Στην οικονομία, τη δύσκολη καθημερινότητα που βιώνουν οι πολίτες, στην ανάγκη για μεγάλα έργα στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ , αναφέρθηκε ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Γιάννης Αμανατίδης, μιλώντας στο ραδιόφωνο του Αθηναϊκού Μακεδονικού Πρακτορείου Πρακτορείο 104,9 Fm και την εκπομπή Επι της Ουσίας με το Νίκο Γιώτη.
Η εικόνα της πραγματικής οικονομίας αποτυπώνεται στο άδειο καλάθι του νοικοκυριού και στις συνεχείς επιβαρύνσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση αρνείται να φορολογήσει ουσιαστικά τα υπερκέρδη και σχεδιάζει την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους με μια πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση των 300εκ ευρώ το χρόνο, τόνισε ο Γιάννης Αμανατίδης.
Η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει απαντήσεις, είπε και κατήγγειλε τη στάση του Υπουργού Οικονομικών και του ίδιου του πρωθυπουργού να προσέλθουν στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής να απαντήσουν στο κρίσιμο αυτό ζήτημα, που θα επιβαρύνει την ελληνική οικονομία. Τόνισε ακόμη, ότι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος και της οικονομίας δεν επιτρέπεται να γίνεται με όρους επικοινωνίας, αλλά με όρους ουσίας.
Ο Γιάννης Αμανατίδης επανέλαβε την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για αποκατάσταση των αδικιών, που έχουν υποστεί μισθωτοί και συνταξιούχοι, που «έβαλαν πλάτη» στα δύσκολα χρόνια των μνημονίων, τονίζοντας πως είναι απόλυτη κοινωνική ανάγκη η επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού, η επαναφορά της 13ης σύνταξης και η ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτά βέβαια απαιτούν μια εντελώς διαφορετική πολιτική κατεύθυνση, η οποία θα θέτει σε προτεραιότητα την κοινωνική πλειοψηφία και την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ δεν υιοθετεί αλλά αντιθέτως προτιμά να μην φορολογεί ούτε τα υπερκέρδη μεγάλων εταιριών.
Αναφερόμενος στο Μετρό της Θεσσαλονίκης, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπογράμμισε ότι, αν και πρόκειται για ένα έργο σημαντικό για την πόλη, η ουσία δεν κρύβεται πίσω από πανηγυρικούς τίτλους. Οι προσωπικές επιλογές του Κ. Μητσοτάκη και οι παλινωδίες των αποφάσεών του, προκάλεσαν πολυετή καθυστέρηση —ενώ το έργο μπορούσε να έχει παραδοθεί το 2021— με αποτέλεσμα μια τεράστια ταλαιπωρία για τους πολίτες και μια οικονομική επιβάρυνση που άγγιξε τα 600 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον δημόσιου χρήματος.
Όσον αφορά τις εσωκομματικές εξελίξεις και την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο Γιάννης Αμανατίδης ξεκαθάρισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι παρών, ανασυγκροτείται, εργάζεται εντατικά και ασκεί θεσμική, μαχητική και τεκμηριωμένη αντιπολίτευση, αναδεικνύοντας τα πραγματικά αδιέξοδα της κοινωνίας και προτείνοντας βιώσιμες, προοδευτικές λύσεις.
Ομιλία του βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στην Ολομέλεια της Βουλής
Το αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ περί δήθεν ενίσχυσης της επαγγελματικής ασφάλισης και περισσότερων δυνατοτήτων σε εργαζόμενους και επιχειρήσεις, αποδόμησε από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής, ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Γιάννης Αμανατίδης.
Όπως τόνισε, το παρόν νομοσχέδιο δεν απαντά στις ανάγκες και στα προβλήματα, που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα, σχολιάζοντας πως δεν είναι και στις προθέσεις της κυβέρνησης της ΝΔ να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.
Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής, παρέθεσε τις προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζοντας πως θεμελιώδη προβλήματα που χρειάζονται λύσεις, είναι η χαμηλή και περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων, η ανάγκη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού, η επαναφορά της 13ης σύνταξης, η καταπολέμηση των επισφαλών και ελαστικών εργασιακών σχέσεων, η εισφοροδιαφυγή, η αδήλωτη εργασία, η ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος και ισχυρότερη προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων. Φυσικά, και η ενδυνάμωση και αποτελεσματικότητα του ΕΦΚΑ.
Αντιθέτως, η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο δεν δίνει απαντήσεις στα πραγματικά αδιέξοδα του ασφαλιστικού συστήματος, αλλα επιδιώκει τη σταδιακή υποκατάσταση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης από την ατομική αποταμίευση.
Ο Γιάννης Αμανατίδης, άσκησε έντονη κριτική στο αφήγημα της κυβέρνησης περί δήθεν περισσότερων επιλογών, αναδεικνύοντας τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα των Ελλήνων. Οι επιλογές παραμένουν γράμμα κενό για τον εργαζόμενο των 900 ευρώ, τον συμβασιούχο, τον εποχικά απασχολούμενο ή το νέο που αδυνατεί να καλύψει το δυσβάσταχτο κόστος στέγης. Η επιλογή χωρίς οικονομική δυνατότητα δεν αποτελεί ελευθερία, αλλά προσχηματική ρητορική.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα διευρυμένα φορολογικά κίνητρα για τις εισφορές, τα οποία στην πράξη λειτουργούν αντιστρόφως ανάλογα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Όταν τα όρια αυξάνονται στο 35% των αποδοχών ή τις 35.000 ευρώ, ευνοούνται απροκάλυπτα όσοι διαθέτουν ήδη υψηλά εισοδήματα, την ώρα που το δημοσιονομικό κόστος επιμερίζεται στο σύνολο των φορολογουμένων.
Παράλληλα, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη μετατροπή του ασφαλιστικού συστήματος, σε χρηματοοικονομικό προϊόν εξαρτώμενο από τις διακυμάνσεις των αγορών. Η σύνταξη αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα που απορρέει από δεκαετίες μόχθου και προστατεύεται από το Άρθρο 22 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει σαφώς τη μέριμνα του κράτους. Η κυβέρνηση, επιχειρεί να μεταθέσει αυτή την ευθύνη σταδιακά, στον ασφαλισμένο.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναφέρθηκε ακόμη στην ακρόαση των φορέων και τα όσα σημαντικά αναφέρθηκαν στις Επιτροπές, θυμίζοντας τις επισημάνσεις του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για την αδυναμία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να ανταποκριθούν, αποδεικνύοντας ότι ο δεύτερος πυλώνας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για τις πληγές του πρώτου.
«Δεν μπορείτε να μιλάτε με τον ίδιο τρόπο για δυνατότητα αποταμίευσης σε έναν υψηλόμισθο εργαζόμενο μεγάλης επιχείρησης και σε έναν χαμηλόμισθο εργαζόμενο μιας μικρής επιχείρησης. Και γι’ αυτό έχουμε σοβαρή ένσταση και ως προς τα φορολογικά κίνητρα» τόνισε.
Σοβαρές επιφυλάξεις, εξέφρασε και για τα Ανοιχτά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, κατανοώντας μεν το επιχείρημα ότι μπορούν να διευκολύνουν την πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και εργαζομένων, που σήμερα δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικό τους ΤΕΑ, η αποσύνδεση, όμως, από συγκεκριμένους επαγγελματικούς και συλλογικούς δεσμούς δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική αλλαγή. Μια τέτοια κίνηση ελλοχεύει τον κίνδυνο, είπε, να οδηγηθούμε στη δημιουργία μεγάλων σχημάτων που θα ανταγωνίζονται για την προσέλκυση ασφαλισμένων, με αποτέλεσμα η λογική της επαγγελματικής ασφάλισης να πλησιάζει όλο και περισσότερο στη λειτουργία μιας αγοράς χρηματοοικονομικών προϊόντων και να υποχωρεί ο ρόλος της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων.
Αναφορικά με το μεγάλο ζήτημα της εποπτείας, και τη διαβεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδας ότι διαθέτει την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο προσωπικό για την εποπτεία, ο κ. Αμανατίδης, εκτίμησε ότι η ύπαρξη εποπτικής αρχής από μόνη της δεν καταργεί τον επενδυτικό κίνδυνο, ούτε υποκαθιστά τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ξεκαθάρισε, αρνείται μια ασφαλιστική πολιτική που προσφέρει περισσότερες επιλογές, κυρίως σε όσους έχουν ήδη περισσότερες οικονομικές δυνατότητες.
Είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Αφορά το πώς διανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και τελικά αν η Πολιτεία εγγυάται την ασφάλεια όλων ή αφήνει τον καθένα να εξασφαλίσει μόνος του το μέλλον που μπορεί να πληρώσει.
Για αυτούς τους λόγους, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καταψηφίζει το νομοσχέδιο.
Ολόκληρη η ομιλία έχει ως εξής:
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το παρόν νομοσχέδιο δεν απαντά στα ερωτήματα και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα. Ίσως να μην είναι και στις προθέσεις της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.
Γιατί τα θεμελιώδη προβλήματα είναι οι χαμηλοί μισθοί και η περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης -και εδώ θα ήθελα να σας πω τη θέση μας για την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού- , οι επισφαλείς και ελαστικές εργασιακές σχέσεις, η εισφοροδιαφυγή και η αδήλωτη εργασία και η ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος, η ισχυρότερη προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων και η επαναχορήγηση της 13ης σύνταξης. Και η ανάγκη, βέβαια, αποτελεσματικότερου και ισχυρότερου ΕΦΚΑ.
Η κυβέρνηση δεν απαντά στο ερώτημα, λοιπόν, πώς θα έχουμε αξιοπρέπειες δημόσιες συντάξεις αλλά στο πώς θα μεγαλώσει η αγορά ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης. Εδώ θα τολμούσα να πω ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής.
Λέτε ότι δίνετε επιλογές. Το παρουσιάζετε σαν μία μεταρρύθμιση. Περισσότερες επιλογές στους εργαζόμενους.
Διευρύνετε τις δυνατότητες συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και καθιστάτε την επαγγελματική ασφάλιση περισσότερο προσιτή. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο τίτλος του νομοσχεδίου.
Περισσότερες επιλογές, όμως, για ποιους;
Για τον εργαζόμενο των 900 και των 1.000 ευρώ, για τον νέο που εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, για τον εποχικά απασχολούμενο, για εκείνον που αλλάζει διαρκώς εργοδότη που βρίσκεται μεταξύ εργασίας και ανεργίας ή που δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος στέγασης και τις βασικές ανάγκες του νοικοκυριού του;
Ξέρετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η επιλογή χωρίς την οικονομική δυνατότητα να την ασκήσεις δεν είναι πραγματική επιλογή. Και εδώ βρίσκεται η βασική μας διαφωνία με το νομοσχέδιο. Η επαγγελματική ασφάλιση μπορεί να έχει θέση στο ασφαλιστικό μας σύστημα και συμπληρωματικό χαρακτήρα.
Άλλο, όμως, η συμπληρωματική λειτουργία του δεύτερου πυλώνα και άλλο, η σταδιακή μεταφορά του βάρους της συνταξιοδοτικής προστασίας από τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, την αλληλεγγύη των γενεών και τη συλλογική ευθύνη προς την ατομική αποταμίευση και τα κεφαλοποιητικά σχήματα. Αυτό είναι το κύριο πολιτικό ζήτημα. Η κοινωνική ασφάλιση έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα.
Στηρίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών, στην κοινωνική αναδιανομή και στην εγγυητική ευθύνη του κράτους,. Η κεφαλαιοποιητική επαγγελματική ασφάλιση έχει διαφορετική λειτουργία. Συνδέεται με τις εισφορές, τις επενδύσεις, τις αποδόσεις και αναπόφευκτα βέβαια με τον επενδυτικό κίνδυνο. Δεν πρόκειται για ταυτόσημα συστήματα.
Γι’ αυτό θεωρούμε τουλάχιστον προβληματικό να παρουσιάζετε την επέκταση του δεύτερου πυλώνα περίπου ως απάντηση στις αδυναμίες του πρώτου. Η κοινωνική ασφάλιση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας.
Το άρθρο 22 παράγραφος 5 του Συντάγματος είναι σαφές ως προς τη μέριμνα του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων. Δεν μπορεί λοιπόν η απάντηση στις χαμηλές μελλοντικές συντάξεις να είναι απλώς «αποταμιεύστε περισσότερο μόνοι σας». Γιατί τότε μετακινούμε σταδιακά την ευθύνη από την κοινωνία στους ασφαλισμένους.
Και μαζί με την ευθύνη μεταφέρουμε όπως βλέπετε και τον κίνδυνο όμως. Η συνολική διαφωνία μας είναι πολιτική. Έχουμε από τη μια ένα κυβερνητικό μοντέλο περισσότερη ατομική αποταμίευση, περισσότερη κεφαλαιοποίηση, περισσότερος ρόλος των αγορών, μεγαλύτερη ατομική ανάληψη κίνδυνου.
Το δικό μας το μοντέλο και αυτό που προτείνουμε είναι ισχυρή δημόσια κοινωνική ασφάλιση, αλληλεγγύη των γενεών, αξιοπρεπείς μισθοί, σταθερή εργασία, διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης, καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, αξιοπρεπείς δημόσιες συντάξεις και μίλησα και για την 13η σύνταξη, επαγγελματική ασφάλιση, αυστηρά συμπληρωματική και με ισχυρή προστασία των ασφαλισμένων.
Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις μας και στο νομοσχέδιο του 21 του κ. Χατζηδάκη και μετά το22 , αν δεν κάνω λάθος, ότι τα νομοσχέδια που προωθήσατε τότε και συνέχεια αυτών των νομοσχεδίων, είναι αυτό που φέρνετε κ. Υπουργέ, ήταν η λαιμητόμος και η θηλιά στο ασφαλιστικό σύστημα. Και εδώ θα ήθελα να σας κάνω μια επισήμανση.
Αν ισχύει αυτό που ανέφερε ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, τότε θα πρέπει να σας τονίσω, αν ισχύει αυτό, για την υποχρεωτικότητα αν ισχύει, θα το πείτε στην τοποθέτηση, σας φαντάζομαι. Αν ισχύει, πρέπει να πάρετε υπόψη το εξής. Σύμφωνα με το Άρθρο 22, παράγραφος 5 που σας είπα, ο νόμος, όπου καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, οφείλει να καθιστά φορέα της μόνο το κράτος ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, είτε ως κύρια, είτε ως επικουρική ασφάλιση κλπ. Είναι οι αποφάσεις του 2015 και του 2019.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η σύνταξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπικό επενδυτικό σχέδιο. Δεν είναι χρηματοοικονομικό προϊόν. Είναι μείζον κοινωνικό δικαίωμα που απορρέει από δεκαετίες εργασίες. Οι αγορές, άλλωστε, δεν κινούνται μόνο ανοδικά. Υπάρχουν οικονομικές κρίσεις, περίοδοι ύφεσης, χρηματιστηριακές αναταράξεις και αρνητικές επιδόσεις. Όσο μεγαλύτερο τμήμα της ταξιδιωτικής προσδοκίας συνδέεται με αυτές τις διακυμάνσεις, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η αβεβαιότητα που αναλαμβάνει ο ίδιος ο ασφαλισμένος.
Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να αναφερθώ λίγο στην ακρόαση των φορέων που έγινε, η οποία ήταν αρκετά χρήσιμη, ακριβώς επειδή ανέδειξε και τις δύο όψεις της συζήτησης. Ακούσαμε φορείς όπως τον ΣΕΤΕ και την Ένωση Θεσμικών Επενδυτών να θεωρούν θετική την ανάπτυξη της επαγγελματικής ασφάλισης.
Όμως παράλληλα ακούστηκε και κάτι σημαντικό. Ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών επισήμανε ότι για ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων η οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχουν ουσιαστικά στην επαγγελματική ασφάλιση είναι περιορισμένη. Και στη συνέχεια είπε ξεκάθαρα ότι η ανάπτυξη των επαγγελματικών ταμείων εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των εργαζομένων από τους μισθούς και από την ακρίβεια.
Αυτό ακριβώς βάλαμε και εμείς στις Επιτροπές. Αυτή είναι η κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό που λείπει από το κυβερνητικό σας αφήγημα.
Δεν μπορείτε να μιλάτε με τον ίδιο τρόπο για δυνατότητα αποταμίευσης σε έναν υψηλόμισθο εργαζόμενο μεγάλης επιχείρησης και σε ένα χαμηλόμισθο εργαζόμενο μιας μικρής επιχείρησης. Και γι’ αυτό έχουμε σοβαρή ένσταση και ως προς τα φορολογικά κίνητρα. Με το άρθρο 96 αυξάνετε το ανώτατο όριο των εισφορών και ασφαλίστρων στο 35% των αποδοχών για τους μισθωτούς και στις 35.000 για τους μη μισθωτούς.
Ποιος όμως στην πραγματικότητα μπορεί να αξιοποιήσει αυτά τα όρια;
Ο εργαζόμενος που εξαντλεί το εισόδημά του πριν τελειώσει ο μήνας ή εκείνος που διαθέτει ήδη υψηλό και σταθερό εισόδημα και σημαντική δυνατότητα αποταμίευσης;
Τα φορολογικά κίνητρα κινδυνεύουν να λειτουργήσουν αντίστροφα από μια πραγματική κοινωνική πολιτική. Να προσφέρουν δηλαδή μεγαλύτερο όφελος ακριβώς σε εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να αποταμιεύσουν ενώ το δημοσιονομικό κόστος επιμερίζεται στο σύνολο των φορολογουμένων.
Έχουμε επίσης, κυρία Υπουργέ και κυρία Υφυπουργέ, σοβαρές επιφυλάξεις για τα ανοιχτά ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Κατανοούμε το επιχείρημα ότι μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων και εργαζομένων που σήμερα δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικό τους ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης. Η αποσύνδεση όμως από συγκεκριμένους επαγγελματικούς και συλλογικούς δεσμούς δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική αλλαγή.
Υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στη δημιουργία μεγάλων σχημάτων που θα ανταγωνίζονται για την προσέλευση ασφαλισμένων με αποτέλεσμα η λογική της επαγγελματικής ασφάλισης να πλησιάζει όλο και περισσότερο στη λειτουργία μιας αγοράς χρηματοοικονομικών προϊόντων και να υποχωρεί ο ρόλος της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων.
Αντίστοιχα, η φορητότητα των δικαιωμάτων μπορεί κατ’ αρχήν να είναι χρήσιμη σε μια αγορά εργασίας αυξημένης κινητικότητας. Αυτό όμως που προέχει είναι η πλήρης προστασία του εργαζόμενου με σαφείς προθεσμίες, διαφάνεια στις χρεώσεις, κατοχύρωση των δικαιωμάτων και με την εγγύηση ότι κατά τη μεταφορά δεν χάνονται δικαιώματα που έχουν ήδη αποκτηθεί.
Η κινητικότητα των εργαζομένων δεν μπορεί να μετατραπεί σε αγορά διαρκούς μετακίνησης των αποταμιεύσεων του από πάροχο σε πάροχο. Και εδώ βέβαια αναδεικνύεται το μεγάλο ζήτημα της εποπτείας. Η Τράπεζα της Ελλάδας μας διαβεβαίωσε στην Επιτροπή ότι διαθέτει την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο προσωπικό για την εποπτεία αναφέροντας μάλιστα ότι ενισχύθηκε με περισσότερα από 25 εξειδικευμένα στελέχη.
Αυτό το ακούσαμε, το έχουμε καταγράψει. Η ύπαρξη όμως εποπτικής αρχής από μόνο του αυτό το γεγονός δεν καταργεί τον επενδυτικό κίνδυνο. Ούτε υποκαθιστά τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις.
Όταν διαχειρίζεσαι τις αποταμιεύσεις μιας ολόκληρης εργασιακής ζωής δεν αρκεί η ευελιξία και η ταχύτητα. Τι απαιτείται άλλο;
Αυστηρή λογοδοσία, διαφάνεια, ουσιαστική εκπροσώπηση των εργαζομένων και αποτελεσματικός έλεγχος.
Κυρία Υπουργέ, επικαλεστήκατε την ευρωπαϊκή εμπειρία.
Η Ευρώπη πράγματι αναγνωρίζει και αξιοποιεί τον δεύτερο πυλώνα. Δεν επιβάλλει όμως την αποδυνάμωση του πρώτου. Η ύπαρξη συμπληρωματικής επαγγελματικής ασφάλισης δεν σημαίνει ότι η δημόσια σύνταξη παύει να αποτελεί τη βασική εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Και εκεί βρίσκεται η δική μας πρόταση. Ενίσχυση της απασχόλησης με σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέες εργασίας. Τα επαναλαμβάνω.
Αποτελεσματικά να αντιμετωπιστούν η αδήλωτη εργασία και η εισφοροδιαφυγή. Η ενίσχυση των εσόδων και η λειτουργία του ΕΦΚΑ. Αξιοπρεπείς δημόσιες συντάξεις, προστασία χαμηλοσυνταξιούχων. Επαναφορά της 13ης σύνταξης. Κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.
Και πάνω σε αυτόν τον ισχυρό δημόσιο πυρήνα μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά η επαγγελματική ασφάλιση. Με αυστηρούς όρους προστασίας, διαφάνειας και εποπτείας. Αρνούμαστε λοιπόν να μετατραπεί ο δεύτερος πυλώνας σε άλλοθι για την υποχώρηση του πρώτου.
Αρνούμαστε μια ασφαλιστική πολιτική που προσφέρει περισσότερες επιλογές, κυρίως σε όσους έχουν ήδη περισσότερες οικονομικές δυνατότητες. Αρνούμαστε τη σταδιακή μετατόπιση από τη συλλογική κοινωνική προστασία προς την ατομική ευθύνη και τον επενδυτικό κίνδυνο. Γιατί το ασφαλιστικό δεν είναι μια λογιστική εξίσωση.
Είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Αφορά το πώς διανέμεται ο κοινωνικός πλούτος, ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και τελικά αν η Πολιτεία εγγυάται την ασφάλεια όλων ή αφήνει τον καθένα να εξασφαλίσει μόνος του το μέλλον που μπορεί να πληρώσει.
Για αυτούς τους λόγους, κυρία Υπουργέ, διαφωνούμε με τη συνολική πολιτική κατεύθυνση του ΝΣ και το καταψηφίζουμε.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι προνόμιο των λίγων. Είναι κατάκτηση του κόσμου της εργασίας και βασικός πυλώνας της κοινωνικής συνοχής.
Με τις τελευταίες αυτές λέξεις θα επανέλθω στη δευτερολογία μου, διότι προφανώς θα γίνει και μια συνολική κουβέντα για τον χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος και νομίζουμε ότι έχετε βάλει σε περιπέτεια στο ασφαλιστικό σύστημα με τις νομοθετήσεις που κάνατε και το 21 και το 22.
Νομίζουμε ότι μια άλλη πορεία της χώρας και σε αυτά τα ζητήματα του ασφαλιστικού συστήματος είναι εφικτή σε μια προοδευτική πολιτική η οποία θα έχει αυτά ακριβώς τα οποία είπα. Δημόσια κοινωνική ασφάλιση.
Παρέμβαση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη Βουλή
Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για την οικονομική κατάσταση των πολιτών, την αδυναμία επιστροφής των Ελλήνων του εξωτερικού και την πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά η Θεσσαλονίκη άσκησε ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Χρήστος Γιαννούλης, κατά την παρέμβασή του στη Βουλή προς την Υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως.
Ο Χρήστος Γιαννούλης αναγνώρισε στην Υπουργό ότι είναι διαθέσιμη στον διάλογο, τόνισε όμως ότι η πολιτική προσέγγιση της κυβέρνησης απέναντι στην εργασία των συνταξιούχων διαφέρει ριζικά από την αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, το γεγονός ότι περισσότεροι συνταξιούχοι μπορούν να εργάζονται δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κοινωνική κατάκτηση, όταν πίσω από αυτή την επιλογή βρίσκονται πραγματικές ανάγκες επιβίωσης.
«Αυτοί οι συνταξιούχοι που αναγκάζονται να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους είναι γιατί δεν τα βγάζουν πέρα. Είναι γιατί δεν μπορούν να ζήσουν οι ίδιοι, τα παιδιά τους, αναγκάζονται να είναι το βασικό εισόδημα παιδιών ή εγγονών», ανέφερε.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην εικόνα που μετέφεραν Έλληνες υψηλής τεχνογνωσίας και ακαδημαϊκών προσόντων που ζουν και εργάζονται στην Ολλανδία, επισημαίνοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να τους πείσει να επιστρέψουν στη χώρα.
«Ούτε ένα από όσα μας μεταφέρατε σαν πεπραγμένα της ελληνικής κυβέρνησης δεν μας οδηγεί στο να γυρίσουμε», ήταν το μήνυμα που, όπως είπε, μετέφεραν οι Έλληνες του εξωτερικού.
Ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε και στα στοιχεία για την πορεία των εισοδημάτων, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας απέχει σημαντικά από την εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση.
«Δεν γίνεται τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, επικαλούμενος στοιχεία της Eurostat που, όπως σημείωσε, αποτυπώνουν σημαντική υστέρηση των ελληνικών εισοδημάτων σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.
«Υπολειπόμεθα ακόμα κατά 15% σε οικονομική, αγοραστική και μισθολογική δύναμη», τόνισε, απαντώντας στην κυβερνητική ρητορική περί «συμμορίας της μιζέριας» και παραμόρφωσης της πραγματικότητας.
«Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να πανηγυρίζει για ένα μετρό που δεν λειτουργεί όπως υποσχέθηκαν»
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά του Χρήστου Γιαννούλη στη Θεσσαλονίκη και στις υποδομές της.
«Το μυστρί και η κορδέλα δεν κερδίζουν πολιτική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία», σημείωσε, σχολιάζοντας την κυβερνητική επικοινωνιακή διαχείριση των έργων.
Αναφέρθηκε ειδικά στο Μετρό Θεσσαλονίκης και στον σταθμό της Καλαμαριάς, υπενθυμίζοντας ότι είχε ανακοινωθεί πως τα εγκαίνια θα πραγματοποιούνταν στις 28 Ιουλίου, ενώ τελικά η ημερομηνία μετατέθηκε για τις 27 Αυγούστου.
Την ίδια στιγμή, όπως υπογράμμισε, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στις μεταφορές, ενώ δεν διαθέτει ακόμη αξιόπιστη σιδηροδρομική σύνδεση με την πρωτεύουσα, την ώρα που συνεχίζονται τα προβλήματα στον ελληνικό σιδηρόδρομο.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ανέδειξε επίσης ένα ακόμη άμεσο πρόβλημα που αφορά τη Θεσσαλονίκη και την καθημερινότητα των οικογενειών: τη μεταφορά των μαθητών στον Δήμο Θέρμης, όπου η διαγωνιστική διαδικασία κρίθηκε άγονη, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος μαθητές να μην μπορούν να μετακινηθούν προς τα σχολεία τους.
«Σήμερα στον Δήμο Θέρμης τα παιδιά και ο Δήμος καταγγέλλουν ότι κρίθηκε άγονη η διαγωνιστική διαδικασία για τη μεταφορά των μαθητών και δεν θα πάνε σχολείο», τόνισε.
Ο Χρήστος Γιαννούλης κατέληξε ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή εικόνα και την πραγματικότητα:
«Δεν μπορεί από τη μία να πανηγυρίζετε και να φωτογραφίζεστε στη Θεσσαλονίκη και από την άλλη η πόλη να αντιμετωπίζει προβλήματα στις μεταφορές, στον σιδηρόδρομο και στη μετακίνηση των μαθητών».
Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπως υπογράμμισε, η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται από τις κορδέλες και τις επικοινωνιακές εκδηλώσεις, αλλά από το αν οι πολίτες μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια και αν οι υποδομές λειτουργούν πραγματικά προς όφελός τους.
Συνέντευξη του Νίκου Παππά, Γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Νότιου Τομέα Αθηνών, στην ΕΡΤnews
Στη στάση της Ν.Δ. απέναντι στην υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα για τη θέση της αντιπροέδρου της Βουλής και στην επιβάρυνση που φέρνει η πρόωρη αποπληρωμή φθηνού χρέους, που ανέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, αναφέρθηκε ο Νίκος Παππάς, μιλώντας στην ΕΡΤnews και τη Χρύσα Ρουμελιώτη.
Ο γραμματέας της Κ.Ε. του κόμματος, αφού σημείωσε ότι «η Έλενα Ακρίτα θα ήταν απολύτως κατάλληλη για τη θέση και θα μπορούσε να κοσμήσει το προεδρείο της Βουλής», τόνισε ότι η άρνηση της Ν.Δ. να υπερψηφίσει την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αποτελεί «ζήτημα θεσμικού ολισθήματος». Όπως εξήγησε, «εάν επεκταθεί η λογική της Νέας Δημοκρατίας, που λέει ότι δεν υπερψηφίζει διότι η Έλενα ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, τότε δυνητικά μπορεί να οδηγηθούμε και σε μονοκομματικό προεδρείο Βουλής». Αφού χαιρέτισε τη θετική στάση του ΠΑΣΟΚ και της Πλεύσης Ελευθερίας, πρόσθεσε: «Πρέπει να πάρει θέση ο Αλέξης Τσίπρας. Έχει ένα κόμμα το οποίο δεν είναι στη Βουλή. Η Όλγα Γεροβασίλη έχει παραιτηθεί για να πάει στο κόμμα του. Ο ίδιος πρέπει να πάρει θέση και καλώ και όλους τους ανεξάρτητους βουλευτές να ψηφίσουν την Έλενα Ακρίτα ακριβώς για να δείξουν ότι δεν θα επιτρέψουν αυτόν τον θεσμικό κατήφορο».
Αναφερόμενος στην πρόωρη αποπληρωμή του χρέους, τόνισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ήταν εκείνος που άνοιξε «με αξιοπιστία» το ζήτημα, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση επιλέγει να αποπληρώσει φθηνό, ρυθμισμένο χρέος αντί για ακριβότερο. «Η κυβέρνηση με αυτό που κάνει επιβαρύνει τον Έλληνα φορολογούμενο με 300 εκατ. ευρώ τον χρόνο», ανέφερε, ζητώντας να προσέλθει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής «να μας εξηγήσει τα δεδομένα και τους λόγους για τους οποίους πήρε αυτή την απόφαση».
Παρέμβαση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Χρήστου Γιαννούλη στη Βουλή
Παρουσιάζουν ως επιτυχία το γεγονός ότι αυξάνονται οι συνταξιούχοι που εργάζονται. Αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι ένδειξη ότι άνθρωποι που έχουν ολοκληρώσει τον εργασιακό τους βίο αναγκάζονται να συνεχίζουν να δουλεύουν για να τα βγάλουν πέρα.
Από πού θα βρει ο εργαζόμενος των 1.000 ευρώ χρήματα για ιδιωτική ασφάλιση, όταν η ακρίβεια έχει εξανεμίσει το εισόδημά του;
Η Τράπεζα της Ελλάδος θα εποπτεύει την ιδιωτική ασφάλιση, την ώρα που οι τράπεζες ήταν αυτές που έκαναν πάρτι με προμήθειες και χρεώσεις. Ποιος ακριβώς θα προστατεύσει τον πολίτη;
Η κυβέρνηση αρνείται να περιορίσει τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και των μεγάλων μονοπωλίων και οι πολίτες πληρώνουν το λογαριασμό.
Από πότε χρειάζεται «πιστοποιητικό Μητσοτακικών φρονημάτων» για να λειτουργήσουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής; Από πότε χρειάζεται κυβερνητικό «πράσινο φως» για την εκλογή Αντιπροέδρου της Βουλής;
Όταν δεν «βγαίνει» το δεκαπενθήμερο του μήνα, νομοσχέδια, όπως αυτό για την επαγγελματική ασφάλιση, δεν είναι μόνον «πολυτέλεια». Αποσκοπούν στη μεταφορά πόρων από τους ολίγους προς τους πολλούς, δηλαδή προς τη μεγαλύτερη φτωχοποίηση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι (σύγχρονες) κοινωνίες υπό το κράτος του νεοφιλελευθερισμού (των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών) είναι η διεύρυνση-η επίταση των κοινωνικών (και των περιφερειακών) ανισοτήτων .
Μεταφέρονται πόροι από τους πολλούς προς τους ολίγους από τους αδύναμους προς τους «έχοντες και κατέχοντες», ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές είναι πόροι που θα έπρεπε να κατευθύνονται προς τους συνταξιούχους, ώστε αυτοί να απολαμβάνουν αξιοπρεπείς συντάξεις, στο πλαίσιο ενός κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος με αναδιανεμητικό προσανατολισμό.
Μ΄ άλλα λόγια απευθύνεται προς ολίγους, προνομιούχους και αποστερεί πόρους από τους εργαζόμενους, που είναι αναγκαίοι για τη ζωή τους μετά το τέλος της ενεργού βίου τους. Και συνακόλουθα, το κράτος απεκδύεται της ευθύνης από τη μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση, που κατοχυρώνεται συνταγματικά (άρθρο 22 παρ. 5 του Σ.) («Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως ο νόμος ορίζει»)
Μέσω αυτών συσσωρεύονται επενδυτικά κεφάλαια, διοχετεύεται ρευστότητα στην οικονομία (στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες), μετακινούνται πόροι από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους διαχειριστές κεφαλαίων, ενώ αφαιρούνται πόροι από το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.
Το νομοσχέδιο δεν είναι μία απλή τεχνική μεταρρύθμιση-μία βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, που διευρύνει τις επιλογές των εργαζομένων και ενισχύει την επαγγελματική ασφάλιση, όπως παρουσιάζεται από την κυβέρνηση.
Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα στο πλαίσιο της ίδιας στρατηγικής που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια από την κυβέρνηση της ΝΔ: Τη σταδιακή υποχώρηση και υποβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης και την ενίσχυση της ιδιωτικοποίησης του ασφαλιστικού συστήματος.
Βάσει αυτής δεν ενισχύεται το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.
Αντιθέτως, θεσπίζονται ολοένα και περισσότερα κίνητρα, ώστε οι εργαζόμενοι να στραφούν σε κεφαλαιοποιητικά σχήματα, σε επενδυτικά προϊόντα και σε ατομικούς λογαριασμούς.
Έτσι αποσείεται η ευθύνη του κράτους από τη μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση, που κατοχυρώνεται συνταγματικά (άρθρο 22 παρ. 5 του Σ.) («Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως ο νόμος ορίζει»)
Μ΄ αυτό τον τρόπο, μεταφέρεται ο ασφαλιστικός κίνδυνος προς τους ίδιους τους εργαζόμενους-τους ασφαλισμένους, οι οποίοι, όχι μόνον δεν μπορούν να ελέγξουν, αλλά και τον αγνοούν εντελώς.
Το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει τη σύνταξη όχι ως κοινωνικό δικαίωμα αλλά ως επενδυτικό προϊόν.
Η φιλοσοφία του είναι διαφορετική από εκείνη, επί της οποίας οικοδομήθηκε η κοινωνική ασφάλιση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Η δημόσια σύνταξη βασίζονταν στην αλληλεγγύη των γενεών, στην αναδιανομή των πόρων, στην κρατική εγγύηση των συντάξεων.
Στον αντίποδα, η επαγγελματική κεφαλαιοποιητική ασφάλιση βασίζεται στις αποδόσεις των αγορών, στον επενδυτικό κίνδυνο, στην ατομική ευθύνη.
Δεν ταυτίζονται-Είναι διαμετρικά αντίθετες.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δίδει περισσότερες επιλογές.
Αλλά επιλογές, χωρίς να υπάρχουν οικονομικές δυνατότητες, δεν «στέκουν».
Ποιος εργαζόμενος των 900 ή 1.000 ευρώ, μπορεί να αποταμιεύει κάθε μήνα επιπλέον εισφορές;
Ποιος νέος που δεν εργάζεται (με διαδοχική ανεργία), ή εργάζεται υπό επισφαλείς συνθήκες, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή εποχικά, μπορεί να οικοδομήσει σοβαρή συμπληρωματική σύνταξη;
Οι πραγματικά ωφελημένοι είναι κυρίως, οι υψηλόμισθοι-τα μεγάλα στελέχη των επιχειρήσεων, τα μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα, οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Κατά συνέπεια, το νομοσχέδιο δημιουργεί νέες ασφαλιστικές ανισότητες.
Το κράτος εγκαταλείπει σταδιακά τις υποχρεώσεις- τις ευθύνες του.
Η κυβέρνηση αντί να απαντήσει στο πραγματικό πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων, που έχουν καταβαρθρωθεί, λέει ουσιαστικά στους εργαζόμενους-ασφαλισμένους, να αποταμιεύσουν μόνοι τους, αν θέλουν να λάβουν σύνταξη.
Όμως η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι προσωπικό επενδυτικό σχέδιο.
Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη δημόσια υποχρέωση.
Η σύνταξη-η συνταξιοδοτική αξίωση-το συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν είναι επενδυτικό προϊόν, δεν είναι χρηματοοικονομικό εργαλείο. Δεν μπορεί να εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των αγορών ή από την πορεία των επενδύσεων.
Η σύνταξη αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα, καρπό της εργασίας μιάς ολόκληρης ζωής και θεμελιώδη υποχρέωση του κοινωνικού κράτους.
Όταν η σύνταξη, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι εγγυημένη, ούτε ως προς την καταβολή της, ούτε ως προς το ύψος της, εξαρτάται από τις χρηματιστηριακές αποδόσεις, η αβεβαιότητα μεταφέρεται στους εργαζόμενους-ασφαλισμένους.
Η εμπειρία διεθνώς έχει δείξει ότι οι αγορές δεν ανεβαίνουν μόνο. Οι συνεχείς κρίσεις του συστήματος οδηγούν και σε μεγάλες απώλειες.
Υπάρχουν περίοδοι όπου οι αποδόσεις είναι αρνητικές, οπότε το βάρος και την ευθύνη αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι-οι ασφαλισμένοι.
Με το νομοσχέδιο παρέχονται κίνητρα, ώστε να ευνοείται η φορολογική μεταχείριση των επαγγελματικών ταμείων.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό. Ποιός επιβαρύνεται τελικά με τους πόρους που θα προκύψουν από αυτή τη φορολογική ελάφρυνση; Αλλά και η απάντηση είναι απλή: Ο κρατικός προϋπολογισμός, δηλαδή το κοινωνικό σύνολο-όλοι οι φορολογούμενοι.
Κατά συνέπεια, δημιουργούνται φορολογικά προνόμια για τα συγκεκριμένα σχήματα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι μικρών, και όχι μόνον, επιχειρήσεων δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.
Η κυβέρνηση επικαλείται και παραπέμπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία όμως δεν ζητά την αποδυνάμωση του πρώτου πυλώνα ασφάλισης.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η δημόσια σύνταξη παραμένει η βασική εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Εν προκειμένω, με το νομοσχέδιο, αντί να ενισχύεται ο δημόσιος πυλώνας, ενισχύονται οι ιδιωτικές μορφές ασφάλισης.
Μεταφέρονται ολοένα και περισσότεροι πόροι στις κεφαλαιαγορές.
Οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων μετατρέπονται σε επενδυτικά κεφάλαια.
Μ’ αυτό τον τρόπο ασφαλώς αυξάνεται η ρευστότητα της αγοράς, δεν αυξάνεται όμως η κοινωνική προστασία.
Όμως προτεραιότητα του ασφαλιστικού συστήματος δεν πρέπει να είναι η χρηματοδότηση των αγορών. αλλά η προστασία-η διασφάλιση των συνταξιούχων.
Η κυβέρνηση ομιλεί συνεχώς για εμπιστοσύνη, η οποία όμως δεν οικοδομείται με διαφημιστικά συνθήματα, αλλά με αξιοπρεπείς μισθούς, με σταθερές σχέσεις εργασίας-με σταθερή εργασία, με ισχυρή δημόσια ασφάλιση, με την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, με την ενίσχυση του ΕΦΚΑ, με την ταχύτερη απονομή των συντάξεων.
Με το νομοσχέδιο, σε αυτά τα μεγάλα προβλήματα δεν δίδονται ουσιαστικές απαντήσεις.
Το ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι απλή λογιστική, είναι κοινωνικό συμβόλαιο.
Απαντά στο ερώτημα, πώς διανέμεται ο κοινωνικός πλούτος.
Αφορά, το αν, μέσω αυτού, προστατεύονται όλοι ή μόνον όσοι έχουν δυνατότητες-εν προκειμένω τη δυνατότητα να αποταμιεύουν.
Η κυβέρνηση επιλέγει ένα μοντέλο ατομικής ευθύνης και όχι κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η σύνταξη δεν είναι επενδυτικό προϊόν. Είναι κοινωνικό δικαίωμα. Δεν είναι προνόμιο των ολίγων. Είναι κατάκτηση του κόσμου της εργασίας.
Η ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματος συνδέεται με την αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος προς την κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης: Έτσι μόνον θα αυξηθεί η απασχόληση με σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας, θα ενισχυθούν τα έσοδα του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος, θα αντιμετωπιστεί η εισφοροδιαφυγή και η αδήλωτη εργασία, θα βελτιωθούν οι δημόσιες συντάξεις, ιδιαίτερα για τους χαμηλοσυνταξιούχους, και εν τέλει θα στηριχθεί η δημόσια κοινωνική ασφάλιση ως βασικός πυλώνας κοινωνικής συνοχής.
Η ΝΔ ακολουθεί την πεπατημένη: Προτάσσει τον τουρισμό και τη διαχείριση ακινήτων (το real estate), που ούτε πολλές σταθερές θέσεις εργασίας δημιουργούν, ούτε διατηρήσιμη (ανθεκτική) υπεραξία παράγουν.
Η διαφωνία μας δεν είναι ιδεοληπτική.
Δεν αρνούμεθα τον θεσμό της επαγγελματικής ασφάλισης, ως συμπληρωματικό πυλώνα της δημόσιας ασφάλισης.
Αρνούμεθα, όμως, αυτή να χρησιμοποιείται ως εργαλείο σταδιακής υποκατάστασης της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης.
Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι η ποιότητα της σύνταξης θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις διακυμάνσεις των αγορών και όλο και λιγότερο από τη συλλογική ευθύνη της Πολιτείας.
Η κοινωνική ασφάλιση δεν είναι χρηματοοικονομικό προϊόν, δεν είναι προνόμιο των ολίγων. Είναι κατάκτηση του κόσμου της εργασίας.
Με πρωτοβουλία της Έλενας Ακρίτα, σύσσωμη η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε ερώτηση προς τον Υπουργό Υγείας για τις διαδοχικές αποσύρσεις καινοτόμων ογκολογικών θεραπειών και τη δραματική καθυστέρηση στην πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε νέα φάρμακα.
Η πρόσφατη απόσυρση ακόμη ενός ογκολογικού φαρμάκου, μετά από σειρά αντίστοιχων περιστατικών τους τελευταίους μήνες, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη εξέλιξη στη φαρμακευτική αγορά. Στην ερώτηση επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μόλις ένα στα πέντε νέα καινοτόμα φάρμακα είναι πλήρως προσβάσιμο στους Έλληνες ασθενείς, ενώ η αποζημίωση νέων θεραπειών καθυστερεί κατά μέσο όρο 641 ημέρες.
Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ζητούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη θεραπευτική συνέχεια των ογκολογικών ασθενών και για πραγματική, έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση όλων στις σύγχρονες θεραπείες. Πίσω από κάθε απόσυρση υπάρχει ένας ασθενής που δίνει μάχη με τον καρκίνο και χρειάζεται να γνωρίζει ότι η θεραπεία του θα συνεχιστεί απρόσκοπτα.
Ο Υπουργός Υγείας έχει αποδειχθεί λαλίστατος όταν αφορά τηλεοπτικές εμφανίσεις και αναρτήσεις στα ΜΚΔ. Οι ασθενείς με καρκίνο, όμως, περιμένουν να διαθέσει -ως οφείλει- χρόνο στην άμεση λύση ενός προβλήματος για το οποίο κάθε μέρα καθυστέρησης μπορεί να σημαίνει πολύτιμο χρόνο ζωής.
Αναλυτικά η ερώτηση:
26 Αυγούστου 2026
ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον Υπουργό Υγείας
Θέμα: «Διαδοχικές αποσύρσεις καινοτόμων ογκολογικών θεραπειών από την Ελλάδα και υποβάθμιση της πρόσβασης των ασθενών σε σύγχρονες θεραπείες».
Τους τελευταίους μήνες καταγράφονται διαδοχικές αποσύρσεις καινοτόμων ογκολογικών θεραπειών από την ελληνική αγορά. Η πιο πρόσφατη αφορά φάρμακο για τον καρκίνο του μαστού, ενώ έχουν προηγηθεί αποσύρσεις θεραπειών για τον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και αιματολογικές κακοήθειες. Το φαινόμενο έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα και στους ασθενείς.
Την ίδια στιγμή, τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν ένα ευρύτερο πρόβλημα πρόσβασης στην καινοτομία. Σύμφωνα με τη μελέτη Patients W.A.I.T. 2025, από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον ΕΜΑ την περίοδο 2021–2024, μόλις 69 έφτασαν στην Ελλάδα και μόνο 36 είναι πλήρως και απρόσκοπτα προσβάσιμα στους ασθενείς. Έτσι, πλήρης πρόσβαση υπάρχει μόλις σε ένα στα πέντε νέα φάρμακα, ενώ ο μέσος χρόνος από την ευρωπαϊκή έγκριση μέχρι την αποζημίωση στην Ελλάδα ανέρχεται σε 641 ημέρες.
Η κυβέρνηση γνωρίζει το πρόβλημα. Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα είναι η πολιτική της βούληση να το αντιμετωπίσει άμεσα και αποτελεσματικά. Ο ίδιος ο Υπουργός Υγείας έχει αναγνωρίσει ότι το υψηλό clawback προκαλεί αβεβαιότητα ως προς την ταχύτητα πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες και έχει παρουσιάσει το Ταμείο Καινοτομίας ως λύση ακριβώς γι’ αυτή τη στρέβλωση.
Επειδή όμως για έναν άνθρωπο με καρκίνο η πρόσβαση στη θεραπεία δεν μπορεί να είναι θέμα ταχύτητας αγοράς, διαπραγμάτευσης ή δημοσιονομικής συγκυρίας.
Επειδή κανένας ασθενής δεν μπορεί να γνωρίζει ότι η θεραπεία που λαμβάνει σήμερα ενδέχεται αύριο να μην είναι διαθέσιμη στη χώρα του.
Επειδή το να υπάρχει μια καινοτόμος θεραπεία στην Ευρώπη, αλλά όχι για τον Έλληνα ασθενή, δεν αποτελεί απλώς φαρμακευτική καθυστέρηση. Αποτελεί ανισότητα στην υγεία.
Επειδή η Πολιτεία δεν μπορεί να μεταθέτει την ευθύνη στον ΙΦΕΤ ή στις διαδικασίες έκτακτης εισαγωγής, όταν η ίδια αναγνωρίζει ότι οι διαδικασίες αυτές μπορεί να προκαλούν καθυστερήσεις που, όπως έχει παραδεχθεί ο Υπουργός, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβούν μοιραίες.
Επειδή, τέλος, η αξία ενός συστήματος υγείας κρίνεται πρώτα και πάνω απ’ όλα από το αν, όταν ένας πολίτης δίνει μάχη για τη ζωή του, το κράτος μπορεί να του εγγυηθεί τη θεραπεία που χρειάζεται.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός:
1. Πόσες ογκολογικές θεραπείες έχουν αποσυρθεί ή πρόκειται να αποσυρθούν από την ελληνική αγορά από 01.01.2026 έως σήμερα και πόσοι ασθενείς επηρεάζονται; Ποια συγκεκριμένα μέτρα έχει λάβει το Υπουργείο για να διασφαλίσει ότι κανένας ασθενής που ήδη λαμβάνει μία από αυτές τις θεραπείες δεν θα βρεθεί χωρίς συνεχή και έγκαιρη πρόσβαση στην αναγκαία αγωγή του;
2. Γιατί, παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τόσο περιορισμένη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα; Ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα με το οποίο η κυβέρνηση δεσμεύεται να αντιμετωπίσει τις καθυστερήσεις και τις ανισότητες πρόσβασης;
3. Με ποιον συγκεκριμένο μηχανισμό θα αξιοποιηθεί το Ταμείο Καινοτομίας ώστε να αποτρέπονται νέες αποσύρσεις και να εξασφαλίζεται η θεραπευτική συνέχεια των ασθενών; Και ποια άμεσα μέτρα προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση ώστε η πρόσβαση σε σύγχρονες και αποτελεσματικές θεραπείες να αποτελεί πραγματικό και καθολικό δικαίωμα για κάθε ασθενή στην Ελλάδα;
Οι ερωτώσες βουλεύτριες και οι ερωτώντες βουλευτές
Η βουλευτής Ευβοίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Θεοδώρα Ακριώτου κατέθεσε στην αναφορά προς τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη την επιστολή του Συλλόγου Εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκίδας, με την οποία ζητούν να αξιοποιηθεί κάθε διαθέσιμο πρόγραμμα, παράλληλα, με την πραγματοποίηση μόνιμων προσλήψεων, ώστε να καλυφθούν οι αναγκαίες για τη λειτουργία του νοσοκομείου, θέσεις.
Όπως τονίζουν οι εργαζόμενοι στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας προβλέπονται 23 οργανικές θέσεις βοηθών θαλάμου, όμως, μόλις δύο από τις 23 καλύπτονται από μόνιμο προσωπικό.
Οι εσωτερικές μετακινήσεις δεν είναι προσλήψεις, επισημαίνουν οι εργαζόμενοι και σημειώνουν ότι τα επιδοτούμενα προγράμματα δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμη πολιτική στελέχωσης.
Η βουλευτής ζητεί την άμεση εξέταση της επιστολής των εργαζομένων, καθώς και την απάντηση του αρμόδιου υπουργού και τις σχετικές του ενέργειες, ώστε να λειτουργήσει απρόσκοπτα το Νοσομείο Χαλκίδας.
Διότι όπως υποστηρίζει η Θεοδώρα Ακριώτου, η κατάσταση πλέον έχει ξεπεράσει κάθε όριο, με σοβαρά προβλήματα να προκύπτουν στην καθημερινή λειτουργία των τμημάτων, στις συνθήκες εργασίας του προσωπικού και κατ’ επέκταση στην παροχή ασφαλών και ποιοτικών υπηρεσιών υγείας στους ασθενείς.
Ο Σύλλογος Εργαζομένων του ΓΝΧ εκπέμπει SOS και οφείλουμε να βρισκόμαστε δίπλα τους με όποιο τρόπο και όποια ιδιότητα, σημειώνει.
Η Αναφορά του Συλλόγου Εργαζομένων του Γεν. Νοσοκομείου ΧΑΛΚΙΔΑΣ:
Η παράδοση της επέκτασης του Μετρό προς την Καλαμαριά αποτελεί αναμφισβήτητα εξέλιξη, που ικανοποιεί, εν μέρει, την απόλυτη ανάγκη της Θεσσαλονίκης σε σύγχρονες, οικονομικές και οικολογικές υποδομές, που αποσυμφορούν το κυκλοφοριακό στην καθημερινότητα.
Πίσω, όμως, από τις πανηγυρικές τελετές εγκαινίων, δεν μπορούν να κρυφτούν και πρέπει να επισημανθούν:
Η τεράστια οικονομική επιβάρυνση: Ενώ το 2019 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε ένα έργο προχωρημένο (Βασική Γραμμή στο 75%, Καλαμαριά στο 50% αν και το παρέλαβε σταματημένο) με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2020-2021, η πολυετής καθυστέρηση στοίχισε στους φορολογούμενους πάνω από 600 εκατ. ευρώ σε αποζημιώσεις προς τον εργολάβο.
Η ταλαιπωρία και διπλό κόστος για τους πολίτες: Χωρίς την εφαρμογή ενιαίου εισιτηρίου, οι επιβάτες από την Καλαμαριά, που θα χρειαστεί να μετακινηθούν με αστικό λεωφορείο και ΜΕΤΡΟ, υποχρεώνονται να πληρώνουν δύο εισιτήρια αντί για ένα ενιαίο.
Η αναδιάρθρωση των λεωφορειακών γραμμών έγινε πρόχειρα: Η κατάργηση της γραμμής 6 του ΟΑΣΘ και η αντικατάστασή της (6Α, 6Β) αφήνει τους δημότες χωρίς σαφείς απαντήσεις για τις στάσεις και την εξυπηρέτησή τους, λίγες μάλιστα ημέρες πριν την έναρξη των νέων δρομολογίων.
Οι ελλείψεις στις υποδομές: Οι σταθμοί του ΜΕΤΡΟ στην Καλαμαριά παραδίδονται ΚΑΙ αυτοί, χωρίς χώρους στάθμευσης για όσους μετακινηθούν προς Καλαμαριά και Κέντρο, ενώ εκκρεμούν η τηλεματική και οι νέες πινακίδες στις στάσεις προς ενημέρωση του επιβατικού κοινού.
Η εγκατάλειψη του ολοκληρωμένου σχεδιασμού: Μετά από δύο ανεκμετάλλευτες θητείες, η επέκταση προς το Αεροδρόμιο αγνοείται, ενώ για τα Δυτικά εγκαταλείφθηκε το σενάριο της κυκλικής γραμμής που θα συνέδεε ουσιαστικά τις δυτικές συνοικίες με τη βασική γραμμή, αλλά και τους Δήμους της Δυτικής Θεσσαλονίκης μεταξύ τους.
Εμείς, ως ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, που εργαστήκαμε σκληρά για την ολοκλήρωση του έργου, ευχόμαστε καλοτάξιδο το Μετρό στην Καλαμαριά.
Όμως, οι πολίτες, η Θεσσαλονίκη, δικαιούνται έργα που παραδίδονται στην ώρα τους, χωρίς διασπάθιση δημόσιου χρήματος και χωρίς προχειρότητες στην εξυπηρέτηση των πολιτών.
Κοινή ανακοίνωση του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και του Τομεάρχη Αγροτικής Πολιτικής της ΚΟ, Θ. Ξανθόπουλου
Σοβαρά προβλήματα εξακολουθούν να καταγράφονται στη λειτουργία του νέου συστήματος δηλώσεων ΟΣΔΕ μέσω της πλατφόρμας myAGRO, την ώρα που πλησιάζει η κρίσιμη προθεσμία της 15ης Σεπτεμβρίου για τους παραγωγούς που θέλουν να λάβουν την προκαταβολή των ενισχύσεών τους έως το τέλος Οκτωβρίου.
Παραγωγοί, γεωτεχνικοί και Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων αναφέρουν δυσλειτουργίες, καθυστερήσεις και αυξημένη γραφειοκρατία, ενώ εντείνεται η ανησυχία για το αν οι αιτήσεις θα μπορέσουν να ολοκληρωθούν έγκαιρα και σωστά και, τελικά, αν οι πληρωμές θα πραγματοποιηθούν χωρίς νέες καθυστερήσεις και λάθη.
Η κυβέρνηση παρουσίασε στις αρχές Αυγούστου το myAGRO ως βασικό βήμα εκσυγχρονισμού του συστήματος των αγροτικών ενισχύσεων. Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, οι άνθρωποι της παραγωγής βρίσκονται και πάλι αντιμέτωποι με αβεβαιότητα, τεχνικά προβλήματα και ασφυκτικές προθεσμίες.
Μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις εκκρεμότητες προηγούμενων πληρωμών και τις συνεχείς αλλαγές στον τρόπο διαχείρισης των ενισχύσεων, οι αγρότες δεν μπορούν να κληθούν να πληρώσουν και το κόστος των προβλημάτων ενός συστήματος που σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή η ίδια η κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει άμεσα καθαρές απαντήσεις και εγγυήσεις. Να διασφαλίσει ότι κανένας παραγωγός δεν θα χάσει την προκαταβολή ούτε θα υποστεί καθυστέρηση στην πληρωμή της εξαιτίας τεχνικών ή διοικητικών δυσλειτουργιών του myAGRO και να εξασφαλίσει τον αναγκαίο χρόνο και τις συνθήκες ώστε όλες οι αιτήσεις να υποβληθούν και να ελεγχθούν σωστά.
Οι αγρότες χρειάζονται ένα αξιόπιστο σύστημα, σαφές χρονοδιάγραμμα και εγγύηση έγκαιρων και σωστών πληρωμών. Όχι άλλες εξαγγελίες που στην πράξη μετατρέπονται σε νέα ταλαιπωρία και αβεβαιότητα.
Η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία συνεδρίασε και αποτίμησε τις πολιτικές εξελίξεις, την πορεία υλοποίησης της απόφασης της 23ης Ιουλίου και τον σχεδιασμό του κόμματος για τη νέα πολιτική περίοδο, με πρώτο μεγάλο ορόσημο τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Ο μήνας που μεσολάβησε επιβεβαίωσε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, όχι μόνο δεν έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο αλλά διαθέτει πολιτικές αντοχές, οργανωτική υποδομή, κοινωνικές αναφορές και σημαντικό απόθεμα προγραμματικών επεξεργασιών.
Ακυρώσαμε την εικόνα ενός κόμματος σε αποσύνθεση και χωρίς δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης. Το σχέδιο επιβολής τεχνητής σίγασης και διάλυσης κατέρρευσε. Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ επανήλθε στην πολιτική συζήτηση, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αναδεικνύει θέματα, προβλήματα που παράγει η πολιτική της κυβέρνησης, καυτηριάζει τη διαφθορά της και θέτει ζητήματα στη δημόσια ατζέντα.
Αναδείξαμε με επάρκεια κρίσιμα ζητήματα και χαράξαμε καθαρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές.
Ανοίξαμε τη συζήτηση για την επιστροφή της ΔΕΗ υπό ισχυρό δημόσιο έλεγχο και συνδέσαμε την ενεργειακή πολιτική με την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Υπερασπιστήκαμε το δημόσιο πανεπιστήμιο και το άρθρο 16 απέναντι στην κυβερνητική επιλογή της ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης.
Αναδείξαμε τη στεγαστική κρίση και καταθέσαμε μια διαφορετική κατεύθυνση, με αύξηση της προσφοράς και κατασκευή νέων κατοικιών.
Έχουμε έτοιμη την πρότασή μας για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους.
Ανοίξαμε επίσης τη συζήτηση και θέσαμε στην ατζέντα την πρόωρη αποπληρωμή των 13 δισ. ευρώ φθηνού δημόσιου χρέους. Θέσαμε το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: πού πρέπει να κατευθύνει η χώρα τις χρηματοδοτικές της δυνατότητες; Στην πρόωρη εξόφληση φθηνού χρέους ή στη δημιουργία κοινωνικού και παραγωγικού κεφαλαίου, στη στέγη και στην οικονομική θωράκιση της χώρας;
Παρεμβήκαμε στην ακρίβεια επαναφέροντας συγκεκριμένες προτάσεις που έχουμε ήδη καταθέσει. Αναδείξαμε τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων αλλαγών στους πόρους της ΚΑΠ και της πολιτικής συνοχής για τις ελληνικές περιφέρειες. Παρεμβήκαμε στις πυρκαγιές και στην πολιτική προστασία, στα ελληνοτουρκικά και στις διεθνείς εξελίξεις, στο ακτοπλοϊκό, στη δημοκρατία, στους θεσμούς και στη διαφάνεια.
Δεν παρακολουθήσαμε απλώς την επικαιρότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις την τροφοδοτήσαμε με δικές μας πρωτοβουλίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ απέδειξε ότι μπορεί να παράγει πολιτική, να ανοίγει μέτωπα, να καταθέτει εφαρμόσιμες λύσεις και να διαμορφώνει τη δημόσια ατζέντα, αντί να ετεροκαθορίζεται από αυτήν.
Ανασυγκρότηση και εκλογική ετοιμότητα
Παράλληλα προχωρήσαμε στην οργανωτική ανασυγκρότηση. Αναδιοργανώσαμε την Κοινοβουλευτική Ομάδα ενισχύοντας το σημαντικό της έργο, συγκροτήσαμε τα Περιφερειακά Όργανα, ενεργοποιήσαμε το δίκτυο Περιφερειακών και Οργανωτικών Υπευθύνων και ξεκινήσαμε τη διαδικασία συγκρότησης των ψηφοδελτίων. Οι Νομαρχιακές Επιτροπές καταθέτουν ήδη προτάσεις υποψηφίων.
Ανασυγκροτήσαμε επίσης το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη στην προεδρία και τον Παναγιώτη Κορμά στη θέση του διευθυντή. Το Ινστιτούτο καλείται σε μια πολιτικά κρίσιμη συγκυρία να ενισχύσει την παραγωγή πολιτικής, την επιστημονική τεκμηρίωση και τον διάλογο με την επιστημονική κοινότητα. Παράλληλα ανασυγκροτούμε την «Αλληλεγγύη για Όλους», ώστε να ενισχύσουμε την κοινωνική παρουσία και τα δίκτυα αλληλεγγύης του κόμματος.
Σημαντικά βήματα έγιναν και στην επικοινωνιακή λειτουργία. Ανασυγκροτήσαμε το Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας, αναδιατάξαμε τις αρμοδιότητες και διευρύναμε σημαντικά την παρουσία του κόμματος στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα. Η νέα λειτουργία έχει ήδη αυξήσει σημαντικά την απήχηση του περιεχομένου του κόμματος, ενώ διευρύνεται σταδιακά και ο αριθμός των στελεχών που εκπροσωπούν δημόσια τον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ.
Το πρώτο επικοινωνιακό βήμα είχε έναν σαφή στόχο: να ανατρέψει την εικόνα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο και να επαναβεβαιώσει την παρουσία, την ενότητα και τη συνέχεια του κόμματος. Η επόμενη φάση πρέπει να κάνει κάτι περισσότερο: να μεταφέρει στην κοινωνία την πολιτική και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ με απλό, σύγχρονο και κατανοητό τρόπο. Να μετατρέψει τις προγραμματικές μας επεξεργασίες σε συγκεκριμένα πολιτικά μηνύματα και να αξιοποιήσει συλλογικά τους βουλευτές, την Πολιτική Γραμματεία, την Κεντρική Επιτροπή και τα στελέχη του κόμματος.
Προχωράμε επίσης στην πλήρη ανανέωση της ψηφιακής παρουσίας του κόμματος, με νέο σύγχρονο ιστότοπο, μεγαλύτερη έμφαση στο οπτικοακουστικό περιεχόμενο και ενιαία παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα. Στόχος μας είναι να περάσουμε από την αποσπασματική προβολή προσώπων σε μια ισχυρή, συλλογική και αναγνωρίσιμη παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ.
Η επικοινωνιακή ανασυγκρότηση υπηρετεί την πολιτική ανασυγκρότηση. Δεν αρκεί να αυξήσουμε την ποσότητα των παρεμβάσεων. Πρέπει να ενισχύσουμε τη σαφήνεια και την αποτελεσματικότητά τους. Κάθε μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία πρέπει να αποκτά ενιαίο μήνυμα, τεκμηρίωση, κοινοβουλευτική παρουσία, παρουσία στα μέσα ενημέρωσης και κατάλληλο περιεχόμενο για τα κοινωνικά δίκτυα.
Συγκροτήθηκε ενιαία δομή τεκμηρίωσης. Η κυκλική ροή πληροφορίας ανάμεσα στα Τμήματα, τους τομεάρχες, την Κοινοβουλευτική Ομάδα, την τεκμηρίωση και το Γραφείο Τύπου πρέπει να αποτελέσει πάγια λειτουργία του κόμματος.
Αναλαμβάνουμε την ευθύνη και εγγυόμαστε τη συντεταγμένη και συλλογική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ.
Η Πολιτική Γραμματεία δίνει εντολή στην εννιαμελή Εκλογική Επιτροπή να οργανώσει και να επιταχύνει την προετοιμασία για την εκλογική μάχη. Η Επιτροπή πρέπει να αποκτήσει πλήρη εικόνα ανά εκλογική περιφέρεια, να προχωρήσει τη συγκρότηση των ψηφοδελτίων, να εντοπίσει ανάγκες ανανέωσης και κοινωνικής διεύρυνσης και να συντονίσει τη δουλειά της με τις Νομαρχιακές Επιτροπές, τα Περιφερειακά Όργανα και το Οργανωτικό. Η εκλογική ετοιμότητα πρέπει πλέον να αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμη πρόοδο.
Επαναλαμβάνουμε παράλληλα τη θέση μας για τους βουλευτές που αποχώρησαν. Η πολιτική διαφοροποίηση αποτελεί δικαίωμα. Όσοι όμως αποχώρησαν οφείλουν να παραδώσουν τις έδρες με τις οποίες εξελέγησαν, με τα ψηφοδέλτια και τις ψήφους του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ. Η διατήρησή τους τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο τα σενάρια ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σχέδιο διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ και καταστολής της κοινοβουλευτικής του δύναμης. Δεν θα απαντήσουμε με προσωπικές αντιπαραθέσεις. Θα απαντήσουμε με πολιτική, πρόγραμμα και κοινωνική παρουσία.
Για τις διεθνείς εξελίξεις
Οι διεθνείς εξελίξεις απαιτούν ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, την εξωτερική πολιτική που άσκησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 15 – 19 με ΥΠΕΞ τον Νίκο Κοτζιά. Η Ελλάδα πρέπει να υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο, να εργάζεται για την ειρήνη και να αποφεύγει εμπλοκές που δεν υπηρετούν τα συμφέροντα της χώρας. Επαναφέρουμε το αίτημα άμεσης επιστροφής της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot από τη Σαουδική Αραβία, που εμπλέκει την Ελλάδα στον αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν και στην ευρύτερη πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Καταδικάζουμε αταλάντευτα την γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας από το Ισραήλ. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού σε ανεξάρτητο κράτος στο πλαίσιο της λύσης δύο κρατών που θα συμβιώνουν ειρηνικά, με τα Ανατολικά Ιεροσόλυμα πρωτεύουσα του Παλαιστινιακού κράτους
Οι εξελίξεις αναδεικνύουν ταυτόχρονα την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο η Ευρώπη παραμένει υπό την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και ακολουθεί μια πολιτική που την τοποθετεί στην εμπροσθοφυλακή του πολέμου και όχι της ειρήνης.
Οι νεοφιλελεύθερες επιλογές, με βασικό πολιτικό όχημα το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και τη σύμπλευσή του με την ακροδεξιά, απομακρύνουν την Ευρώπη από μια πολιτική που θα έχει στον πυρήνα της την υπεράσπιση του μεγαλύτερου αγαθού της ανθρωπότητας: της ειρήνης. Την έχουν προσδέσει στο άρμα των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να εξαρτά την ασφάλεια, την ενέργεια, την παραγωγική της βάση και κρίσιμες τεχνολογίες από τρίτες δυνάμεις.
Η Ευρώπη χρειάζεται αλλαγή πορείας, με στρατηγική αυτονομία, κοινωνικό και φιλειρηνικό προσανατολισμό. Για αυτή την αλλαγή ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ θα αναλάβει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες και θα συνεχίσει να δίνει τη μάχη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Αριστερά και σε κάθε ευρωπαϊκό και διεθνές πεδίο.
Για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Η Συνταγματική Αναθεώρηση θα αποτελέσει μεγάλη πολιτική και θεσμική μάχη. Η ΝΔ επιδιώκει να αποδυναμώσει τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, να ανοίξει περισσότερο τον δρόμο στην εμπορευματοποίηση δημόσιων αγαθών και να ψαλιδίσει τις αρμοδιότητες της Βουλής.
Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ θα αναδείξει οργανωμένα στον δημόσιο διάλογο τις προτάσεις του για το δημόσιο πανεπιστήμιο, την προστασία των δημόσιων αγαθών, την ευθύνη υπουργών, τη διάκριση των εξουσιών, τις ανεξάρτητες αρχές και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα.
Θέλουμε μια Βουλή που ερευνά, ελέγχει και απαιτεί απαντήσεις. Μια Βουλή που ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή της να διερευνά σε βάθος. Που μπορεί να ερευνήσει τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές, τα Τέμπη και κάθε μεγάλη υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος. Δεν θα επιτρέψουμε η Συνταγματική Αναθεώρηση να γίνει όχημα για ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου.
Για την οικονομία και την ακρίβεια
Στην οικονομία, κεντρικός μας στόχος είναι η αντιμετώπιση της ακρίβειας στον πυρήνα της. Το πραγματικό εισόδημα δεν καθορίζεται μόνο από τον μισθό ή τη σύνταξη, αλλά και από το κόστος των βασικών αναγκών. Δύο από τις μεγαλύτερες πηγές συμπίεσής του είναι σήμερα η ενέργεια και η στέγη.
Στην ενέργεια προτείνουμε την επιστροφή της ΔΕΗ υπό ισχυρό δημόσιο έλεγχο, ώστε το Δημόσιο να αποκτήσει πραγματικό εργαλείο παρέμβασης στις τιμές και άσκησης ενεργειακής πολιτικής.
Στη στέγη προτείνουμε μεγάλη αύξηση της προσφοράς και δημιουργία μόνιμου αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Προτείνουμε εκτεταμένο πρόγραμμα κατασκευής νέων κατοικιών, ώστε να αυξήσουμε πραγματικά το στεγαστικό απόθεμα και να ασκήσουμε πίεση στα ενοίκια και στις τιμές.
Επαναφέρουμε παράλληλα τις προτάσεις που έχουμε ήδη καταθέσει: την πρόταση νόμου για την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια, το πλαφόν στα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων με αξιοποίηση της σχετικής ευρωπαϊκής πρόβλεψης και την ολοκληρωμένη πρόταση για το ιδιωτικό χρέος. Η δική μας απάντηση επιδιώκει να αυξήσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα χτυπώντας τις πηγές που το εξανεμίζουν.
Πανελλαδική εξόρμηση – ΔΕΘ
Από τώρα ξεκινά πανελλαδική πολιτική εξόρμηση, με ιδιαίτερη έμφαση στις περιφέρειες που απειλούνται από περικοπές στους πόρους της ΚΑΠ και της πολιτικής συνοχής. Συνδέουμε την προγραμματική δουλειά με την παρουσία στην κοινωνία, την επαφή με εργατικά σωματεία, παραγωγικούς και επαγγελματικούς φορείς, την αυτοδιοίκηση και κοινωνικές οργανώσεις. Κάθε περιοδεία θα υπηρετεί ταυτόχρονα την πολιτική, οργανωτική και εκλογική προετοιμασία.
Η ΔΕΘ αποτελεί το πρώτο μεγάλο ορόσημο. Από σήμερα μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου θα ξεδιπλώσουμε σταδιακά τον πλήρη προγραμματικό μας εξοπλισμό: ακρίβεια και πραγματικό εισόδημα, δημόσια ΔΕΗ, στέγη, ιδιωτικό χρέος, φορολογία, εργασία, κοινωνικό κράτος, υγεία, παιδεία, παραγωγική και περιφερειακή ανάπτυξη, ανάγκη για ενεργητική, πολυδιάστατη, φιλειρηνική εξωτερική πολιτική, δημοκρατία και θεσμοί.
Η προγραμματική ανάπτυξη θα συνοδεύεται από ενιαίο επικοινωνιακό σχεδιασμό. Κάθε πρόταση θα παρουσιάζεται ολοκληρωμένα, αλλά ταυτόχρονα θα μεταφράζεται σε σύντομο και κατανοητό περιεχόμενο για τα κοινωνικά δίκτυα και τα μέσα ενημέρωσης. Θέλουμε το πρόγραμμα να φτάσει πέρα από τα στενά κομματικά ακροατήρια και να γίνει αντικείμενο πραγματικής κοινωνικής συζήτησης.
Στις 5 Σεπτεμβρίου ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ θα συμμετάσχει μαζικά στην προγραμματισμένη κινητοποίηση στη Θεσσαλονίκη. Στη ΔΕΘ θα προσέλθουμε με πλήρη, εφαρμόσιμη και κοστολογημένη πρόταση. Με σαφή απάντηση για το τι προτείνουμε, πώς εφαρμόζεται, πώς χρηματοδοτείται και ποιους ωφελεί.
Πολιτικές συνεργασίες
Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ θα συνεργαστεί με όσους θέλουν και μπορούν να συμβάλουν στην αναγκαία αντεπίθεση της σύγχρονης Αριστεράς. Είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε συγκεκριμένα πάνω σε κοινές δεσμεύσεις για την οικονομία, την εργασία, το κοινωνικό κράτος, τη δημοκρατία, το δημόσιο πανεπιστήμιο, τα δημόσια αγαθά και την εξωτερική πολιτική.
Δεν περιμένουμε όμως τις αποφάσεις άλλων. Σε κάθε περίπτωση, επιταχύνουμε τη δική μας πολιτική, προγραμματική, οργανωτική και εκλογική προετοιμασία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ απέδειξε ότι είναι ανθεκτικός. Μετατρέπουμε την ανθεκτικότητα σε πολιτική πρωτοβουλία, κοινωνική παρουσία και προγραμματική υπεροχή.
Εγγυόμαστε τη συντεταγμένη πορεία του κόμματος. Η Πολιτική Γραμματεία δίνει εντολή στην Εκλογική Επιτροπή να επιταχύνει την προετοιμασία για την εκλογική μάχη μέχρι την επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής. Οι οργανώσεις ενεργοποιούνται. Οι δομές παραγωγής πολιτικής, τεκμηρίωσης, κοινωνικής παρέμβασης και επικοινωνίας ανασυγκροτούνται. Το πρόγραμμα ξεδιπλώνεται σε όλη τη χώρα.
Ο πολιτικός χάρτης πρέπει να αλλάξει και θα αλλάξει. Η παρουσία της σύγχρονης Αριστεράς θα ενισχυθεί.
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.
Read our Privacy Policy.