Skip to main content

Θεματική Ενότητα: Κλιματική Κρίση

Ερώτηση Κ. Νοτοπούλου: Ανάγκη τροποποίησης του πλαισίου πρόσθετης εργασίας των Πυροσβεστών Δασικών Επιχειρήσεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε.)

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον κ. Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

Θέμα: «Ανάγκη τροποποίησης του πλαισίου πρόσθετης εργασίας των Πυροσβεστών Δασικών Επιχειρήσεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε.)»

Οι Πυροσβέστες Δασικών Επιχειρήσεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε.) αποτελούν την πλέον εξειδικευμένη δύναμη πρώτης γραμμής του Πυροσβεστικού Σώματος στην πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Η αποστολή τους δεν περιορίζεται, αποκλειστικά, στην καταστολή των πυρκαγιών, κατά τις ημέρες υψηλού δείκτη επικινδυνότητας, αλλά περιλαμβάνει, καθημερινά, προληπτικές περιπολίες, επιτήρηση δασικών εκτάσεων, άμεση επέμβαση σε αρχόμενα συμβάντα, φύλαξη περιοχών για αποτροπή αναζωπυρώσεων και διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου.

Με το άρθρο 117 του ν. 5281/2026 τροποποιήθηκε η περ. ια’ της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 5246/2025 και αυξήθηκε ο ανώτατος ετήσιος αριθμός επιπλέον οκταώρων πρόσθετης υπηρεσίας από δεκαέξι (16) σε είκοσι τέσσερα (24). Η αύξηση αυτή αναγνωρίζει, έμμεσα, τις αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες του Πυροσβεστικού Σώματος και ειδικότερα των Ε.ΜΟ.Δ.Ε.

Ωστόσο, η ίδια διάταξη εξακολουθεί να προβλέπει ότι η πρόσθετη εργασία μπορεί να διατεθεί μόνο όταν ο ημερήσιος δείκτης επικινδυνότητας πυρκαγιάς είναι υψηλός (3), πολύ υψηλός (4) ή κατάσταση συναγερμού (5).

Στην πράξη, όμως, οι πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες των Ε.ΜΟ.Δ.Ε. δεν εξαντλούνται στις ημέρες αυτές. Ιδιαίτερα κατά την αντιπυρική περίοδο, απαιτείται συχνά η εκτέλεση πρόσθετων περιπολιών, η ενίσχυση της επιτήρησης, η διατήρηση αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και η αντιμετώπιση αναζωπυρώσεων ακόμη και σε ημέρες κατά τις οποίες ο ημερήσιος δείκτης επικινδυνότητας δεν ανέρχεται στο επίπεδο 3. Οι πραγματικές συνθήκες στο πεδίο, οι τοπικές ιδιαιτερότητες, οι μετεωρολογικές μεταβολές και οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν αποτυπώνονται πάντοτε, πλήρως, στον ημερήσιο χάρτη πρόβλεψης κινδύνου.

Η πρόσφατη μεγάλη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, η οποία κινητοποίησε επί πολλές ώρες ισχυρές επίγειες και εναέριες πυροσβεστικές δυνάμεις, ανέδειξε για ακόμη μία φορά τον καθοριστικό ρόλο των πυροσβεστών πρώτης γραμμής και την ανάγκη διαρκούς ενίσχυσης της επιχειρησιακής τους ετοιμότητας και ευελιξίας.
Παράλληλα, το Πανελλήνιο Σωματείο Πυροσβεστών Δασικών Επιχειρήσεων (ΠΑ.Σ.ΠΥ.Δ.Ε.) έχει ζητήσει την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, ώστε η δυνατότητα παροχής πρόσθετης εργασίας στους υπαλλήλους των Ε.ΜΟ.Δ.Ε. να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την εμφάνιση δείκτη επικινδυνότητας 3 στους ημερήσιους χάρτες, αλλά να μπορεί να ενεργοποιείται και όταν αυτό επιβάλλεται από τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες που διαπιστώνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Η δυνατότητα λήψης αποφάσεων με βάση τις πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες από τον εκάστοτε Διοικητή της οικείας Πυροσβεστικής Διοίκησης συνιστά στοιχείο αποτελεσματικής διοίκησης και ευελιξίας, ιδίως σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον όπου οι ανάγκες μεταβάλλονται διαρκώς και δεν είναι δυνατόν να αποτυπώνονται πλήρως σε έναν γενικό ημερήσιο δείκτη επικινδυνότητας.

Η επιλογή της Κυβέρνησης να αυξήσει μεν τον αριθμό των επιτρεπόμενων επιπλέον οκταώρων, διατηρώντας όμως έναν ιδιαίτερα περιοριστικό μηχανισμό ενεργοποίησής τους, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Ενώ αναγνωρίζονται οι αυξημένες ανάγκες του Πυροσβεστικού Σώματος, οι αρμόδιες διοικήσεις εξακολουθούν να στερούνται της απαιτούμενης ευελιξίας να αξιοποιούν το προσωπικό όταν οι πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες το επιβάλλουν.

Επειδή η πρόληψη αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής προστασίας και απαιτεί συνεχή επιχειρησιακή παρουσία,

Επειδή οι Ε.ΜΟ.Δ.Ε. επιτελούν κρίσιμο έργο καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου και όχι μόνο κατά τις ημέρες υψηλού δείκτη επικινδυνότητας,

Επειδή οι πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες δεν ταυτίζονται πάντοτε με τον ημερήσιο δείκτη πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς,

Επειδή η ίδια η αύξηση των επιτρεπόμενων επιπλέον οκταώρων αποδεικνύει ότι το Υπουργείο αναγνωρίζει την ανάγκη ενίσχυσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας των πυροσβεστών.

Ερωτάται ο αρμόδιος κ. Υπουργός:

Προτίθεστε να τροποποιήσετε την περ. ια’ της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 5246/2025, όπως ισχύει μετά το άρθρο 117 του ν. 5281/2026, ώστε η δυνατότητα εκτέλεσης πρόσθετης εργασίας των υπαλλήλων των Ε.ΜΟ.Δ.Ε. να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την εμφάνιση δείκτη επικινδυνότητας 3, 4 ή 5, αλλά να μπορεί να εγκρίνεται και βάσει τεκμηριωμένων επιχειρησιακών αναγκών που διαπιστώνονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος;

Έχετε εξετάσει τις σχετικές προτάσεις του Πανελλήνιου Σωματείου Πυροσβεστών Δασικών Επιχειρήσεων (ΠΑ.Σ.ΠΥ.Δ.Ε.) και ποιος είναι ο σχεδιασμός της για τη συνολική ενίσχυση της επιχειρησιακής λειτουργίας και της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ε.ΜΟ.Δ.Ε.;

Η ερωτώσα βουλευτής

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Ερώτηση Π. Τσαπανίδου: Ένταξη των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών της Περιφερειακής Ενότητας Κέρκυρας στους δικαιούχους του επιδόματος παραμεθορίου

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

ΘΕΜΑ: Ένταξη των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών της Περιφερειακής Ενότητας Κέρκυρας στους δικαιούχους του επιδόματος παραμεθορίου

Σύμφωνα με δημόσια ανακοίνωση εκπροσώπων των πυροσβεστών, η πρόσφατη υπουργική απόφαση που καθορίζει τις Υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος που δικαιούνται το επίδομα παραμεθορίου δεν περιλαμβάνει τις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της Περιφερειακής Ενότητας Κέρκυρας.

Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στους υπηρετούντες πυροσβέστες καθώς η Κέρκυρα αποτελεί ακριτική νησιωτική περιοχή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η γεωγραφική της θέση στα βορειοδυτικά θαλάσσια σύνορα της χώρας, η εγγύτητά της με διεθνή σύνορα, οι αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις κατά την αντιπυρική περίοδο, η έντονη τουριστική δραστηριότητα και οι ανάγκες πολιτικής προστασίας συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος.

Παράλληλα, η εξαίρεση αφορά και την Ειδική Μονάδα Δασικών Επιχειρήσεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε.) Κέρκυρας, που καλείται να ανταποκριθεί σε σύνθετες αποστολές πρόληψης και καταστολής δασικών πυρκαγιών σε μία νησιωτική και ακριτική περιοχή, με αυξημένες επιχειρησιακές ιδιαιτερότητες.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποια συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμόστηκαν για τον καθορισμό των Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος που εντάχθηκαν στο καθεστώς χορήγησης του επιδόματος παραμεθορίου;
  2. Για ποιους λόγους δεν συμπεριλήφθηκαν οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της Περιφερειακής Ενότητας Κέρκυρας, παρά τα ιδιαίτερα γεωγραφικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά της περιοχής;
  3. Έχει εξεταστεί η δυνατότητα αναθεώρησης της σχετικής απόφασης, ώστε να ενταχθούν στους δικαιούχους όλες οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες και η Ε.ΜΟ.Δ.Ε. Κέρκυρας;
  4. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει συνολικά τα κριτήρια χορήγησης του επιδόματος παραμεθορίου ώστε να αποτυπώνουν με πληρότητα τις ιδιαιτερότητες των ακριτικών νησιωτικών περιοχών και τις πραγματικές συνθήκες υπηρεσίας του πυροσβεστικού προσωπικού;

Η Ερωτώσα Βουλευτής

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ερώτηση Π. Τσαπανίδου – Γ. Ψυχογιού: Ζητήματα επιχειρησιακής επάρκειας της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

ΘΕΜΑ: Ζητήματα επιχειρησιακής επάρκειας της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας

Η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία αποτελεί τον επίσημο φορέα της χώρας για την παροχή μετεωρολογικών προγνώσεων και προειδοποιήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στην Πολιτική Προστασία, στην ασφάλεια των μεταφορών, στην προστασία της ανθρώπινης ζωής και της περιουσίας, καθώς και στην εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας στον τομέα της μετεωρολογίας.

Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, έχουν διατυπωθεί δημόσια σοβαροί προβληματισμοί σχετικά με τη λειτουργία του Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου που αφορούν στη στελέχωσή του, στην επάρκεια κρίσιμου επιχειρησιακού εξοπλισμού και στη διατήρηση βασικών προγνωστικών υπηρεσιών. Οι αναφορές αυτές δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο η επιχειρησιακή ικανότητα της ΕΜΥ παραμένει στο επίπεδο που απαιτούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες για έγκαιρη και αξιόπιστη πρόγνωση επικίνδυνων καιρικών φαινομένων.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η επίσημη πρόγνωση επταήμερης τάσης της ΕΜΥ δεν δημοσιεύεται πλέον με τη μορφή που ίσχυε μέχρι πρότινος. Πρόκειται για ένα εργαλείο που επί σειρά ετών αποτελούσε σημείο αναφοράς για δημόσιους φορείς, επαγγελματίες και πολίτες, παρέχοντας την επίσημη εκτίμηση της Υπηρεσίας για την εξέλιξη του καιρού πέραν του τριημέρου. Η κατάργηση ή ο περιορισμός ενός τέτοιου προϊόντος εγείρει ερωτήματα ως προς τους λόγους που την επέβαλαν και κατά πόσο συνδέεται με ζητήματα στελέχωσης ή επιχειρησιακής οργάνωσης.

Παράλληλα, έχουν δημοσιοποιηθεί πληροφορίες περί ελλείψεων σε αναλώσιμο εξοπλισμό που απαιτείται για τη διενέργεια ραδιοβολίσεων. Δεδομένου ότι οι μετρήσεις της ανώτερης ατμόσφαιρας αποτελούν βασική παράμετρο για την παραγωγή αξιόπιστων προγνώσεων και για τη λειτουργία των αριθμητικών μοντέλων, κάθε πιθανή δυσλειτουργία στον συγκεκριμένο τομέα προκαλεί εύλογη ανησυχία.

Επιπλέον, ερωτήματα διατυπώνονται και ως προς την πραγματική επιχειρησιακή κατάσταση του δικτύου των μετεωρολογικών σταθμών της ΕΜΥ, καθώς δεν είναι γνωστό πόσοι από αυτούς λειτουργούν αδιάλειπτα, μεταδίδουν αξιόπιστα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, συντηρούνται συστηματικά και αξιοποιούνται επιχειρησιακά.

Τέλος, έχουν εκφραστεί προβληματισμοί σχετικά με τη στελέχωση των επιχειρησιακών βαρδιών του Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου, καθώς ενδεχόμενη μείωση του διαθέσιμου προσωπικού θα μπορούσε να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της συνεχούς επιχειρησιακής λειτουργίας της Υπηρεσίας, ιδιαίτερα κατά την εκδήλωση έντονων καιρικών φαινομένων.

Επειδή η εύρυθμη λειτουργία της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας και η αξιοπιστία των μετεωρολογικών προγνώσεων αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της εθνικής πολιτικής προστασίας,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποια είναι σήμερα η οργανική και η πραγματική στελέχωση του Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ανά ειδικότητα και πόσες μετακινήσεις προσωπικού έχουν πραγματοποιηθεί κατά το τελευταίο έτος;
  2. Ποια είναι η προβλεπόμενη και ποια η πραγματική σύνθεση των επιχειρησιακών βαρδιών του ΕΜΚ; Διασφαλίζεται η πλήρης επιχειρησιακή λειτουργία σε εικοσιτετράωρη βάση;
  3. Για ποιους λόγους μεταβλήθηκε η πρακτική δημοσίευσης της επίσημης επταήμερης πρόγνωσης της ΕΜΥ;
  4. Υπάρχει επάρκεια ραδιοβολίδων και λοιπού αναγκαίου εξοπλισμού για την απρόσκοπτη λειτουργία των αερολογικών σταθμών της ΕΜΥ; Ποιος είναι ο σχεδιασμός για την προμήθεια και ανανέωση των σχετικών αποθεμάτων;
  5. Πόσοι μετεωρολογικοί σταθμοί της ΕΜΥ λειτουργούν σήμερα κανονικά, πόσοι παραμένουν ανενεργοί ή παρουσιάζουν προβλήματα λειτουργίας και ποιο είναι το πρόγραμμα συντήρησης και πιστοποίησης του δικτύου;
  6. Ποιες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει το Υπουργείο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ΕΜΥ θα συνεχίσει να επιτελεί απρόσκοπτα τον θεσμικό και επιχειρησιακό της ρόλο ως εθνική μετεωρολογική αρχή;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Στη Βουλή, από τον Χάρη Μαμουλάκη, η διαμαρτυρία της Ένωσης Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Περιφέρειας Κρήτης || Αναφορά προς τους Υπουργούς Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας και Υγείας

Την επιτακτική ανάγκη επικαιροποίησης του εθνικού νομοθετικού πλαισίου σχετικά με την επαγγελματική έκθεση των Πυροσβεστών σε καρκινογόνους παράγοντες, αναδεικνύει ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, καταθέτοντας ως Αναφορά προς τους Υπουργούς Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας και Υγείας, ανακοίνωση της Ένωσης Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Περιφέρειας Κρήτης.

Ειδικότερα, με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση, αναδεικνύεται η ανάγκη επικαιροποίησης του εθνικού νομοθετικού πλαισίου, μετά την επίσημη απόφαση του Διεθνούς Οργανισμού για την Έρευνα του Καρκίνου (IARC) του Π.Ο.Υ., που κατέταξε την επαγγελματική έκθεση των πυροσβεστών στην Κατηγορία 1 («Αποδεδειγμένα καρκινογόνος για τον άνθρωπο»). Η Ένωση, στηρίζοντας τη σχετική πρόταση νόμου της Ομοσπονδίας (ΠΟΕΥΠΣ), ζητά από την πολιτεία να αναγνωριστούν οι ιδιαίτερες συνθήκες και τους σοβαρούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν καθημερινά κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

Συγκεκριμένα, ζητείται η λήψη μέτρων, όπως η πλήρη θεσμική κάλυψη του συνόλου των σχετικών μορφών καρκίνου χωρίς περιορισμούς, η σαφή αναδρομική ισχύ του νόμου ώστε να καλύπτονται και οι απόστρατοι λόγω της μακράς περιόδου επώασης της νόσου, η θέσπιση υποχρεωτικού, δωρεάν και ισόβιου εξειδικευμένου ιατρικού ελέγχου (screening check-up) και η άμεση εφαρμογή των διεθνών τεχνικών πρωτοκόλλων απολύμανσης (NFPA) στις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της χώρας για τον δραστικό περιορισμό της δερματικής απορρόφησης τοξικών ουσιών, καθώς μετά και τις πρόσφατες διεθνείς μελέτες, η άμεση σύνδεση του πυροσβεστικού επαγγέλματος με την καρκινογένεση είναι πλέον διεθνώς και αμετάκλητα κατοχυρωμένη.

Επισυνάπτεται η σχετική Αναφορά.

Συνάντηση του Γ. Ψυχογιού με τον ΣΕΑΕΦΚ για τη θωράκιση του μηχανισμού αποκατάστασης φυσικών καταστροφών με μόνιμες θέσεις και υποδομές

https://www.facebook.com/reel/1971529986872195/

Συνάντηση με το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Εργαζομένων Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών πραγματοποίησε ο βουλευτής Κορινθίας και τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Ψυχογιός, με αντικείμενο τις σοβαρές εκκρεμότητες που αφορούν τη λειτουργία, τη στελέχωση και τη θεσμική θωράκιση του μηχανισμού αποκατάστασης μετά από φυσικές καταστροφές.

Στη συνάντηση τέθηκαν τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν, κυρίως, στο οργανόγραμμα της Γενικής Γραμματείας Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών και της ΓΔΑΕΦΚ, τη στελέχωση των υπηρεσιών, την επικείμενη προκήρυξη θέσεων, καθώς και την ανάγκη διασφάλισης της εμπειρίας των ήδη υπηρετούντων εργαζομένων, οι οποίοι επί σειρά ετών καλύπτουν πάγιες και κρίσιμες ανάγκες.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη παράτασης όλων των συμβάσεων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας στελέχωσης, ώστε να μη δημιουργηθεί κενό στη λειτουργία των υπηρεσιών αποκατάστασης. Όπως υπογραμμίστηκε, οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ΙΔΟΧ στηρίζουν εδώ και οκτώ χρόνια κρίσιμες λειτουργίες του δημόσιου μηχανισμού, συμμετέχοντας σε αυτοψίες, ελέγχους, φακέλους στεγαστικής συνδρομής, διοικητικές και τεχνικές διαδικασίες σε περιοχές που έχουν πληγεί από σεισμούς, πυρκαγιές, πλημμύρες και άλλες καταστροφές.

Ο Γιώργος Ψυχογιός σημείωσε ότι η συσσωρευμένη εμπειρία των εργαζομένων αποτελεί πολύτιμο επιχειρησιακό κεφάλαιο για την αξιοπιστία, τη συνέχεια και την αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας. Τόνισε ότι σε μια περίοδο κατά την οποία οι φυσικές καταστροφές γίνονται συχνότερες και εντονότερες λόγω της κλιματικής κρίσης, ο δημόσιος μηχανισμός αποκατάστασης δεν μπορεί να λειτουργεί με διαρκείς εκκρεμότητες, προσωπικό σε ομηρία και ασαφές θεσμικό πλαίσιο.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το εξαγγελθέν, αλλά ακόμη μη δημοσιοποιημένο, νέο θεσμικό πλαίσιο για την αποκατάσταση φυσικών καταστροφών. Ο βουλευτής υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση στον συγκεκριμένο τομέα οφείλει να γίνει με διαφάνεια, ουσιαστική διαβούλευση με τους εργαζόμενους και σαφείς εγγυήσεις για επαρκή στελέχωση κι ενίσχυση των υπηρεσιών και του δημόσιου χαρακτήρα τους, την αξιοποίηση της εμπειρίας του ήδη υπηρετούντος προσωπικού και την ταχύτερη ανταπόκριση του κράτους προς τους πολίτες που πλήττονται.

Ο Γιώργος Ψυχογιός δεσμεύτηκε ότι παραμένει σταθερά στο πλευρό των εργαζομένων και ότι θα προβεί για μια ακόμα σε όλες τις κοινοβουλευτικές και άλλες παρεμβάσεις  σε αυτή την κατεύθυνση. Στηρίζοντας ξεκάθαρα την ανάγκη ενός ισχυρού, δημόσιου, επαρκώς στελεχωμένου και θεσμικά κατοχυρωμένου μηχανισμού αποκατάστασης φυσικών καταστροφών. Η προστασία των πληγέντων, η ταχεία αποκατάσταση των ζημιών και η αξιοπιστία του κράτους απέναντι στις τοπικές κοινωνίες δεν μπορούν να εξαρτώνται από αποσπασματικές λύσεις και διαρκείς παρατάσεις, αλλά απαιτούν σταθερό σχεδιασμό, έμπειρο και μόνιμο προσωπικό και δημόσιες υπηρεσίες με πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα.

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ -ΠΣ με πρωτοβουλία της Π. Τσαπανίδου: «Ανάγκη ουσιαστικής παράτασης της προθεσμίας καθαρισμού οικοπέδων»

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους Υπουργούς

– Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

– Εσωτερικών

ΘΕΜΑ: «Ανάγκη ουσιαστικής παράτασης της προθεσμίας καθαρισμού οικοπέδων».

Η αντιπυρική θωράκιση της χώρας προϋποθέτει τη συνεργασία Πολιτείας και πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση καθαρισμού των οικοπέδων και η υποβολή σχετικής δήλωσης αποτελούν σημαντικά εργαλεία πρόληψης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι συνοδεύονται από ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και επαρκείς δυνατότητες συμμόρφωσης.

Κατά το τρέχον έτος, πολλοί ιδιοκτήτες ακινήτων αντιμετώπισαν αντικειμενικές δυσκολίες στην έγκαιρη ολοκλήρωση των απαιτούμενων εργασιών. Η αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών καθαρισμού, οι περιορισμένες διαθέσιμες συνεργαζόμενες επιχειρήσεις σε αρκετές περιοχές της χώρας, οι καθυστερήσεις στην απομάκρυνση των υπολειμμάτων βλάστησης, αλλά και οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν έως και τις τελευταίες εβδομάδες, επηρέασαν την εξέλιξη των εργασιών.

Παράλληλα, παρατηρείται ότι μεγάλος αριθμός πολιτών εξακολουθεί να βρίσκεται στη διαδικασία συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις του, γεγονός που αναδεικνύει ότι η λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά αντί να συμβάλει στην επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.

Είναι προφανές ότι η επιτυχία του μέτρου δεν κρίνεται από τον αριθμό των διοικητικών κυρώσεων που θα επιβληθούν αλλά από το πόσα οικόπεδα θα έχουν πράγματι καθαριστεί πριν την κορύφωση της αντιπυρικής περιόδου. Για τον λόγο αυτό, φορείς εκπροσώπησης των ιδιοκτητών ακινήτων, όπως η ΠΟΜΙΔΑ, έχουν ζητήσει την παράταση της σχετικής προθεσμίας τουλάχιστον έως την 30ή Ιουνίου 2026.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Ποια είναι τα στοιχεία σχετικά με την πορεία υποβολής δηλώσεων καθαρισμού οικοπέδων για το έτος 2026 και πώς αυτά συγκρίνονται με τα αντίστοιχα στοιχεία των προηγούμενων ετών;
  2. Προτίθενται να εξετάσουν την παράταση της προθεσμίας καθαρισμού και υποβολής δηλώσεων τουλάχιστον έως τις 30 Ιουνίου 2026, προκειμένου να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση των εργασιών και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων πρόληψης των πυρκαγιών;

Οι ερωτώντες/ώσες Βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Ψυχογιός Γεώργιος

Καλαματιανός Διονύσιος – Χαράλαμπος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Γιαννούλης Χρήστος

Δούρου Ειρήνη (Ρένα)

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης)

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παπαηλιού Γεώργιος

Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ: Προβληματισμοί για την κατανομή οργανικών θέσεων και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του Πυροσβεστικού Σώματος στη Δυτική Θεσσαλία

Αθήνα, 8 Ιουνίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας

ΘΕΜΑ: Προβληματισμοί για την κατανομή οργανικών θέσεων και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του Πυροσβεστικού Σώματος στη Δυτική Θεσσαλία

Σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις για τις τακτικές μεταθέσεις του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος για το έτος 2026, επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της κατανομής των οργανικών θέσεων και της αποτύπωσης των πραγματικών υπηρεσιακών αναγκών σε περιοχές της χώρας που αντιμετωπίζουν αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Ειδικότερα, εκπρόσωποι των πυροσβεστικών υπαλλήλων της Δυτικής Θεσσαλίας επισημαίνουν ότι οι Νομοί Τρικάλων και Καρδίτσας εμφανίζονται διοικητικά ως περιοχές με πλεονάζον προσωπικό, παρά το γεγονός ότι η καθημερινή επιχειρησιακή λειτουργία των υπηρεσιών καταδεικνύει σημαντικές ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού.

Όπως αναφέρεται, η λειτουργία των Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Νομών (ΔΙ.Π.Υ.Ν.) στελεχώθηκε από υφιστάμενο προσωπικό των δύο νομών χωρίς αντίστοιχη αύξηση οργανικών θέσεων, γεγονός που φέρεται να έχει επιβαρύνει περαιτέρω τις τοπικές υπηρεσίες. Παράλληλα, η σταδιακή αποχώρηση έμπειρων στελεχών λόγω συνταξιοδότησης, σε συνδυασμό με τη διαρκή αύξηση των επιχειρησιακών απαιτήσεων, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στη λειτουργική επάρκεια των υπηρεσιών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η περιοχή έχει κληθεί τα τελευταία χρόνια να διαχειριστεί διαδοχικά ακραία φυσικά φαινόμενα και καταστροφές, όπως οι κακοκαιρίες «Ιανός», «Daniel» και «Elias», κατά τις οποίες οι τοπικές πυροσβεστικές δυνάμεις διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση κρίσιμων περιστατικών. Επιπλέον, κατά την αντιπυρική περίοδο προσωπικό από τις υπηρεσίες των δύο νομών μετακινείται συστηματικά για την κάλυψη αναγκών σε άλλες περιοχές της χώρας.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εκφράζονται ανησυχίες ότι η υφιστάμενη κατανομή οργανικών θέσεων δεν αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες των υπηρεσιών ενώ οι μεταθέσεις συνεπάγονται σοβαρές υπηρεσιακές, οικογενειακές και οικονομικές επιβαρύνσεις για το προσωπικό.

Με βάση τα παραπάνω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποια κριτήρια ελήφθησαν υπόψη κατά τον καθορισμό των κενών και υπεράριθμων οργανικών θέσεων για τους Νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας στο πλαίσιο των τακτικών μεταθέσεων 2026;
  2. Έχει αξιολογηθεί η επίδραση της λειτουργίας των ΔΙ.Π.Υ.Ν. στη στελέχωση των επιχειρησιακών υπηρεσιών των δύο νομών και προτίθεται το Υπουργείο να προχωρήσει σε αναθεώρηση των οργανικών θέσεων ώστε να αποτυπώνονται οι πραγματικές ανάγκες;
  3. Ποιος είναι ο σχεδιασμός του Υπουργείου για την αντιμετώπιση των κενών που δημιουργούνται από τις επικείμενες συνταξιοδοτήσεις και τη διαρκώς αυξανόμενη επιχειρησιακή επιβάρυνση των πυροσβεστικών υπηρεσιών της Δυτικής Θεσσαλίας;
  4. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει το ισχύον πλαίσιο κατανομής οργανικών θέσεων ενόψει του έτους 2027, ώστε να αποτυπωθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες και να περιοριστεί η συνεχής απομείωση προσωπικού από τις πυροσβεστικές υπηρεσίες των Νομών Τρικάλων και Καρδίτσας;

Οι Ερωτώντες/ώσες Βουλευτές

Τσαπανίδου Παρθένα (Πόπη)

Ψυχογιός Γεώργιος

Κοντοτόλη Μαρίνα

Ερώτηση Αλ. Μεϊκόπουλου για την απομάκρυνση 20 πυροσβεστών από τη Μαγνησία εν μέσω αντιπυρικής περιόδου

Την έντονη ανησυχία της τοπικής κοινωνίας, των πυροσβεστών και των φορέων της Μαγνησίας για την αποδυνάμωση των πυροσβεστικών υπηρεσιών του Νομού, εν μέσω της πιο κρίσιμης περιόδου για την πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, αναδεικνύει με Ερώτηση του προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας ο Βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, ζητώντας εξηγήσεις για τις πρόσφατες αποφάσεις μετακίνησης πυροσβεστικού προσωπικού από τις υπηρεσίες της Μαγνησίας προς άλλες περιοχές της χώρας.

«Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Ένωση Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Νομού Μαγνησίας, οι μεταθέσεις που κοινοποιήθηκαν στις 28 Μαΐου 2026 προβλέπουν την απομάκρυνση συνολικά είκοσι (20) πυροσβεστών από τις κεντρικές υπηρεσίες του νομού από τις αρχές Ιουνίου έως και τα τέλη Οκτωβρίου. Πρόκειται για ένα σημαντικό αριθμό στελεχών, η απουσία των οποίων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι τοπικές υπηρεσίες θα μπορέσουν να ανταποκριθούν με επάρκεια στις αυξημένες απαιτήσεις της αντιπυρικής περιόδου. Η Μαγνησία αποτελεί μια περιοχή με ιδιαίτερα σύνθετα χαρακτηριστικά και αυξημένες ανάγκες πολιτικής προστασίας. Διαθέτει εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, σημαντικούς ορεινούς όγκους, το περιαστικό δάσος του Βόλου, βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής σημασίας, καθώς και οικισμούς που τα τελευταία χρόνια έχουν δοκιμαστεί από ακραία καιρικά φαινόμενα, πλημμύρες και φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Εθνικό Χάρτη Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών, η περιοχή συγκαταλέγεται στις ζώνες αυξημένου κινδύνου, γεγονός που καθιστά επιτακτική την επαρκή στελέχωση και επιχειρησιακή ετοιμότητα των πυροσβεστικών δυνάμεων», ανέφερε ο Βουλευτής.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, οι μετακινήσεις αυτές πραγματοποιούνται σε υπηρεσίες που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα υποστελέχωσης, επιβαρύνοντας περαιτέρω το προσωπικό που παραμένει στις μονάδες του νομού. Όπως τονίζεται, οι εναπομείναντες πυροσβέστες καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες επιχειρησιακές υποχρεώσεις, ενώ παράλληλα υπάρχουν εκκρεμότητες σε χορήγηση αδειών και αποζημίωση υπερωριακής εργασίας προηγούμενων ετών. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Βουλευτής και στις συνέπειες που προκαλούν οι μεταθέσεις στους ίδιους τους πυροσβέστες και τις οικογένειές τους. «Οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται για διάστημα αρκετών μηνών, χωρίς να διασφαλίζεται επαρκής μέριμνα για ζητήματα στέγασης και οικονομικής υποστήριξης, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τους εργαζόμενους σε μια ήδη απαιτητική περίοδο», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση, καλεί τον αρμόδιο Υπουργό να απαντήσεις στα εξής κρίσιμα ερωτήματα: 

  1. Ποια ήταν τα επιχειρησιακά και υπηρεσιακά κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίστηκε η μετακίνηση είκοσι (20) πυροσβεστών από τη Μαγνησία κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου;
  2. Έχει αξιολογηθεί ο αντίκτυπος των συγκεκριμένων μεταθέσεων στην επιχειρησιακή ετοιμότητα των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Βόλου, ΒΙ.ΠΕ. Βόλου, Βελεστίνου, Αργαλαστής, Ζαγοράς και των λοιπών κλιμακίων του Νομού;
  3. Ποια είναι σήμερα η προβλεπόμενη οργανική δύναμη και ποια η πραγματική δύναμη των πυροσβεστικών υπηρεσιών της Μαγνησίας πριν και μετά τις μεταθέσεις;
  4. Για ποιο λόγο δεν επιλέχθηκαν εναλλακτικές λύσεις στελέχωσης των περιοχών υποδοχής, όπως η αξιοποίηση νεοπροσλαμβανόμενων πυροσβεστών ή άλλων διαθέσιμων πόρων;
  5. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει και να ανακαλέσει τις συγκεκριμένες μεταθέσεις, ώστε να μην αποδυναμωθούν οι πυροσβεστικές δυνάμεις της Μαγνησίας εν μέσω της πλέον κρίσιμης περιόδου για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών;
  6. Ποια μέτρα σχεδιάζει να λάβει για την άμεση ενίσχυση των πυροσβεστικών υπηρεσιών της Μαγνησίας με μόνιμο προσωπικό και μέσα, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των πολιτών, του φυσικού περιβάλλοντος και των κρίσιμων υποδομών της περιοχής;

Ακολουθεί η Ερώτηση.

Αθήνα, 5 Ιουνίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας

Θέμα: Αποδυνάμωση των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Μαγνησίας εν μέσω αντιπυρικής περιόδου λόγω μεταθέσεων προσωπικού

Σοβαρή ανησυχία και έντονες αντιδράσεις έχουν προκαλέσει οι πρόσφατες αποφάσεις μεταθέσεων πυροσβεστικού προσωπικού από τις υπηρεσίες της Μαγνησίας προς τα άλλες περιοχές της χώρας κατά τη διάρκεια της φετινής αντιπυρικής περιόδου.

Σύμφωνα με την Ένωση Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Ν. Μαγνησίας, με τις μεταθέσεις που κοινοποιήθηκαν στις 28 Μαΐου 2026 απομακρύνονται συνολικά είκοσι (20) πυροσβέστες από τις κεντρικές υπηρεσίες του Νομού από τις αρχές Ιουνίου έως και τα τέλη Οκτωβρίου, σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η περιοχή αντιμετωπίζει αυξημένους κινδύνους δασικών πυρκαγιών.

Η Μαγνησία αποτελεί νομό με εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, ορεινούς όγκους, σημαντικό περιαστικό δάσος, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, καθώς και αυξημένες ανάγκες πολιτικής προστασίας λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων που έχουν πλήξει την περιοχή τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Εθνικό Χάρτη Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών, η περιοχή κατατάσσεται στις υψηλές κατηγορίες κινδύνου, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη διατήρηση και ενίσχυση των διαθέσιμων πυροσβεστικών δυνάμεων.

Τόσο η Ένωση Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Ν. Μαγνησίας όσο και η Πανελλήνια Ένωση Πυροσβεστών επισημαίνουν ότι οι μεταθέσεις πραγματοποιούνται σε ήδη υποστελεχωμένες υπηρεσίες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το προσωπικό.

Το εναπομείναν προσωπικό καλείται να ανταποκριθεί σε αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις, συχνά με συσσωρευμένες απλήρωτες υπερωρίες και οφειλόμενες άδειες προηγούμενων ετών.Παράλληλα, αναδεικνύεται το σοβαρό κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τους μετατιθέμενους πυροσβέστες και τις οικογένειές τους, καθώς οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται χωρίς επαρκή μέριμνα για στέγαση ή οικονομική υποστήριξη.

Την ίδια ώρα, βρίσκεται σε εξέλιξη διαγωνισμός πρόσληψης νέου πυροσβεστικού προσωπικού, ο οποίος θα πρέπει να αποτυπώνει την δεδομένη ανάγκη ενίσχυσης των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας σε περιοχές υψηλού κινδύνου.

Κατόπιν των ανωτέρω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Ποια ήταν τα επιχειρησιακά και υπηρεσιακά κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίστηκε η μετακίνηση είκοσι (20) πυροσβεστών από τη Μαγνησία κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου;
  2. Έχει αξιολογηθεί ο αντίκτυπος των συγκεκριμένων μεταθέσεων στην επιχειρησιακή ετοιμότητα των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Βόλου, ΒΙ.ΠΕ. Βόλου, Βελεστίνου, Αργαλαστής, Ζαγοράς και των λοιπών κλιμακίων του Νομού;
  3. Ποια είναι σήμερα η προβλεπόμενη οργανική δύναμη και ποια η πραγματική δύναμη των πυροσβεστικών υπηρεσιών της Μαγνησίας πριν και μετά τις μεταθέσεις;
  4. Για ποιο λόγο δεν επιλέχθηκαν εναλλακτικές λύσεις στελέχωσης των περιοχών υποδοχής, όπως η αξιοποίηση νεοπροσλαμβανόμενων πυροσβεστών ή άλλων διαθέσιμων πόρων;
  5. Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει και να ανακαλέσει τις συγκεκριμένες μεταθέσεις, ώστε να μην αποδυναμωθούν οι πυροσβεστικές δυνάμεις της Μαγνησίας εν μέσω της πλέον κρίσιμης περιόδου για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών;
  6. Ποια μέτρα σχεδιάζει να λάβει για την άμεση ενίσχυση των πυροσβεστικών υπηρεσιών της Μαγνησίας με μόνιμο προσωπικό και μέσα, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των πολιτών, του φυσικού περιβάλλοντος και των κρίσιμων υποδομών της περιοχής;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Ψυχογιός Γεώργιος

Στη Βουλή φέρνει ο Χάρης Μαμουλάκης τη διαμαρτυρία του Σωματείου Πυροσβεστών Νομού Ηρακλείου

Αναφορά προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας

Το γεγονός ότι το Ηράκλειο δεν είναι δεξαμενή προσωπικού, όπως επισημαίνει με επιστολή το Σωματείο Πυροσβεστών Νομού Ηρακλείου, αναδεικνύει ο Τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, καταθέτοντας σχετική Αναφορά προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας.

Με την συγκεκριμένη επιστολή, εκφράζεται η έντονη διαμαρτυρία του Σωματείου για την απόφαση απομάκρυνσης, μέσω μετάθεσης, 11 πυροσβεστών από τον Νομό Ηρακλείου, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις κατά το προηγούμενο διάστημα για το αντίθετο.

Επισημαίνεται επίσης ότι το Σωματείο είχε εκφράσει δημόσια από την πρώτη στιγμή, την αντίδρασή του στον χαρακτηρισμό του προσωπικού του Νομού Ηρακλείου ως «υπεράριθμο». Με τη σχετική ανακοίνωση, εκφράζεται η απογοήτευση των μελών του για τη συνεχιζόμενη αδιαφορία του αρμόδιου Υπουργείου στα αιτήματά τους. Τονίζεται δε, ότι η απομάκρυνση των συναδέλφων τους αποδεικνύει ακόμη μια φορά ότι το πρόβλημα των οργανικών κενών στο Πυροσβεστικό Σώμα είναι διαχρονικό και συνεχίζει να μην αντιμετωπίζεται με ουσιαστικό σχεδιασμό, αλλά με τη γνωστή πρακτική της μετακίνησης προσωπικού από περιοχή σε περιοχή, ανθρώπων που εργάζονται τις περισσότερες φορές σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και επωμίζονται εκείνοι και οι οικογένειές τους τις συνέπειες αυτής της «πολιτικής».

Ως αποτέλεσμα, πλήττεται η ίδια η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πυροσβέστες, τη διοίκηση και την ηγεσία και δημιουργείται η αίσθηση ότι οι μέχρι τώρα δεσμεύσεις, χρησιμοποιήθηκαν απλώς για να εκτονωθούν οι αντιδράσεις και να καμφθούν οι πιέσεις που ασκήθηκαν το προηγούμενο διάστημα, χωρίς να υπάρχει πραγματική πρόθεση υλοποίησής τους.

Α. Παναγιωτόπουλος: «Η ενεργειακή αναβάθμιση δεν αρκεί χωρίς αντισεισμική θωράκιση – Απαιτείται σχέδιο προστασίας του γερασμένου κτιριακού αποθέματος» || Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Ερώτηση προς τους Υπουργούς Υποδομών και Μεταφορών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης κατέθεσε ο Βουλευτής Αχαΐας και Τομεάρχης Υγείας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, με τη συνυπογραφή 13 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ζητώντας τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εθνικού προγράμματος αντισεισμικής θωράκισης των ιδιωτικών κατοικιών και πολυκατοικιών, με ιδιαίτερη έμφαση στις περιοχές υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας.

Στην ερώτηση επισημαίνεται ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλέον σεισμογενείς χώρες του κόσμου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος έχει κατασκευαστεί πριν από το 1985, δηλαδή πριν από την ουσιαστική αναθεώρηση των αντισεισμικών κανονισμών. Παράλληλα, τονίζεται ότι σε περιοχές όπως η Δυτική Ελλάδα, τα Ιόνια Νησιά, η Κρήτη και το Ανατολικό Αιγαίο, ο συνδυασμός υψηλής σεισμικότητας και παλαιών κτιρίων αυξάνει σημαντικά τη σεισμική τρωτότητα.

Ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος υπογραμμίζει ότι, παρά τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης που υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένα αντίστοιχο χρηματοδοτικό εργαλείο που να στηρίζει ουσιαστικά τους ιδιοκτήτες ακινήτων στην πραγματοποίηση στατικών και αντισεισμικών παρεμβάσεων.

Είναι σαφές ότι το κόστος της έγκαιρης αντισεισμικής ενίσχυσης είναι πολλαπλάσια μικρότερο από το κόστος αποκατάστασης των συνεπειών ενός μεγάλου σεισμού. Στο πλαίσιο αυτό η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα θωρακίσει το κτιριακό απόθεμα της χώρας και θα προσφέρει στους πολίτες τα απαραίτητα εργαλεία για να προστατεύσουν τις κατοικίες και τις οικογένειές τους», τονίζεται στην ερώτηση.

Με την κοινοβουλευτική παρέμβαση ζητούνται, μεταξύ άλλων:

  • Η δημιουργία ειδικού εθνικού προγράμματος αντισεισμικής θωράκισης ιδιωτικών κατοικιών και πολυκατοικιών, στα πρότυπα του «Εξοικονομώ».
  • Η εκπόνηση συνολικού σχεδιασμού για την προσεισμική προστασία του ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος της χώρας.
  • Η θεσμοθέτηση οργανωμένου προγράμματος προσεισμικού ελέγχου και στατικής αναβάθμισης παλαιών κτιρίων.
  • Η παροχή χρηματοδοτικών και φορολογικών κινήτρων για εργασίες αντισεισμικής ενίσχυσης.
  • Η αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων για την εφαρμογή πολιτικών πρόληψης και προστασίας.

Ακολουθεί η ερώτηση:

Αθήνα, 2 Ιουνίου 2026

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τους Υπουργούς

Υποδομών και Μεταφορών

Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης

Θέμα: «Ανάγκη δημιουργίας προγράμματος αντισεισμικής θωράκισης των ιδιωτικών κτιρίων στις σεισμογενείς περιοχές της χώρας»

Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις πλέον σεισμογενείς χώρες παγκοσμίως, καθώς βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ενεργή τεκτονικά περιοχή, γεγονός που καθιστά τον σεισμικό κίνδυνο διαρκή και υπαρκτό. Οι αλλεπάλληλοι ισχυροί σεισμοί που καταγράφονται ανά διαστήματα υπενθυμίζουν ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής, των κατοικιών και των υποδομών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά αλλά απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, ολοκληρωμένος σχεδιασμός πρόληψης και συστηματική κρατική πολιτική προσεισμικής θωράκισης, ιδιαίτερα στις περιοχές υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας. Σε αυτό το πλαίσιο η πολιτεία οφείλει να επενδύσει έγκαιρα στην ασφάλεια του κτιριακού αποθέματος της χώρας.

Οι σεισμοί των προηγούμενων ετών στη Σάμο, στο Αρκαλοχώρι και στη Θεσσαλία επιβεβαίωσαν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας δεν αφορά τους σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς, αλλά το γερασμένο και ευάλωτο ιδιωτικό κτιριακό απόθεμα, μεγάλο μέρος του οποίου έχει ανεγερθεί πριν από το 1985, δηλαδή πριν από την ουσιαστική αναθεώρηση των αντισεισμικών κανονισμών της χώρας.

Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Προγράμματος Αντισεισμικής Ενίσχυσης Υφισταμένων Κατασκευών (ΕΠΑΝΤΥΚ), περίπου 7 στα 10 ιδιωτικά κτίρια στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1985, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες έχουν ανεγερθεί πριν ακόμη και από τον πρώτο αντισεισμικό κανονισμό του 1959.

Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στις περιοχές υψηλής σεισμικότητας, όπως η Πάτρα και συνολικά η Δυτική Ελλάδα, όπου συνυπάρχουν παλαιές πολυκατοικίες και κατοικίες, αυθαίρετες επεμβάσεις, φθορές λόγω παλαιότητας και υγρασίας, πυκνή δόμηση και υψηλή σεισμική επιτάχυνση.

Παρά τα παραπάνω δεδομένα, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένα ολοκληρωμένο εθνικό πρόγραμμα προσεισμικής ενίσχυσης ιδιωτικών κατοικιών, αντίστοιχο του «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ», το οποίο να επιδοτεί ουσιαστικά στατικές και αντισεισμικές παρεμβάσεις.

Η Πολιτεία χρηματοδοτεί ορθώς την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, όμως η ενεργειακή αναβάθμιση από μόνη της δεν επαρκεί όταν ένα κτίριο παραμένει στατικά και σεισμικά ευάλωτο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές σεισμογενείς περιοχές της χώρας , χιλιάδες οικογένειες κατοικούν σε πολυκατοικίες των δεκαετιών του ’60 και του ’70 χωρίς ουσιαστικό έλεγχο στατικής επάρκειας, χωρίς οικονομική δυνατότητα ενίσχυσης και χωρίς πρόσβαση σε κάποιο χρηματοδοτικό εργαλείο αντισεισμικής προστασίας.

Την ίδια στιγμή, επιστημονικοί φορείς, όπως το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και το Ελληνικό Τμήμα Αντισεισμικής Μηχανικής, έχουν επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη δημιουργίας ειδικού προγράμματος αντισεισμικής θωράκισης, στα πρότυπα αντίστοιχων μοντέλων που εφαρμόζονται ήδη στην Ιταλία.

Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στις περιοχές υψηλής σεισμικής επικινδυνότητας, όπως η Δυτική Ελλάδα, τα Ιόνια Νησιά, η Κρήτη και το Ανατολικό Αιγαίο, όπου ο σεισμικός κίνδυνος είναι διαχρονικά αυξημένος και το κτιριακό απόθεμα σε μεγάλο βαθμό παλαιωμένο. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαίο ένα νέο πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης να προβλέπει αυξημένα ποσοστά επιδότησης και κατά προτεραιότητα ένταξη των περιοχών αυτών, καθώς και ειδική μέριμνα για τις πολυκατοικίες και τις κατοικίες που έχουν ανεγερθεί πριν από το 1985, δηλαδή πριν από την εφαρμογή των σύγχρονων αντισεισμικών κανονισμών. Παράλληλα, απαιτείται η θεσμοθέτηση οργανωμένου προγράμματος προσεισμικού ελέγχου και στατικής αναβάθμισης για τα παλαιά ιδιωτικά κτίρια, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά η σεισμική τρωτότητα σε πυκνοκατοικημένες και ιδιαίτερα επιβαρυμένες περιοχές της χώρας.

Επειδή η πρόληψη σώζει ανθρώπινες ζωές,

Επειδή το κόστος προσεισμικής ενίσχυσης είναι ασύγκριτα μικρότερο από το κόστος αποκατάστασης μετά από έναν μεγάλο σεισμό,

Επειδή οι σεισμογενείς περιοχές της χώρας απαιτούν στοχευμένη πολιτική προστασίας του κτιριακού αποθέματος,

Επειδή χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων αδυνατούν οικονομικά να προχωρήσουν σε αντισεισμικές παρεμβάσεις,

Ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

  1. Προτίθενται να δημιουργήσουν ειδικό εθνικό πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης ιδιωτικών κατοικιών και πολυκατοικιών, στα πρότυπα του «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ», με στόχο την επιδότηση στατικών και αντισεισμικών παρεμβάσεων;
  2. Υπάρχει συνολικός κυβερνητικός σχεδιασμός για την προσεισμική προστασία του ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος της χώρας και ιδιαίτερα των παλαιών κτιρίων που έχουν ανεγερθεί πριν από το 1985;
  3. Υπάρχει πρόθεση θεσμοθέτησης οργανωμένου προγράμματος προσεισμικού ελέγχου και στατικής αναβάθμισης για παλαιές πολυκατοικίες και κατοικίες που έχουν κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή των σύγχρονων αντισεισμικών κανονισμών;
  4. Προτίθεται το αρμόδιο Υπουργείο να εξετάσει τη δημιουργία χρηματοδοτικών και φορολογικών κινήτρων για ιδιοκτήτες ακινήτων που θα προχωρούν σε εργασίες αντισεισμικής ενίσχυσης;
  5. Υπάρχει σχεδιασμός αξιοποίησης πόρων από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για την υλοποίηση πολιτικών προσεισμικής θωράκισης των ιδιωτικών κτιρίων της χώρας;

Οι Ερωτώντες Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Μεϊκόπουλος Αλέξανδρος

Ψυχογιός Γεώργιος

Καλαματιανός Διονύσιος- Χαράλαμπος

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γεώργιος

Δούρου Ειρήνη( Ρένα)

Κοντοτόλη Μαρίνα

Μαμουλάκης Χάρης

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Παρθένα( Πόπη)

Πέντε χρόνια μετά τον σεισμό, ακόμη στα κοντέινερ οι κάτοικοι στο Δαμάσι – Σκληρή επίθεση από Κόκκαλη στην κυβέρνηση για «κοροϊδία»

Με αιχμηρή κριτική και σαφείς αιχμές περί εγκατάλειψης των σεισμόπληκτων του Δαμασίου, ο βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία κ. Βασίλης Κόκκαλης έφερε για πολλοστή φορά στη Βουλή το Δαμάσι, την εικόνα μιας περιοχής που, πέντε χρόνια μετά τον σεισμό του Μαρτίου 2021, εξακολουθεί να ζει σε συνθήκες προσωρινότητας. Όπως τόνισε, δεκάδες οικογένειες παραμένουν σε κοντέινερ, παρά τις αρχικές δεσμεύσεις ότι «σε έναν χρόνο θα είναι στα σπίτια τους», υπογραμμίζοντας ότι αυτή η απόσταση λόγων και πράξεων «διαρρηγνύει τη σχέση εμπιστοσύνης κράτους και πολίτη».

Ο κ. Κόκκαλης στάθηκε ιδιαίτερα στο οικονομικό αδιέξοδο των πληγέντων, επισημαίνοντας ότι η στεγαστική συνδρομή δεν επαρκεί ούτε για βασικές εργασίες, ενώ έθεσε επίμονα το ζήτημα της καταβολής της τελευταίας δόσης αποπεράτωσης. Μετέφερε την αγωνία των κατοίκων που, χωρίς ρευστότητα, αδυνατούν να προχωρήσουν τις οικοδομές τους και ζητούν σαφή απάντηση για το αν ισχύει η δέσμευση ότι η δόση μπορεί να δοθεί πριν την πλήρη ολοκλήρωση των εργασιών. Παράλληλα, αμφισβήτησε έμμεσα τη μεταφορά ευθυνών στους πολίτες για καθυστερήσεις λόγω ελλιπών φακέλων, τονίζοντας ότι «άνθρωποι που ζουν σε κοντέινερ δεν έχουν χρήματα ούτε για μηχανικούς ούτε για υλικά», και κατέληξε με ένα χαρακτηριστικό στοιχείο: «Πέντε χρόνια μετά έχει φτιαχτεί μόνο ένα σπίτι».

Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υφυπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας κ. Κωνσταντίνος Κατσαφάδος υποστήριξε ότι η διαδικασία προχωρά και ότι μεγάλο μέρος των καθυστερήσεων δεν οφείλεται στις υπηρεσίες. Επισήμανε ότι έχουν ολοκληρωθεί σχεδόν όλες οι αυτοψίες, ότι εκατοντάδες αιτήσεις έχουν προχωρήσει σε στάδια εγκρίσεων και ότι σημαντικός αριθμός φακέλων παραμένει σε εκκρεμότητα λόγω ελλείψεων από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι, ενώ έχουν εγκριθεί δεκάδες περιπτώσεις για επισκευές ή ανακατασκευές, λίγοι προχωρούν στα επόμενα στάδια ή αιτούνται επόμενες δόσεις.

Απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα για την τελευταία δόση, ξεκαθάρισε ότι το ισχύον πλαίσιο δεν επιτρέπει την πλήρη εκταμίευση πριν την ολοκλήρωση, ωστόσο –όπως είπε– έχει δοθεί ευελιξία: Η τρίτη δόση μπορεί να καταβληθεί όταν το σπίτι έχει ουσιαστικά «κλείσει» (με πόρτες και παράθυρα), δηλαδή πριν την πλήρη αποπεράτωση. Παραδέχθηκε πάντως ότι οι αιτήσεις για αυτή τη δυνατότητα είναι λίγες, επιμένοντας ότι η Πολιτεία κινείται εντός των ορίων του νόμου και ότι δεν μπορεί να δοθούν χρήματα χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις.

Φωτογραφία: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ / EUROKINISSI