Skip to main content

Συντάκτης: admin

Αλ. Τσίπρας: Συμπερίληψη αλλά και κανόνες για έναν ανοικτό και ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

 

Θέλω, συντρόφισσες και σύντροφοι, να εκφράσω τις ευχαριστίες μου και στους τρεις συντρόφους που, σε συνεργασία βεβαίως με την Π.Γ., ανέλαβαν την ευθύνη να διαμορφώσουν το κείμενο του απολογισμού, που έχετε σήμερα στα χέρια σας. Και θέλω να τους ευχαριστήσω διότι έκαναν μια πολύ ουσιαστική δουλειά, δύσκολη δουλειά, μια δουλειά που θα συνεχιστεί το επόμενο διάστημα.
Πιστεύω όμως ότι η σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής δεν είναι άλλη μια συνεδρίαση. Αντίθετα, θα έλεγα -και είναι χωρίς υπερβολή αυτό- ότι είναι μια ιστορική συνεδρίαση και είναι μια συμβολική στιγμή αυτή εδώ.
Διότι, σήμερα συζητάμε τον απολογισμό μιας ιδιαίτερα μακράς και πυκνής περιόδου, όχι μόνο τον απολογισμό της Κ.Ε. από τότε που εξελέγη, και το συζητάμε στη βάση ενός κειμένου που εκκινεί από το 2012 και από τη μεγάλη πολιτική ανατροπή που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση – δυνάμει κυβερνητικό κόμμα, και μάλιστα απέναντι τότε στα κραταιά κόμματα του παλιού πολιτικού συστήματος
Διατρέχει με αναστοχαστικό πνεύμα το πολύ δύσκολο και ιστορικό πρώτο εξάμηνο του 2015 και την περίοδο εκείνη της σκληρής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές.
Και καταλήγει σε μια αναλυτική και σε βάθος αποτίμηση της διακυβέρνησής μας από τον Σεπτέμβρη του 2015 μέχρι και τον Ιούλη του 2019.
Και μιλώ για μια ιστορική και συμβολική στιγμή γιατί, όπως είπε και ο Γ. Δραγασάκης, είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα που ένα κόμμα που κυβέρνησε τον τόπο, και μάλιστα για τεσσεράμισι κρίσιμα χρόνια, έχει το πολιτικό θάρρος, την τόλμη, την πολιτική γενναιότητα να αποτιμήσει όχι την διακυβέρνηση κάποιου άλλου κόμματος, του αντίπαλου κόμματος, αυτό είναι το εύκολο, αλλά τη δική του διακυβέρνηση. Τη δική του πολιτική πορεία.
Και το κάνουμε αυτό, όπως είπα, με τόλμη και με αυστηρή αυτοκριτική διάθεση.
Να τονίσουμε τις επιτυχίες, τις νίκες, τις ορθές επιλογές αλλά να επισημάνουμε και τις αστοχίες, τις αδυναμίες, ακόμα και τις ενδεχόμενες παρεκκλίσεις από τον στρατηγικό μας προσανατολισμό.
Διότι, ακριβώς επειδή η πολιτική είναι διαρκής μάχη, ένας διαρκής αγώνας, η πορεία κάθε κόμματος, κάθε συλλογικού υποκειμένου, κάθε πολιτικού φορέα, καθορίζεται πάντοτε και χωρίς εξαίρεση και από τον συσχετισμό δύναμης, τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό. Άρα και ο προσανατολισμός, ο στρατηγικός προσανατολισμός είναι πάντοτε υπό διακύβευση.
Και κάθε τι που συμβαίνει στην πολιτική είναι ακριβώς αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων. Πολιτικών, ιδεολογικών και οικονομικών δυνάμεων. Και ακριβώς αυτόν τον συσχετισμό πιστεύω μελετά και προσδιορίζει το κείμενο του απολογισμού μας.


Και πρέπει να είμαστε και είμαστε περήφανοι που εμείς πρώτοι εγκαινιάζουμε αυτή τη διαδικασία, δημιουργώντας ένα ιστορικό προηγούμενο που ελπίζουμε ότι θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια για τη βελτίωση της ίδιας της δημοκρατίας στη χώρα μας αλλά και για την αναβάθμιση της έννοιας της συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική ζωή, τις σχέσεις δηλαδή των πολιτών με την πολιτική.
Θέλω να επισημάνω ότι αυτός δεν είναι ένας απολογισμός που κοιτά προς τα μέσα. Δεν είναι ενδοσκόπηση, ούτε είναι, όπως είπε ο Γιάννης, αυτομαστίγωμα, ούτε είναι μια μελαγχολική αποτίμηση ή αυτοκριτική.
Έχει το βλέμμα στραμμένο στον κόσμο, έχει το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία, στους εργαζόμενους, στους αριστερούς, στους προοδευτικούς, στους δημοκράτες πολίτες που κουράστηκαν, αν θέλετε, με αυτή την αυταρέσκεια των κομμάτων εξουσίας, την αυτάρκεια, την αλαζονεία των παλιών πολιτικών δυνάμεων.
Που, ως γνωστόν, δεν τόλμησαν ποτέ να αποτιμήσουν αυτοκριτικά το παρελθόν τους. Παρά μόνο κουκούλωσαν, εξαφάνισαν, αποσιώπησαν, λησμόνησαν τις δικές τους περιόδους διακυβέρνησης.
Και το έκαναν σκόπιμα. Όχι γιατί δεν θέλανε να μπούνε στη βάσανο. Διότι σκοπός τους δεν είναι ο κοινωνικός μετασχηματισμός, δεν είναι η δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας. Άρα, δεν έχουν και λόγο αναστοχασμού.
Θέλουν να επενδύσουν και επενδύουν πάντοτε στη λήθη. Διότι δεν τους ενδιαφέρει να μην κάνουν τα παλιά «λάθη». Το αντίθετο μάλιστα. Περιμένουν να γυρίσουν στην εξουσία ακριβώς για να τα ξανακάνουν. Επειδή δεν τα θεωρούν λάθη. Αλλά αναγκαία συνθήκη και σκοπό της πολιτικής τους.
Έτσι λοιπόν δεν είδατε και δεν πρόκειται να δείτε ποτέ, λέω εγώ, συλλογικές αποτιμήσεις για κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας μας. Ούτε για τη διακυβέρνηση Σημίτη, Καραμανλή, Παπανδρέου αργότερα, Παπαδήμου, Σαμαρά. Ούτε θα δείτε και για τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται, πολύ πιο σύντομα από όσο φανταζόμασταν αρχικά, θα έρθει η ώρα και της δικής τους αποτίμησης.
Δεν θα επισημανθούν εκεί πολιτικά λάθη, επιτυχίες και αποτυχίες.
Απλώς, μετά την ήττα, θα επιδοθούν στην αποδόμηση του πρώην αρχηγού, όλοι όσοι τον ζητωκραύγαζαν πριν και η ζωή θα συνεχιστεί.
Με έναν και μόνο στόχο: τη διαχείριση και αναπαραγωγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Τη νομή της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων που αυτή τους προσφέρει.
Εμείς λοιπόν δεν έχουμε ούτε αυτή την κουλτούρα, ούτε αυτή την στοχοθεσία. Και μέσα από αυτή την τολμηρή ανοιχτή, δημόσια συζήτηση για τα λάθη και τα σωστά, πιστεύω ότι όχι μόνο δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, όχι μόνο θα γίνουμε καλύτεροι συνειδητοποιώντας τα αδύναμα σημεία μας, αλλά έτσι θα αποδείξουμε και στην πράξη για άλλη μια φορά ότι δεν είμαστε το ίδιο με το παλιό πολιτικό σύστημα, δεν είμαστε το ίδιο με τη δεξιά.
Είμαστε κόμμα εξουσίας, ναι, αλλά όχι ενσωματωμένο στο δικό τους σύστημα εξουσίας.

Η Αριστερή και Δημοκρατική μας παράδοση μας επιβάλει μια άλλη κουλτούρα, ένα άλλο ήθος και μια άλλη ποιότητα εσωκομματικής δημοκρατίας. Και αυτό το διαφορετικό ήθος, η διαφορετική ποιότητα της εσωκομματικής δημοκρατίας προδικάζει και ένα διαφορετικό όραμα για την ποιότητα της δημοκρατίας που εμείς επιθυμούμε συνολικά για τον τόπο.

Διαφορετικό όραμα για την αλλαγή της κοινωνίας, για την ισότητα, την αλληλεγγύη, την κοινωνική δικαιοσύνη.

Από αυτή τη σκοπιά, λοιπόν, καταθέτουμε σήμερα αυτό το ιστορικό, πολιτικό ντοκουμέντο, ως βάση, και όχι ως τελική απόφαση, ως βάση για έναν πλούσιο διάλογο στις οργανώσεις και στα μέλη μας, αλλά και σε όλη την ελληνική κοινωνία συνολικά, όχι μόνος τις οργανώσεις μας.

Γιατί εμείς επιθυμούμε αυτό τον διάλογο να μην τον κλείσουμε σε τέσσερις τοίχους, αλλά να τροφοδοτήσουμε μια ανοιχτή συζήτηση ευρύτερα στην ελληνική κοινωνία που, επαναλαμβάνω, θα μας κάνει καλύτερους, ικανότερους, ισχυρότερους.

Ξέρω βεβαίως ότι το επόμενο διάστημα πολλά θα γραφτούν και θα ειπωθούν. Ήδη γράφτηκαν και ειπώθηκαν. Από στρατευμένους δήθεν διανοούμενους αλλά και από πολιτικούς μας αντιπάλους. Αναφέρθηκαν και οι προηγούμενοι εισηγητές.

Ο κ. Μητσοτάκης χθες επιχείρησε πρώτος να ειρωνευτεί αυτή τη διαδικασία του διαλόγου που εκκινούμε. Και τόλμησε να μιλήσει για απολογία του ΣΥΡΙΖΑ.
Νομίζω ότι πήρε την απάντηση που του αξίζει.

Γιατί, πράγματι, πάει πολύ να μας κουνάνε και το δάχτυλο αυτοί που έχουν την ευθύνη της χρεοκοπίας της χώρας. Και τη βαριά ευθύνη της κυβερνητικής διαχείρισης που βύθισε τον ελληνικό λαό στο πιο πυκνό σκοτάδι.

Και πήρε την απάντηση ότι, αν πραγματικά κάποιος οφείλει απέναντι στον ελληνικό λαό να απολογηθεί για εκείνα τα χρόνια, είναι αυτοί που τον οδήγησαν στη χρεοκοπία τον ελληνικό λαό, και είναι η παράταξη του. Όχι μόνο για εκείνα τα χρόνια αλλά και για πιο πριν. Όχι μόνο για τη χρεοκοπία και τα μνημόνια, αλλά και για τα ρουσφέτια, τις μίζες, τα δώρα, τις εξυπηρετήσεις συμφερόντων, τον λαϊκισμό, την πατριδοκαπηλία, την καλλιέργεια του μίσους και του ρατσισμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα απολογηθεί, αλλά θα μάθει από τα λάθη και τις παραλείψεις της πρώτης φοράς Αριστερά.

Και θα το κάνει αυτό ακριβώς επειδή πρώτιστο καθήκον της περιόδου είναι να προετοιμαστούμε κατάλληλα για τη δεύτερη φορά.

Θα κοιτάξουμε λοιπόν κατάματα τις αδυναμίες και τις δυσκολίες. Και δεν θα διστάσουμε έναν ειλικρινή και συντροφικό διάλογο. Που όχι μόνο δεν θα σκιάσει τα κατορθώματά μας, αλλά θα τα αναδείξει ακόμη περισσότερο.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε μια χώρα χρεοκοπημένη και κατάφερε να την οδηγήσει στην έξοδο από τα Μνημόνια και την επιτροπεία. Και αυτό είναι ιστορικό δεδομένο. Δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έβαλε τέλος στο καθοδικό υφεσιακό σπιράλ και σε μια δύσκολη συνθήκη έδωσε αγώνα και κατάφερε να κρατήσει την κοινωνία όρθια. Ούτε αυτό μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Είναι ιστορικά αδιαμφισβήτητο.

Και ακριβώς επειδή είναι ιστορικά αδιαμφισβήτητο, οι αντίπαλοι μας διαρκώς επιχειρούν να διαγράψουν τη διακυβέρνηση 2015-2019 και εστιάζουν την κριτική τους αποκλειστικά στο πρώτο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης. Προσπαθούν να διαγράψουν ότι έγιναν εκλογές τον Σεπτέμβρη και ανανεώσαμε την στήριξη του ελληνικού λαού σε ένα πλαίσιο και ζητήσαμε μια εντολή στη βάση μιας δύσκολης συμφωνίας. Και συγκρίνουν όλα όσα διεκδικούσαμε πριν με όλα όσα καταφέραμε να κάνουμε μετά.

Όμως, το έχω πει και θα το ξαναπώ: χωρίς εκείνη τη σκληρή διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου, δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσαμε να έχουμε την προοπτική να ολοκληρώσουμε το πρόγραμμα, να βγούμε από τα μνημόνια. Δεν ήταν κάτι δεδομένο η έξοδος της χώρας από την επιτροπεία. Όπως δεν ήταν δεδομένο και δεν τελείωσε το πρώτο πρόγραμμα και ακολούθησε δεύτερο, το δεύτερο στο τρίτο. Μην είστε σίγουροι και βέβαιοι, καθόλου δεν είμαι εγώ ότι η χώρα, με ένα χρέος τεράστιο και με σημαντικές εγγενείς αδυναμίες, θα ήταν σε θέση να ολοκληρώσει με επιτυχία ένα πρόγραμμα και να βγει από την σκληρή αυτή επιτήρηση και επιτροπεία.

Και πιστεύω ακράδαντα ότι οι βάσεις τέθηκαν εκεί διότι, παρά τον συμβιβασμό του καλοκαιριού, ήταν εκείνη η διαπραγμάτευση και η σύγκρουση που ανέδειξε το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ. Και μετέτρεψε -σας μιλώ για την μεγάλη εικόνα, θα μπω αργότερα ίσως σε λεπτομέρειες- αλλά η μεγάλη εικόνα ποια είναι; Ότι αυτή η σύγκρουση ανέδειξε το έλλειμμα αυτό και μετέτρεψε την Ελλάδα, στη διεθνή κοινή γνώμη, από το μαύρο πρόβατο που ήταν μέχρι τότε, σε μια χώρα που διεκδικεί το δίκιο της
Και τους Έλληνες, τον ελληνικό λαό, από τους δήθεν τεμπέληδες που θέλουν να ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους, με δανεικά, σε αυτούς που άδικα πλήρωσαν το μάρμαρο της ευρωπαϊκής τραπεζοκρατίας και της κρίσης που οι ευρωπαϊκές τράπεζες δημιούργησαν.

Δεν είναι αυτή η εικόνα η μεγάλη;

Και η διαπραγμάτευση αυτή ήταν που δημιούργησε και τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ρωγμές στην Ευρώπη, πάνω στις οποίες πατήσαμε μετά και τις διευρύναμε μετά. Που μας έδωσαν τη δυνατότητα να κάνουμε συμμαχίες μετά, για παρεμβάσεις υπέρ της κοινωνίας που ανακούφισαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες παρά τη Μνημονιακή συνθήκη που για 3 χρόνια ήμασταν υποχρεωμένοι να έχουμε.

Και αναφέρομαι στις παρεμβάσεις στην Υγεία, με την ένταξη 2,5 εκατομμυρίων συμπολιτών μας στο σύστημα Υγείας δωρεάν μέχρι τις παρεμβάσεις για την οικοδόμηση μιας ισχυρής προνοιακής πολιτικής.

Και από τα κοινωνικά μερίσματα του 2016, 2017 και 2018 μέχρι τις παρεμβάσεις κόντρα στην απορύθμιση της αγοράς εργασίας, καταφέραμε να κάνουμε αυτό που είχαμε δεσμευθεί τον Σεπτέμβριο του 2015. Δεν ήταν εύκολο. Ήταν πολύ δύσκολο. Με σύγκρουση το καταφέραμε, αλλά το κάναμε. Να εφαρμόσουμε, δηλαδή, στα διάκενα του Μνημονίου ένα παράλληλο πρόγραμμα που τελικά κράτησε την κοινωνία όρθια.

Και μετά το τέλος αυτού του δύσκολου δρόμου, από τον Αύγουστο του 2018, αποκτήσαμε την πολιτική και οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουμε σε βαθιές τομές που ακουμπούσαν πλέον στον δικό μας αξιακό πολιτικό μας πυρήνα.

Με τον πρώτο επεκτατικό προϋπολογισμό μετά από μια δεκαετία και με μέτρα ελάφρυνσης και ενίσχυσης πάνω από 2 δις για το 2019, όταν βγήκαμε από τα μνημόνια, στοχευμένα σε εκείνα τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα που πλήρωσαν το μάρμαρο της κρίσης. Γιατί αυτά τα στρώματα πλήρωσαν το μάρμαρο της κρίσης και όχι το ευγενές στρώμα των τραπεζιτών, όπως μας ενημέρωσε προχθές ο υπουργός Οικονομικών.

Με τη μείωση, επίσης, τη στοχευμένη μείωση του ΕΝΦΙΑ και του ΦΠΑ, με το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της 13ης σύνταξης, με τις μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών, με το στεγαστικό επίδομα αλλά και με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αμέσως μόλις βγήκαμε. Και με την αύξηση του κατώτατου μισθού, που σήμερα βλέπουμε ότι συνεχίζει να αποτελεί ένα πολύ σημαντικό διακύβευμα ανάμεσα στις δυνάμεις εκείνες που θέλουν να είναι με τους πολλούς, την Αριστερά, και αυτούς που θέλουν να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών.

Γιατί δεν υλοποιεί σήμερα ο κ. Μητσοτάκης την προεκλογική του δέσμευση, για διπλάσια αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης; Γιατί έσπευσε ο ΣΕΒ να βγάλει ανακοίνωση χθες γι’ αυτό το ζήτημα;

Αλλά και πέρα από την οικονομική και κοινωνική πολιτική, η διακυβέρνησή μας είχε σημεία τομής για τα οποία μπορούμε σήμερα να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι.

Μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι για την εμβληματική Συμφωνία των Πρεσπών, που τόσο πολέμησε η ακροδεξιά αλλά και ο κύριος Μητσοτάκης επενδύοντας στον εθνολαϊκισμό. Αυτή την επένδυση έχει ήδη αρχίσει να την πληρώνει.

Μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι για την ανθρωπιστική διαχείριση του προσφυγικού, παρά τη μοναξιά μας στην Ευρώπη και παρά τις τεράστιες δυσκολίες που είχαμε.

Μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι για τα μέτρα για τη διεύρυνση των ατομικών δικαιωμάτων: την ταυτότητα φύλου, το σύμφωνο συμβίωσης, την ιθαγένεια στα παιδιά μεταναστών.

Μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι για την αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι επίσης γιατί συγκρουστήκαμε όχι πάντοτε κερδίζοντας τις μάχες, αλλά συγκρουστήκαμε με τη διαπλοκή και την ολιγαρχία.Συγκρουστήκαμε και με τον διαγωνισμό για τις άδειες και με την προσπάθειά μας να βάλουμε κανόνες παντού.

Και είμαστε περήφανοι για αυτό. Γιατί, ξέρετε, πολλές φορές έχει σημασία να πολεμάς ακόμη και αν δίνεις μια μάχη που είναι δύσκολο να την κερδίσεις.

Και το ίδιο ισχύει για τον σκληρό αγώνα που δώσαμε για να αποδοθεί δικαιοσύνη, για να έρθει στην επιφάνεια ο ηθικός εκφυλισμός του παλιού πολιτικού συστήματος.
Μπορούμε να αισθανόμαστε περήφανοι γιατί δεν συγκαλύψαμε, δεν κουκουλώσαμε, δεν αποκρύψαμε τις βρώμικες πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος: Από τη Νοβάρτις και το ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι τις μικρότερες εστίες διαφθοράς του βαθέως κράτους.

Δεν συμβιβαστήκαμε, δεν σιωπήσαμε, δεν αδρανήσαμε.

Για αυτά και για άλλα πολλά, συντρόφισσες και σύντροφοι, μπορούμε να είμαστε και να δηλώνουμε περήφανοι.

Γιατί πιστεύω ότι παρά τις δυσκολίες εν τέλει βρεθήκαμε στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Υπήρξαν όμως και αδυναμίες. Υπήρξαν αστοχίες.

Το κείμενο του απολογισμού μας επιχειρεί να τις εντοπίσει, να τις αναλύσει και να τις εξηγήσει.

Και αποτελεί μια εξαιρετική βάση για έναν πλούσιο διάλογο που πιστεύω ότι θα εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο και πιο δημιουργικά από τα μέλη του κόμματος στην πορεία προς το Συνέδριο.

Ωστόσο, πιστεύω ότι, πέρα από το αυτονόητο για όλους μας, ότι αυτή η συζήτηση θα μας βοηθήσει και θα μας δυναμώσει, πρέπει, λέω εγώ, από το Συνέδριό μας και από αυτή τη διαδικασία του διαλόγου και του αναστοχασμού, να βάλουμε και ως στόχο να προβούμε σε κάποια συλλογικά συμπεράσματα. Και να απαντήσουμε, εγώ θα έλεγα, κάποια κρίσιμα ερωτήματα.

Εγώ έχω δύο κρίσιμα ερωτήματα. Δύο κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν μεν το χθες, αλλά που η προβολή τους είναι ευθέως στο αύριο:

Πρώτο ερώτημα: Πώς θα καταφέρουμε τη δεύτερη φορά η Αριστερά, πώς θα καταφέρουμε κερδίζοντας τις εκλογές, αυτή τη φορά να αναλάβουμε την ευθύνη και τον έλεγχο, όχι μόνο των κυβερνητικών θέσεων, όχι μόνο των υπουργείων, αλλά και κρίσιμων αρμών της εξουσίας; Είναι ένα ερώτημα αυτό.

Και δεύτερο ερώτημα: Πώς θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε, με δεδομένες τις δεσμεύσεις μας στην ΕΕ, αλλά που τώρα πια είμαστε εκτός μνημονίων και άρσης κυριαρχίας, πώς θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων και μεγάλων τομών, που θα αλλάξει προς το καλύτερο τη ζωή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας;

Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσουμε, αν θέλουμε να έχει ένα ουσιαστικό και πρακτικό αποτέλεσμα επωφελές για την επόμενη μέρα όλη αυτή η σπουδαία διαδικασία του απολογισμού.

Και πρέπει να απαντήσουμε σ’ αυτά πρώτον γιατί η αριστερά δεν θέλει την εξουσία για την εξουσία. Αλλά για να αλλάξει τις συνθήκες της ζωής των πολλών. Για να προχωρήσει δηλαδή σ’ αυτούς τους αναγκαίους μετασχηματισμούς στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Και, δεύτερον, γιατί τη δεύτερη φορά δεν θα υπάρχει δικαιολογία, καμία.

Ούτε δεν ήξερα θα υπάρχει, ούτε δεν υπολόγισα θα υπάρχει. Τώρα τα ξέρουμε όλα. Και οφείλουμε να τα υπολογίσουμε όλα.

Μπορούμε, λοιπόν, να κυβερνήσουμε τη δεύτερη φορά εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικό, μεγάλων τομών προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, όταν σε κρίσιμα ερωτήματα, που όλους μας απασχολούν δεν έχουμε δώσει απαντήσεις και δεν έχουμε βρει λύσεις;

Μπορούμε για παράδειγμα, να εφαρμόσουμε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα προς όφελος της πλειοψηφίας, αν δεν απαντήσουμε ή ακόμη χειρότερα αν θεωρήσουμε de facto αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα:

Τι κάνουμε με τις τράπεζες, τα κόκκινα δάνεια, για την προστασία των δανειοληπτών;

Τι κάνουμε με την ΤτΕ, όταν συστηματικά και με σχέδιο υπονομεύει την κυβέρνηση και την κυβερνητική πολιτική που έχει ψηφίσει ο ελληνικός λαός;

Τι κάνουμε με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς όταν οι ίδιοι αποτελούν εστίες διαφθοράς και κράτος εν κράτει;

Τι κάνουμε με τη δημόσια διοίκηση, όταν υπάρχουν θύλακες δολιοφθοράς του κυβερνητικού έργου που ο ελληνικός λαός έχει ψηφίσει, της κυβέρνησης που ο λαός έχει επιλέξει;

Τι κάνουμε με τους εκπροσώπους της διαπλοκής και του παλιού πολιτικού συστήματος μέσα σε κρίσιμες δομές εξουσίας, κρατικές δομές;

Τι κάνουμε με τους ολιγάρχες που κατέχουν μονοπωλιακές θέσεις στα μέσα ενημέρωσης;

Αυτά όλα είναι κρίσιμα ερωτήματα. Και δεν είναι θέματα, ξέρετε, που αφορούν μόνο ένα κόμμα.

Είναι θέματα που αφορούν την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Διότι, δημοκρατία είναι όταν αποφασίζει ο λαός και εκλέγει μια κυβέρνηση, αυτή η κυβέρνηση να μπορέσει να εφαρμόσει το σχέδιό της.

Κρίσιμα ζητήματα δημοκρατίας.

Όταν για παράδειγμα εμείς απολογούμασταν για το Μάτι και σήμερα η φυσική ηγεσία για τους χειρισμούς της οποίας τότε απολογούμασταν, σήμερα η τότε φυσική ηγεσία δουλεύει σε θέσεις πολιτικού προϊσταμένου για τον πολιτικό μας αντίπαλο, σημαίνει ότι και τότε που κυβερνούσαμε εμείς δούλευε για τον πολιτικό μας αντίπαλο. Στη δική μας πλάτη, όμως. Και σε θέσεις κρίσιμης ευθύνης.

Θέτω αυτό το παράδειγμα γιατί είναι το πιο προφανές. Υπάρχουν δεκάδες άλλα και πιο κρίσιμα, πολύ πιο κρίσιμα απ’ αυτό, σε πιο κρίσιμες θέσεις, αλλά ενδεχομένως όχι τόσο προφανή, όπως αυτό που έθεσα πριν.

Ποια είναι λοιπόν η απάντηση σε όλα τα παραπάνω; Η απάντηση δεν μπορεί φυσικά παρά να είναι: Κανόνες, διαφάνεια, αξιοκρατία. Δεν υπάρχει άλλη απάντηση.

Σύμφωνοι, σύντροφοι, καμία αντίρρηση. Κανόνες διαφάνεια αξιοκρατία στην επιλογή των στελεχών σε όλους τους κρίσιμους τομείς, αφού όμως, θα πω εγώ, ξηλώσεις τη σαπίλα που σε τρώει σαν το σαράκι. Αφού τη ξηλώσεις την σαπίλα, κανόνες, διαφάνεια, αξιοκρατία. Όχι στην κομματοκρατία. Όχι στους κομματικούς εγκάθετους. Όχι στις λογικές του παλιού πολιτικού συστήματος. Αλλά, αφότου όμως καταφέρεις να καθαρίσεις το πεδίο απ’ αυτούς που δουλεύουν εναντίον σου.

Αν αυτό δεν το συνειδητοποιήσουμε, συντρόφισσες και σύντροφοι, κι αν νομίζουμε ότι γενικά η διακυβέρνηση, και μάλιστα όχι από μια δύναμη εναλλαγής αλλά από μια δύναμη που επιδιώκει ριζοσπαστικές τομές προς όφελος των πολλών και άρα εις βάρος ισχυρών συμφερόντων, αν λοιπόν πιστεύουμε ότι η διακυβέρνηση δεν μια σφοδρή σύγκρουση με τα συμφέροντα αλλά είναι μια εκδρομή στο δάσος, να ξέρετε ότι δεν θα μπορέσουμε να κυβερνήσουμε ούτε τη δεύτερη φορά.

Και τότε, επαναλαμβάνω, δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία.

Νομίζω λοιπόν ότι αυτός διάλογος, ανοιχτός, ειλικρινής και χωρίς ιδιοτέλειες είναι απόλυτα αναγκαίος.

Και είναι αναγκαίος πρώτα απ’ όλα για να διατηρηθεί ο ριζοσπαστικός προσανατολισμός του κόμματός μας.

Είναι αναγκαίος για να δώσουμε απαντήσεις σε καίρια ζητήματα, για να γίνουμε καλύτεροι και ισχυρότεροι, ώστε το κόμμα μας να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να αναλάβει τις ευθύνες της χώρας ξανά. Με στόχο την ριζοσπαστική αλλαγή και όχι την εναλλαγή, όπως λένε τώρα.

Γιατί το δικό μας κόμμα είναι ακριβώς αυτό. Όχι ένας αυτοσκοπός, αλλά το όχημα της αλλαγής της κοινωνίας, το όχημα για να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο που θα αντιπαρατεθεί με όλα εκείνα τα συμφέροντα που σήμερα υποστηρίζουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι ανίκανη να διαχειριστεί εύκολα ζητήματα, πόσο μάλλον δύσκολα και κρίσιμα. Αλλά την υποστηρίζουν διότι συμπυκνώνει τα δικά τους τα συμφέροντα.

Πιστεύω λοιπόν ότι ήδη έχουν δημιουργηθεί οι αντικειμενικές προϋποθέσεις ή διαμορφώνονται σιγά-σιγά, ώστε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο πολιτικό και κοινωνικό που θα αντιπαρατεθεί με την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη.

Πρώτα απ’ όλα διότι έχω εκπλαγεί με τη μοναδική ταχύτητα με την οποία η κυβέρνηση αυτή έχει διαψεύσει μετεκλογικά τον προεκλογικό της εαυτό. Αλλά και τη μοναδική ταχύτητα που αποδεικνύεται ότι η πολιτική της κυβέρνησης επαναλαμβάνει όλα εκείνα που έφεραν τη χώρα στον γκρεμό, δηλαδή όλες τις αιτίες που μας οδήγησαν στην κρίση. 

Και πιστεύω ότι το πολιτικό σκηνικό, πολύ πιο σύντομα από ό,τι φανταζόμασταν τον Ιούλιο, θα είναι ρευστό, είναι ήδη σήμερα εξαιρετικά ρευστό, άλλωστε.

Παρά το ότι αφήσαμε μια οικονομία στρωμένη, υπάρχουν κάποιες σταθερές, δυστυχώς για τη χώρα θα πω, που καθιστούν κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη μετέωρη.

Η πρώτη σταθερά είναι η τυφλή πρόσδεση του κ. Μητσοτάκη και της ΝΔ συνολικά, όμως, στον ύστερο, φθαρμένο, διαβλητό, υπό αμφισβήτηση σήμερα σε όλο τον κόσμο, νεοφιλελευθερισμό. Και η συνακόλουθη γοητεία που ασκούν στην ελληνική κυβέρνηση κάποιες αντικοινωνικές, ακροδεξιές απόψεις και πρακτικές.

Η πρώτη σταθερά που καθιστά κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη μετέωρη.

Και η δεύτερη είναι η παντελής ανικανότητα που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Από το προσφυγικό μέχρι το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, κι από τις διεθνείς σχέσεις μέχρι τη διαχείριση των πιο απλών προβλημάτων.

Και, ξέρετε, αυτή η ανικανότητα παράγει ανασφάλεια και παράγει και κινδύνους για τη χώρα.

Αυτή η πολιτική κατάσταση, με τους προβλέψιμους κινδύνους αλλά και με τις απρόβλεπτες στροφές που επιφυλάσσει στη χώρα, είναι που πρέπει να μας κάνει να έχουμε εγρήγορση, δεν μας επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και σήμερα, μόλις 7 μήνες μετά την εκλογική του ήττα, σε άλλες συνθήκες βέβαια από χθες, η μεγάλη ελπίδα κοινωνικής αντίστασης και πολιτικής αλλαγής.

Χάρη στην ψήφο του ελληνικού λαού, είμαστε η κύρια δύναμη της μεγάλης αριστερής προοδευτικής, δημοκρατικής, παράταξης, ο κορμός της δημοκρατικής παράταξης. Και άρα πρέπει να αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο.

Η φθορά της κυβέρνησης διαμορφώνει αντικειμενικές συνθήκες για τη δημιουργία μαζικών κοινωνικών αντιστάσεων στις πολιτικές της.

Άρα, οι εξελίξεις μπορούν να είναι ραγδαίες το επόμενο διάστημα.

Τα πρώτα μηνύματα που αφορούν το προσφυγικό, μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων, τη νεολαία αυτό δείχνουν. Η κοινωνία θέλει και εμείς πρέπει να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις και τις προκλήσεις.

Τι να κάνουμε λοιπόν;

Ήδη από το καλοκαίρι και το βράδυ των εκλογών έδωσα το μήνυμα για να ξεκινήσουμε μια μεγάλη πορεία προς τον λαό. Μια πορεία ανασυγκρότησης, διεύρυνσης και μετασχηματισμού.

Αυτή την επιλογή την υπερασπίζομαι και θα την υπερασπιστώ στην πορεία προς το συνέδριο, διότι τη θεωρώ αναγκαία συνθήκη ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να ανταποκριθεί στις περιστάσεις των καιρών.

Να οργανώσει δηλαδή μια πλατειά, κοινωνική, μαχητική και παρεμβατική αντιπολίτευση.

Να δώσει τη μάχη των ιδεών.

Αλλά και να διαμορφώσει ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών πολιτικών αλλαγών και κοινωνικού μετασχηματισμού.

Είναι μια επιλογή αναγκαία, διότι το κόμμα μας πρέπει να αποκτήσει βαθιές ρίζες και οργανικές σχέσεις με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, σε όλα τα πεδία και τους θεσμούς.

Να εκφράσει τις προσδοκίες και τις ανάγκες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αλλά και να μπορεί να τις μετασχηματίσει.

Διότι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία και τον κόσμο του δεν πρέπει να παραμείνει σχέση μονοσήμαντη και σχέση εξωτερικότητας.

Πρέπει ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος που εμπιστεύτηκε τον ΣΥΡΙΖΑ, που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ και στηρίχτηκε απ’ αυτόν να γίνει και ο ίδιος οργανικό μας κομμάτι.

Να αναδιαμορφώσει, να συμμετάσχει, να έχει λόγο και δύναμη σε αυτό που τον αφορά. Και τον αφορά η πορεία μας, οι στόχοι μας, ο προσανατολισμός μας.

Και για να φτιάξουμε ένα τέτοιο κόμμα, ένα μαζικό αριστερό, δημοκρατικό και προοδευτικό κόμμα πρέπει και να ανασυγκροτηθούμε και να διευρυνθούμε και να μετασχηματιστούμε.

Να ανασυγκροτηθούμε οργανωτικά. Να διευρυνθούμε πολιτικά. Να μετασχηματιστούμε κοινωνικά.

Το τελευταίο διάστημα έχει ξεκινήσει μια συζήτηση άχαρη, λίγο, και μονοσήμαντα στο εσωτερικό του κόμματος γύρω από οργανωτικά θέματα ή γύρω από λέξεις. Και νομίζω ότι είναι μια συζήτηση που μας αδικεί.

Δεν συμφωνούμε όλοι ότι είναι αναγκαία η οργανωτική μας ανασυγκρότηση; Συμφωνούμε.

Δεν συμφωνούμε όλοι ότι είναι αναγκαία η πολιτική διεύρυνση με δυνάμεις από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία μέχρι την αριστερά της αριστεράς; Συμφωνούμε.
Δεν συμφωνούμε όλοι ότι είναι αναγκαίος ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα ανοιχτό και μαζικό με βαθιές ρίζες στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία; Να αντιστοιχηθεί δηλαδή με τον κόσμο που τον στηρίζει και να γίνει κόμμα των λαϊκών τάξεων και της νεολαίας; Πιστεύω ότι συμφωνούμε όλοι σ’ αυτό.

Διότι σήμερα μπορεί να καταφέρνουμε να εκφράζουμε και να εκπροσωπούμε μεγάλα τμήματα των λαϊκών τάξεων και της νεολαίας στις εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά δεν είμαστε ακόμη το κόμμα των λαϊκών τάξεων και της νεολαίας. Πρέπει να γίνουμε.

Γνωρίζω πολύ καλά εγώ που τα λέω αυτά και ίσως με μια αισιοδοξία, με έναν βερμπαλισμό πολλές φορές, διότι πιστεύω στην αισιοδοξία της βούλησης, γνωρίζω πολύ καλά ότι το κομματικό φαινόμενο περνάει κρίση. Τα κόμματα δεν είναι τόσο ελκυστικά όσο ήταν παλιότερα. Ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη. Για να γίνουμε λοιπόν ελκυστικοί, πρέπει να πειραματιστούμε, να σκεφτούμε, να ακούσουμε, να ανιχνεύσουμε τα σημεία των καιρών.

Αν, όπως λένε οι αναλύσεις μας, είναι σωστό ότι ο χώρος και ο χρόνος έχουν κατακερματιστεί, αν είναι σωστό ότι οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού έχουν υποστεί τεράστιες μεταμορφώσεις και μετασχηματισμούς σε σχέση με τις κοινωνίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα όταν διαμορφώθηκαν τα μεγάλα, τα μαζικά κόμματα είτε της αριστεράς, είτε της σοσιαλδημοκρατίας, αν όλα αυτά είναι σωστά στις αναλύσεις μας, τότε δεν είναι σωστό ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτές τις μεταμορφώσεις;

Δεν είναι σωστό ότι πρέπει να προσαρμόσουμε τη δράση και τα εργαλεία μας σε αυτούς τους μετασχηματισμούς;

Δεν είναι σωστό ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε τα νέα εργαλεία επικοινωνίας;

Ότι πρέπει να αποκεντρωθούμε, επιτρέψτε μου την έκφραση, να απεδαφικοποιηθούμε; Να είμαστε δηλαδή σε διαρκή κίνηση και όχι σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χώρο;
Και αν αυτό το επιχειρήσουμε και το πετύχουμε, εντέλει δεν θα είναι ο πιο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός που έχουμε πετύχει ποτέ για την υπόθεση της κομματικής συλλογικότητας στον αιώνα μας; Θα είναι. Μια πρωτοπόρος εξέλιξη για όλη την Ευρώπη θα είναι.

Αυτή είναι λοιπόν η πρότασή μου. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Εύκολη; Όχι. Δύσκολη. Αλλά αυτή είναι η πρότασή μου. Αυτός είναι ο προσανατολισμός που εισηγούμαι και στη Κεντρική Επιτροπή και στην πορεία προς το συνέδριο.

Ένα κόμμα σε διαρκή κίνηση, που δεν θα είναι όμως ένα κόμμα ασπόνδυλο. Θα είναι ένα κόμμα των κοινωνικών ριζωμάτων και των ριζοσπαστικών πολιτικών αξιών και στόχων.

Μου λένε κάποιοι, καλοπροαίρετα, στις ανοιχτές συνελεύσεις που πηγαίνω σε όλη την Ελλάδα: Μήπως όμως σύντροφε, ανοίγοντας τις πόρτες μας στον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ, αναρριχηθούν σε θέσεις κομματικής ευθύνης και πρόσωπα με ιδιοτελείς σκοπούς και στόχους;

Μην το υποτιμήσουμε αυτό το ερώτημα. Είναι ένα κρίσιμο ερώτημα και είναι ειλικρινές. Που όμως, θα έλεγα εγώ, δεν αφορά, είναι άδικο να λέμε ότι αφορά μόνο αυτούς που έρχονται στο κόμμα σήμερα. Αλλά και αυτούς που είμαστε στο κόμμα εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Και το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο με δύο τρόπους. Ο πρώτος, νομίζω προσπάθησε να τον δώσει ο Γιάννης Δραγασάκης στην εισήγησή του. Είπε, να φύγουμε από το συνέδριο όχι μόνο με σχέδιο δράσης, αλλά και σχέδιο για το κόμμα. Δηλαδή τι εννοώ εγώ; Κανόνες, σύντροφοι. Κανόνες που θα τους τηρούμε όλοι. Και οι καινούργιοι και οι παλιοί, όλα τα μέλη. Κανόνες. Και το δεύτερο είναι το βάθεμα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Άρα, κανόνες και δημοκρατία.

Το κόμμα μας πρέπει να ανοίξει. Δεν αποτελεί αυτό μια πολιτική πρωτοβουλία αλλά είναι ιστορική αναγκαιότητα και υποχρέωσή μας θα έλεγα απέναντι στην ιστορία του αριστερού και προοδευτικού κινήματος αλλά και στις ανάγκες της κοινωνίας.

Να έρθουν, λοιπόν, όλοι ανεξαιρέτως όσοι δηλώνουν ότι συμφωνούν με τις αρχές της ιδρυτικής μας διακήρυξης, του ΣΥΡΙΖΑ και της Προοδευτικής Συμμαχίας. Να έρθουν αλλά να γνωρίζουν ότι υπάρχουν κανόνες λειτουργίας. Και εδώ, επαναλαμβάνω, το πρόβλημα αυτό αφορά όλους.

Αναφέρθηκα λίγο πριν στη διακήρυξη. Η διακήρυξη έχει δώσει απαντήσεις, νομίζω, σε όλα τα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα. Και είναι μια διακήρυξη η οποία εγκρίθηκε, ψηφίστηκε ομόφωνα από τη ΚΕ, στην προηγούμενη συνεδρίασή της.

Και με δεδομένη την πολιτική μας συμφωνία στα μείζονα, αυτά της διακήρυξης, πιστεύω ότι πρέπει να ολοκληρώσουμε κάποιες αποφάσεις σε οργανωτικά ζητήματα ή ζητήματα συμβολικού χαρακτήρα, που βεβαίως δεν τα υποτιμώ, αλλά πρέπει να ολοκληρώσουμε διότι πιστεύω ότι με δεδομένη τη συμφωνία μας στα μείζονα της διακήρυξης η γενίκευση μιας άχαρης εσωτερικής συζήτησης μας αδικεί.

Πιο συγκεκριμένα: Η συζήτηση για το όνομα του κόμματος.

Υπάρχει κανείς σήμερα που να ισχυρίζεται ότι το μπραντ ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ισχυρό και ότι πρέπει να αλλάξει; Εγώ δεν έχω ακούσει κανέναν.

Αυτό όμως που οφείλουμε όλοι να κατανοήσουμε είναι ότι σε μια πορεία συνέχειας αλλά και τομής, η τομή αυτή πρέπει να αντικατοπτρίζεται και στον τίτλο του κόμματος.
Ας δούμε τι λέει η διακήρυξη, που ψηφίσαμε ομόφωνα: «Όλες και όλοι εμείς, άνθρωποι με διαφορετικές παραδόσεις –διαβάζω τη διακήρυξη- αριστεροί, σοσιαλιστές, αγωνιστές και αγωνίστριες του κομμουνιστικού, του οικολογικού και του φεμινιστικού κινήματος, προοδευτικοί δημοκρατικοί πολίτες του κέντρου, όλοι μείς.

Διακηρύσσουμε τη πρόθεση μας να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να οικοδομήσουμε την Αριστερά της εποχής μας. Και καλούμε όλους τους Δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες να ενταχθούν στον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία»..

Αυτό ψηφίσαμε, ομόφωνα. Η διακήρυξη που ψηφίσαμε ομόφωνα, με δυο λόγια, καλεί όλους τους προοδευτικούς πολίτες να ενταχθούν στις γραμμές μας. Όχι μόνο τους ριζοσπάστες της αριστεράς, αλλά και τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες, ακόμα και του κέντρου. Ακούστε τι ψηφίσαμε. Και προφανώς το πιστεύουμε όλοι αυτό.
Εγώ μάλιστα είμαι και πιο προχωρημένος. Πιστεύω και κάτι ακόμα . Από την εμπειρία μου που έχω βλέποντας αυτόν τον κόσμο στη βάση, ότι η ένταξη στο κόμμα αυτών των ανθρώπων, όχι μόνο δεν θα στρέψει το κόμμα προς τα δεξιά, όπως κάποιοι φοβούνται, ευλόγως ίσως, αλλά αντιθέτως προς τα αριστερά θα το στρέψει. Πιο ριζοσπαστικό θα γίνει το κόμμα.

Ο λαϊκός κόσμος που μας παρακολουθεί είναι πολύ πιο ριζοσπαστικός από όσο ενδεχομένως κάποιοι νομίζουμε ότι είναι.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι μια δική μου προσωπική γνώμη, την οποία την καταθέτω. Η ζωή θα το αποδείξει.

Το θέμα όμως είναι ότι εφόσον όλοι συμφωνήσαμε και συμφωνούμε και για αυτό που λέει η διακήρυξή μας, να εντάξουμε δηλαδή στο κόμμα όλους τους προοδευτικούς και δημοκρατικούς πολίτες, η συζήτηση για το όνομά μας λοιπόν δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη και αυτόν τον κόσμο;

Αυτό το ερώτημα θέλω να θέσω.

Δεν πρέπει αυτός ο κόσμος να αισθανθεί ότι ο τίτλος του κόμματος που αγαπά, γιατί το ψηφίζει τόσα χρόνια, περιλαμβάνει και τις δικές του ανησυχίες; Και πραγματικά πιστεύω ότι με μια τέτοια καλόπιστη συζήτηση δεν θα υπάρξει αντίρρηση σε αυτό.

Όπως άλλωστε δεν υπήρξε αντίρρηση και παλιότερα, όταν είχε επιχειρηθεί κάτι τέτοιο. Και μάλιστα όχι για ένα τόσο μεγάλο άνοιγμα, όπως κάνουμε τώρα, αλλά πολύ μικρότερο. Δεν είχαμε προσθέσει το Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο;

Γι’ αυτό και πιστεύω ότι σήμερα πρέπει στα αυτονόητα τουλάχιστον να συμφωνήσουμε για να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Γι αυτό πιστεύω ότι σήμερα πρέπει να πάρουμε στο θέμα αυτό μια ξεκάθαρη απόφαση από την Κ.Ε., ότι θα υπάρξει προσθήκη δίπλα στο όνομα ΣΥΡΙΖΑ, που θα αποφασισθεί βεβαίως σε συνεννόηση και με τους συντρόφους μας που στη πορεία προς το συνέδριο θα ενταχθούν, θα ενσωματωθούν οργανικά και ισότιμα στο κόμμα μας.

Και στην επόμενη ΚΕΑ, θέλω να πιστεύω ότι με πολύ μεγάλη πλειοψηφία να αποφασίσουμε την πρόταση τη συγκεκριμένη για την προσθήκη στην ονομασία που θα επικυρωθεί από το Συνέδριό μας.

Λένε κάποιοι, να ζητήσουμε τη γνώμη των μελών μας γι αυτό. Θα μπορούσαμε να το κάνουμε κι αυτό, αλλά νομίζω ότι θα είχε νόημα μόνο αν θα αποτελούσε ένα ζήτημα μείζονος πολιτικής διαφωνίας. Στον βαθμό που αυτή δεν έχει προκύψει ως τα τώρα και νομίζω ότι δεν θα προκύψει, πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος.

Και θέλω να κλείσω, γιατί ήδη μακρηγόρησα, με ορισμένες παρατηρήσεις και σκέψεις γύρω από το ζήτημα του κόμματος, εννοώ της οργάνωσής του.

Η συμμετοχή των πολιτών στις εκδηλώσεις μας, συντρόφισσες και σύντροφοι, και στις δικές μου ομιλίες αλλά και στις εκδηλώσεις που οργανώνονται με βουλευτές μας και στελέχη μας είναι πολύ μεγάλη. Και ο αριθμός των εγγραφών είναι πολύ μεγάλος. Δεν είναι μικρός και αμελητέος. Και θα έλεγα ότι η συμμετοχή αυτή είναι πρωτοφανής για μια περίοδο μετεκλογική, μετά από ήττα, μάλιστα.

Πρέπει συνεπώς το επόμενο διάστημα και προς την πορεία προς το Συνέδριο να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα για τη συμμετοχή αυτού του κόσμου που έρχεται στις εκδηλώσεις μας στις διαδικασίες μας.

Και πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε και κάποια πράγματα.

Προσπάθησα ακροθιγώς να το θίξω και πριν.

Βρισκόμαστε σε μια διαφορετική εποχή, τόσο σε ό,τι αφορά την κουλτούρα κομματικής ένταξης όσο και σε ό,τι αφορά την ταχύτητα της επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους.

Δεν είμαστε ούτε στην εποχή που κάποιοι σύντροφοι παλιότεροι, βλέπω τον Αλέκο Φλαμπουράρη, μου έχει πει πολλές ιστορίες με τις τριάδες στην παρανομία, που κανείς ήξερε μονάχα άλλους δύο και τον καθοδηγητή, με άλλο όνομα μάλιστα, ούτε στην εποχή που τα μέλη περιμένανε να μάθουν τη γραμμή του κόμματος από την εισήγηση του καθοδηγητή στην οργάνωσή τους. Ούτε σε αυτή την εποχή είμαστε.

Σήμερα, αυτό που απαιτείται είναι τα μέλη μας να έχουν αντικείμενο δράσης, να έχουν χρεώσεις, να έχουν πράγματα να κάνουν, όχι όταν μαζεύονται σε ένα υπόγειο γραφείο, αλλά στην κοινωνία, στους πολιτιστικούς συλλόγους, στους αθλητικούς συλλόγους, στην αυτοδιοίκηση, στα συνδικάτα, στους χώρους δουλειάς. Αυτό απαιτείται σήμερα. Να έχουν αντικείμενο δράσης, χρεώσεις και να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις κορυφαίες αποφάσεις.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε καλύτερα τα σύγχρονα μέσα επικοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε καλύτερα αυτή την προσπάθεια που ξεκινήσαμε με την πλατφόρμα.

Ας δούμε για παράδειγμα, ένα θετικό παράδειγμα θα σας δώσω, είναι των ημερών, επίκαιρο, το παράδειγμα του Μπέρνι Σάντερς στις ΗΠΑ. Είχε και έχει όλα τα συμβατικά μέσα εναντίον του. Σας θυμίζει κάτι αυτό; Μάλλον. Τι έκανε;

Από πολύ νωρίς κατάφερε, μέσω της αξιοποίησης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, να φέρει τον κόσμο κοντά στις απόψεις του, τις ιδέες του, κοντά στα προτάγματά του. Να οικοδομήσει δηλαδή ένα κίνημα τόσο ισχυρό που κανείς δεν μπορεί τώρα να τον αγνοήσει. Και έτσι κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο, και μάλιστα στην μητρόπολη, στην καρδιά του καπιταλισμού, την αριστερή κοινωνική ατζέντα. Μιλάνε στις ΗΠΑ για τον σοσιαλισμό. Εμείς δεν μιλάμε για τον σοσιαλισμό. Και για άλλη μια φορά με αξιώσεις διεκδικεί το χρίσμα για την Προεδρία των ΗΠΑ.

Ξέρετε, δεν είναι μόνο ο Σάντερς. Και οι Ποδέμος και οι Εργατικοί. Είναι πολλά τα παραδείγματα.

Δίδαγμα πρώτο: Αν δεν υπήρχαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή αν δε τα είχε αξιοποιήσει ο Σάντερς και άλλα κινήματα που έχουν καταφέρει να γίνουν πρωταγωνιστικά, δεν θα το πετύχαιναν ποτέ, με όλα τα μέσα, τα θεσμικά μέσα, τα συμβατικά απέναντί τους.

Δίδαγμα δεύτερο: Ας μην φοβηθούμε τον κόσμο. Ας μην φοβηθούμε τη συμμετοχή του κόσμου.

Και, σε κάθε περίπτωση, ας μην βαφτίσουμε και αριστερή τοποθέτηση την φοβία απέναντι στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και στον κόσμο που μας ακολουθεί.

Όσο πιο ανοιχτός, όσο πιο δημοκρατικός, τόσο πιο αριστερός θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ της νέας εποχής. Και το παράδειγμα του Σάντερς αυτό μας το αποδεικνύει.

Εγώ λοιπόν θέλω με ευθύτητα στην Κ.Ε. να εκφράσω τη διαφωνία μου με μία άποψη που είναι καθόλα σεβαστή: Ότι όσοι σύντροφοι εγγράφονται στην πλατφόρμα και θέλουν να συμμετάσχουν στην κομματική μας ζωή -προφανώς και δια ζώσης, στις συγκεντρώσεις και στη δράση μας σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο- αλλά δεν έχουν τον χρόνο ή τη διάθεση να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις των οργανώσεων μας, δεν πρέπει να είναι ισότιμα μέλη, αλλά ενδεχομένως να είναι απλοί υποστηρικτές ή ενδεχομένως να τους θεωρήσουμε υποτιμητικά ως followers, όχι καν υποστηρικτές.

Είναι μια συζήτηση που πρέπει να την κάνουμε με ειλικρίνεια. Το καταστατικό το υπάρχον προβλέπει τους υποστηρικτές. Αλλά εδώ πιστεύω ότι είναι λάθος μεγάλο να υποτιμήσουμε το σπουδαίο εργαλείο του διαδικτύου και a priori να θεωρούμε όσους θέλουν να ενταχθούν, να ενταχθούν γιατί θέλουν να δουλέψουν. Μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να μη θέλουν να δουλέψουν, μπορεί να είναι ένα ποσοστό, στην πορεία μπορεί να το βρούμε αυτό, αλλά αυτοί οι οποίοι θέλουν να ενταχθούν στην κομματική ζωή μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να είναι ενεργά, δρώντα μέλη στους κοινωνικούς χώρους, πιστεύω ότι θα πρέπει να τους ανοίξουμε το δρόμο.

Και ξέρετε κάτι, συντρόφισσες και σύντροφοι, δεν είναι εύκολο εγώ να διακρίνω σε τελική ανάλυση ποιοι και από τα παλιά μας μέλη, που ενδεχομένως έχουν να πατήσουν στις διαδικασίες πολλαπλάσιο χρόνο απ’ ό,τι τα διαδικτυακά μας μέλη, επικοινωνούν, ενημερώνονται, καταθέτουν τη διαθεσιμότητά τους.

Άρα, λοιπόν, εδώ θέλω με ευθύνη να καταθέσω την άποψή μου και την πρότασή μου, ότι πρέπει να είμαστε πιο ανοιχτοί και πιο τολμηροί στο ζήτημα αυτό.
Και κλείνω με το πιο κρίσιμο θέμα, το θέμα της δημοκρατίας.

Όλος αυτός ο κόσμος που μας προσεγγίζει, πιστέψτε με, δεν μας προσεγγίζει γιατί ενδιαφέρεται να συμβάλλει στη διαμόρφωση συσχετισμών εντός του κόμματος την επόμενη μέρα. Ουδόλως, ποσώς τον ενδιαφέρει το ζήτημα αυτό.

Αυτό αφορά μονάχα τους κατοικούντες χρόνια την Ιερουσαλήμ. Κανέναν άλλο έξω από εδώ. Δεν αφορά τον κόσμο.

Αυτοί λοιπόν που έρχονται, έρχονται γιατί θέλουν να συμμετέχουν, γιατί θέλουν να γίνουν κοινωνοί. Γιατί θέλουν να δράσουν μαζί μας. Και γιατί θέλουν να αναλάβουν μερίδιο της ευθύνης στις κρίσιμες αποφάσεις που θα έχουμε να πάρουμε στο μέλλον.

Με δυο λόγια, αν δεν τους δώσουμε χώρο δράσης, αν δεν τους δώσουμε χρεώσεις δουλειάς αλλά και συμμετοχή στις κρίσιμες αποφάσεις, τότε θα τους απογοητεύσουμε.
Άρα η απάντηση σε αυτό μπορεί είναι μια: Ανοιχτό μυαλό και δημοκρατία. Εσωκομματική δημοκρατία. Και τόλμη να προχωρήσουμε μπροστά. Τόλμη να δώσουμε χώρο σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Τόλμη να δώσουμε χώρο σε κρίσιμες αποφάσεις στη βάση του κόμματός μας.

Πιστεύω ειλικρινά ότι η συζήτηση που ανοίξαμε σήμερα τόσο για τον απολογισμό όσο όμως και για όσα θα αποφασίσουμε για τον οδικό μας χάρτη προς το Συνέδριο, είναι ένα αληθινά τολμηρό, πολύ τολμηρό βήμα προς τα εμπρός.

Αυτό το τολμηρό βήμα πρέπει να το ολοκληρώσουμε και θα το ολοκληρώσουμε με επιτυχία στο 3ο συνέδριό μας, που θα είναι συνέδριο συνέχειας αλλά και τομής και που θα δώσει μια προοπτική και στο κόμμα μας και στους δημοκρατικούς, προοδευτικούς πολίτες.

Ευχαριστώ.

Αλ. Τσίπρας: Από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ, μια δύναμη ειλικρίνειας και αλήθειας και από την άλλη η ΝΔ, μια δύναμη κουκουλώματος και εξαπάτησης

Δευτερολογία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ (16/2/2020)

 

.

Α. Φλαμπουράρης: Nα βρούμε επαφή με κάθε κοινωνικό χώρο, στη δουλειά, στη γειτονιά, στη διασκέδαση

Σημεία από την τοποθέτηση στη συνεδρίαση της Κ.Ε. 16/02/2020

Λόγω του γεγονότος ότι ήμουν από τους πρώτους που είχα πει το καλοκαίρι του 2019, ότι δεν ήταν ανάγκη να ξεκινήσει άμεσα η συζήτηση για τον απολογισμό, κι επειδή πολλοί – κυρίως οι αντίπαλοί μας, αλλά όχι μόνο – με παρεξήγησαν και με παρερμήνευσαν, ξαναδιαβάζω μια γραπτή απάντηση που είχα δώσει τότε
«η συζήτηση για τα αίτια της ήττας δεν είναι του παρόντος, πολύ απλά γιατί δεν θα είναι ψύχραιμη, δεν θα είναι σφαιρική και κατά τη γνώμη μου θα κυριαρχείται περισσότερο από υποκειμενισμό και όχι από αντικειμενικότητα, ενόψει μάλιστα μιας εξαιρετικά πυκνής αλλά και επώδυνης πολιτικά διακυβέρνησης. Γνωρίζετε, άλλωστε, ότι ο κύριος στόχος μας είναι να συνδεθούμε οργανικά με το 32% που μας εμπιστεύτηκε. Η διαδικασία αυτή, είναι μια δυναμική συζήτηση για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και αυτή θα κάνει τις ασφαλείς αποτιμήσεις.»

Σ’ αυτούς τους άξονες πιστεύω κινήθηκαν οι σύντροφοι που ανέλαβαν τη σύνταξη αυτού του ιστορικού κειμένου απολογισμού.

Στην κατεύθυνση ενίσχυσης της αντιπολιτευτικής τακτικής μας αλλά και μιας πειστικής προγραμματικής πρότασης, θα ήθελα να θέσω τρία σημεία στα οποία πρέπει να εμβαθύνουμε στην επεξεργασία του.

1. Πρέπει να εμβαθύνουμε στις απαντήσεις μας σχετικά με την παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα αναπτυξιακά εργαλεία, το υπερταμείο, και στο που «κολλούσε» η αναπτυξιακή μας πολιτική. Κι αυτό γιατί χωρίς να μπορέσουμε να δώσουμε λύσεις σ’ αυτά τα θέματα δεν θα μπορούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική μας.

2. Να διερευνήσουμε τις βαθύτερες αιτίες σύμπτυξης του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου, γιατί μόνο έτσι θα γίνει δυνατή η αναγκαία ανατροπή αυτής της ανιστόρητης επιλογής από προοδευτικές δυνάμεις.

3. Στην τεχνική της διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς».

Με δεδομένη την ανάγκη για αντιστοίχιση των μελών του κόμματος με τους ψηφοφόρους μας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι επιδιώκουμε να έρθουν μαζί μας, όσοι/ες αποδέχονται και συμφωνούν με τη διακήρυξη.

Όλοι κι όλες μας λοιπόν «παλιοί» και «νέοι» θα πρέπει να επιδιώξουμε
• να ανανεώσουμε το όραμα της Αριστεράς για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία

• να βρούμε επαφή με κάθε κοινωνικό χώρο, στη δουλειά, στη γειτονιά, στη διασκέδαση κλπ
• να συμμετέχουμε στους κοινωνικούς αγώνες και τα κινήματα

Όσο αυτό το πετυχαίνουμε τόσο η δυναμική μας θα αυξάνει, γιατί αυτό είναι η Αριστερά.

Δημ. Παπαδημούλης: «Θανάσιμος κίνδυνος» η εσωστρέφεια κι ο εσωκομματικός εμφύλιος

Σημεία ομιλίας στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ

Οι σκληρές ομαδοποιήσεις διχάζουν το κόμμα, υποσκάπτουν την εσωκομματική δημοκρατία, ακυρώνουν το κόμμα των μελών, τορπιλίζουν τον ουσιαστικό διάλογο, βλάπτουν καίρια και τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα

«Θανάσιμος κίνδυνος» η εσωστρέφεια κι ο εσωκομματικός εμφύλιος, που απειλούν με αποτυχία το άνοιγμα που έχουμε σχεδιάσει συλλογικά

Στην ομιλία του στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Δημήτρης Παπαδημούλης, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα:

Σημεία από την ομιλία του Δημ. Παπαδημούλη:

• Χάσαμε καθαρά στις εκλογές, αλλά έχουμε τρία ισχυρά ατού: Το 32%, τον αδιαφιλονίκητο Τσίπρα και ισχυρή κοινωνική γείωση (εκλογική, όχι όμως και κομματική).

 

• Η πρόκληση: Να επανέλθουμε με πρόγραμμα και σχέδιο, ισχυρότεροι και ωριμότεροι.

 

• «Θανάσιμος κίνδυνος» η εσωστρέφεια κι ο εσωκομματικός εμφύλιος, που απειλούν με αποτυχία το άνοιγμα που έχουμε σχεδιάσει συλλογικά.

 

• Για τον απολογισμό μας: Καλή βάση το κείμενο, αν και μεγάλο. Καθυστέρησε, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Το βασικό του πλεονέκτημα: Δεν αναλύει την πραγματικότητα υπό το πρίσμα τασικών και προσωπικών σκοπιμοτήτων. Βοηθά στην πολιτική, ιδεολογική και προγραμματική ωρίμανση του κόμματος.

• Προσοχή όμως. Θεωρώ ολέθριο λάθος και πολιτική αυτοκτονία να γίνει ο απολογισμός αφορμή για προσωποποιημένες αντιπαραθέσεις, συντροφικά μαχαιρώματα και νέες αυταπάτες.

 

• Ας το ξεκαθαρίσουμε. Η ευθύνη για την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής είναι συλλογική. Πιο συγκεκριμένα, ο Τσακαλώτος κι ο Χουλιαράκης εφάρμοσαν την πολιτική Τσίπρα στα δημόσια οικονομικά και δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ο Νίκος Παππάς υλοποίησε την πολιτική Τσίπρα για τα ΜΜΕ και προφανώς ο Νίκος Βούτσης, ως Πρόεδρος της Βουλής, λειτούργησε σε πλήρη συνεννόηση με τον Αλέξη Τσίπρα για τα μεγάλα θέματα. Το ίδιο και οι Ξανθός και Πολάκης στην υγεία. Την πολιτική Τσίπρα υλοποίησαν και έκαναν καλή δουλειά ως δίδυμο.

 

• Γι’ αυτό και θεωρώ λανθασμένες και άδικες τις αιχμές του συντρόφου Πολάκη, εναντίον των Ν. Βούτση και Ευ. Τσακαλώτου. Μακριά από εμάς η λογική των αποδιοπομπαίων τράγων.

 

• Για να ανακάμψουμε και να επανέλθουμε στη διακυβέρνηση, χρειάζονται σκληρή συλλογική προσπάθεια, ουσιαστικός και γόνιμος διάλογος και η μέγιστη δυνατή συνοχή και εξωστρέφεια. Δυνατή, πειστική αντιπολίτευση, σύγχρονο προοδευτικό πρόγραμμα, ισχυρό, ανοικτό, δημοκρατικό κόμμα.
Προσωπικά στηρίζω 100% την ανάγκη ανοίγματος του κόμματος εδώ και χρόνια, από τότε που οι απόψεις μου ήταν μειοψηφικές. Γι’ αυτό και προειδοποιώ : Οι σκληρές ομαδοποιήσεις διχάζουν το κόμμα, υποσκάπτουν την εσωκομματική δημοκρατία, ακυρώνουν το κόμμα των μελών, τορπιλίζουν τον ουσιαστικό διάλογο, βλάπτουν καίρια και τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα.

• Ο Αλέξης Τσίπρας είναι αδιαφιλονίκητος ηγέτης μας και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη από «Τσιπροφύλακες».

 

• Προτείνω η ΚΕ:

1) Να εγκρίνει με ψηφοφορία τον απολογισμό ως βάση συζήτησης.
2) Να προτείνει με απόφασή της και ευρύτερη συναίνεση να υπάρξει μια προσθήκη στον τίτλο μας δίπλα στο ΣΥΡΙΖΑ, που να σηματοδοτεί το άνοιγμα που πραγματοποιούμε. Προσωπικά, προτείνω το «Προοδευτική Συμμαχία».
3) Να εγκριθεί από την Κεντρική μας Επιτροπή ο οδικός χάρτης με τα οργανωτικά μέτρα προς το Συνέδριο, που εισηγείται ομόφωνα η Πολιτική Γραμματεία.
4) Να θέσουμε ως πρώτη μας προτεραιότητα το πρόγραμμα και να επιταχύνουμε τη σχετική διαδικασία.

 

Ν. Βούτσης: Η «θεσμική προσήλωση» για την Αριστερά εμπεριέχει συμμετοχή και σεβασμό στις θεσμικές διαδικασίες

Σημεία από την ομιλία στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ 15.02.2020

• Αποδεικνύεται σωστή η επιλογή μας να υπάρξει ανοικτή συλλογική διαδικασία αποτίμησης για την ιστορική πορεία που διανύσαμε ως κόμμα και τη φάση διακυβέρνησης της χώρας. Πέραν όσων αναφέρθηκαν γι’ αυτό το έξοχο κείμενο που αποτελεί οπωσδήποτε βάση για περαιτέρω επεξεργασία σημειώνω ότι αποτελεί ένα σημαντικό όπλο για την Αριστερά στη μάχη της ηγεμονίας για το πολιτικό σύστημα. Επιπλέον αποτελεί μια αναγκαία αντιστοίχηση με πνεύμα αναστοχασμού με την ιστορικότητα διαμορφωμένη μέσα από τις εμπειρίες, τις αξίες μας αλλά και το κρίσιμο μέγεθος του συσχετισμού δυνάμεων. Αποτελεί ωρίμανση για το κόμμα καθώς παράγει ένα ανώτερο επίπεδο συζήτησης και βεβαίως παράγει ένα αντίπαλο υπόδειγμα στις τάσεις αλαζονείας, αυταρχισμού, καθεστωτισμού των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας.

• Καταθέτω και πάλι την αισιοδοξία μου από την επαφή με πάρα πολύ κόσμο στις συγκεντρώσεις που γίνονται στο πλαίσιο αυτής της πρωτότυπης υβριδικής διαδικασίας για τη διαμόρφωση του νέου ΣΥΡΙΖΑ με τα χαρακτηριστικά που έχουμε συμφωνήσει και έχουν αποτυπωθεί στην προγραμματική διακήρυξη. Θέλω να τονίσω ότι με προεξάρχοντα ρόλο του προέδρου του κόμματος από την δήλωση του στις 7 Ιουλίου μέχρι και σήμερα έχουμε κινητοποιηθεί συλλογικά, έχουμε δώσει συνθετικές λύσεις σε όλα τα ερωτήματα που είχαν τεθεί, έχουμε διαμορφώσει από κοινού και με τους συντρόφους της προοδευτικής συμμαχίας έναν πειστικό οδικό χάρτη για τη διεύρυνση, την ανασυγκρότηση, και συμφωνώ για την προσθήκη στον τίτλο του ονόματος του κόμματός μας. Απορρίπτω, στο όνομα των συνθέσεων και των συναινέσεων, συγκρουσιακές αντιλήψεις που οδηγούν σε χαρακώματα, σε κυνήγι μαγισσών και σε αναζήτηση εσωτερικών εχθρών. Ας είναι ένα επιπλέον στοιχείο ανανέωσης και τομής μέσα στη συνέχεια της αριστεράς η απομάκρυνσή μας από τέτοιες λογικές.

• Υπάρχει μία διαφορετική προσέγγιση που εκτιμώ ότι είναι περισσότερο θέμα παρεξήγησης παρά διαφορετικής στρατηγικής αντίληψης και αναφέρομαι προφανώς στο μείζον ζήτημα της ικανότητας διακυβέρνησης και εκδημοκρατισμού του κράτους και των σχέσεων με τις διάφορες εξουσίες. Ένα ζήτημα που όλοι ξέρουμε ότι σφραγίστηκε και από τις μεγάλες δυσκολίες που διαμόρφωσε απέναντί μας το γνωστό αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο.

Πρέπει να μείνουμε σταθερά στη διεκδίκηση της ηγεμονίας και όχι της κυριαρχίας δια της επιβολής. Η “θεσμική προσήλωση” για την Αριστερά γνωρίζουμε ότι εμπεριέχει συμμετοχή και σεβασμό στις θεσμικές διαδικασίες και τις πρόνοιες του Συντάγματος με στρατηγική δημοκρατικής μεταρρύθμισης των θεσμών, δημιουργία νέων θεσμών και ριζοσπαστικής ανανέωσης αντιλήψεων και προσώπων με “κανόνες, διαφάνεια, αξιοκρατία”.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία που δεν αποκλείει ρίξεις και τομές μπορείς “να ξηλώσεις το σαράκι και να καθαρίσεις το πεδίο”. Το ίδιο ισχύει προφανώς και για τις σχέσεις που παράγονται ανάμεσα στις διακριτές, κατά το Σύνταγμα, εξουσίες και για την αντιμετώπιση ιδιαίτερα τόσο των σχέσεων στο “βαθύ κράτος” όσο και με τη δεσπόζουσα σχέση και τις πρακτικές μέσα στην οικονομική ολιγαρχία και την μιντιοκρατία.

Είμαι σαφής, η άποψή μου είναι ότι προφανώς δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά στάδια παρέμβασης για τον εκδημοκρατισμό, δηλαδή πρώτα καθαρίζουμε το τοπίο και ύστερα λειτουργούμε με τους σωστούς κανόνες στις σχέσεις που παράγονται μέσα στο κράτος και σε συνθήκες διακυβέρνησης. Επ’ αυτού άλλωστε τις χειρότερες εξετάσεις δίνει επί επτά μήνες η Νέα Δημοκρατία, παραμένοντας προφανώς πιστή στα δεξιά δόγματα που οδήγησαν σε καθεστωτικές αντιλήψεις, στο πελατειακό σύστημα και βέβαια στη χρεοκοπία της χώρας.

Γ. Δραγασάκης: Προχωρούμε στη διεύρυνση, την ανασυγκρότηση και το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Ομιλία στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ για τον Απολογισμό

Συντρόφισσες σύντροφοι,
Η σημερινή συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Διότι πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, αντικείμενο της είναι ο απολογισμός του ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά της συνολικής εμπειρίας μας.

i. Η αναγκαιότητα

Είχαμε πολλές επιλογές. Μπορούσαμε να αποφύγουμε κάθε απολογισμό στην παρούσα φάση. Όμως τότε θα κυριαρχούσαν οι απολογισμοί και τα αφηγήματα των άλλων, όπως ως ένα βαθμό συμβαίνει ήδη. Για αυτό κάποιοι ενοχλήθηκαν, αιφνιδιάστηκαν ή αντιμετωπίζουν με αμηχανία τον απολογισμό μας∙ επειδή ακριβώς ακυρώνει τα δικά τους αυθαίρετα και γεμάτα διαστρεβλώσεις και ιδιοτελείς σκοπιμότητες αφηγήματα.

Πέραν αυτού, δεν θα είχαμε τη δυνατότητα να αξιολογήσουμε συλλογικά τη μοναδική εμπειρία που είχαμε. Θα αγνοούσαμε τις ανάγκες των μελών και των φίλων του κόμματος να μάθουν και να συζητήσουν το τί έγινε. Και δεν είναι τυχαίο που πολλές οργανώσεις και τμήματα του κόμματος προχώρησαν αυτοβούλως σε απόπειρες απολογισμού. Θα έμενε καθένας με τη δίκη του υποκειμενική αξιολόγηση. Και αντί να μετατρέψουμε τη συλλογική μας εμπειρία σε συλλογική δύναμη για το μέλλον, θα ζούσαμε μια αντιπαράθεση αποσπασματικών απολογισμών ή απολογισμών τάσεων και ομάδων, όπως ήδη είχε αρχίσει να συμβαίνει.

Πολύ περισσότερο που αυτό που ζήσαμε είναι παγκοσμίως σπάνιο, αν όχι μοναδικό∙ καθώς ένα κόμμα -με αγωνιστικές βεβαίως περγαμηνές και κινηματική δράση, αλλά μικρή οργανωμένη δύναμη- επιλέγεται από το λαό, αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση, στη συνέχεια σε κυβέρνηση, και μετά σε μια θέση που του επιτρέπει να διεκδικήσει ξανά την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ο απολογισμός λοιπόν δεν είναι βάρος, αλλά μια μοναδική δυνατότητα, που αν έτσι τον δούμε, μπορεί να γίνει ισχυρή δύναμη ενότητας του κόμματος, σημαντική πηγή μάθησης και ακαταμάχητο όπλο για το μέλλον.

ii. Τί απολογισμό;

Όμως τι απολογισμό χρειαζόμαστε; Είναι η πρώτη φορά που μπορούμε να μιλήσουμε για τη διακυβέρνηση με βάση τη δική μας βιωμένη εμπειρία και όχι τη θεωρία ή εμπειρίες άλλων. Με την έννοια αυτή ότι κάναμε και ότι δεν κάναμε, ότι πετύχαμε και ότι δεν πετύχαμε, τα σωστά και τα λάθη, όλα μας ενδιαφέρουν, διότι όλα μπορούν να βοηθήσουν στον κύριο στόχο μας, και αυτός είναι να αντλήσουμε μαθήματα για το μέλλον. Και για αυτό ο δικός μας απολογισμός δεν είναι σημαντικός μόνο για εμάς αλλά για όλη την ευρωπαϊκή Αριστερά. Και τούτο γιατί είμαστε οι πρώτοι οι οποίοι, μέσα στον ασφυκτικό νεοφιλελεύθερο κλοιό λιτότητας, επιχειρήσαμε μια προοδευτική διακυβέρνηση. Έτσι τόσο οι επιτυχίες μας όσο και τα όρια, τα εμπόδια και οι πόλεμοι που αντιμετωπίσαμε, όλη η εμπειρία μας συνιστά παρακαταθήκη και για μας και για την ευρωπαϊκή Αριστερά.

Μπορούσαμε βέβαια να κάνουμε έναν τυπικό απολογισμό, εξωραϊστικό και γενικόλογο. Όπως μας έχουν συνηθίσει αλλά αριστερά κόμματα στο παρελθόν. Όμως, εμείς δεν είχαμε τίποτα να κρύψουμε ή να φοβηθούμε. Αντίθετα είμαστε υπερήφανοι για όσα πετύχαμε, θέλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς απέναντι στους εαυτούς μας και τους πολίτες, και αντιμετωπίζουμε με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία το μέλλον. Για αυτό και επιλέξαμε να κάνουμε έναν απολογισμό, ειλικρινή, ουσιαστικό, τολμηρό. Που να αφορά τόσο τις επιτυχίες όσο και τις αποτυχίες. Ο απολογισμός που χρειάζεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να αποτελεί ιστορικό αφήγημα δικαίωσης ή αφορισμών. Αντίθετα, απαιτείται ψύχραιμη συλλογική αποτίμηση με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Ο απολογισμός λοιπόν, που από μέρους της ΠΓ σάς εισηγούμαστε σήμερα, αποτελεί μια ειλικρινή προσπάθεια αποτίμησης του εγχειρήματος της «πρώτη φορά Αριστερά» από την περίοδο της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση έως και την τελευταία εκλογική αναμέτρηση. Δεν είχε και δεν έχει σκοπό να ωραιοποιήσει τα γεγονότα, ούτε να μοιράσει εύσημα και συγχαρητήρια σε εαυτούς και αλλήλους ούτε όμως και να συμβάλλει σε μια ατελείωτη λαθολογία και αυτομαστίγωμα, όπως θα ήθελαν κάποιοι αντίπαλοι μας.  

Για εμάς, η ειλικρινής αποτίμηση του παρελθόντος όχι μόνο είναι μια βασική αρχή της Αριστεράς αλλά αποτελεί και το αναγκαίο τρόπο για να προχωρήσεις μπροστά, περισσότερο σοφότερος και πιο ώριμος. Το να βάζεις τα κακώς κείμενα «κάτω από το χαλί» αποτελεί την ασφαλέστερη μέθοδο ώστε να ξανακάνεις τα ίδια λάθη και να παραμείνεις με τις ίδιες αδυναμίες και προβλήματα. 

Ορισμένα δημοσιεύματα υποδέχτηκαν θετικά την αυτοκριτική διάθεση του απολογισμού μας αλλά θα ήθελαν, γράφουν, ακόμη περισσότερη αυτοκριτική. Και μάς εγκαλούν για ατολμία. Ας διευκρινίσουμε λοιπόν ότι η αυτοκριτική για εμάς είναι απολύτως αναγκαία και το δείχνουμε πόσο αναγκαία τη θεωρούμε, αλλά δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε είναι ένα ποσοτικό μέγεθος. Αυτοκριτική είναι η σχέση του χθες με το αύριο της Αριστεράς. Δεν είναι διαπιστευτήρια για να γίνουμε αποδεκτοί από το χρεοκοπημένο σύστημα, αλλά μέσο και μέθοδος μάθησης, βελτίωσης και ωρίμανσης της Αριστεράς για να ανταποκριθεί καλύτερα και πιο αποτελεσματικά στους δικούς της σκοπούς και ευθύνες, ως δύναμη δηλαδή, στήριξης και διεύρυνσης της δημοκρατίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αυτά για να μη δημιουργούνται περιττές παρεξηγήσεις.

Με την ευκαιρία, μάς συγκινεί το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης πρόλαβε και διάβασε ή έστω ενημερώθηκε από τους συνεργάτες του για τον απολογισμό μας, πριν καν αυτός δημοσιευτεί ολόκληρος. Όμως, θα πρέπει κι εδώ να διευκρινίσουμε ότι πρόκειται για έναν απολογισμό όχι για το τι δεν κάναμε, όπως βιάστηκε να πει χθες από τη Βουλή ο κ. Μητσοτάκης∙ μάς ενδιαφέρει κι αυτό, όπως είπαμε, αλλά πρωτίστως είναι ο απολογισμός του τί πετύχαμε για τη δημοκρατία, την κοινωνία, τα θύματα της κρίσης και τέλος για την ίδια την Αριστερά.

