παναγιωτόπουλου: Άμεση ανάγκη οριστικής λύσης στο κτιριακό αδιέξοδο του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας

Αθήνα,  10  Ιουλίου  2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους κ.κ.  Υπουργούς

Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού

Εσωτερικών

Θέμα : Άμεση ανάγκη οριστικής λύσης στο κτιριακό αδιέξοδο του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας

Το Εργαστήριο Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Αχαΐας αντιμετωπίζει εδώ και πολλά χρόνια ένα σοβαρό και διαρκώς επιδεινούμενο κτιριακό πρόβλημα, το οποίο έχει καταγγελθεί επανειλημμένα από την εκπαιδευτική κοινότητα, τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων και την Π.ΟΜ.Α.μεΑ. Δυτικής Ελλάδας και Νοτίων Ιονίων Νήσων.

Σύμφωνα με την από 2.7.2026 επιστολή της Π.ΟΜ.Α.μεΑ. προς τον Πρωθυπουργό, το Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας εξακολουθεί να στεγάζεται σε χώρους του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών, οι οποίοι είχαν παραχωρηθεί ως προσωρινή λύση πριν από περίπου δεκατρία χρόνια. Μία έκτακτη και μεταβατική ρύθμιση έχει μετατραπεί, με ευθύνη της Πολιτείας, σε μόνιμη κατάσταση για μαθητές και μαθήτριες με αναπηρία, τις οικογένειές τους και τους εκπαιδευτικούς.

Το πρόβλημα καθίσταται ακόμη πιο οξύ ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς 2026-2027, καθώς ο αριθμός των μαθητών και μαθητριών αναμένεται να ανέλθει στους 119. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι ήδη ανεπαρκείς και ακατάλληλοι χώροι να υποδεχθούν ακόμα  περισσότερους μαθητές και μαθήτριες γεγονός που εγείρει ζητήματα  ισότιμης πρόσβασης στην ειδική εκπαίδευση, ασφάλειας, αξιοπρέπειας και σεβασμού των δικαιωμάτων των μαθητών με αναπηρία.

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο ζήτημα έχει ήδη κατατεθεί μια ακόμα κοινοβουλευτική ερώτηση τον Ιανουάριο του 2026 με πρωτοβουλία του βουλευτή. Παρά τη σοβαρότητα του θέματος, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ουσιαστική απάντηση από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ η απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών περιορίστηκε σε γενική αναφορά στις χρηματοδοτήσεις των Ο.Τ.Α. και σε επιμέρους προγράμματα για σχολικές υποδομές, χωρίς συγκεκριμένη δέσμευση για τη μόνιμη και ασφαλή στέγαση του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας γεγονός που επιβεβαιώνει την απουσία ολοκληρωμένου και δεσμευτικού σχεδίου.

Επειδή το κτιριακό πρόβλημα του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας είναι γνωστό, διαχρονικό και πλήρως τεκμηριωμένο,

Επειδή η προσωρινή στέγαση της σχολικής μονάδας έχει μετατραπεί σε μόνιμη κατάσταση επί δεκατρία περίπου χρόνια,

Επειδή η αύξηση του μαθητικού δυναμικού στους 119 μαθητές και μαθήτριες καθιστά άμεση και επιτακτική την ανάγκη ουσιαστικής λύσης,

Επειδή οι ακατάλληλες ή ανεπαρκείς υποδομές υπονομεύουν την ασφάλεια, την εκπαιδευτική διαδικασία, τη θεραπευτική υποστήριξη, την επαγγελματική κατάρτιση και την ισότιμη συμμετοχή των μαθητών με αναπηρία.

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Σε ποιες άμεσες ενέργειες προτίθενται να προβούν ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή, ασφαλής και παιδαγωγικά επαρκής λειτουργία του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας κατά το σχολικό έτος 2026-2027;
  2. Υπάρχει συγκεκριμένος κυβερνητικός σχεδιασμός για την οριστική επίλυση του κτιριακού ζητήματος του Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Αχαΐας; Αν ναι, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα, ποιος φορέας έχει την ευθύνη υλοποίησης και από ποια χρηματοδοτική πηγή θα καλυφθεί;

Ο Ερωτών  Βουλευτή

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας