Skip to main content

Συντάκτης: admin

Αλ. Τσίπρας: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ιδιοκτήτες, παρά μόνο αυτούς που τον στηρίζουν

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην έναρξη των εργασιών της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος με θέμα «Οδικός χάρτης προς το Συνέδριο»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή φωτογραφιών: Andrea Bonetti

pdf

Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Συνεδριάζει την Παρασκευή 27 και το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα «Οδικός χάρτης προς το Συνέδριο» στο Συνεδριακό Κέντρο Εθνικής Ασφαλιστικής, Λεωφόρος Συγγρού 103-105 (Έναντι Παντείου Πανεπιστημίου).

Οι εργασίες θα ξεκινήσουν την Παρασκευή με ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρα στις 13:30.

Πολιτική Απόφαση Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ για το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου

Η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ ευχαριστεί θερμά όλους τους πολίτες που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου, αλλά και το σύνολο των μελών και φίλων του κόμματος, που έδωσαν με πείσμα και αυταπάρνηση έναν μεγάλο και σκληρό αγώνα. Η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ τιμά την εμπιστοσύνη των αριστερών, προοδευτικών και δημοκρατικών πολιτών, που συνεπάγεται και μια τεράστια ευθύνη στην νέα πολιτική περίοδο. Ευθύνη ώστε να υπερασπιστούμε όλα όσα κατακτήθηκαν τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια, αλλά και για να ανοίξουμε νέους δρόμους για μια κοινωνία ισότητας, ελευθερίας και αλληλεγγύης.

Οι εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου διαμόρφωσαν ένα νέο πολιτικό χάρτη:

Το αποτέλεσμα αυτό, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, οφείλει να γίνει αντίκειμενο επεξεργασίας ως προς τις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές του όψεις.

Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας με ένα υψηλό ποσοστό, η διατήρηση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ παρά τα αντίθετα προγνωστικά, ο νέος πολιτικός διπολισμός, η αντοχή του ΚΙΝΑΛ, η ήττα της Χρυσής Αυγής, η ανάδυση μιας νέας ακροδεξιάς πολιτικής δύναμης, αλλά και η εμφάνιση του ΜΕΡΑ25, είναι όλα στοιχεία αναδιαμόρφωσης του πολιτικού πεδίου στο έδαφος της οκταετούς οικονομικής κρίσης, στοιχεία τα οποία αντανακλούν μια κύρια και αρκετές δευτερεύουσες μετατοπίσεις στον συσχετισμό δύναμης,συγκροτώντας μια νέα πολιτική κατάσταση που θα καθορίσει τις κοινωνικές εξελίξεις των επόμενων ετών.

Πρώτο γενικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ότι η κρίση αντιπροσώπευσης που έφτασε στο ζενίθ την περίοδο του 2011-2012, ίσως τείνει να ξεπεραστεί, αν και οι πολιτικές και κοινωνικές εκπροσωπήσεις είναι ακόμα εξαιρετικά ασταθείς. Η αστάθεια αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου και από την διαρκή εμφάνιση και εξαφάνιση πολιτικών σχηματισμών χωρίς βαθειά κοινωνικά ριζώματα, πράγμα που σχετίζεται με την ρευστότητα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που αποτελεί ενεργή συνέπεια της οικονομικής κρίσης.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ

O ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, κλήθηκε να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας σε μια συνθήκη χρεοκοπίας, μακροχρόνιας ύφεσης και εξωτερικών καταναγκασμών που εν πολλοίς στένευαν τα περιθώρια των πολιτικών κινήσεων.

Η διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου οδήγησε μετά από μια τεράστια σύγκρουση, εσωτερική και εξωτερική, κοινωνική και πολιτική, στην συμφωνία – συμβιβασμό του Ιουλίου – Αυγούστου, η οποία καθόρισε τα όρια και το πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορούσε να κινηθεί η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Σεπτέμβρη.

Ο δημόσια εκπεφρασμένος και ομολογημένος στόχος αυτής της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, που αποτέλεσε τον κορμό της, ήταν η ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής, ώστε να απαλλαγεί η χώρα από τους σκληρούς μνημονιακούς καταναγκασμούς που επέβαλλε ο αποκλεισμός της χώρας από τις αγορές χρήματος, με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες για την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα τα ασθενέστερα στρώματα.

Μέσα σε συνθήκες διαρκούς υπονόμευσης από την μεριά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και συγκεκριμένων υπερσυντηρητικών κύκλων που δρούσαν εντός των θεσμών, η κυβέρνηση κατάφερε:

• Να ολοκληρώσει το τρίτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής εξυγιαίνοντας τα δημόσια οικονομικά και δίνοντας τέλος στην μνημονιακή επιτροπεία όπως αυτή διαμορφώθηκε εντός της οκταετίας
• Να ρυθμίσει το ελληνικό χρέος
• Να επαναφέρει την ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης, παρά την αρνητική οικονομική συγκυρία (επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας )
• Να αντιμετωπίσει την προσφυγική κρίση με τρόπο ανθρωπιστικό, και με σεβασμό στις διεθνείς συνθήκες, παρά τον εξαιρετικά δυσμενή συσχετισμό στην Ευρώπη
• Να εκκινήσει μια νέα οικονομική πολιτική, από τον Σεπτέμβριο του 2018, με στόχο την φορολογική ελάφρυνση και την κοινωνική στήριξη στρωμάτων που σήκωσαν δυσανάλογο βάρος την περίοδο της κρίσης
• Να μειώσει την ανεργία κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες
• Να αποκαταστήσει τρανταχτές αδικίες των δύο πρώτων μνημονίων (αντισυνταγματικές απολύσεις, υπέρογκα χρέη)
• Να προστάτεψει τους πλέον αδύναμους με πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (καθολική πρόσβαση των ανασφάλιστων στην υγεία, σχολικά γεύματα, κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, κοινωνικά μερίσματα στο τέλος των ετών 2016,2017,2018, αύξηση του προϋπολογισμού για την πρόνοια)
• Να βάλει τέλος στην πτωτική πορεία του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος και να το αυξήσει οριακά για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού
• Να εκκινήσει τη διαδικασία ρύθμισης της αγοράς εργασίας και να καταπολεμήσει την διάχυτη παραβατικότητα (επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αύξηση του κατώτατου μισθού, μείωση της μαύρης εργασίας από το 20% στο 8%)

Την ίδια στιγμή, στον τομέα της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε νέους δρόμους με μια σειρά πρωτοβουλιών και ρυθμίσεων με τις οποίες

• Θεσπίστηκε η απλή αναλογική ως εκλογικό σύστημα, τόσο στις βουλευτικές όσο και στις αυτοδιοικητικές εκλογές (Κλεισθένης)
• Αναστράφηκε το κύμα αυταρχισμού, ιδιαίτερα της περιόδου 2010-2014
• Αναγνωρίστηκαν δικαιώματα για ειδικές κοινωνικές κατηγορίες που ήταν νομικά αόρατες ή πλήρως αποκλεισμένες (σύμφωνο συμβίωσης, ταυτότητα φύλου, ιθαγένεια στη δεύτερη γενιά μεταναστών)
• Διευρύνθηκαν τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, με την ψήφιση νόμου για την εφαρμογή της σχετικής Σύμβασης του ΟΗΕ
• Οδηγηθήκαμε στον αναγκαίο εκσυγρονισμό και εκδημοκρατισμό του ποινικού και σωφρονιστικού συστήματος (αποσυμφόρηση των φυλακών, νέοι Ποινικοί Κώδικες)

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής,επίσης, η Συμφωνία των Πρεσπών, εμβληματική στιγμή της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο έδωσε τέλος σε ένα λιμνάζον διπλωματικό πρόβλημα αλλά, την ίδια στιγμή, αναβάθμισε τη θέση και το κύρος της χώρας στο εξωτερικό. Η μάχη εξάλλου για την Συμφωνία των Πρεσπών ήταν μια μάχη απέναντι στην πατριδοκαπηλεία, τον εθνικισμό και την παραδοξολογία, που χαρακτήριζαν την πολιτική γραμμή τόσο της ΝΔ, όσο και του ΚΙΝΑΛ.

Ωστόσο, υπήρξαν πολλοί τομείς και πεδία του κράτους και της οικονομίας που δεν καταφέραμε να υλοποιήσουμε όσα θα θέλαμε, με δεδομένη την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και των πολιτικών και κοινωνικών μετώπων, ιεράρχηση που προέκυπτε από την αντικειμενική συνθήκη της κρίσης αλλά και από δικές μας αδυναμίες.

Είναι επομένως αναγκαία η επεξεργασία από τη μεριά του κόμματος των λόγων για τους οποίους δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε σε ριζικούς μετασχηματισμούς και να φέρουμε θεαματικά αποτελέσματα σε αυτά τα πεδία (μεταξύ άλλων:αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και των κρατικών δομών, ριζική καταπολέμηση των παραθεσμικών δικτύων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης) με στόχο τον εμπλουτισμό της κατανόησής μας για τις κρατικές και οικονομικές λειτουργίες, αλλά και τη διαμόρφωση ενός προγραμματικού πλαισίου προτάσεων για τον αναγκαίο ριζικό μετασχηματισμό και εκδημοκρατισμό τόσο της οικονομίας, όσο και του κράτους.

Τα πεπραγμένα της κυβέρνησης και το πολιτικό της στίγμα οδήγησαν επομένως στην διαμόρφωση μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας, και σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα που μέσα σε συνθήκες κρίσης, δημοσιονομικής προσαρμογής, διαρκούς υπονόμευσης από το εσωτερικό και το εξωτερικό αλλά και πρωτοφανούς επίθεσης από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, όχι μόνο δεν είναι ευκαταφρόνητο, αλλά αποτελεί παρακαταθήκη για την δημιουργία μιας νέας προοδευτικής, αριστερής κοινωνικής πλειοψηφίας υπό την προϋπόθεση ότι θα επεξεργαστούμε με συνέπεια και χωρίς ωραιοποιήσεις την νέα πολιτική κατάσταση, θα δώσουμε τη μάχη των ιδεών και θα ανασυγκροτήσουμε το κόμμα ώστε να αντιστοιχηθεί η κοινωνική και πολιτική του εμβέλεια με τον κεντρικό πολιτικό συσχετισμό.

Η ΝΔ

Η ΝΔ επικράτησε στις εκλογές βασισμένη σε έναν πολιτικό λόγο και ένα πολιτικό πρόγραμμα το οποίο, παρά την εξόφθαλμη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνσή του, κατάφερε να αποκτήσει μια εύθραυστη μεν, σαφή δε, κυριαρχία.

Ο λόγος και το πρόγραμμα αυτό κατάφεραν να αποσπάσουν ευρύτερη στήριξη καθώς απαντούσαν, με σαφή νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό βέβαια, σε πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, αλλά και σε εύλογες λαϊκές προσδοκίες μετά από μια σαρωτική οικονομική κρίση. Εξάλλου, η κυβερνητική φθορά, εξαιτίας της υλοποίησης του προγράμματος προσαρμογής αλλά και η κόπωση των λαϊκών στρωμάτων από την επιβάρυνση των μέτρων της οκταετίας, ήταν αναπότρεπτες. Ακριβώς αυτή η συνθήκη οδήγησε σε μια αναβάπτιση της ΝΔ παρά τις τεράστιες ευθύνες της, τόσο για την χρεοκοπία της χώρας, όσο και για τη διαχείριση της κρίσης.

Ειδικότερα:

Οι εξαγγελίες για φορολογικές ελαφρύνσεις κυρίως στα ανώτερα και ανώτατα εισοδηματικά κλιμάκια πάτησαν σε υπαρκτές ανάγκες και προσδοκίες ευρύτερων στρωμάτων, ακόμα και αν αυτά τα στρώματα δεν αναμένεται να επηρεάστούν από αυτές εφόσον προχωρήσουν πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο.

Την ίδια στιγμή η διαρκής αναφορά σε καθιερωμένα ιδεολογικά στερεότυπα για το μοντέλο ανάπτυξης (trickledowneconomics) κατάφερε να βρει λαϊκά ερείσματα, καθώς τα στερεότυπα αυτά διαμορφώνονται αυθόρμητα από την ίδια τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και εκλαϊκεύονται μαζικά από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Η ιδέα, για παράδειγμα, ότι η ανάπτυξη είναι αποτέλεσμα της μείωσης του μισθολογικού κόστους, εξακολουθεί να είναι κοινωνικά κυρίαρχη, πράγμα που έδωσε στο λόγο της ΝΔ ένα σαφές πλεονέκτημα απέναντι σε μια αριστερή ανάλυση η οποία ισχυρίζεται το ακριβώς αντίθετο.

Αντιστοίχα λειτούργησε η επίθεση της ΝΔ στις βασικές δομές του κοινωνικού κράτους, τον δημόσιο τομέα και κάθε πολιτική αλληλεγγύης, καθώς τμήματα των μεσαίων στρωμάτων θεώρησαν ότι οι κρατικές κοινωνικές λειτουργίες λείτουργούν εις βάρος τους, καθώς προέκυψαν δήθεν από την υπερφορολόγηση, πράγμα ανακριβές, καθώς η υψηλή φορολογία κατά κύριο λόγο σχετίζεται με τη δημοσιονομική συνθήκη στην οποία βρέθηκε η χώρα μετα το ξέσπασμα της κρίσης το 2007-8, την εκτίναξη του ελλείμματος το 2009, την χρεοκοπία του 2010, αλλά και τους απαράδεκτους «διαπραγματευτικούς» χειρισμούς που οδήγησαν στην υπογραφή του πρώτου μνημονίου.

Πέρα όμως από τον οικονομικό λόγο της ΝΔ, η αντιπολιτευτική της τακτική, όλα αυτά τα χρόνια στηρίχθηκε και στην αναπαραγωγή ενός λόγου ταυτόχρονα αυταρχικού, υπερσυντηρητικού και εθνικιστικού, που κατάφερε να επανασυσπειρώσει παραδοσιακά ακροατήρια της ελληνικής δεξιάς, ακροατήρια που είχαν μετακομίσει σε ακροδεξιούς κομματικούς σχηματισμούς τα προηγούμενα χρόνια.

Η επιμονή της σε ένα δόγμα τάξης και ασφάλειας με μεγάλες δόσεις κινδυνολογίας, διαστρέβλωσεων, ψευδών και ιδεολογικής τρομοκρατίας, που πάτησε ωστόσο σε ένα πραγματικό κοινωνικό και λαϊκό αίτημα, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύτηκε να αφουγκραστεί, και η ακραία, εθνικιστική και διχαστική της ρητορική απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών είναι δύο από τα κεντρικά σημεία αυτου του λόγου.

Αξιοποιώντας, λοιπόν, πραγματικές αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, την κυβερνητική φθορά από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, την κόπωση των μεσαίων στρωμάτων, δίνοντας σκληρή μάχη στο πεδίο των ιδεών πάνω στο έδαφος της κρίσης, που παράγει αυθόρμητα μνησικακία και εκδικητισμό και, τέλος, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο την υπεροπλία της στο χώρο των ΜΜΕ και κινητοποιώντας έναν τεράστιο μηχανισμό οικονομικών και εκδοτικών συμφερόντων, με τα οποία διατηρεί προνομιακές σχέσεις, κατάφερε να αποσπάσει τη λαϊκή στήριξη.

Όμως, η πολιτική και ιδεολογική της ηγεμονία δεν είναι καθόλου αναμφισβήτητη. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά εύθραυστη, με δεδομένο τον αντιφατικό αντιπολιτευτικό λόγο που διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια και με τον οποίο επιχείρησε και, ως ένα βαθμό, κατάφερε να εκφράσει απολύτως αντιτιθέμενα κοινωνικά συμφέροντα και ετερόκλητες κοινωνικές δυνάμεις.

 

Το ΚΙΝΑΛ

Το ΚΙΝΑΛ κατάφερε σε αυτές τις εκλογές να διατηρήσει ένα σχετικά υψηλό ποσοστό και αποδείχτηκε ανθεκτικό στην πολιτική πόλωση. Οι λόγοι αυτής της ανθεκτικότητας σχετίζονται με το γεγονός ότι το ΚΙΝΑΛ έχει κληρονομήσει και έχει σε ένα βαθμό καταφέρει να διατηρήσει ένα ευρύ δίκτυο εκπροσωπήσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους κρατικούς μηχανισμούς, στους φορείς εκπροσώπησης των εργαζομένων.

Η πολιτική του γραμμή, καθόλη την προηγούμενη περίοδο, αποτέλεσε συνέχεια της στρατηγικής της ταύτισης με τη ΝΔ, που βάθυνε και εμπεδώθηκε την περίοδο του 2012-2014 κατά την συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Ο αγώνας για την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η συμμετοχή στο αντι- ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που αποτελούσε κεντρικό πολιτικό στόχο της ΝΔ δεν επερωτήθηκαν παρά μόνο περιθωριακά, ενώ, στις επιμέρους πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου του 2015-2019, η στάση του δεν ήταν στάση ίσων αποστάσεων, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, αλλά στάση σαφούς στήριξης της ΝΔ και του παλιού πολιτικού και οικονομικού συστήματος εξουσίας (διαπραγμάτευση, απλή αναλογική, δικαιώματα, εργασιακά, Συμφωνία των Πρεσπών είναι μόνο μερικές από τις συγκρούσεις στις οποίες το ΚΙΝΑΛ είχε παραπλήσια ή ταυτόσημη στάση με τη ΝΔ).

Το ΚΙΝΑΛ φαίνεται ότι δεν παρακολουθεί την πανευρωπαϊκή αυτοκριτικού χαρακτήρα συζήτηση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά αντιθέτως αναζητά μιαν αδύνατη ιστορική δικαίωση για τις επιλογές του την περίοδο 2010 – 2014, με το επιχείρημα ότι δήθεν ανέλαβε το πολιτικό κόστος για τη σωτηρία της χώρας.

Παρόλα αυτά, το στρατηγικό του αδιέξοδο είναι προφανές, και η εσωτερική του κρίση αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα, καθώς πολιτικά του στελέχη και τμήματα της κοινωνικής του βάσης είναι ενδεχόμενο να μην αποδεχτούν για πολύ την στρατηγική της ενσωμάτωσης και απορρόφησης στο πολιτικό όχημα της Νέας Δημοκρατίας και να αναζητήσουν διέξοδο στον δημοκρατικό, αριστερό προοδευτικό πόλο του πολιτικού συστήματος.

 

Το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ κατάφερε να διατηρήσει τις δυνάμεις του με οριακή πτώση σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβριού του 2015. Η πολιτική του όλο το προηγούμενο διάστημα δεν είχε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις από όσα το ΚΚΕ έλεγε και έκανε είτε πριν το ξέσπασμα της κρίσης είτε κατά τη διάρκεια της πρώτης μνημονιακής περιόδου (2010 – 2015).

Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν είδε στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρά τη συνέχιση μιας και της ίδιας πολιτικής, χωρίς να είναι σε θέση ή χωρίς να θέλει, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να διακρίνει τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της κρίσης.

Δεν θεώρησε σημαντικές, για παράδειγμα, τις πρωτοβουλίες για την συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού κράτους, για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης, την αύξηση του κατώτατου μισθού κά, πρωτοβουλίες που πάρθηκαν παρά τον δυσμενή συσχετισμό δύναμης.

Με την έννοια αυτή, η ηγεσία του ΚΚΕ επιβεβαίωσε ότι έχει πάρει διαζύγιο από την πραγματική πολιτική και κοινωνική σύγκρουση, από τις πραγματικές και καθημερινές αγωνίες και προσδοκίες των στρωμάτων που επιδιώκει να εκφράζει, αρνείται να αναγνωρίσει τη δυνατότητα θετικών μετασχηματισμών εντός του υπάρχοντος παγκόσμιου πλαισίου, και επιμένει να μεταθέτει την επίλυση όλων των προβλημάτων των λαϊκών τάξεων σε ένα μακρινό μέλλον, του οποίου οι προϋποθέσεις έλευσης είναι άγνωστο πώς θα δημιουργηθούν.

Παρόλα αυτά, είναι θετική η διατήρηση των δυνάμεών του, και απολύτως κρίσιμη η κινητοποίησή τους σε μια προσπάθεια απόκρουσης των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ήδη έχει αρχίσει να εφαρμόζει η ΝΔ.

 

Η ήττα της Χρυσής Αυγής και η νέα μορφή της ακροδεξιάς

Μια από τις θετικές όψεις του αποτελέσματος των εκλογών του Ιουλίου είναι η πολιτική ήττα της Χρυσής Αυγής, που την οδήγησε εκτός Κοινοβουλίου. Η ήττα αυτή ήταν αποτέλεσμα και της πολιτικής της απομόνωσης από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, της ανάδειξης της εγκληματικής δράσης της από τη μεριά των κινημάτων, αλλά και εξαιτίας της διενέργειας της δίκης, η οποία έφερε στην επιφάνεια όψεις και πτυχές της εγκληματικής οργάνωσης που είτε ήταν άγνωστες είτε απωθούνταν ακόμα και από μερίδες των ψηφοφόρων της.

Η ήττα της Χρυσης Αυγής και η εξαφάνιση της από το Κοινοβούλιο είναι ήττα της ιδεολογίας της ισχύος και του μίσους που εκβάλλει σε πρακτικές βίας και εκδίκησης εναντίον των αδυνάμων, αλλά δεν ισοδυναμεί με εξαφάνιση των ακροδεξιών ιδεολογιών και των πολιτικών δυνάμεων.

Βεβαίως, η εμφάνιση της Ελληνικής Λύσης που έρχεται να καλύψει την άκρα δεξιά πτέρυγα του πολιτικού συστήματος, και η μερική υιοθέτηση από τη ΝΔ ακροδεξιών ρητορικών σχημάτων και πρακτικών, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συγκρίνονται με τις πρακτικές των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής. Μας υπενθυμίζουν,όμως, ότι ενώ η εγκληματική οργάνωση είναι σε πορεία αποδρομής, η ακροδεξιά ιδεολογία δεν είναι, ιδιαίτερα μάλιστα μεταξύ των νέων και των μαθητών, όπου η Χρυσή Αυγή κατάφερε να αποσπάσει υψηλά ποσοστά. Το κόμμα μας οφείλει, επομένως, να συνεχίσει τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια σε κάθε ακροδεξιά, όπου και αν αυτή στεγάζεται, όπου και αν αυτή βρίσκει καταφύγιο, όπως και αν αυτή εμφανίζεται.

 

Το Μέρα 25

Το εκλογικό αποτέλεσμα ανέδειξε μια ακόμα νέα πολιτική δύναμη στο ελληνικό κοινοβούλιο, η οποία αυτή τη φορά αυτοτοποθετείται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, αν και ο λόγος της ακόμη δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ούτε έχει πάρει μια σαφή και συγκεκριμένη μορφή. Η επιρροή του Μέρα 25 σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την περιορισμένη σε ειδικά κοινωνικά τμήματα δημοφιλία του επικεφαλής του. Είναι ένα πολιτικό κόμμα χωρίς οργανωμένη και οργανική σύνδεση με την κοινωνία. Απευθύνεται κυρίως σε απογοητευμένους από την συμφωνία του 2015 ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, η κριτική του στο ΣΥΡΙΖΑ αφορά, κατά κύριο λόγο, τον τρόπο που διαχειρίστηκε το πρόβλημα του ελληνικού χρέους, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του όσα συνέβησαν το καλοκαίρι του 2015 και τον εξαιρετικά δυσμενή συσχετισμό δύναμης.

Ο πολιτικός του λόγος εξαντλείται σε αυτή την κριτική και δεν έχει σαφείς κοινωνικές αναφορές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο επικεφαλής του αντιλαμβάνεται την ελληνική κοινωνία ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο, χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις συμφερόντων, πράγμα που τον οδηγεί, πολλές φορές, σε απολίτικες και ανιστορικές τοποθετήσεις.

Απομένει να φανεί ποιο θα είναι το μέλλον αυτού του πολιτικού σχηματισμού, μέλλον που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις προθέσεις, τις αποφάσεις και τις επιλογές του αρχηγού του.

Η νέα ταυτότητα της ΝΔ και τα πρώτα δείγματα γραφής

Η ΝΔ, όπως αυτή διαμορφώθηκε και μετεξελίχθηκε την τελευταία οκταετία, αποτελεί ένα υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς. Η νέα αυτή πολιτική της ταυτότητα αντανακλάται με σαφήνεια στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης που, στην πραγματικότητα, επαναφέρει στο προσκήνιο το πολιτικό προσωπικό της περιόδου Σαμαρά, υπό την καθοδήγηση μιας ακραία νεοφιλελεύθερης τεχνοκρατικής ηγετικής ομάδας που συγκροτείται γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η συμμετοχή στην κυβέρνηση στελεχών μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών και του ΣΕΒ, ακροδεξιών και ακραίων νεοφιλελεύθερων, δεν προμηνύει τίποτα θετικό για το επόμενο διάστημα, και αναδεικνύει τις σχέσεις διαπλοκής της ΝΔ με την οικονομική εξουσία και ατομικά επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ η υπουργοποίηση δικαστικού που αφυπηρέτησε πριν από μόλις 10 μέρες, έρχεται σε πλήρη ανακολουθία με όσα η ΝΔ και ο πρόεδρός της καταλόγιζαν στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης είναι εξαιρετικά ανησυχητικά:

• Ο πολιτικός ρεβανσισμός και ο αυταρχισμός δίνουν τον τόνο, με τις εκκαθαρίσεις των «αντιφρονούντων» στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού
• στον τομέα των δικαιωμάτων, οι υποχωρήσεις είναι δραματικές. Με την μετατροπή του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σε Υπερυπουργείο, συγκεντρώνει τις αρμοδιότητες και της μεταναστευτικής πολιτικής αλλά και του σωφρονιστικού συστήματος
• ο ΣΕΒ θέτει την ατζέντα της διακυβέρνησης ήδη από το πρώτο εικοσιτετράωρο, και ήδη τίθενται σε διακινδύνευση οι κατακτήσεις της προηγούμενης τετραετίας, σε ότι αφορά την ρύθμιση της αγοράς εργασίας και την κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων.
• η έρευνα δέχεται τεράστιο πλήγμα, με την μεταφορά της σχετικής αρμοδιότητας από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων
• οι υπουργοί απαξιώνουν σκόπιμα την δημόσια κοινωνική ασφάλιση και το Εθνικό Σύστημα Υγείας,
• ρυθμίσεις προστασίας και στήριξης των αδυνάτων ακυρώνονται,
• γίνονται τα πρώτα αλλά εξόχως προκλητικά βήματα για τον έλεγχο της ελληνικής δικαιοσύνης,
• έχει τεθεί ως προτεραιότητα η απαξίωση της ΔΕΗ, με στόχο την ιδιωτικοποίηση της

Εξάλλου, οι υποσχέσεις για φοροελαφρύνσεις που αποτέλεσαν, τον εμβρυουλκό του πολιτικού προγράμματος της ΝΔ, μετατίθενται στο βάθος της τετραετίας, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εύστοχα και με ακρίβεια προβλέψει, ενώ η περίφημη διαπραγμάτευση για την μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, επί της οποίας στηρίχτηκε όλοκληρο το προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ, κατέρρευσε ήδη, τρεις μέρες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη νέα συνθήκη και το διπλό πολιτικό μας καθήκον

Είναι ακριβώς απέναντι σε αυτή τη νέα συνθήκη που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα διπλό πολιτικό καθήκον.

Από τη μια πλευρά, οφείλει να υπερασπιστεί τα κεκτημένα της προηγούμενης τετραετίας στην αγορά εργασίας, στο κοινωνικό κράτος, στα δικαιώματα, στην εξωτερική πολιτική, χωρίς όμως να μείνει στάσιμος προγραμματικά.

Η μαχητική, προγραμματική, κοινωνική αντιπολίτευση προϋποθέτει τον εμπλουτισμό των επεξεργασιών του κόμματος, με βάση την εμπερία της προηγούμενης τετραετίας και την συγκότηση ενός συμπαγούς, προοδευτικού και αριστερού προγράμματος που θα απαντάει στις σημερινές αγωνίες των λαϊκών στρωμάτων και στις σύγχρονες προκλήσεις που αναδύονται στη νέα πολιτική και οικονομική συνθήκη στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια (ρόλος του κράτους, κλιματική αλλαγή, εργασιακά δικαιώματα στη συνθήκη της 4ης τεχνολογικής επανάστασης).

Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι ταυτόχρονα κοινοβουλευτική αλλά και κινηματική, με στόχο τη συνάντησή μας με το σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων και κινημάτων που αγωνίζονται για μια κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης.

Σε αυτή όμως τη νέα συνθήκη το δεύτερο μεγάλο καθήκον αφορά το ίδιο μας το κόμμα.

Πρέπει να αναλάβουμε ένα τεράστιο, ένα ιστορικής εμβέλειας εγχείρημα αναβάπτισης και μετασχηματισμού του κόμματός μας.

Χωρίς να υποστείλουμε τις σημαίες των ιδεών και των αξιών μας, έχουμε υποχρέωση και εντολή να ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση και να εκκινήσουμε τις διαδικασίες για ένα πραγματικό άνοιγμα στους πολίτες που μας στήριξαν, ώστε να μπορέσουμε να αντιστοιχήσουμε την πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ με τα οργανωμένα του μέλη.

Διότι, η στήριξη των πολιτών δεν είναι πλέον ένα δάνειο εκπροσώπησης, όπως το 2015, αλλά μια πολιτική και κοινωνική επένδυση. Μια επένδυση των πολιτών ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μετατραπεί στην μεγάλη αριστερή, προοδευτική και δημοκρατική δύναμη που θα σφραγίσει τις εξελίξεις στην νέα ιστορική φάση της χώρας.

Και για να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει ένα κόμμα

• μαζικό – τα οργανωμένα μέλη του να ξεπεράσουν το 10% της εκλογικής του βάσης
• νεανικό, με στόχο να εκφράζουμε αυθεντικά τις προσδοκίες των νέων ανθρώπων
• ένα κόμμα λαϊκό, ένα κόμμα που δεν θα μιλάει εξ’ ονόματος των αδυνάτων, αλλά θα είναι το κόμμα των αδυνάτων
• ένα κόμμα πράσινο – που θα πρωταγωνιστεί στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος, για την καταπολέμηση των συνεπειών και την αντιστροφή της κλιματικής αλλαγής
• ένα κόμμα των δικαιωμάτων, που θα θέτει ως προτεραιότητα την άρση των ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού
• ένα κόμμα δημοκρατικό και σύγχρονο, με αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων διάδρασης και διαλόγου που δίνουν οι νέες τεχνολογίες
• ένα κόμμα με ισχυρή αριστερή ταυτότητα, και στόχο τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία
• ένα κόμμα που θα εκφράζει τη νέα, μεγάλη, δημοκρατική, προοδευτική και αριστερή παράταξη στη χώρα μας, και στο οποίο θα χωρούν όλοι: αριστεροί ριζοσπάστες, αριστεροί σοσιαλιστές, δημοκράτες κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, οικολόγοι πράσινοι αλλά και πολίτες προερχόμενοι από το δημοκρατικό κέντρο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την νέα συνθήκη δεν πρέπει να φοβηθεί να μολυνθεί από τον λαό του. Πρέπει να οργανώσει τη συζήτηση και να προχωρήσει στις απαραίτητες πρωτοβουλίες ώστε να αποκτήσει οργανικές σχέσεις με την ελληνική κοινωνία, τους θεσμούς της, τους φορείς εκπροσώπησής της. Στην αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, τους επιστημονικούς συλλόγους, αλλά και τα διαρκώς μετασχηματιζόμενα κινήματα των εργαζομένων, της νεολαίας, τα κινήματα υπεράσπισης των δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε κοινό βηματισμό με την Προοδευτική Συμμαχία βάζει ξανά τον πήχη ψηλά.

Δεν μπορεί να κάνει όμως αλλιώς, χωρίς να ματαιώσει τις προσδοκίες ευρύτερων κοιωνικών δυνάμεων και στρωμάτων που θέλουν να σφραγίσουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αποτελέσει αυτός τον νέο φορέα εκπροσώπησης τους. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η εκπροσώπηση είναι πάντοτε μερική, υπό δοκιμή και υπό διακύβευση.

Δεν μπορεί παρά να δικαιώσει τις προσδοκίες ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων και στρωμάτων που θέλουν να σφραγίσουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε η μαζικοποίηση της οργανωτικής του δομής, η ταύτισή του με τις ανάγκες των κοινωνικών στρωμάτων που εκπροσωπεί, να τον μετατρέψουν στον νέο φορέα εκπροσώπησής τους.

Αλ. Τσίπρας: Εντολή να μετασχηματιστούμε σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό Αριστερό προοδευτικό κίνημα

Ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος

 

Πριν μπω στο θέμα μας, να δηλώσω για άλλη μια φορά τη συμπαράσταση όλων, όλου του ΣΥΡΙΖΑ, όλων των μελών και των στελεχών μας, στις οικογένειες των θυμάτων της καταστροφής στη Χαλκιδική. Να δεσμευτώ ότι θα κάνουμε ό, τι περνάει από το χέρι μας, χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς, για να συνδράμουμε σε όσους έχουν πληγεί, και να συμβάλουμε στην επούλωση των πληγών τους και στην αποκατάσταση των ζημιών στην περιοχή.

Με την ευκαιρία όμως, κακή ευκαιρία όπως καταλαβαίνετε, ας μου επιτραπεί να σημειώσω, δεν θα ασχοληθώ με θέματα διαχείρισης, θα πω μόνο ότι το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής δεν αποτελεί ένα δυσοίωνο μέλλον. Δεν είναι μια υπόθεση, ένα σενάριο σε κάποιο μέλλοντα χρόνο που δεν μας αφορά.Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ, είναι παρούσα, έχει ήδη αρχίσει, και όσο οι ισχυροί αυτού του κόσμου εξακολουθούν να κλείνουν τα μάτια, εν ονόματι του κέρδους, ή εν ονόματι κάποιων γεωστρατηγικών επιδιώξεων, τόσο αυτή η απειλή θα γιγαντώνεται και η κατάσταση θα γίνεται μη αναστρέψιμη.

Και, βεβαίως, όσο θα υπάρχουν καμπάνιες κομμάτων, που φιλοδοξούν με το σύνθημα «ισχυρή ανάπτυξη» να γίνουν αποδεκτές από τους πολίτες, ένα σύνθημα που παραπέμπει στην άκρατη ανάπτυξη του παρελθόντος που ζήσαμε, αυτής της ανάπτυξης χωρίς ίχνος έγνοιας για τη προστασία του περιβάλλοντος, τόσο θα είμαστε ολοένα και περισσότερο εκτεθειμένοι σε ακραία φαινόμενα και στις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μέρος της πράσινης Αριστεράς, οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο, όλοι όσοι κατανοούν ότι χρειάζεται επειγόντως μια άλλη αντίληψη για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, δεν μπορεί παρά να έχουμε στην πρώτη γραμμή το καθήκον της προστασίας της ζωής και του πλανήτη. Και αυτό το καθήκον πρέπει να διαπερνάει όλη μας την πολιτική και όλη μας τη στάση.

Θα έχω την ευκαιρία, όμως, να αναφερθώ ειδικότερα σε αυτά τα ζητήματα, αυτή την ταυτότητα, την πράσινη ταυτότητα που πρέπει να αναδείξουμε το επόμενο διάστημα.

Ας έρθω, όμως, στο θέμα μας, στην αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος. Και επιτρέψτε μου, πριν ξεκινήσω, να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλα τα μέλη, σε όλα τα στελέχη, στους χιλιάδες φίλους και φίλες του κόμματος, εθελοντές και εθελόντριες, όλοι όσοι δώσαμε αυτή τη μάχη. Μια δύσκολη μάχη. Τη δώσαμε με αποφασιστικότητα, με αυταπάρνηση. Ένα μεγάλο, ένα ειλικρινές, ένα βαθύ ευχαριστώ σε όλους και όλες όσοι, ενάμισι μήνα τώρα, και πριν και στις ευρωεκλογές, κυρίως όμως μετά, έδωσαν αυτή τη μάχη με αυταπάρνηση.

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας νέας περιόδου για τη χώρα. Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα βρίσκονται μπροστά μας. Το κόμμα μας βγήκε από τη κάλπη ισχυρό, ωστόσο οι εκλογές της 7ης του Ιούλη ανέδειξαν πρώτη δύναμη τη Ν.Δ., η οποία σχημάτισε ήδη κυβέρνηση. Μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια στη διακυβέρνηση του τόπου σήμερα, βρισκόμαστε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η Ν.Δ. σημείωσε μια εκλογική νίκη, όμως εμείς καταφέραμε ένα εκλογικό αποτέλεσμα που σχεδόν όλοι είχαν προεξοφλήσει ότι δε μπορούσαμε να πετύχουμε. Καταφέραμε να καλύψουμε 8 ποσοστιαίες μονάδες από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Δεν καταφέραμε, βέβαια, να γυρίσουμε το παιχνίδι. Ωστόσο, οι συνθήκες ολομέτωπης επίθεσης σχεδόν όλων εναντίον μας, κυρίως όμως η συντριπτική παράσταση ήττας για εμάς μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, είχαν διαμορφώσει ένα εξαιρετικά δυσμενές πλαίσιο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο λαός μας, μας έδωσε μια δύναμη ισχυρή, μια δύναμη μεγάλη, ώστε να είμαστε σήμερα σε θέση όχι μόνο να δυσκολέψουμε, αλλά και να ματαιώσουμε σχέδια αντιλαϊκά. Είτε αυτά έχουν βγει από τα συρτάρια και έχουν προαναγγελθεί, είτε άλλα, τα οποία δεν έχουν ακόμα βγει στο προσκήνιο.

Τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησης είναι άλλωστε εξαιρετικά δυσοίωνα. Το μικρό και ευέλικτο σχήμα με τους 51 υπουργούς, περιλαμβάνει σε όλες τις κρίσιμες θέσεις του παλιούς υπουργούς της κυβέρνησης Σαμαρά. Ένα déjàvu, που είμαι σίγουρος ότι ακόμα και όσοι ψήφισαν Ν.Δ. σε αυτές τις εκλογές δεν αντέχουν να βλέπουν. Και ένα σχήμα με 51 υπουργούς και με μόλις 5 γυναίκες, γιατί, όπως εξήγησε ο κ. Μητσοτάκης, «οι γυναίκες δεν είναι πρόθυμες να αναλάβουν ευθύνες κυβερνητικές». Είναι φαίνεται πιο πρόθυμες να κάνουν τις βασικές δουλειές στο σπίτι, αλλά όχι να αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες.

Αυτό το λέω για να μην ξεχνιόμαστε και νομίζουμε ότι δεν υπάρχει πια αντίστιξη ανάμεσα στη πρόοδο και στη συντήρηση. Υπάρχει, και είναι μεγάλη.

Είδαμε, επίσης, σε αυτή την κυβέρνηση, τους ανθρώπους του ΣΕΒ και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων να καταλαμβάνουν θέσεις κλειδιά. Τον άνθρωπο του ΣΕΒ, σε ρόλο συντονιστή των υπουργών. Τους λεγόμενους τεχνοκράτες, να έχουν πλημμυρίσει τα υπουργεία. Τον εκπρόσωπο της Lamda Development, στις διαπραγματεύσεις με το Δημόσιο για το Ελληνικό, να αλλάζει στολή σε μια μέρα, από τον κ. Μητσοτάκη, και να γίνεται εκπρόσωπος του Δημοσίου, απέναντι στην εταιρία του. Ο λύκος δηλαδή τάχθηκε για να φυλάγει τα πρόβατα.

Εδώ, όμως, έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον σχήμα αφού καταργείται ακόμα και η «παραδοσιακή» σχέση πολιτικής και μεγάλων συμφερόντων. Τα μεγάλα συμφέροντα πλέον αναλαμβάνουν απευθείας τα υπουργεία που τους ενδιαφέρουν και δεν οργανώνουν τις σχέσεις διαπλοκής, όπως στο παρελθόν. Ας το κρατήσουμε και αυτό.

Είδαμε, επίσης, την υπερσυγκέντρωση αυταρχισμού στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στις αρμοδιότητες του οποίου εντάχθηκαν οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, και οι φυλακές. Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Ακόμα και στην Ιταλία του κ. Σαλβίνι δεν συμβαίνει.

Και είδαμε μόλις μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, πώς αντιλαμβάνονται το θεσμό της δικαιοσύνης όλοι όσοι δεν είχαν σταματήσει ούτε στιγμή τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια να κραυγάζουν για δήθεν παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη. Αρνήθηκαν το συναινετικό ορισμό της ηγεσίας της δικαιοσύνης και τώρα έρχονται να ακυρώσουν μια καθόλα νόμιμη και σύμφωνη με τη Συνταγματική τάξη επιλογή για την ηγεσία της δικαιοσύνης. Ανοίγοντας με το καλημέρα πληγή στο σώμα και στην αξιοπιστία του θεσμού, αλλά και απαξιώνοντας άριστους, καθόλα άξιους δικαστές.

Για να συνειδητοποιήσετε το μέγεθος της υποκρισίας, εγώ απλά να σας θυμίσω ότι δεν είχαν σταματήσει να ασκούν κριτική, διότι έξι μήνες μετά την συνταξιοδότησή της, επελέγη ως σύμβουλος στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού, η πρώην αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Έξι μήνες μετά.

Τώρα, έχουμε τον πρώην αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, έξι μέρες μετά, όχι έξι μήνες, να επιλέγεται όχι σύμβουλος, αλλά υπουργός. Και οι ίδιοι οι οποίοι ασκούσαν αυτή την κριτική, βεβαίως, δεν έχουν να κάνουν κανένα σχόλιο γι’ αυτό.

Θέλω, με δυο λόγια, να πω, ότι εδώ βρισκόμαστε κυρίως με βάση το πρώτο θέμα που ανέφερα, δηλαδή την προσπάθεια να επιλεγεί – φαντάζομαι με απολύτως κομματικά κριτήρια- η ηγεσία της Δικαιοσύνης εκ νέου, καταργώντας την συνταγματικά ορθή διαδικασία που ακολουθήσαμε. Επιχειρείται με σαφήνεια μια προσπάθεια χειραγώγησης της Δικαιοσύνης. Και είναι κατ’ εμέ εξηγήσιμη αυτή η απόπειρα. Με τόσες ποινικές υποθέσεις ανοιχτές για νυν υπουργούς, αλλά και για κορυφαίους σπόνσορες της νέας κυβέρνησης, νομίζω είναι φανερό και στον τελευταίο πολίτη ποιος είναι ο στόχος.

Τέλος, μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, προλάβαμε και είδαμε και ένα ακόμα πρωτοφανές από τη μεταπολίτευση και μετά, ο πρωθυπουργός να αναλαμβάνει υπό τον έλεγχό του όχι μόνο την ΕΥΠ, αλλά και την ΕΡΤ, και το ΑΠΕ. Και την ίδια ώρα σπεύδουν και να αναγνωρίσουν τον Γκουαϊδό, αλλά να είναι οι ίδιοι που εφαρμόζουν όλα εκείνα για τα οποία κατηγορούν τον Μαδούρο. Είναι ενδιαφέρον και οξύμωρο.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, αντιλαμβάνεστε ότι μπροστά σε τέτοιες εξελίξεις, το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό είναι ότι δεν έχουμε χρόνο. Δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Δεν ξέρω, προφανώς κάθε κυβέρνηση έχει πίστωση χρόνου, αλλά εγώ δεν αναφέρομαι τώρα στην κυβέρνηση, αναφέρομαι στο πώς θα οργανώσουμε την πάλη μας για να προστατεύσουμε λαϊκές κατακτήσεις, κοινωνικές κατακτήσεις, δημοκρατικές κατακτήσεις και δικαιώματα. Και όλα όσα είδαμε αυτές τις μέρες, φοβάμαι ότι είναι μόνο μια γεύση, ένα δείγμα γραφής μόνογια το τι θα ακολουθήσει.

Η ίδια η πραγματικότητα, λοιπόν, δεν μας παρέχει περίοδο χάριτος. Το καθήκον που μας ανέθεσε ο ελληνικός λαός οφείλουμε να το τηρήσουμε στο ακέραιο, με μόνο κριτήριο το συμφέρον της χώρας και το καλό της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και εκείνων που μας ψήφισαν, αλλά κι εκείνων που δεν μας ψήφισαν.

Το βράδυ των εκλογών, αμέσως μετά την ανακοίνωση από το υπουργείο Εσωτερικών, την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος, πήγα στο Ζάππειο και έκανα μια δήλωση. Είπα ότι 4,5 χρόνια πολεμήσαμε και καταφέραμε πολλά. Με λάθη, με παραλείψεις, αλλά καταφέραμε πολλά, πάντα με το κεφάλι ψηλά. Και ότι και τώρα, με το κεφάλι ψηλά περνάμε στη θέση που μας όρισε ο λαός, στην αντιπολίτευση.

Το είπα γιατί η Ελλάδα που παραδώσαμε στη νέα κυβέρνηση δεν έχει καμιά σχέση με την Ελλάδα που παραλάβαμε εμείς το 2015. Παραλάβαμε μια χώρα στο έλεος της χρεοκοπίας, με άδεια ταμεία, να μην μπορούμε να πληρώσουμε τους μισθούς και τις συντάξεις. Παραλάβαμε μια χώρα με ανεργία στο 28% και μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε συνθήκες φτώχειας και ανθρωπιστικής κρίσης.

Σήμερα η Ελλάδα είναι έξω από τα μνημόνια, χωρίς την τρόικα να είναι πάνω από τα κεφάλια των υπουργών και να καθορίζει πολιτικές, με 37 δις ευρώ στα δημόσια ταμεία, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για 9 συνεχόμενα τρίμηνα, με ανεργία στο 17,5%, με το χαμηλότερο ιστορικά επιτόκιο δανεισμού και κυρίως, μια χώρα με ανακτημένο το κύρος και την αξιοπιστία, τόσο στην Ευρώπη όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Για να φέρουμε τη χώρα ως εδώ, ναι, είναι αλήθεια, πήραμε δύσκολες, πολύ δύσκολες, ειδικά για εμάς πολύ δύσκολες, αποφάσεις. Αναλάβαμε με θάρρος και αίσθημα εθνικής ευθύνης πολιτικό κόστος, για αυτές τις αποφάσεις.

Ένα μέρος του ελληνικού λαού προσδοκούσε από μας πιο γρήγορη και πιο αισθητή βελτίωση της ζωής του. Ωστόσο, αποδείχθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα ότι τελικά πολύ ένα μικρό μέρος όλων αυτών των πολιτών απομακρύνθηκε ή μετακινήθηκε εκλογικά από την κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό είναι αξιόλογο και αξιοσημείωτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπολείπεται μόλις 140.000 ψήφους από την εκλογική νίκη του Σεπτέμβρη του 2015. Μόλις 3,9% σε ποσοστό.

Όταν, λοιπόν, σε επιλέγουν στη κάλπη ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες πολίτες, δηλαδή σχεδόν ένας στους τρείς από όσους πολίτες πήγαν να ψηφίσουν, τότε μόνο για στρατηγική ήττα δεν δικαιούται κανείς να μιλά.

Η εκλογική επικράτηση της Ν.Δ. είναι ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο, ωστόσο η πολυπόθητη για τους αντιπάλους μας στρατηγική μας ήττα αποδείχθηκε όνειρο θερινής νυκτός. Όχι απλά αντέξαμε, αλλά με την εμφατική υπογραφή ενός μεγάλου τμήματος του λαού μας, παραμένουμε σήμερα η μεγάλη δύναμη της δημοκρατίας, και της προόδου στο τόπο μας.

Το βράδυ εκείνο των εκλογών μίλησα όμως, επίσης, και για εκλογικό δάνειο, όπως το χαρακτήρισα, που πήραμε το 2015, που σήμερα γίνεται συνειδητή ψήφος και ταυτόχρονα εντολή μετασχηματισμού. Θέλω να μου επιτρέψετε σήμερα να εξηγήσω τι εννοούσα και τι εννοώ.

Το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε την ψήφο ενός πολύ μεγάλου μέρους, του 35,5 36%του ελληνικού λαού. Όλοι γνωρίζαμε ότι δεν κέρδισε και την εμπιστοσύνη αυτού του κόσμου. Κυρίως, ενός κόσμους προερχόμενου από την ευρύτερη προοδευτική και δημοκρατική παράταξη, από τον ευρύτερο προοδευτικό και δημοκρατικό χώρο. Και όχι μόνο. Ήταν μια ψήφος απαίτησης για ανατροπή, αλλαγής, ελπίδας, ήταν μια ψήφος δοκιμής και ήταν και μια ψήφος η οποία ερχόταν ως αποτέλεσμα της πιο σκληρής κοινωνικής λεηλασίας που έζησε ποτέ ο τόπος στην ιστορία του, από το ’10 έως και το Γενάρη του ’15.

Η προχθεσινή ψήφος ήταν τελείως διαφορετική. Το εκλογικό δάνειο του 15,τηνπερασμένη Κυριακή έγινε επένδυση όχι δάνειο, επένδυση της δημοκρατικής και προοδευτικής Ελλάδας στον ΣΥΡΙΖΑ. Ένα εκατομμύριο οχτακόσιες χιλιάδες πολίτες αυτή τη φορά όχι για να φύγουν οι προηγούμενοι, όχι από απόγνωση και ελπίδα ταυτόχρονα, αλλά γνωρίζοντας και τις δυνατότητες αλλά και τα λάθη και τις παραλείψεις μας, πολύ συνειδητά πιστεύω, μας έδωσαν εμπιστοσύνη.

Η εμπιστοσύνη τους θα μπορούσε να ιδωθεί και ως συμβόλαιο για το αύριο της χώρας, μαζί μας. Μαζί μας, και μαζί τους. Συμβόλαιο να εκπροσωπήσουμε τα όνειρα, τις ανάγκες, τις αγωνίες, τα συμφέροντα αυτού του τόπου. Συμβόλαιο, αλλά και εντολή, να μετασχηματιστούμε με γοργά βήματα, από ένα κόμμα οργανωτικά μικρό, με τεράστια όμως εκλογική επιρροή, σε ένα κόμμα που θα μπορεί να χωρέσει και οργανωτικά τις αγωνίες αυτού του κόσμου. Από ένα κόμμα που, πρέπει να το παραδεχτούμε, οργανωτικά μετά βίας μπορεί σήμερα να χωρέσει και να σηκώσει τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ του 5%, να μετασχηματιστούμε σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό αριστερό, προοδευτικό κίνημα με βαθιές ρίζες και ισχυρούς δεσμούς στον εργαζόμενο λαό και στη κοινωνία.

Βλέπω το σύνθημα στη πλάτη του Προεδρείου. Αλλάζουμε, δυναμώνουμε, προχωράμε. Και μένω στην πρώτη λέξη. Αλλάζουμε. Αλλάζουμε; Πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο, πιστεύω ότι είναι πολύ επαναστατικό, πιστεύω ότι είναι πολύ ριζοσπαστικό να μπει ένα τέτοιο σύνθημα στην Κεντρική μας Επιτροπή.

Γιατί ακόμα κι εμείς, που είμαστε κατεξοχήν φορέας αλλαγής στην ελληνική κοινωνία και στην πολιτική σκηνή, ακόμη και εμείς έχουμε έναν αυθόρμητο, έναν ανθρώπινο, έναν πηγαίο φόβο μπροστά στην προοπτική της δικής μας αλλαγής.

Και θέλω σήμερα να απευθυνθώ στην Κεντρική Επιτροπή όσο πιο καθαρά, όσο πιο ειλικρινά, όσο πιο επεξηγηματικά μπορώ, τουλάχιστον για το τι εγώ έχω στο μυαλό μου, τι εννοώ, τι πιστεύω και τι προτείνω.

Κάθε φορά, όλα αυτά τα χρόνια, τα δύσκολα χρόνια της μάχης και κυρίως έχοντας όλοι μέσα στο βάθος της ψυχής μας και την ενοχή ενός δύσκολου συμβιβασμού που αποδείχθηκε ότι ήταν τελείως σωστός και δικαιωθήκαμε για αυτόν τον δύσκολο συμβιβασμό, τις μέρες του ΄15,, που δεν προτιμήσαμε να κρατήσουμε τα χέρια μας αμόλυντα, να κρατήσουμε τα χέρια μας καθαρά και τα λάβαρά μας ψηλά, αλλά να αφήσουμε την κοινωνική πλειοψηφία να πάει στον Καιάδα. Και βάλαμε τα χέρια μας στις ακαθαρσίες όλων των προηγούμενων και καθαρίσαμε τα άπλυτα μιας 20ετίας και βγάλαμε τη χώρα από τη χαράδρα της χρεοκοπίας. Και το κάναμε, κυρίως, έχοντας στο μυαλό μας τους αδύναμους, αυτούς που εκπροσωπούμε.

Όταν λοιπόν κουβαλούσαμε στο βάθος της ψυχής μας, όλα αυτά τα χρόνια, αυτή την ενοχή και μας έλεγαν, αλλάξατε, επικριτικά, με μομφή, εμένα πάντοτε μου έρχονταν –και το είπα και σε μια συνέντευξη που έδωσα στην Εφημερίδα των Συντακτών- ιστορίες, ιστορία του κυρίου Κόινερ του Μπρεχτ, που συνάντησε έναν γνωστό του και του είπε: Μα, εσείς δεν αλλάξατε καθόλου. Και ο κύριος Κόινερ χλόμιασε, είπε ένα ωχ, γιατί κατάλαβε ότι είχε γίνει ήδη μνημείο του εαυτού του.

Αλήθεια λοιπόν αλλάζουμε, είναι το ερώτημα; Έχουμε τη δύναμη να αλλάζουμε; Δεν είναι εύκολο.

Όταν παρουσιάζαμε το πρόγραμμά μας στο Μέγαρο Μουσικής τώρα, μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές και πριν ξεκινώντας –ήταν ίσως η πιο δύσκολη μέρα, διότι έπρεπε να κάνουμε επανεκκίνηση, να ξεκινήσουμε ξανά, να σταθούμε στα πόδια μας μετά από ένα δύσκολο εκλογικό αποτέλεσμα. Αν θυμάστε, έκλεισα την ομιλία μου με τη φράση ότι η Αριστερά δεν ήρθε στην κυβέρνηση απλά και μόνο να διαχειριστεί την κρίση. Τη διαχειριστήκαμε σωστά, αλλά εμείς δεν θα πάρουμε τα εύσημα γιατί είμαστε καλοί διαχειριστές. Και εξήγησα ότι κυβερνήσαμε τρεισήμισι χρόνια με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, αναγκασμένοι να υλοποιήσουμε ένα πρόγραμμα που δεν ήταν δικό μας, και ποτέ δεν το υιοθετήσαμε. Αλλά ήταν ένα σχέδιο σωτηρίας.

Το σχέδιό μας, το κυβερνητικό σχέδιο της Αριστεράς είναι, όχι να διαχειριστεί, να τα αλλάξει όλα. Και ζήτησα από τον ελληνικό λαό να το σκεφτεί αυτό και να μας δώσει εντολή, όχι να διατηρήσουμε αυτό το κράτος, τις γραφειοκρατικές του δομές, αλλά να τα αλλάξουμε όλα.

Ήρθε ένας σύντροφος, μετά στο τέλος της ομιλίας μου, και μου είπε. Καλό είναι αυτό που λες, αλλά έπρεπε να πεις να αλλάξουμε πρώτα εμείς, για να πείσουμε τον ελληνικό λαό και την κοινωνία ότι είμαστε έτοιμοι να τα αλλάξουμε όλα.

Ακούστε: Κατά την άποψή μου είναι επαναστατικό πράγμα η αλλαγή. Είναι επαναστατική δύναμη η δύναμη της αλλαγής. Θέλω να ξεκαθαρίσω, όμως, για να μη παρεξηγηθούμε. Ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε τις αξίες μας, ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε τις ιδέες μας, ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε τις αρχές μας. Ζητούμενο είναι να αλλάξουμε τη φόρμα για να υπηρετήσουμε καλύτερα αυτές τις αξίες και αυτές τις αρχές, και ζητούμενο είναι να αλλάξουμε και τις συμπεριφορές μας.

Το βράδυ των εκλογών, λοιπόν, μίλησα για εντολή μετασχηματισμού, και σήμερα οφείλω να σας ξεκαθαρίσω τι εννοώ όταν μιλάω για μετασχηματισμό.

Εννοώ αγαπητοί μου σύντροφοι, όσο κι αν αυτό ενδεχομένως κάποιους από εμάς εδώ να τους τρομάζει, εννοώ αυτό ακριβώς που κατάλαβε η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που με άκουσε. Εννοώ να τολμήσουμε να επιχειρήσουμε να φτιάξουμε το κόμμα μας ξανά από την αρχή. Να μην φοβηθούμε να επανιδρύσουμε το κόμμα μας. Να κάνουνε restart. Να κρατήσουμε τις αξίες μας, τις ιδέες μας, τα οράματά μας. Να τα εμπλουτίσουμε. Να κρατήσουμε τις ρίζες μας, αλλά να μην φοβηθούμε να γίνουμε δέντρο, όχι να παραμείνουμε θάμνος. Δέντρο με ρίζες βαθιές και δυνατές, αλλά και με τα κλαδιά του να ανοίγονται δεξιά και αριστερά, και να σκεπάζουν όλον τον προοδευτικό και δημοκρατικό κόσμο.

Σήμερα, το κόμμα μας έχει ένα πολύ μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων. Τα οργανωμένα μέλη του, όμως, αντιστοιχούν μόλις και μετά βίας στο 2% των ψηφοφόρων. Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτε. Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια και να επαναπαυθούμε και να πούμε, 32% μας έδωσε ο ελληνικός λαός, προχωράμε, εμείς είμαστε οι καλύτεροι. Δεν μπορούμε να κάνουμε ότι αυτό δεν είναι μια πραγματικότητα.

Ό,τι και να μου πείτε, στο τέλος της ημέρας αυτός ο συσχετισμός δεν είναι αριστερό πράγμα, πώς να το πω αλλιώς; Μας οδηγεί σε έναν ιδιότυπο ελιτισμό. Να κρατάμε μέσα στο ιερό τους λίγους, τους ικανούς, τους μυημένους να παίρνουν τις αποφάσεις, και έξω το εκκλησίασμα. Έξω, όλη αυτή την μεγάλη μάζα των ανθρώπων που μας ακολουθούν.

Αυτή η συνθήκη πρέπει να αποφασίσουμε ότι πρέπει να τελειώσει. Το πώς, είναι μια ιστορία που πρέπει να τη συζητήσουμε. Δεν είναι εύκολο, αλλά πρέπει να αποφασίσουμε ότι αυτή η συνθήκη πρέπει να τελειώσει. Και η γνώμη μου είναι ότι θα τελειώσει μόνο αν πάρουμε θαρραλέες αποφάσεις. Μόνο αν τολμήσουμε να σπάσουμε τα τείχη και να ξανακτίσουμε από την αρχή όλο μας το κόμμα, όλη μας την προσπάθεια.

Σας ζήτω να προβληματιστούμε σήμερα. Σας ζητώ να σκεφτούμε τον τρόπο για να το κάνουμε αυτό. Δεν έρχομαι σήμερα με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Αλλά έρχομαι να σας ζητήσω να ανοίξουμε έναν μεγάλο και γόνιμο διάλογο χωρίς προκαταλήψεις, που στις αρχές του Σεπτέμβρη θα καταλήξει και σε συγκεκριμένες αποφάσεις.

Σας καλώ με σαφήνεια, όμως, να τολμήσουμε. Σας προτρέπω να μην φοβηθούμε να μολυνθούμε από τον λαό του ΣΥΡΙΖΑ. Να μην φοβηθούμε να τα θέσουμε όλα υπό την κρίση του, ακόμη και τους ίδιους τους εαυτούς μας.

Και αυτό που σας προτείνω, επαναλαμβάνω, δεν είναι να βάλουμε νερό στο κρασί μας. Ούτε να υποστείλουμε τις σημαίες των ιδεών μας. Αλλά να κάνουμε τις σημαίες αυτές πιο έντονες, πιο πολύχρωμες, πιο επαναστατικές πιο μαχητικές.

Και οι σημαίες μας σήμερα αν θέλουμε να είναι επαναστατικές δεν μπορούν να είναι μόνο κόκκινες, αλλά και πράσινες. ‘Όχι πράσινες που κοιτάνε στο χθες. Όχι πράσινες από το χρώμα του ΠΑΣΟΚ. Κανένας δεν θέλει να γίνει ΠΑΣΟΚ, ούτε και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ που ονομάστηκε αλλιώς, δεν θέλει να είναι ΠΑΣΟΚ. Αλλά πράσινες από το χρώμα της οικολογίας, που είναι το αύριο της Αριστεράς.

Σας καλώ λοιπόν να ξεκινήσουμε μια πλατιά συζήτηση, που να ξεκινήσει και να καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις.

Και να μην φοβηθούμε σ’ αυτή τη συζήτηση να πούμε πώς θέλουμε να είναι το κόμμα μας, και πώς θέλουμε να είναι η ταυτότητά του.Εγώ σήμερα απλά θα προσπαθήσω, πριν κατέβω απ’ αυτό το βήμα, να σας δώσω ένα μικρό περίγραμμα, όχι τέλειο προφανώς, όχι ολοκληρωμένο, ένα περίγραμμα των σκέψεών μου.

Εγώ λοιπόν πιστεύω ότι θέλουμε, πρέπει να θέλουμε, ένα κόμμα πρώτα και κύρια μαζικό. Με μέλη που θα αριθμούν τουλάχιστον, λέω εγώ, στο 10% των ψηφοφόρων μας. Μπορούμε; Πιστεύω ότι μπορούμε, αν το προσπαθήσουμε.

Θέλουμε ένα κόμμα νεανικό. Έβλεπα σήμερα τα αποτελέσματα των exitpolls. 38% στις ηλικίες 17-24, 39% στους φοιτητές, 36% στις ηλικίες 24-34. Κι όμως δεν έχουμε μια οργάνωση νεολαίας που να αντιστοιχεί ούτε στο ελάχιστο σ’ αυτά τα μεγέθη, Ούτε φοιτητές, ούτε στο χώρο των Πανεπιστημίων. ‘Άρα λοιπόν, είναι προτεραιότητα να προσπαθήσουμε να αντιστοιχηθούμε με αυτό το μαζικό ρεύμα στη νέα γενιά που ξανά και ξανά είπε ΣΥΡΙΖΑ, και το ΄15 και σήμερα.

Τρίτον. Θέλουμε ένα κόμμα λαϊκό. Είμαστε πρώτη δύναμη στις λαϊκές γειτονιές της Αττικής. Στη δυτική Αθήνα, στη Β του Πειραιά, σε όλες τις λαϊκές γειτονιές. Δεν γίνεται σ’ αυτές τις λαϊκές γειτονιές να παίρνουμε ποσοστά 40% και να μην έχουμε μαζικές οργανώσεις, να μην έχουμε γραφεία παντού, σε κάθε λαϊκή γειτονιά, ο ΣΥΡΙΖΑ να μην είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, των δράσεων, της παρέμβασης, της καθημερινότητας αυτών των πολιτών.

Θέλουμε, επίσης, ένα κόμμα δημοκρατικό και σύγχρονο. Με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Βρισκόμαστε στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Είναι πολλοί σύντροφοι εδώ που τους αγαπώ, που πέρασαν τα δύσκολα, τα πέτρινα χρόνια της παρανομίας, που έφτιαχναν οργανώσεις στο ΚΚΕ και στο ΚΚΕ Εσωτερικού παλιότερα με τριάδες, και δεν ήξερε ο ένας τον άλλον. Δεν είμαστε σε αυτή την εποχή σήμερα όμως. Σήμερα μπορεί να κινητοποιείται κόσμος μέσα από το διαδίκτυο. Σήμερα μπορεί να αξιοποιηθεί η ψηφιακή τεχνολογία για τη δράση αλλά και για τη συμμετοχή των μελών μας στις αποφάσεις, με πιο άμεσες και δημοκρατικές διαδικασίες. Πρέπει να ανιχνεύσουμε τέτοιους τρόπους.

Θέλουμε, όπως είπα πριν, ένα κόμμα με ισχυρή ταυτότητα. Με όραμα και στόχο τον σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία. Ας μην φοβόμαστε να πούμε αυτή τη λέξη. Με όραμα και στόχο την άρση της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Θέλουμε ένα κόμμα αριστερό πραγματικά. Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη. Μια Αριστερά που να υπερασπίζεται τους μη προνομιούχους και να μην το βάζει στα πόδια στα δύσκολα, αλλά να είναι εκεί για να παλεύει για αυτούς. Μια Αριστερά που θα πολεμά στηνπράξη τις κοινωνικές ανισότητες, που θα δίνει φωνή σε όσους δεν έχουν φωνή.

Θέλουμε, όπως είπα πιο πριν, ένα κόμμα πράσινο. Με ισχυρή περιβαλλοντική ταυτότητα. Με πρόγραμμα για τον οικολογικό μετασχηματισμό της οικονομίας.

Θέλουμε, τέλος, ένα κόμμα που θα αποτελεί κύριο εκφραστή της προοδευτικής παράταξης στον τόπο μας.

Η μεγάλη προοδευτική παράταξη της Αριστεράς στην οποία θα μπορέσουν να χωρέσουν όλοι. Αριστεροί ριζοσπάστες, αριστεροί σοσιαλιστές, δημοκράτες κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, οικολόγοι πράσινοι αλλά και πολίτες προερχόμενοι από το δημοκρατικό κέντρο.

Αυτά εγώ σκιαγραφώ, αν θέλετε, πολύ επιγραμματικά, ως άξονες του τι θέλω και του τι θέλουμε. Το μεγάλο ερώτημα, όταν καταλήξουμε συλλογικά στο τι θέλουμε, είναι πώς το οικοδομούμε.

Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε μια πλατιά διαδικασία ανοίγματος και εγγραφής νέων μελών.

Η επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει ντε φάκτο με τον πολλαπλασιασμό των μελών μας, που θα μας οδηγήσει σε μια αναδιοργάνωση των οργανώσεών μας, ανασυγκρότηση των οργανώσεών μας και σε ένα νέο συνέδριο, σε ένα συνέδριο επανίδρυσης, με τα χιλιάδες αυτά μέλη όμως, με πλατιές δημοκρατικές διαδικασίες όπου θα τεθούν στην κρίση των μελών μας τα πάντα. Από την ταυτότητα ως το οργανωτικό μοντέλο, το πρόγραμμα και το καταστατικό.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, με αυτές τις ειλικρινείς σκέψεις, πιστεύω ότι δίνω αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο το επόμενο διάστημα. Δεν σας ζητώ να πάρουμε σήμερα τις αποφάσεις. Σας καλώ, όμως, να μη φοβηθούμε να τολμήσουμε. Σας καλώ να μην αμελήσουμε, εν ονόματι οπουδήποτε δισταγμού, αυτό το ιστορικό για τον ΣΥΡΙΖΑ καθήκον, να μην κρυφτούμε πίσω από παλιές οχυρώσεις, για να αποφύγουμε τις νέες προκλήσεις. Και να μην παραβλέψουμε στην πορεία αυτή και όλα όσα μας πλήγωσαν το προηγούμενο διάστημα. Διότι, θέλουμε όλα αυτά που σας είπα για το κόμμα, αλλά θέλουμε και ένα κόμμα με ισχυρούς κανόνες δεοντολογίας, συμπεριφοράς. Των μελών, αλλά και των στελεχών, που θα είναι γι’ όλους αυτοί οι κανόνες. Διότι και πριν τις εκλογές, και στις εκλογές, υπήρξαν συμπεριφορές που μας πλήγωσαν.

Να συντονίσουμε, λοιπόν, το βήμα μας στις απαιτήσεις των προοδευτικών πολιτών. Περιμένουν από εμάς γενναίες αποφάσεις. Είναι εδώ, και μας στηρίζουν με αγωνία. Για να θυμηθώ μια ιστορική φράση για όλα αυτά τα μεγάλα βήματα, που μπορεί χτες να ήταν νωρίς, αλλά σίγουρα αύριο θα είναι αργά, πρέπει να προχωρήσουμε τώρα. Ο δρόμος είναι βεβαίως δύσκολος, αλλά όχι πρωτόγνωρος για την Αριστερά. Θα αλλάξουμε μαχόμενοι. Θα οργανώνουμε τη δημοκρατική αντίσταση, οργανώνοντας μέσα στους αγώνες τον νέο, μαζικό, λαϊκό και μαχητικό ΣΥΡΙΖΑ. Οι ίδιοι οι αγώνες του λαού μας, θα γίνουν κινητήρας της αλλαγής μας, και η αλλαγή μας θα γίνει ο κινητήρας των νέων μεγάλων αγώνων του λαού μας.

Σας ευχαριστώ θερμά.