Αυτό είναι  που ενοχλεί τον κ. Μητσοτάκη. Αυτά που πετύχαμε και όχι αυτά που δεν πετύχαμε είναι το πρόβλημα του. Για αυτό αναζήτησε βοήθεια από τον κ. Βαρουφάκη, ο οποίος βεβαίως ευχαρίστως προσφέρθηκε να παίξει το δικό του ρόλο στη μάχη του αποπροσανατολισμού. Να πει δηλαδή ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν το ίδιο με τα δυο πρώτα που διέλυσαν τη χώρα,  ότι αυτοί που μάς έβγαλαν από τα μνημόνια είναι «το  ίδιο» με εκείνους που μας έβαλαν. Ό,τι ήθελε να ακούσει ο κ. Μητσοτάκης, αυτό είπε.

Είναι τέλος κι ένας απολογισμός του τί παραλάβαμε και τί παραδώσαμε εμείς στον κ. Μητσοτάκη. Και του ευχόμαστε να μην βρεθεί ποτέ στην ανάγκη να παραλάβει ότι παραλάβαμε εμείς μετά τις εκλογές του 2015. Διότι η Ελλάδα του 2014, η Ελλάδα που παραλάβαμε δεν ήταν μια χώρα έτοιμη να βγει από τα μνημόνια, όπως ήθελε το επιμελημένο αφήγημα του κ. Σαμαρά, το οποίο υιοθέτησε από ανάγκη, πρόσκαιρα τουλάχιστον, ο κ. Μητσοτάκης. Η Ελλάδα του 2014 ήταν μια χώρα στο κενό. Εκτεθειμένη σε μεγάλους κινδύνους, εντελώς αθωράκιστη, ακάλυπτη κι ανυπόληπτη διεθνώς, με επισφαλή ακόμη και τη θέση της στην Ευρώπη.

Αυτή τη χώρα εμείς καταστήσαμε πόλο σταθερότητας στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Αυτή την Ελλάδα εμείς βγάλαμε στο ξέφωτο από το οποίο μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της με σταθερότητα, ασφάλεια και ισχυρά αποθέματα στα δημόσια ταμεία.

Όπως κι ευχόμαστε να μην χρειαστεί η κοινωνία μας να βρεθεί αντιμέτωπη ξανά με ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, όπως βρεθήκαμε εμείς το 2015-2016 χωρίς ίχνος προηγούμενης υποδομής και χωρίς την ελάχιστη ανοχή ή κατανόηση από την τότε αντιπολίτευση και σημερινή κυβέρνηση. Αλλά ακόμη κι αν η χώρα αντιμετωπίσει ξανά αυτόν ή άλλο κίνδυνο, εμείς δεν θα κάνουμε ότι μας έκαναν. Θα ενεργήσουμε με βάση τις αξίες μας και θα κάνουμε ότι επιβάλουν οι ανάγκες του λαού και της χώρας. Αυτά για να μην ξεχνιόμαστε, ποιοι είμαστε και τί εκπροσωπεί ο καθένας σε αυτή τη χώρα.

Συντρόφισσες, σύντροφοι,
Είμαστε βέβαιοι ότι ο ειλικρινής, ουσιαστικός και ανοιχτός στο διάλογο απολογισμός, όπως θα διαμορφωθεί και με τις δικές σας παρατηρήσεις, θα κερδίσει τελικά το σεβασμό όχι μόνο των φίλων αλλά και πολλών από τους πολίτικους αντιπάλους μας. Και τούτο γιατί εκτός όλων των άλλων συμβάλει στην αξιοπιστία της πολιτικής, στην αναβάθμιση του δημοκρατικού διαλόγου και διαμορφώνει ένα νέο πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού.
Πολλοί και από το χώρο των Μέσων ενημέρωσης σημείωσαν ήδη ότι πρόκειται για τον πρώτο απολογισμό που γίνεται από ένα πολιτικό κόμμα που είχε την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν έχουν κάνει απολογισμό των πεπραγμένων τους αλλά δεν έχουν ζητήσει καν συγγνώμη από τον ελληνικό λαό για τη χρεοκοπία της χώρας και την υπαγωγή της σε διεθνή οικονομικό έλεγχο με δική τους ευθύνη. Δεν έχουν το σθένος να απαντούν όταν, ακόμη και τώρα, ξένοι ηγέτες υπενθυμίζουν τις ευθύνες τους, όπως έκανε πρόσφατα ο πρώην Πρόεδρος τη Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο κ. Γιουνκέρ, ο οποίος θύμισε τις ευθύνες των κυβερνήσεων τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Νέας Δημοκρατίας για τη χρεοκοπία της χώρας. Για αυτό και κάθε σχόλιο που γράφεται για το δικό μας απολογισμό είναι μια ηχηρή υπενθύμιση του δικού τους ελλείμματος.

iii. Κενά και ελλείψεις

Βεβαίως, ο απολογισμός δεν μπορεί στη φάση αυτή να είναι εξαντλητικός. Άλλωστε ο απολογισμός ανά υπουργείο ή ανά θέμα, όπως τον εννοούμε εδώ, δηλαδή όχι ως μια απαρίθμηση επιτυχιών ή αστοχιών αλλά ως μια ουσιαστική προσπάθεια κατανόησης του τί έγινε, τί δεν έγινε, γιατί δεν έγινε και τί πρέπει να γίνει την επόμενη φορά. Ένας τέτοιος απολογισμός έχει απαιτήσεις που θα μας έβγαζε εκτός χρονοδιαγράμματος. Αυτού του τύπου αξιολογήσεις και απολογισμοί μπορεί και πρέπει να γίνουν σε συνέχεια και συμπλήρωση του παρόντος απολογισμού. Για αυτό και από μέρους της ΠΓ καλούμε όλους και όλες που υπηρέτησαν σε κυβερνητικές θέσεις ευθύνης, Υπουργούς, αναπληρωτές Υπουργούς, Υφυπουργούς, Γραμματείς υπουργείων, Διοικητές ΔΕΚΟ και όσους χειρίστηκαν τομείς ή θέματα να καταθέσουν στη Γραμματεία του κόμματος γραπτές εκθέσεις, οι οποίες θα αξιοποιηθούν στην πορεία για την αποτίμηση του έργου μας σε επιμέρους θέματα και τομείς.

Έρχομαι σε ένα άλλο θέμα

Στο κείμενο του απολογισμού, στο σημείο 19 στο κεφάλαιο 10 αναφέρεται ότι « ο ρόλος του κόμματος αποδεικνύεται καθοριστικός για την προώθηση του σχεδίου μας. Η απόσυρση του κόμματος από τη λήψη των αποφάσεων και από τη διαμόρφωση του πολιτικού προσανατολισμού της κυβέρνησής μας συνιστούσε σημαντική ανεπάρκεια την περίοδο της διακυβέρνησης». Από την άποψη αυτή είναι αναγκαίος ένας απολογισμός για το κόμμα. Διότι παρόλο που ο απολογισμός αναφέρεται σε διάφορα σημεία στο κόμμα, λείπει ένα πλήρης απολογισμός για αυτό. Χρειάζεται λοιπόν να οριστεί μια ομάδα για αυτό, με τη συμμετοχή του σημερινού και των πρώην Γραμματέων του κόμματος, καθώς και άλλων στελεχών φυσικά. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι ένας απολογισμός της δράσης του κόμματος, οι αποφάσεις που ελήφθησαν από τα Συνέδρια και τις συνόδους της ΚΕ και η τύχη τους, προβλήματα εφαρμογής και τήρησης του καταστατικού, συμπεράσματα από τη λειτουργία των τάσεων κλπ.

Δεύτερον, συμφωνώντας όλοι και όλες για την ανάγκη μεγάλης διεύρυνσης του κόμματος, συμφωνούμε επίσης ως προς την ανάγκη παλαιά και νέα μέλη να έχουν έναν πιο ενεργό ρόλο και ουσιαστική συμμετοχή. Για να αποκτήσει, λοιπόν, συγκεκριμένο περιεχόμενο ο συζητούμενος μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ, χρειαζόμαστε τη σκιαγράφηση ενός νέου μοντέλου κόμματος που θα προσδιορίζει το ρόλο και τα καθήκοντά του στις νέες συνθήκες.

Τέλος, τρίτο καθήκον αυτής της επιτροπής που είπαμε ότι πρέπει να γίνει για τον απολογισμό του κόμματος είναι να διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τη μετάβαση στο νέο μοντέλο κόμματος. Από το Συνέδριο δηλαδή πρέπει να βγούμε τόσο με ένα σχέδιο για τη χώρα όσο και με ένα σχέδιο για ίδιο το κόμμα, το υποκείμενο, δηλαδή, που θα κληθεί να υλοποιήσει τη στρατηγική μας.

 

iv. Το νόημα της συζήτησης και της έγκρισης

Ο απολογισμός στην αρχική του μορφή συντάχθηκε από τριμελή ομάδα, που όρισε η ΠΓ, αποτελούμενη από τον Αριστείδη Μπαλτά, τον Θοδωρή Δρίτσα κι εμένα. Η ομάδα εργάσθηκε με τρόπο συλλογικό. Λαμβάνοντας υπόψη ερωτήματα και απόψεις που έχουν τεθεί στον εσωκομματικό και το δημόσιο διάλογο. Διαμορφώθηκε δηλαδή όχι με βάση τις προσωπικές μας απόψεις αλλά ως ένα κείμενο ικανό να διευκολύνει το διάλογο και τη σύνθεση. Κατά τη συζήτηση στην Πολιτική Γραμματεία διατυπώθηκαν παρατηρήσεις που λήφθηκαν υπόψη στο μέτρο του δυνατού και εγκρίθηκε ως βάση για συζήτηση. Το ίδιο νόημα έχει και η σημερινή συζήτηση. Στόχος είναι η έγκριση του κειμένου με τις όποιες παρατηρήσεις, για να αποτελέσει βάση για τη συζήτηση στην πορεία προς το Συνέδριο. Με άλλα λόγια το κείμενο στην παρούσα του μορφή είναι ανοιχτό σε προσθήκες και αλλαγές.

 

Επίλογος

Με αυτοπεποίθηση ειλικρίνεια και αισιοδοξία προχωρούμε στη διεύρυνση, την ανασυγκρότηση και το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σύγχρονο μαζικό κόμμα της Αριστεράς.

Ας σχεδιάζουμε λοιπόν σε βάθος χρόνου, όπως επιτάσσουν οι προκλήσεις της εποχή μας, αλλά ας είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας ανά πάσα στιγμή, καθώς οι πολιτικές εξελίξεις μπορεί να επιταχυνθούν και να πυκνώσουν ανά πάσα στιγμή και για ποικίλες αιτίες. Και στα δυο αυτά επίπεδα, και εκείνο του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και εκείνο της άμεσης παρέμβασης στη συγκυρία, ο απολογισμός μπορεί να αποδειχθεί ένα πολύτιμο εφόδιο.

Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Συνεδρίασε το Σάββατο 15 και την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020 η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ στο Divani Caravel Hotel (Λ. Βασιλέως Αλεξάνδρου 2).

Οι εργασίες της Κεντρικής Επιτροπής ξεκίνησαν το Σάββατο και ολοκληρώθηκαν την Κυριακή με ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρα.

pdf

Αλ. Τσίπρας: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ιδιοκτήτες, παρά μόνο αυτούς που τον στηρίζουν

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην έναρξη των εργασιών της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος με θέμα «Οδικός χάρτης προς το Συνέδριο»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή φωτογραφιών: Andrea Bonetti